Legislator Case Law & Legislation
1099/2011 AI generated

1099/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1099/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1099/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε περίπτωση δε ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος. Δηλαδή, κατά προσαρμογή προς τα οριζόμενα στο άρθρο 272 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος, που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως κατ' αυτήν. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1099 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1099/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Α. του Π. και 2. Μ. συζ. Δ. Α., το γένος Κ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θαλή Πολυχρονάκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μελέτιο Φώτση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Σεπτεμβρίου 1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 87/1996 μη οριστική, 10/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 316/2008 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Ιουλίου 2009 αίτησή τους ως και τους από 1 Φεβρουαρίου 2011 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και των από 1.2.2011 προσθέτων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1, 524 παρ.1, 531 παρ.1 και 272 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν από την τροποποίηση τους με τον ν. 2915/2001, και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 22 του ν. 2915/2001 εφόσον η πρώτη επί της αγωγής συζήτηση είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 19.1.1996, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή.

Σε περίπτωση δε ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος. Δηλαδή, κατά προσαρμογή προς τα οριζόμενα στο άρθρο 272 παρ.1, 2 ΚΠολΔ, η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος, που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως κατ' αυτήν. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους.

Γιατί, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφ' όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους.

Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά της 316/2008 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, που απέρριψε λόγω της ερημοδικίας τους την ασκηθείσα από τους αναιρεσείοντες έφεση κατά της 10/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης είναι παραδεκτή και ερευνητέα ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.

ΙΙ). Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά τον νόμο δεν κήρυξε άκυρη την ερημοδικία των αναιρεσειόντων ως εκκαλούντων και προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως, χωρίς να λάβει υπόψη του τις προτάσεις των αναιρεσειόντων που είχαν υποβάλει πρωτοδίκως προς υποστήριξη της αγωγής τους και τούτο εξαιτίας της παραλείψεως του ήδη αναιρεσιβλήτου - εφεσιβλήτου να προσκομίσει τις προτάσεις αυτές, με αποτέλεσμα να αχθεί στην απόρριψη της έφεσης, ως και της ένδικης αγωγής και έτσι οι αναιρεσείοντες υπέστησαν αντίστοιχη και μη αναστρέψιμη δικονομική βλάβη δεδομένου ότι η προσαγωγή και η λήψη υπόψη των προτάσεων του αναιρεσείοντος θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη διαφορετική έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος διότι, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 531 παρ.1 και 272 παρ.1, 2 του Κ.Πολ.Δ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος, κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η έφεση απορρίπτεται χωρίς καμία έρευνα της ουσίας της υπόθεσης όπως τούτο συνέβη και στη προκειμένη περίπτωση και συνεπώς ορθώς το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της προσαγωγής ή μη των ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου υποβληθεισών προτάσεων των αναιρεσειόντων - εκκαλούντων ή των αποδεικτικών μέσων.

III). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των παρ. 1-3 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, όπως ήδη ισχύει: 1). Απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγόμενη την δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστον εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστον πρόσωπον ή βάθος. 2). Οσάκις εκ των κειμένων περί σχεδίων πόλεων διατάξεων επιβάλλεται, πλην των ελαχίστων ορίων εμβαδού και διαστάσεων των οικοπέδων, η τήρησις ωρισμένων ακαλύπτων αποστάσεων μεταξύ των ορίων του οικοπέδου και της οικοδομής ή ποσοστού του οικοπέδου ακαλύπτου υπό οικοδομής, απαγορεύεται η μετά την ανέγερσιν της οικοδομής καθ' οιονδήποτε τρόπον μεταβίβασις της κυριότητος μέρους του οικοπέδου κατά τρόπον καθιστώντα το εφ' ού η οικοδομή οικόπεδον μη άρτιον ή μειούντα τας ακάλυπτους αποστάσεις ή το ακάλυπτον ποσοστόν κάτω του επιβεβλημένου ελαχίστου ορίου και 3).

Πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενον απαγορευμένην κατά τας προηγούμενος παραγράφους μεταβίβασιν κυριότητος, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος. Κατά την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως από δικονομική άποψη, με την έννοια του ορισμένου κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ της αγωγής, ο ενάγων για την ακύρωση των δικαιοπραξιών μεταβιβάσεων οικοπέδων, λόγω μη τηρήσεως των περί ακαλύπτων χώρων ως άνω διατάξεων, οφείλει να επικαλεστεί στο δικόγραφο αυτής τον ακριβή χρόνο ανεγέρσεως της οικοδομής, τα ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων των οικοπέδων, τις επιβαλλόμενες ακάλυπτες αποστάσεις μεταξύ των ορίων του οικοπέδου και της οικοδομής ή ποσοστού του οικοπέδου ακαλύπτου υπό οικοδομής, καθώς και τους λόγους, συνεπεία των οποίων καθίσταται το συγκεκριμένο οικόπεδο, επί του οποίου υφίσταται η οικοδομή, μη άρτιο, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν εξ' αυτών των λόγων μειώνονται οι ακάλυπτες αποστάσεις ή το ακάλυπτο ποσοστό κάτω του επιβεβλημένου ορίου, το οποίο επίσης πρέπει να προσδιορίζεται.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 26.9.1995 αγωγής, των ήδη αναιρεσειόντων, για την ακύρωση κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 690/1948, της μεταβιβάσεως του αναφερομένου, στο υπ' αριθ. .../29.12.1983 συμβόλαιο της σ/φου Σπάρτης Πολύτιμης Πολυχρονάκου - Αλεξανδρίδη, οικοπέδου, σ' αυτή αναφέρεται μόνο ότι τα επί του οικοπέδου κτίσματα είναι αυθαίρετα, ως έχοντα καλύψει τους προβλεπόμενους ακάλυπτους χώρους, άνευ οιασδήποτε περαιτέρω μνείας των ως άνω στοιχείων που απαιτούνται, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, για το ορισμένο της ένδικης αγωγής.

Συνεπώς, το δικόγραφο αυτό δεν πληροί τους όρους των παρ. 1-3 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948 και 216 του ΚΠολΔ, σχετικά με την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την άσκηση της αγωγής κατά του εναγομένου και είναι άκυρο. Άρα το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, που με την 87/1996 συμπροσβαλλομένη απόφαση του, κήρυξε το δικόγραφο της αγωγής άκυρο, λόγω αοριστίας, δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

IV). Κατά τη διάταξη του άρθρου 566 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 118 εδ. 4 του ίδιου Κώδικα, το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το λόγο αναιρέσεως, ώστε να μπορεί να συνάγεται απ1 αυτόν σε ποια συγκεκριμένη περίπτωση από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 559 ΚΠολΔ υπάγεται. Πρέπει δηλαδή να καθορίζονται στο λόγο αναιρέσεως τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια. Συμπλήρωσή τους με παραπομπή σε άλλα, εκτός του αναιρετηρίου, έγγραφα είναι ανεπίτρεπτη και ο λόγος αναιρέσεως που καταφεύγει σε τέτοια παραπομπή είναι απορριπτέος ως αόριστος. Εξάλλου πλημμέλεια, που δημιουργεί το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 11 β ΚΠολΔ, αποτελεί η λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, τα οποία δεν επικαλέσθηκε νομίμως ο αντίδικος. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της απόφασης. Πρέπει ακόμη να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου προβλήθηκε στο Δικαστήριο κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η, από τον αριθ.11 περ. β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτίαση ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη 35 έγγραφα παρά το γεγονός ότι δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση τούτων κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από τον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ., με επανυποβολή αυτών, με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της πρώτης συζητήσεως, στις οποίες περιέχονται τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα.

Έτσι όμως δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εγγράφων εκείνων που φέρεται ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, αλλά ούτε και αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός περί απαραδέκτου προβλήθηκε, όπως επιτάσσει το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολ,Δ., κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο στο Δικαστήριο της ουσίας και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.

Απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, είναι και ο δεύτερος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην συμπροσβαλλομένη με την Εφετειακή οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η από τον αριθ. 11 περ. γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίθηκαν με επίκληση από τους αναιρεσείοντες, καθ' όσον αυτοί δεν προσδιορίζουν το περιεχόμενο των 38 εγγράφων που επικαλούνται.

Άλλωστε, και σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το ανωτέρω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και τα αναφερόμενα στο λόγο που ερευνάται έγγραφα, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτήν ή και την επιρροή της στα αποδεικτέα θέματα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, στο σύνολό τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.7.2009 αίτηση, ως και τους από 1.2.2011 προσθέτους λόγους, του Δ. Α. του Π. κ.λ.π. για αναίρεση της 316/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ