Legislator Case Law & Legislation
1099/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil procedure grounds regarding application of substantive law and admissibility of claims.

Case Number 1099/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employment dispute. The appellant argued for a violation of substantive law and the inadmissibility of a specific claim, but the court found no error in the lower court's application of legal rules. The court determined that the lower court correctly assessed the admissibility of the claim and properly applied the relevant procedural provisions, leading to the rejection of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 and Art. 559 para. 9 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on a direct violation of substantive law is unfounded if the lower court correctly applied the law based on the established facts, and an appeal claiming an unadjudicated part of a claim is rejected if that part was not legally admissible or if the lower court correctly identified the necessary conditions for its consideration.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility violation of substantive law unadjudicated claim employment dispute legal interpretation court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 9 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1099 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1099/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μουλαγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ ΑΕ" (ΕΛΤΑ), Ν.Π.Ι.Δ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παυλάτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1581/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4372/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 20-5-2004 αίτησή της. Εκδόθηκε η 569/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4372/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 4539/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ, συντελείται, όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι κατά τις παραδοχές της σχετικής απόφασης δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, μολονότι σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης του υπάρχoυν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή, όσους με την υπαγωγή σε συγκεκριμένο αλλά μη εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Με την ως άνω διάταξη ελέγχεται και η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα από αυτά κατά νόμο απαιτούμενα προς θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος στοιχεία για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα κατά νόμον στοιχεία, ενώ ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτής της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις των αριθμών 8 και 14 Κ.Πολ.Δ αντίστοιχα. Περαιτέρω με την διάταξη του αρ. 14 παρ. 20 ν.2266/1994 οριζόταν, ότι, όταν εργαζόμενος στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα χάσει τη ζωή του εκτελώντας το υπηρεσιακό του καθήκον και εξαιτίας του γεγονότος αυτού και δεν προκύπτουν με οποιονδήποτε τρόπο συνταξιοδοτικές ή άλλες οικονομικές απαιτήσεις της οικογένειας του θανόντος τότε δύναται ένα μέλος της οικογένειας του θανόντος μέχρι πρώτου βαθμού συγγένειας με αυτόν ή αδερφός ή αδερφή ή σύζυγος του θανόντος (όπως προβλέφθηκε περαιτέρω με το αρ. 2 παρ. 17 α ν. 2349/1995) να διορίζεται στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε κενή οργανική θέση ανάλογη των προσόντων που διαθέτει το ωφελούμενο από τη διάταξη αυτή πρόσωπο.

Η αίτηση για διορισμό πρέπει να υποβληθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 5 ετών ή 1 έτους από την δημοσίευση του ν. 2349/1995, ανεξάρτητα από το έτος, κατά το οποίο επήλθετο το συμβάν για όσους κατά την πρώτη εφαρμογή του αρ. 14 παρ. 20 ν. 2266/1994 είχαν τις προς διορισμό προϋποθέσεις. Με το αρ. 27 παρ. 4 ν. 2668/1998 "Οργάνωση του Τομέα παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις" οριζόταν ότι με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, μετά από εισήγηση των διοικητικών συμβουλίων των εποπτευομένων απ' αυτόν δημοσίων επιχειρήσεων και Οργανισμών, δύναται και κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 2190/1994, όπως εκάστοτε ισχύει, να προσλαμβάνεται ένα μέλος της οικογένειας μέχρι πρώτου βαθμού συγγένειας ή η σύζυγος μισθωτού τους που έχασε την ζωή του ή κατέστη ανίκανος για οποιοδήποτε εργασία εξαιτίας εργατικού ατυχήματος κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του σε θέση ανάλογη των προσόντων του.

Περαιτέρω, με το αρ. 20 παρ. 20 ν. 2738/1999 "συλλογικές διαπραγματεύσεις στη δημόσια διοίκηση, μονιμοποιήσεις συμβασιούχων αορίστου χρόνου και άλλες διατάξεις" οριζόταν ότι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή άλλων κανονιστικών πράξεων, κανονισμών ή οργανισμών δημοσίων υπηρεσιών, πολιτικών ή στρατιωτικών σωμάτων ασφαλείας και λοιπών φορέων του δημοσίου τομέα τον αρ. 14 παρ. 1 ν. 2190/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 1 παρ. 1 του ν. 2527/1997, που προβλέπουν πρόσληψη συγγενικών προσώπων υπαλλήλων τους (με εξαίρεση την περίπτωση θανάτου κατά την εκτέλεση του καθήκοντος και εξαιτίας αυτού) ή προσαύξηση της βαθμολογίας ή άλλου είδους πριμοδότηση ή ευνοϊκή μεταχείριση των αυτών προσώπων για εισαγωγή σε σχολές ή σχολεία, των οποίων οι απόφοιτοι προβλέπεται να διορίζονται στον ίδιο ή άλλο φορέα, καταργούνται.

Καταργούνται επίσης όμοιες προβλέψεις σε συλλογικές συμβάσεις που αφορούν τους ανωτέρω φορείς. Η διάταξη της παραγράφου αυτής ισχύει και για τους φορείς που υπάγονται στην 1 παρ. του άρθρ. 12 ν. 2527/1997 καθώς και σε δημόσια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που δεν υπάγονται στο σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994.

Η αίτηση διορισμού πρέπει να υποβληθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών από την ημερομηνία θανάτου, συνοδεύεται από αμετάκλητη δήλωση παραίτησης των λοιπών δικαιούχων από το δικαίωμα και συνεπάγεται από την ημερομηνία διορισμού την αυτοδίκαιη και αμετάκλητη παραίτηση του διοριζόμενου από τις οικονομικές απαιτήσεις του έναντι του φορέα στον οποίο παρείχε την εργασία του ή ήταν ασφαλισμένος ο θανών καθώς και την αναστολή του συνταξιοδοτικού δικαιώματος.

Όσοι κατά την πρώτη εφαρμογή της παρ. 20 του αρ. 14 ν. 2266/1994 πληρούσαν τις προϋποθέσεις διορισμού που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο αυτής δύνανται να υποβάλουν αίτηση διορισμού εντός έτος από την δημοσίευση του παρόντος νόμου ανεξάρτητα από το έτος που έχει επέλθει ο θάνατος. Οι υπαγόμενοι στη ρύθμιση της παρούσας παραγράφου δεν πρέπει να είχαν υπερβεί το καθοριζόμενο από τις ειδικές διατάξεις όριο ηλικίας για πρόσληψη κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2266/1994.

Από την συνδυασμένη ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι με την διάταξη του αρ. 20 παρ. 20 ν. 2738/1999 καταργήθηκε μόνο η δεύτερη περίπτωση του αρ. 27§4 ν. 2668/1998 που όριζε "ή κατέστη ανίκανος (ο υπάλληλος) για οποιαδήποτε εργασία εξαιτίας εργατικού ατυχήματος κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων" Κατά το υπόλοιπο κείμενο που αφορούσε στην πρόσληψη συγγενικών ατόμων υπαλλήλων εποπτευομένων από το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών δημοσίων επιχειρήσεων ή Οργανισμών, που πέθαναν κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους και εξαιτίας αυτών εξακολούθησε να ισχύει η διάταξη του αρ. 27 παρ. 4 ν. 2668/1998.

Το αρ. 5 παρ. 1 ν. 2839/2000 επεξέτεινε το δικαίωμα διορισμού σε φορέα του δημοσίου τομέα του αρ. 14 παρ. 1 ν. 2190/1994 σε αδελφό ή την αδελφή του θανόντος, όρισε ως απαραίτητες προϋποθέσεις την υποβολή της αίτησης διορισμού μέσα σε προθεσμία πέντε ετών από τον θάνατό του και την δήλωση παραίτησης των λοιπών δικαιούχων από το δικαίωμα διορισμού και όρισε τις συνέπειες του διορισμού.

Εξάλλου, η εναγόμενη εταιρεία ιδρύθηκε με το ν.δ 496/1970 ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για την εκμετάλλευση της ταχυδρομικής υπηρεσίας με την μορφή ανώνυμης εταιρίας με μετοχή που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο και λειτουργούσε για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος υπό την εποπτεία του Υπουργού Μεταφορών, ενώ σύμφωνα με το αρ. 14 παρ. 1 ν. 2867/2000 από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού έκανε αυτή και οι θυγατρικές εταιρείες της να υπάγονται στις διατάξεις που ισχύουν για τις επιχειρήσεις που ανήκουν στο δημόσιο τομέα.

Στην κρινόμενη υπόθεση η ενάγουσα αναιρεσείουσα με την από 21-1-2002 και με αριθ. εκθ. κατ. 346/2002 ένδικη αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσε, ότι ο πατέρας της ήταν υπάλληλος της εναγόμενης αναιρεσίβλητης ΕΛΤΑ ΑΕ από 12-4-1971 μέχρι το θάνατό του που επήλθε την 24-10-1999 κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως υπαλλήλου αυτής και εξαιτίας της εκτέλεση αυτών, υπό τις ειδικότερες περιστάσεις και συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, ότι ο ως άνω θανών κατέλιπε την σύζυγό του, την ενάγουσα και μια ακόμη θυγατέρα, ότι η ενάγουσα με την από 28-2-2000 αίτησή της προς την εναγομένη ζήτησε από αυτήν να προκαλέσει διά του Δ.Σ αυτής την εντός ευλόγου χρόνου πρόσληψή της ως μονίμου υπαλλήλου της κατ' εφαρμογή της διάταξης του αρ. 27 παρ. 4ν. 2668/1998, ότι η εναγόμενη παρέλειψε να προβεί στις νόμιμες ενέργειες προς ικανοποίηση της αίτησης της ενάγουσας εντός της εύλογης τρίμηνης προθεσμίας μέχρι την 31-5-2000 παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας και τις υποσχέσεις των αρμοδίων οργάνων της ενάγουσας, ότι λόγω της συμπεριφοράς αυτής της εναγομένης η ενάγουσα υπέβαλε και νέα, υπομνηστική αίτηση, τάσσοντας νέα προθεσμία 30 ημερών προς απάντηση σ' αυτήν μέχρι τη 10-5-2001, ότι περί τις αρχές Νοεμβρίου 2001 απεστάλη σ' αυτήν επιστολή του διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος εντελώς αναρμοδίως, δηλ.

χωρίς απόφαση του ΔΣ αυτής, της γνωστοποίησε ότι το αίτημα της δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί γιατί δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και ότι από την ως άνω παράνομη παράλειψη και ενέργεια των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης απώλεσε τις αποδοχές που κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε από 1-6-2000 και επικουρικά από 10-5-2001, που θα έπρεπε να προσληφθεί ως μόνιμη υπάλληλος της εναγομένης, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε με την αγωγής της (α) ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε με τα αρμόδια όργανά της να προβεί στις νόμιμες ενέργειες, ώστε να είχε προσληφθεί ως μόνιμη υπάλληλος από 1-6-2000 και επικουρικά από 10-5-2001 (β) ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει σ'αυτήν τις αποδοχές που θα ελάμβανε από τότε που θα έπρεπε να προσληφθεί μέχρι την πρόσληψή της ως υπαλλήλου της και (γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες της με απειλή χρηματικής ποινής 1500 ευρώ για κάθε μηνιαία παραβίαση της σχετικής δικαστικής απόφασης που θα εξεδίδετο.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση (εκδοθείσα ύστερα από αναίρεση προηγούμενης απόφασης του Εφετείου Αθηνών για την ίδια υπόθεση) το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ως προς το με στοιχ. β' αίτημα αυτής ήταν απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζονται σ' αυτήν οι συνιστώσες την αποζημίωση αποδοχές (που θα ελάμβανε η ενάγουσα, εάν είχε προσληφθεί, και ως προς το με στοιχ.

γ' απορριπτέα ως μη νόμιμη καθόσον δεν υπήρχε τελειωθείσα σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων, ούτε υποκαθιστά την τήρηση των απαιτούμενων διαδικασιών, μεταξύ των οποίων και έκδοση απόφασης από τον αρμόδιο υπουργό για την πρόσληψη, η υποβολή από την ενάγουσα σχετικής αίτησης προς το ΔΣ της εναγομένης, με αποτέλεσμα να μην είναι νόμιμη η αγωγή ως προς το αίτημα για αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας από την εναγόμενη με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής).

Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο στην συνέχεια εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθόσον μέρος της απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα αιτήματα α'( για αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να προβεί στις νόμιμες ενέργειες για την πρόσληψη της ενάγουσας), κρίνοντας (το Εφετείο) ότι ως προς αυτό στηριζόταν στις διατάξεις των αρ. 71,297 εδ.

β', 914 ΑΚ, 70 Κ.Πολ.Δ., και β'(για αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει τις αποδοχές που θα ελάμβανε εάν είχε προσληφθεί) και περαιτέρω δέχθηκε την αγωγή κατά το α' αίτημα και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να προβεί με τ' αρμόδια όργανά της στις νόμιμες ενέργειες ώστε να προσληφθεί η ενάγουσα ως μόνιμη υπάλληλός της, απέρριψε δε αυτήν ως αόριστη κατά το β' αίτημα, ενώ έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το γ' αίτημά της, αν και με άλλη, αντικατασταθείσα από την εφετειακή απόφαση, αιτιολογία.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρ. 27§4 ν. 2668/1999, 71, 917, 297, 340 ΑΚ και 946§1 Κ.Πολ.Δ., με την μη εφαρμογή τους, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, καθόσον ειδικότερα η αγωγή κατά το β' αίτημά της ήταν πραγματικά αόριστη, αφού σε κάθε περίπτωση αξίωσης προς αποζημίωση, είτε με καταψηφιστική είτε με αναγνωριστική αγωγή, πρέπει να εκτίθεται τουλάχιστον το ποσό της ζητουμένης αποζημιώσεως αλλά και οι επιμέρους γενεσουργοί λόγοι αυτής, και κατά συνέπεια το δικαστήριο δεν αξίωσε περισσότερα από τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία για την θεμελίωση της αξίωσης αυτής, ενώ κατά το με στοιχ.

γ' αίτημα ήταν μη νόμιμη, αφού η αξίωση αποδοχής υπηρεσιών και μάλιστα με την απειλή χρηματικής ποινής προϋποθέτει υφισταμένη ήδη υποχρέωση της εναγόμενης από υπάρχουσα σύμβαση εργασίας, σύμφωνα, όμως, με τα εκτιθέμενα στην αγωγή μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρχε σχετική σύμβαση, την οποία η εναγομένη αρνείτο να εκτελέσει και για την οποία απαραίτητη προϋπόθεση ήταν, μεταξύ άλλων, και σχετική με την πρόσληψη απόφαση του αρμοδίου υπουργού, στοιχείο που δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αληθώς μόνο από τον αριθμό 1 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το αρ. 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Εξάλλου, σύμφωνα με το αρ. 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.

Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει, ότι, αν τελεσίδικη απόφαση αναιρεθεί ολικά, αποβάλλει κάθε ισχύ, θεωρείται ως εντελώς άκυρη και επομένως παύει να έχει την από το αρ. 321 επ. Κ.Πολ.Δ ισχύ δεδικασμένου, καθόσον καταλύονται όλες οι έννομες συνέπειες αυτής και οι διάδικοι επανέρχονται στην υφιστάμενη προ της αναιρεθείσας απόφαση κατάσταση, εάν δε αναιρεθείσα απόφαση είναι του Εφετείου, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που βρίσκονταν πριν από την συζήτηση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση.

Περαιτέρω από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε εξ ολοκλήρου η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ερευνά αυτή εξυπαρχής δεσμευόμενο μόνο από τα όρια και διαγράφονται στην αναιρετική απόφαση ( αρ. 580 παρ. 4, 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). Και στην περίπτωση αυτή της παραπομπής, λόγω του κατ' αριθ. 522 Κ.Πολ.Δ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, το Εφετείο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί να εξετάσει οίκοθεν το ορισμένο ή απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο της αγωγής, εάν αυτή στερείται των απαραίτητων για την θεμελίωσή της στοιχείων ή ασκήθηκε απαράδεκτα ή δεν στηρίζεται στο νόμο, με την προϋπόθεση ότι δεν καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος.

Και αν ο εκκαλών είναι ο ενάγων και η αγωγή του απορρίφθηκε πρωτοδίκως κατ' ουσίαν ή ως νομικά αβάσιμη και το εφετείο απέρριψε την αγωγή για τους λόγους αυτούς, το μετά την αναίρεση επιλαμβανόμενο και πάλι της υπόθεσης ίδιο δικαστήριο έχει την εξουσία να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, αφού με την απόφαση αυτή δεν καθίσταται χειρότερη η θέση του εκκαλούντος ενάγοντος και κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή δεν τίθεται θέμα μη συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής προς την αναιρετική απόφαση και συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των αναφερόμενων στην συνέχεια διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι (1) με την από 21-1-2002 και με αριθ. εκθ. κατ. 346/2002 αγωγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλούμενη ότι ο πατέρας της ήταν υπάλληλος της εναγομένης και τώρα αναιρεσείουσας εταιρείας ΕΛΤΑ ΑΕ και ότι πέθανε την 24-10-1999 εξαιτίας εργατικού ατυχήματος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ζήτησε (α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη έπρεπε με τα αρμόδια όργανά της να προβεί στις νόμιμες ενέργειες, ώστε να είχε προσληφθεί ως μόνιμη υπάλληλός της και σε θέση ανάλογη με τα προσόντα της από 1-6-2000 και επικουρικά από 10-5-2001 (β) ν' αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτήν τις μισθολογικές αποδοχές και θα ελάμβανε από τότε που θα έπρεπε ως άνω να έχει προσληφθεί μέχρι ότου προσληφθεί ως μόνιμη υπάλληλός της και (γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες της (2) η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 1581/2002 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου (3) ύστερ' από την άσκηση έφεσης κατά της προαναφερόμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το Εφετείο Αθηνών με την 4372/2003 απόφασή του έκρινε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη (4) κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 20-5-2004 αίτηση αναίρεσης που έγινε δεκτή με την 569/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε ολικά η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών (για τον από το αρ. 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγο) και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (5) με την ήδη προσβαλλόμενη με αριθ. 4539/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στο οποίο η υπόθεση εισήχθη με κλήση της ενάγουσας και μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η αγωγή κρίθηκε και απορρίφθηκε ως αόριστη κατά το ως άνω με στοιχ.

β' αίτημα, ενώ κατ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης κρίθηκε μη νόμιμη κατά το με στοιχ. γ' αίτημα αυτής. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου, με αυτήν δε τα ως άνω αιτήματα και οι αντίστοιχες βάσεις της αγωγής είχαν απορριφθεί κατ' ουσίαν το επιληφθέν και πάλι της εκδίκασης της υπόθεσης δικαστήριο της ουσίας είχε ως προς τη αγωγή την εξουσία να εξετάσει οίκοθεν τη νομική βασιμότητα και το ορισμένο της αγωγής και να την απορρίψει ως αόριστη ή μη νόμιμη, όπως και έπραξε, (χωρίς να καταστήσει με την κρίση του αυτή χείρονα την θέση της εκκαλούσας ενάγουσας).

Κατά συνέπεια δεν συντρέχει εδώ περίπτωση μη συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής προς τη προαναφερθείσα αναιρετική απόφαση και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός από τον αριθ. 18 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος αναίρεσης.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το αρ. 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλ. κάθε αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως το αίτημα ή η βάση της αγωγής κλπ.

Στη προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) με τον τρίτο, και τελευταίο, λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 9 του αρ. 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεσή της και δίκασε την αγωγή της, στην συνέχεια αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να προβεί διά των αρμοδίων οργάνων της στις νόμιμες ενέργειες, ώστε να προσληφθεί ως μόνιμη υπάλληλός της σε θέση ανάλογη των προσόντων της (ενάγουσας), άφησε όμως αδίκαστο τμήμα του αγωγικού αιτήματός της, με το οποίο ζητούσε ν' αναγνωρισθεί ότι στις παραπάνω ενέργειες έπρεπε να είχε προβεί η εναγομένη εντός ευλόγου χρόνου από την υποβολή σχετικών αιτήσεών της, ώστε να είχε προσληφθεί από την 1-6-2000 και επικουρικά από την 10-5-2001.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι από την ένδικη αγωγή (αρ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το σχετικό αίτημα της ενάγουσας διατυπώθηκε κατά λέξη ως εξής "να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε διά των αρμοδίων οργάνων της να προβεί στις νόμιμες ενέργειες, ώστε να είχα προσληφθεί ως μόνιμη υπάλληλός της και σε θέρη ανάλογη των προσόντων μου από την 1.6.00 και επικουρικώς από την 10.5.01", δεν περιελήφθη δηλ.

σ' αυτό μερικότερο αίτημα πραγματοποίησης των απαραίτητων ενεργειών από την εναγομένη εντός εύλογου χρόνου, ενώ στο ιστορικό της αγωγής ο εύλογος χρόνος (εύλογες προθεσμίες) συνάπτεται και συνδέεται με την πρόσληψη της ενάγουσας, για την οποία, όμως, απαιτείται απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών και γι' αυτό ρητά διέλαβε το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δεν μπορεί ν' αναφερθεί χρόνος πρόσληψης.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-3-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 4539/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ