Legislator Case Law & Legislation
1098/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for misapplying Article 559(20) of Civil Procedure Code.

Case Number 1098/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding car accident damages. The appellant argued the lower court misinterpreted blood test documents, but the court found this constituted an error of fact rather than a misreading of documents. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 559(20) of the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(20), 432 et seq. of the Civil Procedure Code; An appeal based on alleged misreading of documents is inadmissible if the appellant merely contests the factual accuracy of the court's evaluation without proving the documents were read incorrectly.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Article 559(20) inadmissible appeal error of fact misreading documents damages compensation blood test evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 559(20) of the Civil Procedure Code
Article 432 et seq. of the Civil Procedure Code
Article 579(1) of the Civil Procedure Code
Article 579(3) of the Civil Procedure Code
Article 297 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 180 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191(1) of the Civil Procedure Code
Article 191(2) of the Civil Procedure Code
Article 495(3) of the Civil Procedure Code
Law 4335/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1098 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1098/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πολυχρονοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Γ. ΣΙΔΕΡΗΣ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νίκη - Ευαγγελία Μαραγκουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3047/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2558/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-3-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 1-3-2020 (αρ. κατ. …../4-3-2020) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2558/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681 Α', 666-667, 670 - 676 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, β) η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα, είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται, όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη, από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 του Α.Κ.

Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019, Α.Π. 309/2019, Α.Π. 270/2019), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ.

στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 536/2022, Α.Π. 877/2021, Α.Π. 898/2020, Α.Π. 797/2020). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4α του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), μεταξύ των σημάνσεων των οδοστρωμάτων με διαγραμμίσεις, που χρησιμοποιούνται για την προειδοποίηση αυτών που χρησιμοποιούν οδούς, είναι και η αποτελούμενη από μία συνεχή γραμμή επί του πλάτους μιας ή περισσοτέρων λωρίδων κυκλοφορίας, που καθορίζει τη θέση πριν από την οποία οι οδηγοί είναι υποχρεωμένοι να διακόψουν την πορεία τους, λόγω ένδειξης φωτεινού σηματοδότη.

Στο άρθρο 6 δε του ίδιου νόμου 2696/1999, ορίζεται η υποχρέωση των οδηγών οχημάτων να συμμορφώνονται με τις ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση β' του εδ. 1 του ως άνω άρθρου ορίζεται ότι "Ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει προ της ειδικής γραμμής διακοπής αυτής ή, αν δεν υπάρχει τέτοια, σε αρκετή απόσταση από το σηματοδότη, ώστε η σηματοδότηση να είναι σε αυτόν ευχερώς ορατή, να παραμένει δε σε στάση μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως".

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020).

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).

Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην υπό κρίση περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2558/2018 απόφασή του, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 5.11.2013 και περί ώρα 22.52', ο Δ.

Σ. του Ι. οδηγούσε στην περιοχή του Ελληνικού Αττικής και συγκεκριμένα στη λεωφόρο Ποσειδώνος, το με αριθμό κυκλοφορίας ……. Δ.Χ. αστικό λεωφορείο, το οποίο κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων ασφαλιστική ευθύνη στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη).

Ειδικότερα, ο ανωτέρω οδηγός εκινείτο στο ρεύμα κυκλοφορίας από Πειραιά προς Γλυφάδα, έχοντας καταλάβει την πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας. Η λεωφόρος Ποσειδώνος, είναι διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας. Τα δυο ρεύματα πορείας χωρίζονται μεταξύ τους με τσιμεντένια νησίδα.

Το όριο ταχύτητας και στα δυο ρεύματα κυκλοφορίας της λεωφόρου Ποσειδώνος, που είναι ευθεία και οριζόντια, καθορίζεται στα 70 χιλιόμετρα ανά ώρα, βάσει ρυθμιστικών πινακίδων. Η λεωφόρος Ποσειδώνος διασταυρώνεται κάθετα με οδό που οδηγεί στην είσοδο του πρώην αερολιμένα Αθηνών και στο σημείο εκείνο η κίνηση των οχημάτων καθορίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι, κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος, ήταν σε λειτουργία.

Εξάλλου, κατά τον ανωτέρω χρόνο, ήταν νύχτα, με επαρκή τεχνητό φωτισμό, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, η ορατότητα περιοριζόταν ελαφρώς, λόγω κολώνας στήριξης κάμερας διαχείρισης κυκλοφορίας και φυλλωμάτων από θάμνους επί της νησίδας, ενώ επικρατούσε καλοκαιρία και το οδόστρωμα και στις δυο κατευθύνσεις ήταν ξηρό, σε καλή κατάσταση.

Περαιτέρω, στο σημείο της διασταύρωσης των προαναφερόμενων οδών, στο ρεύμα πορείας προς Πειραιά, δημιουργείται μια τέταρτη λωρίδα κυκλοφορίας στα δεξιά, όπου κινούνται τα οχήματα που επιθυμούν να εισέλθουν στο χώρο του αερολιμένα Αθηνών με δεξιά στροφή και στην διασταύρωση υπάρχει φωτεινός σηματοδότης κίτρινου φωτός, με μορφή βέλους δεξιά.

Ομοίως, στο σημείο της διασταύρωσης των ανωτέρω οδών, στο ρεύμα πορείας της λεωφόρου Ποσειδώνος προς Γλυφάδα, δημιουργείται μια τέταρτη λωρίδα κυκλοφορίας στα αριστερά, που κινούνται τα οχήματα που επιθυμούν να εισέλθουν στο χώρο του πρώην αερολιμένα Αθηνών και πριν την διασταύρωση υπάρχει φωτεινός σηματοδότης.

Στο σημείο της διασταύρωσης των ανωτέρω οδών, διακόπτεται η διαχωριστική των δυο ρευμάτων πορείας της λεωφόρου Ποσειδώνος νησίδα, ενώ στο ρεύμα πορείας προς Γλυφάδα υπάρχουν δυο σηματοδότες, που ρυθμίζουν την κίνηση των οχημάτων και ειδικότερα την είσοδο των οχημάτων από τη λεωφόρο Ποσειδώνος στην ανωτέρω οδό, που οδηγεί στον πρώην αερολιμένα Αθηνών.

Ο πρώτος σηματοδότης βρίσκεται πριν την διασταύρωση των οδών αυτών, στο σημείο που διακόπτεται η διαχωριστική νησίδα και ο δεύτερος βρίσκεται στο σημείο που και πάλι ξεκινάει η διαχωριστική νησίδα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του προαναφερόμενου λεωφορείου, έχοντας πρόθεση να εισέλθει στην οδό που οδηγεί στην πρώην είσοδο αερολιμένα Αθηνών, κατέλαβε την πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου Ποσειδώνος, στο ρεύμα πορείας προς Γλυφάδα και ειδικότερα τη λωρίδα που προορίζεται για τα οχήματα που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν αριστερό ελιγμό και να εισέλθουν στην ανωτέρω οδό.

Προσεγγίζοντας την διασταύρωση αυτή, ο οδηγός του λεωφορείου διαπίστωσε ότι ο σηματοδότης που επιτρέπει την αριστερή στροφή προς την είσοδο του πρώην αερολιμένα είχε κόκκινη ένδειξη και για το λόγο αυτό μείωσε σταδιακά την ταχύτητά του και ακινητοποίησε το λεωφορείο που οδηγούσε, στο άνοιγμα που διαμορφώνεται, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, στην διαχωριστική των δυο ρευμάτων πορείας της λεωφόρου Ποσειδώνος νησίδα και συγκεκριμένα μπροστά από το δεύτερο σηματοδότη [επαναληπτικό], που ρυθμίζει την κίνηση αυτών των οχημάτων.

Από τις επισυναπτόμενες στην ποινική δικογραφία φωτογραφίες [ληφθείσες από τις κάμερες κυκλοφορίας] και συγκεκριμένα από τη φωτογραφία που φέρει τον αριθμό 9, προκύπτει διακοπή πορείας του εν λόγω λεωφορείου την ώρα 22.52.45.31, ενώ από την αμέσως επόμενη φωτογραφία, που φέρει τον αριθμό 10, προκύπτει η εκκίνηση από διακοπή πορείας του εν λόγω λεωφορείου στις 22.53.32.98.

Τούτο σημαίνει ότι από τη στιγμή ακινητοποίησης του λεωφορείου προ του φωτεινού σηματοδότη, που είχε ένδειξη ερυθρού φωτός, μέχρι την επανεκκίνησή του, μεσολάβησε χρονικό διάστημα 46,67' δευτερολέπτων [δηλαδή 46 δευτερολέπτων και εξήντα επτά εκατοστών του δευτερολέπτου]. Στη συνέχεια, μόλις ο σηματοδότης στο δικό του ρεύμα πορείας έδειξε πράσινη ένδειξη για τα οχήματα που θα εισέρχονταν στον πρώην αερολιμένα Αθηνών, ο οδηγός του αστικού λεωφορείου ξεκίνησε την πορεία του και εισήλθε με χαμηλή ταχύτητα, που δεν ξεπερνούσε τα 10 χιλιόμετρα ανά ώρα, στο ρεύμα της λεωφόρου Ποσειδώνος προς Πειραιά, λαμβάνοντας κάθετη θέση σ' αυτό.

Η χαμηλή του ταχύτητα προκύπτει πέραν των άλλων και από την με αριθμό 11 φωτογραφία της ποινικής δικογραφίας, που δείχνει την πραγματοποίηση της στροφής του εν λόγω λεωφορείου προς τον πρώην αερολιμένα Αθηνών να λαμβάνει χώρα στις 22.53.35.23. Ακολούθως, αφού το εμπρόσθιο τμήμα του λεωφορείου είχε διασχίσει τις δυο πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Πειραιά, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ……….

δίκυκλη μοτοσυκλέτα του στη λεωφόρο Ποσειδώνος, κινούμενος στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, στο ρεύμα πορείας προς Πειραιά, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στο δικό του ρεύμα πορείας και δεν ακινητοποίησε τη μοτοσυκλέτα του, αλλά αντίθετα συνέχισε με αμείωτη ταχύτητα την πορεία του, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας στο πλάγιο δεξιό τμήμα του λεωφορείου που οδηγούσε ο προαναφερόμενος οδηγός και συγκεκριμένα περίπου στο μέσο αυτού.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος και νυν εκκαλούντος ότι οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του στην δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου Ποσειδώνος του ρεύματος προς Πειραιά, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε. Τούτο διότι όλα τα ευρήματα από την επίδικη σύγκρουση και συγκεκριμένα λάδια, νερά μοτοσυκλέτας, κηλίδες αίματος από τον ενάγοντα, θραύσματα πλαστικών εξαρτημάτων της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, βρίσκονται στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας του προαναφερόμενου ρεύματος.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος ότι αυτός εισήλθε στην προαναφερόμενη διασταύρωση κατά το χρόνο που ο σηματοδότης στο δικό του ρεύμα πορείας είχε πράσινη ένδειξη και ότι αντίθετα ο οδηγός του λεωφορείου εισήλθε στη διασταύρωση αυτή παραβιάζοντας τον ερυθρό σηματοδότη, που υπήρχε στο δικό του ρεύμα πορείας, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Συγκεκριμένα, από την ένορκη κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρος B. M., που δόθηκε στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας για το επίδικο τροχαίο ατύχημα, αποδεικνύεται ότι η μάρτυρας αυτή, που δεν συνδέεται με κανέναν από τους διαδίκους και η οποία κινείτο πεζή στο πεζοδρόμιο της λεωφόρου Ποσειδώνος, στο ρεύμα προς Πειραιά και λίγο πριν την είσοδο του πρώην αερολιμένα Αθηνών, αμέσως μετά την επίδικη σύγκρουση και λόγω του δυνατού θορύβου έστρεψε το κεφάλι της προς το σημείο του συμβάντος και διαπίστωσε ότι ο σηματοδότης στο ρεύμα πορείας του ενάγοντος είχε κόκκινη ένδειξη.

Σημειώνεται ότι η μάρτυρας είναι μια νεαρή κοπέλα είκοσι ετών, με γρήγορα αντανακλαστικά και αμέσως μετά το άκουσμα του θορύβου έστρεψε το κεφάλι της και είδε το χρώμα του φωτεινού σηματοδότη στο ρεύμα πορείας της μοτοσυκλέτας. Εξάλλου, το περιεχόμενο της κατάθεσης της ανωτέρω αυτόπτη μάρτυρα ενισχύεται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, αλλά και από τη συμπεριφορά του οδηγού του αστικού λεωφορείου.

Ειδικότερα, ο τελευταίος, προσεγγίζοντας την ως άνω διασταύρωση, ακινητοποίησε το λεωφορείο που οδηγούσε και ανέμενε επί 46,67 δευτερόλεπτα [ήτοι σαράντα έξι δευτερόλεπτα και εξήντα επτά εκατοστά του δευτερολέπτου], σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μέχρι να ξεκινήσει και πάλι την πορεία του προς τα αριστερά.

Βέβαια, μόνο το γεγονός ότι ο οδηγός του λεωφορείου ανέμενε επί 46,67 δευτερόλεπτα προ του σηματοδότη δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνο του σε πλήρη απόδειξη ότι αυτός ξεκίνησε, όταν η ένδειξη έγινε πράσινη. Πλην όμως, το γεγονός αυτό, συνδυαζόμενο με την προαναφερόμενη σαφή κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρος, αλλά και με τη συμπεριφορά του οδηγού του λεωφορείου, ο οποίος δεν εισήλθε στην διασταύρωση κατά την διάρκεια των 46,67 δευτερολέπτων, παρά το γεγονός ότι σε αρκετά σημεία αποτυπώνεται, στο σχετικό υλικό της κάμερας διαχείρισης της κυκλοφορίας, ότι κατά την διάρκεια της αναμονής του οδηγού του λεωφορείου δεν υπήρχε κίνηση στο αντίθετο ρεύμα, ενισχύει το προαναφερόμενο συμπέρασμα και την κατάθεση της αυτόπτη μάρτυρος.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ένας οδηγός, ο οποίος προτίθεται να παραβιάσει το κόκκινο φανάρι στην πορεία του, το πράττει απευθείας και δεν περιμένει πρώτα σταματημένος προ αυτού για ικανό χρόνο [εν προκειμένω 46,67 δευτερόλεπτα], ώστε μετά να το παραβιάσει και μάλιστα όταν στο διάστημα ακινητοποίησής του διαπιστώνει ανυπαρξία κίνησης στο αντίθετο ρεύμα.

Από την άλλη πλευρά, ο ισχυρισμός του ενάγοντος και νυν εκκαλούντος ότι αυτός επιχείρησε να εισέλθει στην προαναφερόμενη διασταύρωση τη στιγμή που ο σηματοδότης στο δικό του ρεύμα πορείας είχε πράσινη ένδειξη, έρχεται σε αντίθετη με όσα ο ίδιος κατέθεσε στις 2.2.2014, τρεις μήνες μετά το επίδικο ατύχημα, στο πλαίσιο της ποινικής προδικασίας για το επίδικο συμβάν, όπου ανέφερε ότι δεν θυμάται τίποτα για τις συνθήκες του επίδικου ατυχήματος, ούτε την ένδειξη του σηματοδότη στο δικό του ρεύμα πορείας κατά το χρόνο που επιχειρούσε να εισέλθει στην διασταύρωση.

Και είναι μεν αληθές ότι ο ενάγων υπέστη σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, πλην όμως, μέχρι τον χρόνο της ως άνω κατάθεσής του, ήτοι τρεις μήνες μετά το επίδικο συμβάν, είναι σφόδρα απίθανο ότι δεν είχε επανέλθει, έστω και μερικώς, η μνήμη του. Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος σε δείγμα αίματος που λήφθηκε από τον ενάγοντα παθόντα ανιχνεύθηκε η ουσία midazolam [κατασταλτικό του Κ.Ν.Σ.], η οποία ενδεχομένως επηρέασε την ικανότητά του στην οδήγηση.

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου είναι ο ενάγων, ο οποίος επιχείρησε να εισέλθει στην προαναφερόμενη διασταύρωση παραβιάζοντας τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στο δικό του ρεύμα πορείας [άρθρο 6 παρ. 1β ΚΟΚ], χωρίς να επιχειρήσει κανένα αποφευκτικό ελιγμό ή να μειώσει την ταχύτητά του, παρά το γεγονός ότι το λεωφορείο είχε εισέλθει νομίμως στην διασταύρωση αυτή και είχε προηγουμένως διασχίσει κάθετα τις δυο πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας της λεωφόρου Ποσειδώνος, στο ρεύμα πορείας προς Πειραιά.

Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από την με αριθμό 301215 από 30-12-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ε. Μ., που διορίσθηκε από το Τμήμα Τροχαίας Καλλιθέας με την από 26-10-2015 έκθεση διορισμού πραγματογνώμονα. Μεταξύ άλλων, ο ως άνω πραγματογνώμονας περιγράφει με τα στοιχεία 7-7α το φωτεινό σηματοδότη που ρυθμίζει την κυκλοφορία των οχημάτων επί της λεωφόρου Ποσειδώνος, στο ρεύμα κυκλοφορίας από Αθήνα προς Γλυφάδα, για τα οχήματα που θέλουν να στρίψουν αριστερά, προς την κεντρική είσοδο του πρώην αεροδρομίου Αθηνών [δηλαδή το φωτεινό σηματοδότη στην πορεία του αστικού λεωφορείου].

Επίσης, με τα στοιχεία 5-5α-5β περιγράφει το φωτεινό σηματοδότη που ρυθμίζει την κυκλοφορία των οχημάτων επί της λεωφόρου Ποσειδώνος, στο ρεύμα κυκλοφορίας από Αθήνα προς Γλυφάδα, ενώ με τα στοιχεία 6-5α-5β περιγράφει το φωτεινό σηματοδότη που ρυθμίζει την κυκλοφορία των οχημάτων επί της λεωφόρου Ποσειδώνος, στο ρεύμα κυκλοφορίας από Γλυφάδα προς Αθήνα [αυτόν της δίκυκλης μοτοσυκλέτας].

Ακολούθως, αναφέρει ότι ο χρόνος [κύκλος] μιας περιόδου της φωτεινής σηματοδότησης είναι 120 δευτερόλεπτα. Ειδικότερα, προσδιορίζει ότι οι φωτεινοί σηματοδότες οχημάτων με ενδεικτικό αριθμό Νο 7-7α [αυτοί του λεωφορείου] έχουν πράσινο για 14 δευτερόλεπτα, με αρχή τα εννέα δευτερόλεπτα και τέλος τα 23 δευτερόλεπτα, στη συνέχεια έχουν κίτρινο για 3 δευτερόλεπτα μέχρι τα 26 δευτερόλεπτα και μετά έχουν κόκκινο για 113 δευτερόλεπτα, με αρχή τα 26 δευτερόλεπτα και τέλος τα 9 δευτερόλεπτα.

Από την άθροιση των εναλλαγών φάσεων του συγκεκριμένου φωτεινού σηματοδότη προκύπτει άθροισμα 130 δευτερόλεπτα, δηλαδή ότι ο χρόνος [κύκλος] μιας περιόδου της φωτεινής σηματοδότησης είναι 130 δευτερόλεπτα. Αυτό, ωστόσο, οφείλεται σε εσφαλμένο αριθμητικό υπολογισμό της φάσης του κόκκινου, που είναι 103 και όχι 113 δευτερόλεπτα, όπως έχει υπολογιστεί [103 δευτερόλεπτα είναι με αρχή το 26 δευτερόλεπτα και τέλος το 9 δευτερόλεπτα].

Ακολούθως, ο πραγματογνώμονας αναλύει το βίντεο από την κάμερα διαχείρισης κυκλοφορίας που υπήρχε στο σημείο και σημειώνει τα ακόλουθα: 1] Η αρχή της εγγραφής είναι την ώρα 22.00.00.02, 2]το τέλος της εγγραφής είναι ώρα 22.59.59.70, 3] τα οχήματα που θέλουν να στρίψουν αριστερά, δηλαδή από τη λεωφόρο Ποσειδώνος προς την είσοδο του πρώην αεροδρομίου, τα οποία διέρχονται από το οπτικό πεδίο της κάμερας έχουν ως εξής:

ώρα 22.05.34.58 [όχημα πιθανόν μαύρου χρώματος], ώρα 22.07.35.00 [όχημα πιθανόν κίτρινου χρώματος], ώρα 22.11.35.00 [αστικό λεωφορείο]...ακολουθεί η παράθεση άλλων οχημάτων που σε συγκεκριμένο χρόνο διέρχονται από το οπτικό πεδίο της κάμερας. Συνεχίζει ο πραγματογνώμονας ότι από την παραπάνω ανάλυση οπτικού υλικού προκύπτει ότι ο φωτεινός σηματοδότης για τα οχήματα να στρίψουν αριστερά, δηλαδή από λεωφόρο Ποσειδώνος προς την είσοδο του πρώην αεροδρομίου, γίνεται πράσινος την ώρα 22.05.35.00, με μικρή απόκλιση, η οποία κυμαίνεται από 1-2 δευτερόλεπτα πριν από την ώρα 22.05.35.00 για τον εξής λόγο:

η εκκίνηση των παραπάνω οχημάτων φυσιολογικά θα πρέπει να γίνεται εφόσον ο φωτεινός σηματοδότης με τον ενδεικτικό αριθμό Νο 7-7α γίνεται πράσινος, υπάρχει όμως και ένας μικρός χρόνος που είναι τουλάχιστον 1-2 δευτερόλεπτα, που μεσολαβεί από τη στιγμή που ο σηματοδότης γίνεται πράσινος μέχρι και τη στιγμή που το όχημα ξεκινάει, δηλαδή που αυτό φαίνεται στην κάμερα.

Περαιτέρω, ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι κατά συνέπεια και με δεδομένο το πρόγραμμα της υπόψη φωτεινής σηματοδότησης, όπου ο χρόνος [κύκλος] μιας φωτεινής περιόδου της φωτεινής σηματοδότησης είναι 120 δευτερόλεπτα, τότε ο σηματοδότης με τον ενδεικτικό αριθμό Νο 7-7α, ανάβει πάντοτε πράσινο στην ώρα: 22.05.35.00, 22.07.35.00, 22.09.35.00, 22.11.35.00, 22.13.35.00, 22.15.35.00', 22.17.35.00', 22.19.35.00', 22.21.35.00', 22.23.35.00', 22.25.35.00', 22.27.35.00', 22.29.35.00', 22.31.35.00', 22.33.35.00', 22.35.35.00', 22.37.35.00', 22.39.35.00', 22.41.35.00', 22.43.35.00', 22.45.35.00', 22.47.35.00', 22.49.35.00', 22.51.35.00', 22.53.35.00' κλπ.

Επισημαίνει δε περαιτέρω ο πραγματογνώμονας ότι ο φωτεινός σηματοδότης με τον ενδεικτικό αριθμό Νο 7-7α είναι βέβαιο ότι γίνεται πράσινος 1-2 δευτερόλεπτα, πριν από τις παραπάνω ώρες, για το λόγο που έχει αναλύσει παραπάνω. Από τα προαναφερόμενα είναι σαφές ότι ο πραγματογνώμονας άρχισε τον κύκλο μιας περιόδου φωτεινής σηματοδότησης 120 δευτερολέπτων, με αφετηρία το προαναφερόμενο όχημα, πιθανόν μαύρου χρώματος, με ώρα καταγραφής στην κάμερα 22.05.34.58.

Το όχημα αυτό δέχθηκε ότι καταγράφηκε στην κάμερα τη στιγμή της εκκίνησής του, που έγινε με ένδειξη πράσινου φωτός. Γι' αυτό και ξεκινάει τον υπολογισμό μιας περιόδου φωτεινής σηματοδότησης 120 δευτερολέπτων από ώρα 22.05.35.00. Σημειώνεται εδώ ότι ο πραγματογνώμονας, σε σχέση με την προαναφερθείσα ώρα καταγραφής του μαύρου οχήματος στην κάμερα [22.05.34.58], ξεκινάει τον κύκλο της περιόδου της φωτεινής σηματοδότησης 42 εκατοστά του δευτερολέπτου αργότερα [τα 42 εκατοστά του δευτερολέπτου είναι η διαφορά από 22.05.34.58 μέχρι τις 22.05.35.00].

Άρα, κανονικά, ως αφετηρία του κύκλου φωτεινής σηματοδότησης των 120 δευτερολέπτων θα έπρεπε να είχε τεθεί η ώρα 22.05.34.58., απόκλιση που επηρεάζει την ορθότητα των μετρήσεών του. Περαιτέρω, έστω και αν δεχθεί κανείς ως ώρα έναρξης του ανωτέρω κύκλου την 22.05.35.00', θα πρέπει από το χρόνο αυτό, κατά τον πραγματογνώμονα, να αφαιρεθούν 1-2 δευτερόλεπτα τουλάχιστον, που θεωρεί ως μέσο χρόνο αντίδρασης του οδηγού ενός οχήματος, από τη στιγμή που ανάβει το πράσινο, μέχρι την ώρα που διέρχεται εκκινούμενος μπροστά από την κάμερα.

Δηλαδή, από την ώρα που γίνεται η αφή του πράσινου φωτός, μέχρι την ώρα της εκκίνησης του οχήματος και της διέλευσής του, που την καταγράφει η κάμερα, μεσολαβούν τουλάχιστον 1-2 δευτερόλεπτα, που είναι ο χρόνος αντίδρασης του οδηγού, δηλαδή ο χρόνος που μεσολαβεί από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται την μεταβολή του χρώματος του φαναριού μέχρι τη στιγμή που εκκινεί το όχημά του.

Ωστόσο, σημειώνεται ότι ο χρόνος αυτός αντίδρασης του οδηγού που υπολογίζει ο πραγματογνώμονας, είναι αυθαίρετος, γιατί ποικίλλει από οδηγό σε οδηγό και ενδέχεται να διαφοροποιείται σημαντικά, και να φθάνει ακόμη και τα 10 δευτερόλεπτα ή και παραπάνω, αν ο οδηγός είναι αφηρημένος και οπωσδήποτε ποικίλλει ανάλογα με τα αντανακλαστικά του οδηγού.

Σε κάθε περίπτωση εάν υιοθετηθεί ο τρόπος αυτός υπολογισμού που παραθέτει πραγματογνώμονας, όπου αναγράφεται το ωρολόγιο πρόγραμμα του χρόνου [κύκλου] μιας περιόδου της φωτεινής σηματοδότησης, από κάθε ώρα θα πρέπει να αφαιρεθούν 2 δευτερόλεπτα, έτσι ώστε, όπου αναγράφεται ώρα 22.05.35.00, ο χρόνος αφής του πράσινου να είναι αυτός των 22.05.33.00 κ.ο.κ., φθάνοντας στον κρίσιμο αναγραφόμενο χρόνο του 22.53.35.00, όπου ο χρόνος αφής του πράσινου φωτός είναι αυτός του 22.55.33.00.

Από την προσκομιζόμενη φωτογραφία με αριθμό 10 του Τμήματος Τροχαίας Καλλιθέας, προκύπτει ο χρόνος εκκίνησης από διακοπή πορείας του σηματοδότη του εμπλεκόμενου [επίδικου] οχήματος, με ώρα κάμερας 22.53.32.98, δηλαδή δυο εκατοστά του δευτερολέπτου πριν από την αφή του πράσινου φωτός, χρονικό διάστημα τόσο απειροελάχιστο, που είναι πραγματικά αμελητέο [για παραβίαση ερυθρού σηματοδότη], πέραν του ότι, όπως ήδη παραπάνω σημειώθηκε, κανονικά ως αφετηρία του κύκλου φωτεινής σηματοδότησης των 120 δευτερολέπτων θα έπρεπε να είχε τεθεί η ώρα 22.05.34.58., έτσι ώστε η αφή του πράσινου θα έπρεπε να είχε γίνει 22.53.32.58, οπότε ξεκάθαρα το λεωφορείο έχει ξεκινήσει λίγο μετά την αφή του πράσινου φωτός.

Επομένως, σύμφωνα ακόμη και με την έκθεση του πραγματογνώμονα που βασίζεται στο "αυθαίρετο συμπέρασμα" ότι ο χρόνος αντίδρασης του οδηγού είναι τουλάχιστον 1-2 δευτερόλεπτα, είναι προφανές ότι το επίδικο λεωφορείο ξεκίνησε ακριβώς με την αφή του πράσινου. Βέβαια, είναι αληθές ότι από την σκέψη του οδηγού να ξεκινήσει από την διακοπή πορείας μέχρι την εκκίνησή του, λογικά μεσολάβησαν 1-2 δευτερόλεπτα, χρόνος που χρειάζεται ο εγκέφαλος για να δώσει την εντολή για την ενέργεια, και επομένως η σκέψη του για εκκίνηση έλαβε χώρα ένα με δυο δευτερόλεπτα πριν την εκκίνησή του, δηλαδή ενώ ήταν ακόμη κόκκινο, χωρίς ωστόσο αυτό [η σκέψη εκκίνησης] να επηρεάζει το αποφασιστικό γεγονός του ότι αυτός πραγματικά εκκίνησε με την αφή του πράσινου φωτός, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για να διακριβωθεί εάν παραβίασε διάταξη του ΚΟΚ ή όχι.

Εν τέλει, ο πραγματογνώμονας [παρά τα όσα παραπάνω δέχεται το δικαστήριο, δεχόμενο ως ακριβή τα στοιχεία της έκθεσής του] καταλήγει στο αυθαίρετο και παντελώς αναιτιολόγητο συμπέρασμα ότι το εμπλεκόμενο αστικό λεωφορείο ξεκίνησε, από την στάση που βρισκόταν, 2-3 δευτερόλεπτα πριν ο φωτεινός σηματοδότης, με τον ενδεικτικό αριθμό Νο 7-7α, που είχε στην πορεία του γίνει πράσινος, ερχόμενος σε ευθεία αντίθεση με την ώρα εκκίνησης του επίδικου λεωφορείου που αποτυπώνεται στην φωτογραφία της ποινικής δικογραφίας με αριθμό 10.

Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το επίδικο λεωφορείο βρισκόταν ακόμη στην πορεία του στις 22.53.35.23. [πάντα με πράσινο], που αποτυπώνεται στη φωτογραφία με αριθμό 11 της ποινικής δικογραφίας και όπου αυτό εμφανίζεται να πραγματοποιεί στροφή και να μην έχει εισέλθει ακόμη στο ρεύμα κυκλοφορίας της μοτοσυκλέτας, ενόψει του ότι έπρεπε να διασχίσει και την διαχωριστική νησίδα αυξημένου πλάτους που χωρίζει τα δυο ρεύματα της λεωφόρου Ποσειδώνος, στο ύψος της εισόδου του πρώην αερολιμένα Ελληνικού.

Τέλος, ο εκκαλών υποστηρίζει ότι έτερο λεωφορείο, που προηγήθηκε του εμπλεκόμενου στο ένδικο ατύχημα, εκκίνησε από προσωρινή διακοπή πορείας ώρα 22.45.35.86, με την αφή του πράσινου και, με βάση τον κύκλο μιας φωτεινής περιόδου της φωτεινής σηματοδότησης, που είναι 120 δευτερόλεπτα, στη συνέχεια θα άνοιγε πράσινο στις 22.47.35.86, στις 22.49.35.86, στις 22.51.35.86 και στις 22.53.35.86 και άρα το εμπλεκόμενο στο ατύχημα λεωφορείο ξεκίνησε σε χρόνο τρία δευτερόλεπτα πριν το φανάρι ανάψει πράσινο.

Πράγματι, στη φωτογραφία με νούμερο 4 της ποινικής δικογραφίας απεικονίζεται εκκίνηση πορείας από διακοπή πορείας έτερου λεωφορείου, με ώρα κάμερας 22.45.35.86. Ωστόσο, όπως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε, ο χρόνος καταγραφής στην κάμερα δεν συμπίπτει με την αφή του πράσινου, αφού δεν έχει υπολογισθεί ο χρόνος αντίδρασης του οδηγού, δηλαδή ο χρόνος που μεσολαβεί από τη στιγμή που ο οδηγός αντιλαμβάνεται τη μεταβολή του χρώματος του φαναριού μέχρι τη στιγμή που εκκινεί το όχημα του.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι άγνωστος ο χρόνος αντίδρασης του οδηγού του εν λόγω λεωφορείου και επομένως ουδόλως μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί του χρόνου που είχε ανάψει πράσινο όταν ξεκίνησε το εν λόγω λεωφορείο, χρόνος που οπωσδήποτε δεν ταυτίζεται με αυτόν που κατέγραψε η κάμερα [και, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να υπερβαίνει τα 2-3 δευτερόλεπτα].

Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, προέκυψε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου είναι ο ενάγων, ο οποίος επιχείρησε να εισέλθει στην προαναφερόμενη διασταύρωση, παραβιάζοντας τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στο δικό του ρεύμα πορείας [άρθρο 6 παρ. 1β του ΚΟΚ], χωρίς να επιχειρήσει κανένα αποφευκτικό ελιγμό ή να μειώσει την ταχύτητά του, παρά το γεγονός ότι το λεωφορείο είχε εισέλθει νομίμως στην διασταύρωση αυτή, έχοντας πράσινο στην πορεία του και είχε προηγουμένως διασχίσει κάθετα τις δυο πρώτες λωρίδες κυκλοφορίας της λεωφόρου Ποσειδώνος, στο ρεύμα πορείας προς Πειραιά...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι ο ενάγων- ήδη αναιρεσείων είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και τον κατ' αυτό τραυματισμό του και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση αυτού κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 3047/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει όμοια.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά ούτε εκ πλαγίου, τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νομίμου βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία το αποδεικτικό του πόρισμα, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του ήδη αναιρεσείοντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία Δ.Χ.

αστικού λεωφορείου. Ειδικότερα, διέλαβε στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, τα περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της αμέλειας, που επέδειξε ο αναιρεσείων οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, τα οποία βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη ότι ο προαναφερόμενος, κινούμενος επί της λεωφόρου Ποσειδώνος, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του προς Πειραιά ρεύματος πορείας αυτής, μόλις έφθασε στο ύψος που η ως άνω λεωφόρος διασταυρώνεται, αριστερά σε σχέση με την πορεία του, με κάθετη οδό, που οδηγεί στην είσοδο του πρώην αερολιμένα Αθηνών, δεν ακινητοποίησε το όχημά του προ της ενδείξεως του ερυθρού σηματοδότη, που υπήρχε στην πορεία του, αλλά συνέχισε, με αμείωτη ταχύτητα, την κίνησή του, με αποτέλεσμα να επιπέσει, με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας του, στο δεξιό τμήμα του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ….. ΔΧ αστικού λεωφορείου. Ακόμη, σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οχήματος για την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, διέλαβε ότι αυτός, κινούμενος επί της λεωφόρου Ποσειδώνος, στο ρεύμα κυκλοφορίας από Πειραιά προς Γλυφάδα, στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, που προορίζεται για τα οχήματα που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν αριστερό ελιγμό για να εισέλθουν στην οδό που οδηγεί στην είσοδο του πρώην αερολιμένα Αθηνών, είχε ακινητοποιήσει το όχημά του προ της ενδείξεως του ερυθρού σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του, στη συνέχεια δε, με την εναλλαγή σε πράσινο, ξεκίνησε με χαμηλή ταχύτητα και επιχείρησε στροφή προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στην ως άνω κάθετη οδό.

Η τυχόν ακινητοποίηση του λεωφορείου πέραν της καθοριζόμενης ειδικής γραμμής διακοπής πορείας, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων και 6 περ. β' εδ. 1 και 5 παρ. 4α του Κ.Ο.Κ., δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη επέλευση του ατυχήματος και, συνακόλουθα, δεν θεμελιώνει ευθύνη του οδηγού αυτού, αφού ο τελευταίος, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, παρέμεινε σε στάση όσο ο σηματοδότης ήταν ερυθρός και ξεκίνησε μόλις αντιλήφθηκε την εναλλαγή της ενδείξεως αυτού σε πράσινο και, κατά λογική ακολουθία, η σηματοδότηση ήταν ευχερώς ορατή από αυτόν.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καταγνώσει σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) αποκλειστική υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος [με την παραδοχή ότι ο ίδιος παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του, ενώ ο οδηγός του λεωφορείου εισήλθε στη διασταύρωση όταν ο σηματοδότης που υπήρχε στη δική του πορεία είχε πράσινη ένδειξη], παρότι το λεωφορείο είχε σταματήσει μετά την ειδική διαγράμμιση διακοπής πορείας και, συνακόλουθα, ο οδηγός αυτού δεν είχε οπτική επαφή με τη σηματοδότηση, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου, με ελλιπείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων και 6 περ. β' εδ. 1 και 5 παρ. 4α του Κ.Ο.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. με 297, 298, 300 και 330 του Α.Κ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως (ΑΠ 312/2022, ΑΠ 2121/2017, ΑΠ 95/2017).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως, ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 312/2022, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως.

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π. 1627/2022, Α.Π. 1296/2022, Α.Π. 1275/2021, Α.Π. 663/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

α' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την παραδοχή ότι "...πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος σε δείγμα αίματος που λήφθηκε από τον ενάγοντα ανιχνεύθηκε η ουσία midazolam (κατασταλτικό του ΚΝΣ), η οποία ενδεχομένως επηρέασε την ικανότητά του στην οδήγηση.", παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ενόψει του ότι, σχετικός, θεμελιωτικός της (συν)υπαιτιότητας αυτού (ενάγοντος- αναιρεσείοντος) ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί από την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, με τις προτάσεις της στον πρώτο βαθμό, προβλήθηκε δε απαραδέκτως, κατ' άρθρ. 527 Κ.Πολ.Δ., για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν αφορά σε "πράγμα", κατά την εκτεθείσα στην ανωτέρω νομική σκέψη έννοια. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις της εναγομένης- ήδη αναιρεσείουσας (βλ. 8η και 9η σελίδα αυτών), στοιχείο προς θεμελίωση του προταθέντος πρωτοδίκως εκ μέρους της, επικουρικά, αυτοτελούς ισχυρισμού (ενστάσεως), περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση του ατυχήματος, δεν ήταν η εκ μέρους του οδήγηση υπό την επίδραση ουσιών, αλλά η παραβίαση του υπάρχοντος στην πορεία του ερυθρού σηματοδότη, γεγονός που έγινε ανελέγκτως δεκτό από το δικαστήριο, η δε αναφορά στην απόφαση ότι η ανιχνευθείσα στο αίμα του ενάγοντος ως άνω ουσία ενδέχεται να επηρέασε την ικανότητά του στην οδήγηση, δεν αποτελεί αιτιολογία της αποφάσεως, αλλά επιχείρημα του δικαστηρίου, που προέκυψε κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου ενός αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει και, κατά προφανή παρανόηση, δέχεται ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως, δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση, βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά, αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενό του όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1431/2022, Α.Π. 1093/2020, ΑΠ 944/2020). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να εξαίρει τη σημασία του, σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, χωρίς δηλαδή να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σ' αυτό.

Και τούτο διότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, η δε διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1093/2020, Α.Π. 365/2017, Α.Π. 25/2017, Α.Π. 99/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, της παραμόρφωσης του περιεχομένου των ακόλουθων εγγράφων: α) της υπ' αριθμ. ……/30-12-2015 εκθέσεως του διορισθέντος, δυνάμει της υπ' αριθμ.

……./14-9-2015 εισαγγελικής παραγγελίας, αναλυτή τροχαίων ατυχημάτων Ε. Μ., καθόσον, παρότι δέχτηκε τα στοιχεία αυτής ως αναμφίβολα ορθά και τα χρησιμοποίησε για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, κατέληξε εν τέλει σε διαφορετικό από τον πραγματογνώμονα συμπέρασμα, ως προς το ζήτημα ποιος από τους εμπλακέντες στο ένδικο ατύχημα οδηγούς παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη και είναι υπαίτιος για την πρόκλησή του, παραμορφώνοντας, με την εσφαλμένη αυτή κρίση του, το περιεχόμενό της, β) των με αριθμούς 8, 9 και 10 απεικονίσεων από την κάμερα (φωτογραφιών), που προσκομίστηκαν από τον ίδιο, το περιεχόμενο των οποίων προφανώς παραποίησε, αφού, ενώ σε αυτές αποτυπώνεται ότι το λεωφορείο είχε ακινητοποιηθεί πέραν της οριογραμμής διακοπής πορείας, θέση από την οποία, κατ' αυτόν (αναιρεσείοντα), ο οδηγός του δεν είχε οπτική επαφή με το σηματοδότη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος δεν παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη που ήταν στην πορεία του, αλλά, αντίθετα, ο ίδιος (ενάγων- αναιρεσείων) παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στη δική του πορεία και γ) με την παραδοχή ότι ".πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος σε δείγμα αίματος που λήφθηκε από τον ενάγοντα ανιχνεύθηκε η ουσία midazolam (κατασταλτικό του ΚΝΣ), η οποία ενδεχομένως επηρέασε την ικανότητά του στην οδήγηση...", παραποίησε, με την εσφαλμένη αυτή κρίση, τη δοθείσα στις 26-11-2014 κατάθεση του Γ.

Β., από την οποία προκύπτει ότι το δείγμα αίματος, στο οποίο ανιχνεύθηκε η ως άνω ουσία, ελήφθη μετά τη διαδικασία διασωλήνωσής του, για την οποία απαιτείται, για τη γενική αναισθησία, η χορήγηση της ουσίας midazolam. Με το ως άνω όμως περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι (πέραν του ότι η ανωτέρω, υπό στοιχείο γ', φερόμενη ως παραμορφωθείσα, κατάθεση του Γ.

Β., δεν συνιστά αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ. του Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, δεν υπόκειται στον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό έλεγχο), ο αναιρεσείων δεν αποδίδει στο Εφετείο διαγνωστικό λάθος, δηλαδή εσφαλμένη ανάγνωση των εγγράφων και παραδοχή ότι σ' αυτά μνημονεύονται πραγματικά περιστατικά καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται, αλλά εσφαλμένη κρίση ως προς την αλήθεια των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, διαφορετική από εκείνη την οποία ο ίδιος θεωρεί ότι προκύπτει από τα συγκεκριμένα έγγραφα.

Η αποδιδόμενη, όμως, εσφαλμένη αξιολόγηση και εκτίμηση του Εφετείου, ως προς τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν μπορεί, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να ιδρύσει τον εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο. Πέραν τούτου, ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο στηρίχθηκε, μόνο ή κυρίως, στα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, για την απόδειξη των επιμέρους πραγματικών περιστατικών που καθένα αφορά, ενώ, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του πορίσματός του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει σε κρίση ως προς τα ειδικότερα ζητήματα και όχι, μόνο ή κυρίως, σε καθένα από τα έγγραφα αυτά.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-3-2020 (αρ. κατ. ……/2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2558/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ