Legislator Case Law & Legislation
1099/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order due to procedural error in cancelling seizure documents.

Case Number 1099/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the first ground of appeal against an eviction order, finding the lower court committed a procedural error by cancelling seizure documents without proper notification. The appellant argued that the eviction process was invalid because the lower court revoked critical seizure acts without following mandatory notification requirements. Consequently, the Court annulled the eviction decision and remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The lower court's annulment of seizure documents without notifying the debtor constitutes a procedural error requiring the case to be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
eviction order annulment seizure document cancellation notification requirement procedural error remand for retrial Code of Civil Procedure debtor notification

Cited Legislation

AI generated
Articles 569(2) and 571(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 111(1) and (2), 568(2), (3) and (4), 570(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 20(1) of the Constitution
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 915 of the Code of Civil Procedure
Article 916 of the Code of Civil Procedure
Article 30 of Law 2789/2000
Article 39 of Law 3259/2004

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 143/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1099 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1099/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Παπαδούλη.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σέφη Αναστασάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4026/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 6687/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2008 αίτησή της και τους από 11-11-2009 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 4-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, απορριφθεί δε ο δεύτερος.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 569 παρ. 2 και 571 παρ. Ι ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 111 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 2, 3 και 4, 570 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων πρέπει να κατατεθεί και να επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ήμερες πριν από τη συζήτηση.

Η προθεσμία υπολογίζεται, με βάση την αρχική δικάσιμο και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως (Ολ. ΑΠ 143/1984). Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6687/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατατέθηκε (ασκήθηκε) στη γραμματεία του εν λόγω Εφετείου την 08.05.2008, ενώ με την από 20.06.2008 πράξη του Αντιπροέδρου του Α2 πολιτικού τμήματος ορίσθηκε ως χρονολογία συζήτησης αυτής η 14.12.2009.

Την 11.11.2009 η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, με αριθμό 238/2009, το από 11-11-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης. Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει αν αντίγραφο του άνω δικογράφου επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, στην αναιρεσίβλητη, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται με τις προτάσεις της έκθεση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, από την οποία να αποδεικνύεται ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη και δη τριάντα πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα προς συζήτηση της υπόθεσης δικάσιμο κατά την οποία και συζητήθηκε η υπόθεση.

Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 904,915 και 916 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση με βάση εκτελεστό τίτλο, όπως κατά το άρθρο 904 του ιδίου Κώδικα, είναι και η διαταγή πληρωμής, αν από τον τίτλο δεν προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης Δεν είναι βέβαιη η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει ότι αυτή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, πριν την πλήρωση της αίρεσης ή την πάροδο της προθεσμίας , αφού μέχρι τη συντέλεση των γεγονότων αυτών δεν υφίσταται υποχρέωση του οφειλέτη και αντίστοιχο δικαίωμα του δανειστή, προς ικανοποίηση του οποίου αποσκοπεί η αναγκαστική εκτέλεση.

Η πλήρωση της αίρεσης ή η πάροδος της προθεσμίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν μπορεί να βρεθεί ημερολογιακά, πρέπει να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη, έναντι του οφειλέτη, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ και το οποίο πρέπει να επιδίδεται στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, ως συμπλήρωμα του εκτελεστού τίτλου, μαζί με την επιταγή προς εκτέλεση προκειμένου αυτός να μπορεί να εναντιωθεί, ασκώντας ανακοπή κατά της εκτελέσεως.

Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον τίτλο προκύπτει κατά ποσόν και ποιόν, είναι δε εκκαθαρισμένη η χρηματική απαίτηση και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο , αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων. Τέλος, η κατάσχεση που επιβλήθηκε και η με βάση αυτή επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, για ποσό μεγαλύτερου του τίτλου, δεν είναι άκυρη, μπορεί όμως να ακυρωθεί για το επί πλέον ποσό Περαιτέρω, με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 42 ν. 2912/2001, α) ορίστηκε ότι, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή σε καθυστέρηση από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή οι αλληλόχρεοι λογαριασμοί έχουν κλείσει οριστικά μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβαίνει ορισμένο πολλαπλάσιο (τετραπλάσιο, τριπλάσιο, διπλάσιο) του ληφθέντος κεφαλαίου συν συμβατικούς τόκους όχι πλέον του 50% του κεφαλαίου, β) καθορίστηκε ο τρόπος καταλογισμού των τμηματικών καταβολών που έγιναν από τους οφειλέτες ή τρίτους υπέρ αυτών, γ) προσδιορίστηκε ο τρόπος εκτοκισμού του προκύπτοντος ολικού ποσού, μετά τον γενόμενο προσδιορισμό (ρύθμισης), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1, δ) ανεστάλλη η έναρξη και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης διαδοχικώς μέχρι 31.12.2001 και ήρθη ρητώς η αναστολή αυτή από 1.1.2002, ε) ορίστηκε ότι οι διατάξεις αυτές περί επαναπροσδιορισμού του ύψους της οφειλής και αναστολής δεν επηρεάζουν όσα σχετικώς κρίθηκαν τελεσιδίκως ή ρυθμίστηκαν με νόμο ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των οφειλετών, μέχρι 9.5.2001 και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να ισχύουν, στ) ορίστηκε ότι σε όσες περιπτώσεις το ύψος της απαίτησης είχε καθορισθεί με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ του οφειλέτη και του πιστωτικού ιδρύματος σε ποσό ανώτερο του άνω πολλαπλασίου, και μετά την 31.12.2000 απέμενε ανεξόφλητο υπόλοιπο, πέραν του εν λόγω πολλαπλασίου, το υπόλοιπο αυτό, το επί πλέον δηλαδή του εν λόγω πολλαπλασίου, διαγράφεται, ποσά δε που καταβλήθηκαν από τους οφειλέτες ή τρίτους οποτεδήποτε, ανεξαρτήτως ύψους, δεν αναζητούνται , ζ) ορίστηκε ότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται όπως, εντός προθεσμίας 90 ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, χορηγούν στον οφειλέτη αντίγραφα των δανειστικών συμβάσεων και κατάσταση με ανάλυση του ύψους της οφειλής καθώς και αντίγραφα των υφισταμένων καρτελών και των παραστατικών, η) τέλος ορίστηκε ότι μετά την παρέλευση του χρόνου της αυτοδίκαιης αναστολής έναρξης ή συνέχισης των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (31.12.2001) και εφόσον με σχετικές συμφωνίες μεταξύ οφειλετών και των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν είχε συμφωνηθεί διαφορετικά, αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή και τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους με την προϋπόθεση ότι με δήλωσή τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίσουν το οφειλόμενο ποσό της απαίτησης σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις.

Επακολούθησε ο ν. 3259/2004, που ισχύει από 4.8.2004, με το άρθρο 39 του οποίου επαναρρυθμίστηκαν εν μέρει οι προς τραπεζικά ιδρύματα οφειλές από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που είχαν συνομολογηθεί μέχρι 4.8.2004. Ειδικότερα με την τελευταία αυτή διάταξη ορίστηκε: α) ότι με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 αυτού, η συνολική οφειλή από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης, προκειμένου δε περί αλληλοχρέων λογαριασμών δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού και β) ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους κατά τα άνω και να μη προχωρήσουν σε έναρξη και συνέχιση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι 31.10.2004 ή και πέραν της προθεσμίας αυτής, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση έχει γίνει ρύθμιση του τρόπου εξόφλησης της οφειλής με σχετική συμφωνία με τον πρωτοφειλέτη ή τον εγγυητή ή τους καθολικούς διαδόχων τους και αυτοί είναι ενήμεροι, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων του άρθρου 30 ν. 2789/2000.

Από αυτά συνάγεται ότι από της 4.8.2004, που άρχισε να ισχύει η άνω διάταξη του άρθρου 39 ν. 3259/2004, ανεστάλη και πάλι, μέχρι 31.12.2004, αυτοδικαίως η έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδονταν από πιστωτικά ιδρύματα με τίτλο εκτελεστό, προς ικανοποίηση απαιτήσεων τους από συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί μέχρι 4.8.2004, εκτός εκείνων που είχαν επιδικασθεί τελεσιδίκως μέχρι 11.2.2000 (έναρξη ισχύος του ν. 2789/2000) και υποχρεώθηκαν τα πιστωτικά ιδρύματα να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους αυτών, κατά τα άνω οριζόμενα, ως βάση δε για τον υπολογισμό του τριπλασίου, προκειμένου για αλληλοχρέους λογαριασμούς, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ.1 του άνω άρθρου 39 ν. 3259/04, λαμβάνεται το ύψος της απαίτησης, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, μετά δε την παρέλευση της άνω προθεσμίας,(31.12.2004) και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά μεταξύ οφειλέτη και του δικαιούχου πιστωτικού ιδρύματος, μετά υποβολή σχετικής αίτησης από τους οφειλέτες, μέχρι 31.10.2004, αίρεται αυτοδικαίως η αναστολή και το πιστωτικό ίδρυμα δύναται να προβεί σε έναρξη ή συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, για την ικανοποίηση της απαίτησής του, όπως αυτή διαμορφώνεται, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις (τριπλάσιο του ποσού της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού), θεωρουμένης ως αποσβεσθείσας της απαίτησης κατά το επί πλέον του εν λόγω πολλαπλασίου ποσό, υπό την προϋπόθεση ότι το επισπεύδον πιστωτικό ίδρυμα, με μονομερή δήλωσή του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που γνωστοποιείται στον οφειλέτη, προσδιορίσει το οφειλόμενο ποσό της απαίτησής.

Η μονομερής αυτή δήλωση του επισπεύδοντος αναγκασική εκτέλεση πιστωτικού ιδρύματος συνιστά ex lege μεταγενέστερη αναβλητική αίρεση, για την έναρξη ή συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πληρούται δε με μόνη τη γνωστοποίησή της στον καθού η εκτέλεση, και δεν αναφέρεται στην απαίτηση, η οποία από τον εκτελεστό τίτλο είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την τέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού), παρέχεται δε στον καθού η εκτέλεση οφειλέτη, όπως και στις λοιπές περιπτώσεις που επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, με ανακοπή του κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίζεται στη δήλωση της τράπεζας, δεν είναι εκείνο που προκύπτει ως οφειλόμενο σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και δεν οφείλεται κανένα ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που αναφέρεται στη δήλωση του επισπεύδοντος..

Το ότι δε ο επαναπροσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000 και του άρθρου 39 ν. 3259/2004, δεν συνιστά αναβλητική αίρεση για τη γέννηση της προκύπτουσας από τον εκτελεστό τίτλο απαίτησης του επισπεύδοντος, συνάγεται και από το ότι, με τις εν λόγω ρυθμίσεις αναπροσαρμογής του ποσού της οφειλής, δεν επήλθε επέμβαση του νομοθέτη, για τις εν λόγω περιπτώσεις, στις δικονομικές διατάξεις των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ, ούτε κηρύχθηκαν άκυροι εκτελεστοί τίτλοι, γεγονός που θα καθιστούσε τις σχετικές διατάξεις αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 17 και 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αλλά η επέμβασή του περιορίστηκε μόνο στις μεταξύ οφειλετών και πιστωτικών ιδρυμάτων συμβατικές σχέσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ανακοπή αυτής κατά της επισπευδομένης εις βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης, δέχθηκε τα εξής: Με τις από το έτος 1990 αρχική και 1991-1992 αυξητικές πιστωτικές συμβάσεις, με αλληλόχρεο λογαριασμό η ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα χορήγησε στον σύζυγο της ήδη αναιρεσίβλητης πίστωση, με την εγγύηση της τελευταίας, συνολικού ποσού 22.000.000 δραχμών.

Ότι ο σχετικός λογαριασμός που ετηρείτο για την εξυπηρέτηση της πίστωσης έκλεισε οριστικά την 29.1.1996 με κατάλοιπο υπέρ της δανείστριας τράπεζας, μετά από αίτηση δε της τελευταίας εκδόθηκε εις βάρος και της αναιρεσίβλητης εγγυήτριας η υπ' αριθμ. 1286/1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στη δανείστρια τράπεζα το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού κατάλοιπο εκ δραχμών 6.753.737, νομιμοτόκως με το επιτόκιο υπερημερίας και με τρίμηνο ανατοκισμό των τόκων από 21.2.1996.

Η διαταγή αυτή πληρωμής έγινε τελεσίδικη, μη ασκηθείσας κατ'αυτής ανακοπής, κατά τα άρθρα 632 παρ.1 και 633 παρ.2 ΚΠολΔ, από την οφειλέτιδα, μετά πρώτη και δεύτερη επίδοση και η δανείστρια τράπεζα επέδωσε στην οφειλέτιδα την από 16.10.1997 επιταγή προς εκτέλεση, στη συνέχεια δε με την υπ' αριθμ. .../04.11.1997 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή ...

κατέσχε αναγκαστικώς ακίνητα της οφειλέτιδας. Μετά την κατάσχεση αυτή, η καθής η αναγκαστική εκτέλεση κατέβαλε έναντι της οφειλής της διάφορα ποσά και έτσι αναστέλλετο η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Μετά τον νόμο 2912/2001 η επισπεύδουσα, κατόπιν της από 26.7.2001 αιτήσεως της καθής, με την υπ' αριθμ. .../25.10.2001 απάντησή της γνωστοποίησε προς την καθής ότι προέβη σε επαναπροσδιορισμό της οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 30 ν. 2789/2000 όπως είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 47 ν. 2873/2000 και 42 ν. 2912/2001, το ύψος της οποίας καθόρισε στο ποσό των 44.935,02 ευρώ, παρέδωσε δε στην καθής η εκτέλεση αντίγραφα της κίνησης του λογαριασμού, μέσω του οποίου έγιναν οι χρηματοδοτήσεις στον πρωτοφειλέτη.

Μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 η καθής η αναγκαστική εκτέλεση υπέβαλε προς την επισπεύδουσα τράπεζα την από 16.9.2004 αίτηση με την οποία ζήτησε να υπαχθεί η οφειλή της στις ρυθμίσεις του εν λόγω άρθρου, και η τελευταία, με το υπ' αριθμ. .../9.11.2004 έγγραφό της που επιδόθηκε στην καθής την 10.11.2004, της γνωστοποίησε ότι προέβη σε αναπροσαρμογή της οφειλής της σύμφωνα με την άνω διάταξη του άρθρου 39 ν. 3259/04, την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 32.762,38 ευρώ.

Η καθής η εκτέλεση αμφισβήτησε την αναπροσαρμογή της απαίτησης και με την από 10.11.2004 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην επισπεύδουσα την 16.11.2004, εδήλωσε ότι η οφειλή της, αναπροσαρμοζόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 39 ν. 3259/04, ανέρχεται στο ποσό των 2.937,07 ευρώ, το οποίο προσέφεραν στην επισπεύδουσα ο πρωτοφειλέτης και η εγγυήτρια.

Στη συνέχεια, η δανείστρια τράπεζα με την υπ' αριθμ. .../20.4.2005 Γ' επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή ..., που επιδόθηκε στην καθής η εκτέλεση την 26.4.2005, επέσπευσε αναγκαστικό πλειστηριασμό των κατασχεθέντων ακινήτων, προς ικανοποίηση απαίτησης της από τον άνω τίτλο (διαταγής πληρωμής) για ποσό 19.820,21 ευρώ και ορίστηκε χρονολογία διενέργειας αυτού η 15.6.2005.

Με βάση τις διαπιστώσεις αυτές, δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι η απαίτηση της επισπεύδουσας με βάση τον άνω εκτελεστό τίτλο, για την ικανοποίηση της οποίας συνεχίστηκε μετά την άρση της αναστολής (31.12.2004) η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης με την άνω από 20.4.2005 Γ' επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, ήταν αβέβαιη, σύμφωνα με το άρθρο 915, αλλά και ανεκκαθάριστη κατά το άρθρο 916 ΚΠολΔ, διότι τελούσε υπό την αναβλητική εκ του νόμου αίρεση της αναπροσαρμογής της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000 όπως ίσχυε, και έπρεπε το έγγραφο της αναπροσαρμογής να συγκοινοποιηθεί στην καθής με την επιταγή προς εκτέλεση, ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δίκασε την ανακοπήν της ήδη αναιρεσίβλητης, ακύρωσε την προσβαλλόμενη επαναληπτική κατασχετήρια έκθεση και την υπ' αριθμ. .../2003 κατασχετήρια έκθεση, κατά παραδοχή ως βασίμου σχετικού λόγου της ανακοπής.

Σύμφωνα όμως με όσα διαλαμβάνονται στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, το Εφετείο, με την εκτεθείσα κρίση του, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. απορρέουσα πλημμέλεια της παράνομης ακυρώσεως των κρίσιμων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, γι' αυτό και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, υπαγόμενος στη ρύθμιση του αριθμού 14 (όχι 1) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6.687/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ