1099/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1099/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε η ενάγουσα κατά ποσοστό 30% με τα εισοδήματα της από την εργασία της, τα οποία διέθετε καθ' ολοκληρίαν για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο και την παροχή εργασίας στις επιχειρήσεις του συζύγου της.
Full text
Απόφαση 1099 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1099/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σπινάσα.
Της αναιρεσίβλητης: ........., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Ανδρικόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5191/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 5695/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-6-2006 αίτησή του και τους από 11-2-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 31-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1400 εδ. α' του ΑΚ (όπως το άρθρο αυτό έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983 και έχει εφαρμογή κατά το άρθρο 54 παρ. 1 του ν. 1329/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986 και επί γάμων που τελέστηκαν, καθώς και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983) αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από την δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Από την παραπάνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι αν ο δικαιούχος στηρίζει την αγωγή του στον τεκμαρτό υπολογισμό, τότε για το ορισμένο αυτής αρκεί να επικαλεστεί (α) τη λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης και (β) την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, του υπόχρεου δικαιουμένου προς ανατροπή του τεκμηρίου να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι η συμβολή του δικαιούχου είναι μικρότερη από το ένα τρίτο της αύξησης ή ότι δεν υπήρχε συμβολή.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της από 18-10-1995 αγωγής της αναιρεσίβλητης, μ' αυτήν εκτίθενται τα εξής : Η ενάγουσα και ο Χ1 - αναιρεσείων τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 3-6-1971 και ήδη βρίσκονται σε διάσταση από του έτους 1991. Ότι διαρκούντος του γάμου ο εναγόμενος, ο οποίος στερούνταν κατά την τέλεση του γάμου περιουσιακών στοιχείων, απέκτησε τα λεπτομερώς περιγραφόμενα στην αγωγή κατ' είδος και αξία κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, συνολικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 505.000.000.......
και ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε η ενάγουσα κατά ποσοστό 30% με τα εισοδήματα της από την εργασία της, τα οποία διέθετε καθ' ολοκληρίαν για την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο και την παροχή εργασίας στις επιχειρήσεις του συζύγου της.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η αναιρεσίβλητη ζήτησε με την αγωγή της να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό της αύξησης της περιουσίας του, όπως αυτή κατά τα ανωτέρω αποτιμάται σε χρηματική αξία κατά το χρόνο της συμπληρώσεως της τριετούς διάστασης, το οποίο οφείλεται στη δική της συμβολή.
Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω αγωγή, στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, αφού από το κατ' άρθρο 1400 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ τεκμήριο καλύπτεται και η επικαλούμενη εκ μέρους του δικαιούχου συμβολή σε ποσοστό μικρότερο του 1/3, είναι δε πλήρως ορισμένη, ως περιέχουσα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία, χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο αυτής, ο προσδιορισμός και η χρηματική αποτίμηση της συμβολής της ενάγουσας, όπως στη μείζονα σκέψη εκτίθεται.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη αληθώς αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (όχι από τον αριθ. 1), ισχυριζόμενος ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτο της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας της συνισταμένης στη μη συγκεκριμένη περιγραφή και αποτίμηση της συνεισφοράς της ενάγουσας στα οικογενειακά βάρη, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ δίδεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν το δικαστήριο, βάσει των παραδοχών του στην συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε κανόνα δικαίου που δεν ήταν εφαρμοστέος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συμφωνά με τον νομό, ήταν αναγκαία για την κρίση ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί αυτό να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με την συμβολή της ήδη αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος συζύγου της, ότι οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, στην Αθήνα, στις 3-06-1971, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, την .....
και τον ....... τα οποία είναι ήδη ενήλικα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε από τον Ιανουάριο του έτους 1992 με την αποχώρηση του εναγομένου από την συζυγική οικία. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου ο εναγόμενος δεν διέθετε περιουσιακά στοιχεία. Από τον χρόνο τέλεσης του γάμου μέχρι την έναρξη της διάστασης των διαδίκων, ο εναγόμενος απέκτησε με αγορά δυνάμει του .......
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Στέλλας Μαραγκουδάκη - Νικολιδάκη, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ένα αγροτικό ακίνητο, επιφανείας 6.445 τ.μ., με την υπάρχουσα σ' αυτό παλαιά ισόγεια οικία, επιφανείας 108 τ.μ. και πλινθόκτιστη αποθήκη 70 τ.μ., αντικειμενικής αξίας κατά το χρόνο της αγοράς 1.650.000 δραχμών, κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό το 1/2 εξ αδιαιρέτου περιήλθε με την ίδια αιτία στην ενάγουσα.
Απέκτησε, επίσης με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Χεκιμιάν Παντελεημονίτου, ένα διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της επί της οδού ..... στην περιοχή ......ς οικοδομής, επιφανείας 235 τ.μ., αντί τιμήματος 17.000.000 δραχμών. Ο εναγόμενος κατά την τέλεση του γάμου τους εργαζόταν ως πλασιέ στην καλτσοβιομηχανία ".....", παράλληλα δε με την ίδια ιδιότητα εργαζόταν στην εταιρεία "....", στα παιδικά παντελόνια.
Περί το έτος 1977 ανέλαβε την αντιπροσωπεία στην Ελλάδα της γερμανικής εταιρείας κατασκευής ανδρικών, γυναικείων και παιδικών καλτσών "....", έκτοτε δε άρχισε η επαγγελματική του άνοδος και εκτός από την ως άνω ατομική του επιχείρηση συνέστησε και άλλες εταιρείες με παρόμοιο αντικείμενο δραστηριότητας.
Η ενάγουσα δεν απέδειξε το θέμα απόδειξης που τάχθηκε σ' αυτήν, προσδιορισμού αξίας της κάθε μίας από τις τέσσερις επιχειρήσεις του εναγομένου που επικαλείται στην αγωγή ή και συνολικά όλων των επιχειρήσεων, ούτε επίσης απέδειξε το επικαλούμενο ύψος καταθέσεων του εναγομένου στην γερμανική τράπεζα "DEUTCHE ΒΑΝΚ" αλλά ούτε καταθέσεις του σε άλλες τράπεζες, καθόσον δεν προσκόμισε σχετικά στοιχεία και οι εξετασθέντες μάρτυρες δεν κατέθεσαν συγκεκριμένα σχετικά με τα θέματα αυτά.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά την τέλεση του γάμου τους το έτος 1971 εργαζόταν ως μόνιμη υπάλληλος του Υπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως στην Κρατική Υπηρεσία Πληροφοριών, συνταξιοδοτήθηκε δε μετά την συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας το έτος 1983. Τόσο το μηνιαίο μισθό της, κατά το χρόνο υπηρεσίας της, όσο και τη σύνταξη της από το χρόνο συνταξιοδότησης της, διέθετε για τις ανάγκες της οικογένειας της, προσφέροντας παράλληλα και τις προσωπικές της υπηρεσίες στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσης και μέχρι την διακοπή της, φροντίζοντας για την ανατροφή, επίβλεψη των τέκνων τους και προσφέροντας τις συνήθεις υπηρεσίες για την καθαριότητα, παρασκευή φαγητού της οικογένειας και κάθε τι που συνδέεται με την συνοίκηση και συμβίωση.
Από δε τη συνταξιοδότηση της που ήταν πρόωρη, και μέχρι το έτος 1988 ότε άρχισαν να έχουν προβλήματα στη σχέση τους, η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της καθημερινά στις επιχειρήσεις του εναγομένου, διέθετε δε τις απαραίτητες γνώσεις και ικανότητες προς τούτο, συνόδεψε δε πολλές φορές τον εναγόμενο στα επαγγελματικά του ταξίδια στο εξωτερικό όπου τον εξυπηρετούσε μεταξύ άλλων και με τις γνώσεις της σε ξένες γλώσσες.
Οι αποδοχές του εναγομένου από την αρχή του γάμου μέχρι και το έτος 1977 δεν διέφεραν σημαντικά από αυτές της ενάγουσας, με τις οποίες αντιμετώπιζαν από κοινού τις ανάγκες της οικογένειας τους. Έκτοτε δε με την ευδοκίμηση των επιχειρήσεων του αυξήθηκαν σημαντικά. Με βάση τα άνω δεδομένα, η συμβολή της ενάγουσας στην περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου, ως προς τα δύο παραπάνω αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, ανέρχεται στο αιτούμενο ποσοστό 30%, ενώ ο εναγόμενος δεν ανταπέδειξε ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε καθόλου στην περιουσιακή του επαύξηση, ή ότι συνέβαλε κατά μικρότερο ποσοστό.
Η αποτίμηση της περιουσιακής του επαύξησης κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανέρχεται του μεν αγροτικού ακινήτου, στο οποίο κατά τη διάρκεια του γάμου έγιναν σημαντικές βελτιώσεις με αντίστοιχες δαπάνες των διαδίκων, σε 25.000.000 δραχμές ή 73.367,57 Ευρώ, που αντιστοιχεί στο 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας του, και του διαμερίσματος σε 75.000.000 δραχμές ή 220.102,71 Ευρώ και συνολικά σε 293.470,28 Ευρώ.
Από το ποσό αυτό η ενάγουσα δικαιούται να λάβει 88.041,08 Ευρώ, που αντιστοιχεί στη δική της κατά το αιτούμενο ποσοστό 30% συμβολή. Ο εναγόμενος δεν απέδειξε ότι η αντίστοιχη επαύξηση στην περιουσία της ενάγουσας, ως προς το πρώτο από τα άνω περιουσιακά στοιχεία που αντιστοιχεί στο 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συνιδιοκτησίας της 25.000.000 δρχ.
την οποία πρότεινε προς συμψηφισμό, προήλθε από δική του μόνο συμβολή. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1400 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού το Εφετείο για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, που ήταν σύμφωνο με τον τεκμαρτό υπολογισμό διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες χωρίς απαιτείται να περιλάβει στο σκεπτικό του παραδοχές σχετικές με την χρηματική αποτίμηση της συμβολής της ενάγουσας και με την απόκτηση ή μη εκ μέρους της ενάγουσας, στο όνομά της, διαρκούντος του γάμου περιουσιακών στοιχείων.
Επομένως είναι αβάσιμοι ο δεύτερος κύριος και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδεται πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου Κώδικα για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1389 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόσθηκε και ορθώς από το Δικαστήριο της ουσίας είναι αλυσιτελείς και εντεύθεν απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 5695/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ