1098/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1098/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 9-5-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 1098 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1098/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Ε. συζ. Γ. Γ., θυγ. Μ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Μίτζα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, της 15-5-2017 την οποία ανακάλεσε και παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Γ. Γ. του Μ., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γρηγόριος Μίτζας δήλωσε, προσκομίζοντας την υπό στοιχεία .../2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Αθηνών, ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 6-7-2013 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α)Ι.-Μ.-Χ. του Γ. Γ. κάτοικος ... και β)Μ. Ν. (M. N.) θυγ. Γ. Γ., κάτοικος ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89ΤΠ/2003 του ιδίου Δικαστηρίου και 76/2005 του Εφετείου Αιγαίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-3-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 9-5-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά, αυτοτελώς ή και με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υπόθεσης (Ολ ΑΠ 22/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι ο δικηγόρος Αθηνών Γρηγόριος Μίτζας, ενεργών ως πληρεξούσιος των 1) Ι.-Μ.-Χ. Γ. του Γ. και 2) Μ. Ν., θυγατέρας Γ. Γ., δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αρχικώς δεύτερος αναιρεσίβλητος πατέρας τούτων Γ. Γ. απεβίωσε και ότι την συνεπεία του θανάτου αυτού διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι ανωτέρω, ως μόνοι καθολικοί διάδοχοί του, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δη από α) το από 8-7-2013 απόσπασμα της με αριθ. .../2013 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Αθηναίων, β) το υπ’ αριθ. .../9-8-2013 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου Αθηναίων και γ) τις υπ’ αριθ. .../5-11-2013 εκθέσεις καταχώρησης δήλωσης αποποίησης κληρονομίας της συζύγου του, ως άνω, θανόντος S. F.
A. W. και καταχώρησης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας επ’ ωφελεία απογραφής των προαναφερομένων τέκνων του θανόντος, του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών αντίστοιχα, χωρίς να υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς των ως κληρονόμων. Ως εκ τούτου η βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται.
Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινόκτητες γαίες (μετρουκέ) (δημόσιοι δρόμοι, πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (βουνά, ορεινά και πετρώδη μέρη, αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3-2-1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και, ή διότι κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αριθ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμενοι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Αντίπαρος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμία αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων: "Το επίδικο είναι ένα αγροτικό ακίνητο καλυπτόμενο από αραιή δασική βλάστηση (κέδρους) που βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητος Αντιπάρου Κυκλάδων, έχει έκταση...
και συνορεύει βορείως...., ανατολικώς..., δυτικώς... και νοτίως.... και αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως 300 στρεμμάτων, της οποίας νομέας τουλάχιστον από του έτους 1880 έως το έτος 1915 ήταν η κοινότητα Πάρου, η οποία επέβλεπε τα όριά του και το παραχωρούσε προς τρίτα πρόσωπα για βόσκηση ζώων με καλή πίστη (υπό την έννοια της άδολης πεποιθήσεως ότι με την εκ μέρους της άσκηση της νομής δεν παραβλάπτει κατ’ ουσίαν δικαίωμα τρίτου).
Έτσι έγινε αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον ενέμετο τούτο με καλή πίστη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών προ του έτους 1915. Το επόμενο έτος ο Ιερός Ναός Εκατονταπυλιανής Πάρου άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εναντίον της Κοινότητος Πάρου την από 14-5-1916 αγωγή, με την οποία ισχυριζόταν ότι ήταν αποκλειστικός κύριος των περιγραφομένων στο σχετικό δικόγραφο ακινήτων.
Η δίκη αυτή καταργήθηκε με το υπ’ αριθμό ...-9-1929 συμβόλαιο συμβιβασμού του συμβολαιογράφου Πάρου Μ. Π.Γ.., με το οποίο η τότε εναγομένη Κοινότητα Πάρου αναγνώρισε το αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας του Ιερού Ναού Εκατονταπυλιανής επί ενός κτήματος συνορευομένου με δημόσιες οδούς και με τον προαναφερόμενο ναό και ο τελευταίος (τότε ενάγων ναός) αναγνώρισε το αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας της Κοινότητας Πάρου επί όλων των περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων.
Στο συμβόλαιο αυτό επισυνάφθηκαν το υπ’ αριθμό πρωτοκόλλου ...23-7-1929 έγγραφο του νομάρχη Κυκλάδων και το υπ’ αριθμό πρωτοκόλλου ...-8-1929 έγγραφο του Μητροπολιτικού Συμβουλίου Παροναξίας περί συναινέσεως για τη σύναψη της προαναφερομένης συμφωνίας. Περί το έτος 1936 η Κοινότητα Πάρου ενέγραψε την μείζονα έκταση των 300 στρεμμάτων στο Κτηματολόγιό της με αύξοντα ... (βλ.
υπ’ αριθ. πρωτοκόλλου ...9-9-1983 έγγραφο της Κοινότητας Πάρου). Δεν προκύπτει από κανένα έγγραφο οποιαδήποτε ανάμειξη του Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου κατά τον μέχρι τότε διαδραμόντα χρόνο, ούτε και η τυχόν παρέμβαση αυτού (Δημοσίου) κατ’ εκείνη τη δίκη είτε η καθ’ οιονδήποτε τρόπο προβολή δικού του δικαιώματος κυριότητας επί της μείζονος εκτάσεως των τριακοσίων στρεμμάτων, της οποίας τμήμα αποτελούσε, τότε, το επίδικο τώρα ακίνητο.
Η Κοινότητα Πάρου συνέχισε έκτοτε να νέμεται με καλή πίστη την προαναφερόμενη μείζονα έκταση μέχρι το έτος 1953. Τότε το Υπουργείο Γεωργίας με την υπ’ αριθμό .../31-3-1953 απόφασή του επέτρεψε στην εν λόγω Κοινότητα Πάρου να προβεί στην ελεύθερη εκποίηση των κτηνοτροφικών εκτάσεων, οι οποίες ανήκαν στην κυριότητά της υπό τους αναφερομένους στο συγκεκριμένο έγγραφο όρους.
Με την από 31-7-1953 πράξη της προβλεπόμενης από το άρθρο 23 ν.δ. 2185/1952 Επιτροπής νομού Κυκλάδων συμπεριελήφθηκε στα υπό εκποίηση ακίνητα η προαναφερόμενη μείζων έκταση των 300 στρεμμάτων, η οποία στο σώμα της πράξεως περιγράφηκε ως βοσκότοπος που βρίσκεται στην περιοχή "..." Αντιπάρου. Με το υπ’ αριθμό ...-11-1955 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ι.
Κ. Γ., το οποίο έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Πάρου η Κοινότητα Πάρου επώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Θ. Κ. του Π. την μείζονα έκταση των 300 στρεμμάτων, η οποία συνόρευε γύρωθεν με κτήματα του ίδιου αγοραστή (εκ δύο πλευρών), ...... και με θάλασσα. Στο συμβόλαιο αυτό μνημονεύθηκαν και επισυνάφθηκαν:
α) το υπ’ αριθμό ...-6-1954 φύλλο της ... εφημερίδας "...", στην οποία καταχωρήθηκε η ως άνω απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, β) η προαναφερόμενη πράξη της Επιτροπής του άρθρου 23 ν. δ. 2185/1952 του νομού Κυκλάδων, γ) η υπ’ αριθμό ...-11-1955 βεβαίωση του επαρχιακού γεωπόνου Πάρου περί καταβολής των ειδικών τελών υπέρ του Ταμείου Εποικισμού, όπως ρητώς προβλεπόταν στους τεθέντες όρους της αδείας εκποιήσεως.
Έτσι ο Θ. Π. Κ. έγινε κύριος της προαναφερόμενης εκτάσεως, παρέλαβε έκτοτε στην κατοχή του και συνέχισε να νέμεται με καλή πίστη την συγκεκριμένη έκταση (βόσκηση ζώων, επίβλεψη ορίων κλπ) αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1965. Το τελευταίο αυτό έτος με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ’ αριθμό .../4-6-1965 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάρου Ι.
Γ., επώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα προς τον πατέρα των εναγόντων [αναιρεσιβλήτων] Μ. Ε. Γ. το επίδικο ακίνητο ως αυτοτελές πλέον εδαφικό τμήμα εν σχέσει προς την μείζονα έκταση των τριακοσίων στρεμμάτων από την οποία διαχωρίσθηκε. Στο συγκεκριμένο συμβόλαιο επισυνάφθηκαν: ι) το αναφερόμενο στην αρχή της αποφάσεως τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, στο οποίο από το έτος 1965 το επίδικο ακίνητο έχει αποτυπωθεί, όπως περιγράφεται στην αγωγή, ιι) η υπ’ αριθμό .../1-10-1956 απόφαση του νομάρχη Κυκλάδων, με την οποία επιτράπηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 §1 ν. 3250/1924 και το ν.δ. 2148/1952, η περαιτέρω εκποίηση της μείζονος εκτάσεως των τριακοσίων στρεμμάτων, καθώς και το από 1-10-1956 φύλλο εφημερίδας, στην οποία αυτή δημοσιεύθηκε, και ιιι) η από 4-6-1965 βεβαίωση του επαρχιακού γεωπόνου Πάρου περί καταβολής των νομίμων τελών υπέρ του Ειδικού Ταμείου Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας.
Ο πατέρας των εναγόντων κατέστη αποκλειστικός κύριος του επιδίκου, το οποίο συνέχισε να νέμεται μέχρι τον χρόνο του θανάτου του, ο οποίος επήλθε στις 7-10-1985. Προ του θανάτου του και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του έτους 1983 ο ως άνω άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων υπέβαλε προς το Δασονομείο Νάξου την από 28-6-1983 αίτηση για χορήγηση άδειας ανεγέρσεως εγκαταστάσεων οργανωμένης κατασκηνώσεως (...) εντός του επιδίκου ακινήτου.
Το Δασονομείο Νάξου με το υπ’ αριθμό πρωτοκόλλου ...-7-1983 έγγραφό του απάντησε ότι το επίδικο εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 3 §2 ν. 998/1979 "περί προστασίας δασών και δασικών εκτάσεων" και περαιτέρω αμφισβήτησε την κυριότητα του πατέρα των εναγόντων επ’ αυτού. Εκείνος άσκησε εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου την υπ’ αριθμό καταθέσεως .../1983 αναγνωριστική αγωγή κυριότητος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την υπ’ αριθμό 16219/1983 απόφασή του κήρυξε εαυτό κατά τόπον αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο κατά τόπον αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.
Μετά τον προαναφερθέντα θάνατο του πατέρα των εναγόντων η κληρονομιαία περιουσία του περιήλθε στην σύζυγό του Α. και στα δύο τέκνα του (ενάγοντες) ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Η χήρα του θανόντος αποποιήθηκε την προς αυτήν επαχθείσα εξ αδιαθέτου μερίδα (βλ. την υπ’ αριθμό ...-12-1984 έκθεση του Γραμματέως του τμήματος αποποιήσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών).
Κατόπιν τούτου, μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι απέμειναν οι ενάγοντες, οι οποίοι αποδέχθηκαν την προς αυτούς -μετά την γενομένη αποποίηση της μητέρας τους- επαχθείσα κληρονομία με το ευεργέτημα της απογραφής (βλ. υπ’ αριθμό ...-2-1986 έκθεση του ως άνω Γραμματέως), μετέγραψαν δε την εν λόγω αποδοχή στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου και έτσι κατέστησαν αποκλειστικοί συγκύριοι του κληρονομιαίου (επιδίκου) ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Στη συνέχεια υπό την ιδιότητα των καθολικών διαδόχων του ενάγοντος πατέρα τους γνωστοποίησαν προς το εναγόμενο Δημόσιο την βιαία διακοπή της δίκης όσον αφορά την αναγνωριστική περί κυριότητας αγωγή που, κατά τα προαναφερόμενα, είχε ασκήσει εκείνος κατά του Ελληνικού Δημοσίου και παραιτήθηκαν του δικογράφου της, καταβάλλοντας μάλιστα την δικαστική δαπάνη, που είχε επιδικασθεί με την παραπεμπτική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνέχισαν δε να κατέχουν με διάνοια συγκυρίων το επίδικο (επίβλεψη των ορίων του και προστασία του από τυχόν καταπατήσεις τρίτων) μέχρι την άσκηση της κρινομένης νέας αναγνωριστικής αγωγής. Η επί του επιδίκου άσκηση πράξεων νομής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων είναι αναμφισβήτητη και ανάγονται σε 150 περίπου χρόνια πριν από την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και πάντως τουλάχιστον 35 χρόνια προ του 1915.
Από τα προαναφερόμενα καθίσταται σαφές ότι το επί του επιδίκου δικαίωμα κυριότητος των εναγόντων στηρίζεται το μεν σε αδιάκοπη σειρά τίτλων από το έτος 1929, το δε σε αδιάλειπτη νομή με καλή πίστη από τους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους των εναγόντων από το 1880 μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινομένης αγωγής δηλαδή μέχρι το έτος 2002.
Σημειωτέον ότι, για την περιέλευση του επιδίκου στους ενάγοντες με έκτακτη χρησικτησία, συνυπολογίζεται στον χρόνο νομής αυτών και ο χρόνος νομής των ως άνω δικαιοπαρόχων τους (άμεσων, απώτερων και απώτατων). Αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε κυριότητα ή ενεφανίσθη διεκδικώντας κυριότητα επ’ αυτού, ούτε άσκησε ποτέ οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου.
Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του πρωτοκόλλου της 3-22/1-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16-6-1830 και 1/7(9-6)1830, της από 3-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και του νόμου της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθαν ως εθνική γη (δικαιώματι πολέμου) οι ακόλουθες γαίες της ηπειρωτικής Ελλάδος:
α) οι εξουσιαζόμενες, πριν από την επανάσταση, από τον Σουλτάνο εκτάσεις, β) οι εκτάσεις που ανήκαν σε οθωμανούς ιδιώτες, πλην δημευθείσες, ήτοι καταληφθείσες και κατεχόμενες στρατιωτικά από το Ελληνικό Έθνος κατά την 3-2-1830, γ) οι ανήκουσες σε ιδιώτες οθωμανούς, πλην εγκαταληφθείσες και μη δεσποζόμενες από αυτούς κατά την 3-2-1830, εφόσον την εγκατάλειψή τους επακολούθησε κατάληψή τους από το Ελληνικό Δημόσιο και δ) οι μη κατειλημμένες μέχρι 21-7-1837 εκτάσεις, ως αδέσποτες, δυνάμει του άρθρου 15 του Ν.
περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων (ΑΠ 404/1958 ΝοΒ 6. σελ. 1122). Προκειμένου όμως περί γαιών κειμένων εις τα νησιά των Κυκλάδων δεν ισχύουν τα ανωτέρω, διότι είναι παγκοίνως γνωστό (η Α.Π. 200/1934 ΕΕΝ Α’ 467 το θεωρεί "πασίδηλον") ότι κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, οι Κυκλάδες "κατά το σύνολον απετελούντο εξ ιδιωτικών γαιών καθαράς ιδιοκτησίας".
Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία όχι δικαιώματι πολέμου αλλά ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από της 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νησιών αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανικούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Συνεπώς ο κατά της αγωγής αντιταχθείς ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που επαναλαμβάνεται στους τρεις πρώτους λόγους εφέσεως, περί ιδίας αυτού κυριότητος επί της επιδίκου, στη νήσο Αντίπαρο των Κυκλάδων, κείμενης εκτάσεως, κτηθείσης, (εκτός των επικαλουμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης είναι μη νόμιμος και απορριπτέος. Αλλά και με την εκδοχή ακόμη ότι το επίδικο δεν είναι γεωργική έκταση αλλά λιβάδι ή βοσκότοπος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τούτο δεν θεωρείται ως εκ τούτου δημόσιο κτήμα, αφού το άρθρο 1 του Β.Δ. 12-12-1833 δεν καθιστά τα δημόσια λιβάδια και τους βοσκότοπους ανεπίδεκτους νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον. Περαιτέρω είναι δυνατή σ’ αυτούς η κτήση κυριότητος με έκτακτη χρησικτησία κατά το Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, εφόσον ο χρόνος νομής τους (30ετία) έχει συμπληρωθεί μέχρι την 12-9-1915 (ΑΠ 956/1990 ΕλλΔνη 31.325).
Συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους πέμπτο και έκτο λόγους εφέσεως είναι μη νόμιμα και απορριπτέα. Με τον τέταρτο λόγο εφέσεως το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο ακίνητο, δηλαδή ως κτήμα επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητας πριν, κατά και μετά την σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του ν. 21-6/10-7-1837.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιού ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο, και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από την σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά την θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο (ΑΠ 1135/1975 ΝοΒ 24.419), σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών) αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ’ ευθείας ή δι’ εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται διαθέσιμος (ΑΠ 701/1955 ΕΕΝ 23.240) και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς τον σκοπό παραιτήσεως της κυριότητος και άνευ προθέσεως περαιτέρω μεταβιβάσεώς της προς τρίτο πρόσωπο (ΑΠ 240/1972 και 544/1972 ΝοΒ 20.921 και 1404), ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) απαιτείται προς τον σκοπό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή (ΑΠ 190/1993 ΕλΔνη 36.1106), πέραν του ότι ουδόλως προέκυψε ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ αδέσποτο αφού ανέκαθεν εδεσπόζετο από την Κοινότητα Πάρου".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις επικαλούμενες και αναφερόμενες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19-6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, των οποίων οι προϋποθέσεις εφαρμογής δεν συνέτρεχαν, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος, τέταρτος και ένατος κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και αφετέρου διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα όσον αφορά τις επιδηλωτικές της νομής επί του επιδίκου ακινήτου διακατοχικές πράξεις τόσο του αμέσου, όσο και των απωτέρων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων και την απαιτούμενη κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο καλή πίστη της απώτατης δικαιοπαρόχου τους Κοινότητας Πάρου, αλλά και όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του επιδίκου ως ιδιωτικής γαίας και τη μη υπαγωγή τούτου στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, των αδεσπότων, των χορτολιβαδικών εκτάσεων και των βοσκοτόπων, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί τρίτος, πέμπτος, έβδομος, όγδοος, ένατος κατά το σχετικό σκέλος του και δέκατος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω ο δεύτερος από τον ίδιο, ως άνω αριθμό (19) αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν χαρακτήρισε δημόσια γαία το επίδικο, ενώ δέχθηκε ότι τούτο αποτελεί τμήμα μείζονος έκτασης "με βραχώδεις εξάρσεις και χορτολιβαδική έκταση" είναι απορριπτέος διότι προεχόντως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σε κανένα σημείο της δεν υφίσταται η ανωτέρω παραδοχή.
Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και την εισαγωγή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του το δικαστήριο την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης (ΑΠ 154/2016, ΑΠ 309/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται η από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που αφορούν το βάρος της απόδειξης που είχαν οι αναιρεσίβλητοι για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού τους ως προς τον χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης.
Ο λόγος αυτός ελέγχεται αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι τελευταίοι ανταπεξήλθαν στο ανωτέρω βάρος τους επικαλούμενοι και προσκομίζοντας τα προσήκοντα για την απόδειξη του προαναφερόμενου αγωγικού ισχυρισμού τους αποδεικτικά μέσα (μάρτυρα, έγγραφα).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 76/2005 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ