Legislator Case Law & Legislation
1098/2020 AI generated

1098/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1098/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1098/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1098 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1098/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α... Λ... του Ι..., 2) Ε... Λ... του Α..., 3) Ι... Λ... του Α..., κατοίκων Π... Κ..., 4) Α... Μ... του Ι...., κατοίκου Η... Β..., 5) Δ... θυγ. Ι... Μ..., κατοίκου Ζ... Α..., 6) Χ... Μ... του Ι., κατοίκου Θεσσαλονίκης και 7) Ζαχαρούλας συζ. Πάτροκλου Κυθραιώτη, το γένος Ιωάννη Μπουκουβάλα, κατοίκου Λ... Κ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Τσώκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α... Λ... του Θ..., κατοίκου Πειραιώς, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "Ο.ΣΥ. ΑΕ", που εδρεύει στον Ά... Ι... Α... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία " ... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νίκη - Ευαγγελία Μαραγκουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3649/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-2-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18-2-2019 (με ειδικ. αριθμ. εκθεσ. καταθ. 363/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3649/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297,298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 62/2016, ΑΠ 848/2015), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των ζημιογόνων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, 1070/2001).

Περαιτέρω, στα άρθρα 12 και 19 του ΚΟΚ (ν.2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1 ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους", ενώ στο άρθρο 19 παρ. 1 ορίζεται ότι "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως στις κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3 "...ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας....αν οι πεζοί που βρίσκονται σε τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (ΑΠ 1207/2004).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδαφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014).

Δεν θεμελιώνεται, όμως ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος, που έλαβε χώρα στην περιοχή Ζ... Α... στις 22-7-2013 και περί ώρα 21.42, κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα η Α... σύζ. Α... Λ..., σύζυγος του πρώτου των εναγόντων, μητέρα των δεύτερης και τρίτης τούτων και αδελφή των λοιπών (ήδη αναιρεσειόντων), είναι η θανούσα, ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον πρώτο των εναγομένων, οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ...

αστικού λεωφορείου, ιδιοκτησίας της δεύτερης τούτων, που ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία (ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων), από το οποίο (λεωφορείο) παρασύρθηκε η θανούσα κατά τη στιγμή που επιχειρούσε να διασχίσει κάθετα το προς την οδό ...

ρεύμα πορείας της λ... και ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός του αστικού λεωφορείου, διότι αντιλήφθηκε την πεζή από απόσταση τουλάχιστον 40 μέτρων να διασχίζει το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας που ακολουθούσε και μπορούσε να την αποφύγει, είναι αβάσιμος, γιατί, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η πεζή επιχείρησε να διασχίσει την οδό τη στιγμή που το λεωφορείο είχε φθάσει σε απόσταση τριών μέτρων από αυτήν και ο οδηγός, παρά την τροχοπέδηση και τον προς τα δεξιά αποφευκτικό ελιγμό που πραγματοποίησε δεν κατάφερε να αποφύγει την πρόσκρουση του λεωφορείου επ' αυτής.

Ειδικότερα, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τον ανωτέρω ισχυρισμό των εναγόντων, τα ακόλουθα: "Στις ... και περί ώρα ... η .... συζ. ... εκινείτο πεζή επί της ... στην περιοχή ... στο ύψος του οικοδομικού αριθμού ... .

Η ανωτέρω λεωφόρος στο ύψος αυτό είναι οδός διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση που διαχωρίζονται με νησίδα, στην οποία υπάρχουν θάμνοι, με πλάτος οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας προς οδό Παπαδιαμαντοπούλου 7,40 μέτρα. Η ανωτέρω οδός είναι ευθεία, επικρατούσε νύκτα, υπήρχε επαρκής φωτισμός και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, ο καιρός ήταν αίθριος, το όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλ/ώρα (κατοικημένη περιοχή) δεν υπήρχαν στο σημείο αυτό σηματοδότες, ούτε διαβάσεις πεζών....βρίσκονταν στο δεξιό άκρο της οδού σταθμευμένα οχήματα τα οποία περιόριζαν το ελεύθερο οδόστρωμα στα 5 μέτρα περίπου.

Η ανωτέρω ..., που εκινείτο πεζή, βρισκόταν αρχικά επί του πεζοδρομίου της ανωτέρω λεωφόρου και στην κατεύθυνση που οδηγεί από Αθήνα προς Ζωγράφου και είχε πρόθεση να διασχίσει κάθετα και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της ανωτέρω λεωφόρου και να περάσει στην απέναντι πλευρά. Όταν η πεζή έφθασε στη διαχωριστική νησίδα των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της Λεωφόρου Παπάγου, στάθηκε στο σημείο αυτής που διακόπτονται οι υπάρχοντες θάμνοι, έχοντας την πρόθεση να διασχίσει κάθετα ...το ρεύμα που οδηγεί στην ... .

Κατ' εκείνη τη στιγμή ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με ... αστικό λεωφορείο ... εκινείτο στη ... με κατεύθυνση από την ... προς την ..... Το ανωτέρω λεωφορείο είχε εκκινήσει από τους σηματοδότες που βρίσκονται 70 μέτρα πριν από το σημείο που περιγράφεται κατωτέρω ως το σημείο του ατυχήματος και βρίσκονται στη διασταύρωση στην ανωτέρω διασταύρρωση με την .....

Καθώς το λεωφορείο βρισκόταν σε απόσταση 3 μέτρων από το σημείο που στεκόταν η πεζή, εκείνη κατήλθε αιφνίδια στο οδόστρωμα χωρίς να προβεί σε ασφαλή έλεγχο της κίνησης των οχημάτων του ρεύματος της ... προς την ... με πρόθεση να διασχίσει τη λεωφόρο από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος, με αποτέλεσμα αφού είχε διανύσει μόλις 1,40 μέτρα στο οδόστρωμα να παρεμβληθεί στην πορεία του οχήματος, ο οδηγός του οποίου μόλις την αντιλήφθηκε ενήργησε τροχοπέδηση και αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, δεν κατάφερε να αποφύγει την πρόσκρουση επί της πεζής με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του λεωφορείου, την οποία τραυμάτισε θανάσιμα....

Η ως άνω σύγκρουση και τα εξ αυτής αποτελέσματα οφείλονται στην αμελή συμπεριφορά της πεζής, η οποία δεν χρησιμοποίησε τις διαβάσεις πεζών, που απέχουν από το σημείο του ατυχήματος 39 μέτρα, αλλά κατήλθε αιφνίδια στο οδόστρωμα, χωρίς να ελέγξει επιμελώς την κίνηση των οχημάτων επί της οδού αυτής προκειμένου να βεβαιωθεί ότι μπορεί να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια χωρίς κίνδυνο για τον εαυτό της και χωρίς να παρεμποδίζει την κίνηση των διερχομένων οχημάτων....

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη στο σημείο εκείνο. Το λεωφορείο είχε σταματήσει σε κόκκινο σηματοδότη πριν τη διασταύρωση της ... με την ...., ξεκίνησε από στάση μόλις ο σηματοδότης έδειξε πράσινο και συνέχισε την πορεία του μέχρι το σημείο του ατυχήματος, που απείχε, όπως προεκτέθηκε, περί τα 70 μέτρα.

Το αστικό λεωφορείο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος είναι διπλό, τύπου "φισαρμόνικα", έχει συνολικό μήκος 18 μέτρα, πλάτος 2,55 μ., είναι βαρύ όχημα και έβαινε στο σημείο εκείνο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 38 χιλ/ώρα, σύμφωνα με τον προσκομιζόμενο ταχογράφο του λεωφορείου... Η πεζή επιχείρησε να διασχίσει την οδό σε σημείο που δεν υπήρχε διάβαση πεζών μόλις σε απόσταση 3 μέτρων έμπροσθεν του λεωφορείου που δεν του επέτρεπε να πραγματοποιήσει ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση.

Όμως ο πρώτος εναγόμενος μόλις αντιλήφθηκε την πεζή να κατέρχεται στο οδόστρωμα αιφνίδια και σε μικρή απόσταση από το όχημα που οδηγούσε, ενήργησε τροχοπέδηση και αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, όπου υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα που περιόριζαν το πλάτος του οδοστρώματος, δεδομένου και του πλάτους αυτού (2,55 μ), αλλά δεν κατάφερε όμως να αποφύγει την πρόσκρουση επί της πεζής.

Εξάλλου, η πεζή είχε διανύσει μόλις 1,40 μέτρα επί του οδοστρώματος πριν τη σύγκρουση, δηλαδή ξεκίνησε την πορεία της ενώ το λεωφορείο βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτήν. Εάν ο πρώτος εναγόμενος είχε αντιληφθεί την πεζή από απόσταση 40 μέτρων, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, τότε η πεζή θα είχε προλάβει να διασχίσει την οδό αυτή με ασφάλεια και να βρεθεί εκτός πορείας του οχήματος ή θα την είχε κτυπήσει με τη δεξιά πλευρά του οχήματος και όχι μόλις σε απόσταση 1,40 μέτρα από τη διαχωριστική νησίδα.

Εξάλλου ο πρώτος εναγόμενος δεν αποδείχτηκε ότι αντιλήφθηκε την πεζή να στέκεται στη νησίδα καθώς υπήρχαν θάμνοι κατά τόπους ύψους 1,65 μέτρα που δεν του επέτρεπαν να αντιληφθεί την παρουσία της και την πρόθεσή της να διασχίσει την οδό προτού εκείνη κατέλθει στο οδόστρωμα. Από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι ο θανάσιμος τραυματισμός της πεζής οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ίδιας, ενώ δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ευθύνη του εναγόμενου οδηγού, στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Σημειώνεται δε ότι με την 7345/2017 απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών που προσκομίζεται από τους διαδίκους ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που φέρεται ότι προκάλεσε από το ένδικο ατύχημα στην πεζή Α. Λ...". Οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αναίρεσής τους από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα ακόλουθα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση της υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου λεωφορείου (α' αναιρεσιβλήτου) στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και στο θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς τους, ήτοι:

α) το από 10-12-2013 απολογητικό υπόμνημα του οδηγού του ζημιογόνου λεωφορείου προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο αναφέρει ότι είχε ξεκινήσει από το φωτεινό σηματοδότη και ότι, αφού είχε καλύψει τα 30 μέτρα της απόστασης από το φανάρι, ξαφνικά και αναπάντεχα πετάχθηκε μπροστά του από τα αριστερά η πεζή, που ήθελε να διασχίσει το οδόστρωμα, β) την από 2-6-2014 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του Ε...

Μ..., που συντάχθηκε μετά από εντολή των αναιρεσειόντων και στην οποία εκτίθεται ότι η απόσταση από τον ανωτέρω φωτεινό σηματοδότη απ' όπου ξεκίνησε μέχρι το σημείο που το λεωφορείο παρέσυρε την πεζή είναι 70,70 μέτρα, στην οποία το εν λόγω λεωφορείο μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χ/ω και γ) την από 25-9-2013 ένορκη προανακριτική κατάθεση του επιβάτη του λεωφορείου Ι...

Μ..., ο οποίος είναι ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας, σύμφωνα με την από 22-7-2013 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Καισαριανής και ο οποίος κατέθεσε ότι το λεωφορείο είχε διανύσει απόσταση 40 μέτρων από το φωτεινό σηματοδότη, όταν ξαφνικά μια γυναίκα διέσχισε κάθετα το δρόμο με αποτέλεσμα να την παρασύρει ο οδηγός του λεωφορείου.

Το Εφετείο κατέληξε στο σχηματισμό του παραπάνω αποδεικτικού του πορίσματος με βάση το αποδεικτικό υλικό που υπήρχε στη διάθεσή του και ειδικότερα, όπως διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, "από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρος των εναγόντων που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας, καθώς και οι φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, τις υπ' αριθμ. ...,.../...

ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ... που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγόντων μετά προηγούμενη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας...αποδείχθηκαν...". Κατά την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο τούτο, ο προαναφερόμενος λόγος από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ότι, για να καταλήξει στο ως άνω πόρισμά του, λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται τα έγγραφα της ποινικής προδικασίας, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, που νόμιμα είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες, αφού δε εκτίμησε και αξιολόγησε αυτά, μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παράσυρση της πεζής από το αστικό λεωφορείο και ο θανάσιμος τραυματισμός της οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ίδιας, γιατί επιχείρησε να διασχίσει την οδό σε απόσταση τριών μέτρων έμπροσθεν του λεωφορείου και ότι δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε ευθύνη του οδηγού του λεωφορείου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος.

Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου τούτου, ο Εισηγητής-Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παναρίτης είχε τη γνώμη ότι ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον από την ως άνω βεβαίωση του Εφετείου, αξιολογούμενη σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες της, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες, αν λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα παραπάνω έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται μνεία και αναφορά παρά το μεγάλο αποδεικτικό τους ενδιαφέρον.

Έπρεπε, συνεπώς, τα έγγραφα αυτά να συνεκτιμηθούν και ιδίως το πρώτο και το τρίτο από αυτά, στα οποία γίνεται λόγος για την απόσταση από την οποία ο εναγόμενος οδηγός αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί την ως άνω πεζή να διασχίζει το οδόστρωμα και η οποία (απόσταση) είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των τριών μέτρων που το Εφετείο δέχθηκε ότι το αστικό λεωφορείο βρισκόταν όταν η πεζή κατήλθε στο οδόστρωμα και επιχείρησε να το διασχίσει κάθετα, χωρίς να αντικρούει τις ως άνω καταθέσεις.

Ενόψει τούτων, κατά την πλειοψηφούσα άποψη, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1591/2014), ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει η προαναφερθείσα εξαιρετική περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2105/2009).

Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης , ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 2181/2013).

Τέλος, από το άρθρο 340 παρ. 2β' ΚΠολΔ, κατά το οποίο πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση "οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του" προκύπτει ότι δεν επιβάλλεται υποχρέωση του δικαστηρίου να αναφέρει στο αιτιολογικό της απόφασής του κάθε ένα από τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από τα οποία κατέληξε στο πόρισμά του.

Εντεύθεν και η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσης του δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 894/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η πεζή είναι αποκλειστικά υπαίτια του ενδίκου ατυχήματος για το λόγο ότι επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα τη στιγμή που το λεωφορείο βρισκόταν σε απόσταση τριών μέτρων, χωρίς αυτό να προκύπτει από κάποιο από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Εφετείο για να καταλήξει στην ως άνω παραδοχή, ενώ δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του πως και από πού αποδείχθηκε η ανωτέρω παραδοχή, ούτε ακόμη αναφέρεται πως και από πού αποδείχθηκε ότι το λεωφορείο ενήργησε τροχοπέδηση, όπως γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς κάτι τέτοιο να αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας και στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας που επιλήφθηκε του ατυχήματος.

Οι προβαλλόμενοι με τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης ισχυρισμοί, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, αφενός μεν ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αφετέρου δε το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να αναφέρει στο αιτιολογικό της απόφασής του καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από τα οποία κατέληξε στο πόρισμά του, ούτε να αναλύει τα επιχειρήματα που οι διάδικοι έχουν προβάλλει.

Επομένως, πρέπει, κατά την ομόφωνη άποψη του Δικαστηρίου, να απορριφθεί ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου ανωτέρω άρθρου, διότι, όπως ισχυρίζονται με αυτόν οι αναιρεσείοντες, το Εφετείο δέχεται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του κατά λέξη ότι "....

Το αστικό λεωφορείο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος.....είναι βαρύ όχημα και έβαινε στο σημείο εκείνο με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 38 χλμ ανά ώρα, σύμφωνα με τον προσκομιζόμενο ταχογράφο του λεωφορείου", ενώ ούτε στην έκθεση αυτοψίας και στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, ούτε στην απόφαση του ποινικού δικαστηρίου (υπ' αριθμ. 7345/2017 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που φέρεται ότι προκάλεσε κατά το ένδικο ατύχημα στην ως άνω πεζή) γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον ταχογράφο του λεωφορείου, που σημαίνει ότι το λεωφορείο δεν διέθετε ταχογράφο ή, αν υπήρχε, ήταν εκτός λειτουργίας και μάλλον πρέπει να τοποθετήθηκε μετά το ατύχημα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται σε απλό επιχείρημα των αναιρεσειόντων προς υποστήριξη των απόψεών τους σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα με την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσίβλητο λεωφορείο και δεν συνιστά έλλειψη της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, με την κατ' επίφαση δε επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με το συναχθέν από την αξιολόγηση των αποδείξεων σαφώς διατυπωμένο στην απόφαση αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την έλλειψη υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ατύχημα οδηγού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Επίσης δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προαναφερόμενη έννοια η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ. και οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία (ΑΠ 2166/2009, ΑΠ 983/2007, ΑΠ 1588/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό τους, που προέβαλαν με το δικόγραφο της εφέσεώς τους κατά της πρωτόδικης με αριθμό 77/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αστικού λεωφορείου είχε αντιληφθεί την πεζή και συγγενή τους από απόσταση που προσέγγιζε τα 40 μέτρα από τη στιγμή που άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα, δηλαδή από απόσταση ικανή για να αποφευχθεί η παράσυρσή της, και ότι ο ισχυρισμός αυτός προέκυπτε από έγγραφα που νόμιμα είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει, ήτοι α) το από 10-12-2013 υπόμνημα του οδηγού του λεωφορείου Α...

Λ... και β) την από 25-9-2013 του αυτόπτη μάρτυρα και επιβάτη του λεωφορείου Ι... Μ.... Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενοι με αυτόν ισχυρισμοί ανάγονται, αφενός μεν στην εκτίμηση των αποδείξεων, αφετέρου δε στην επίκληση αποδεικτικών μέσων και το περιεχόμενό τους και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προαναφερόμενη έννοια.

Ειδικότερα, τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες ως άνω περιστατικά δεν συνιστούν ισχυρισμούς ("πράγματα") κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση και κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-2-2019 (γενικ. Αριθμ. καταθ.4152/2019 και ειδ. Αριθμ. καταθ. 363/2019) αίτηση για αναίρεση της 3649/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ