Legislator Case Law & Legislation
1098/2016 AI generated

1098/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1098/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1098/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξει" ων των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α’ και 315 παρ. 1 εδ. β’ του ΠΚ προκύπτει ότι, στην περίπτωση σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεν απαιτείται έγκληση, αν ο υπαίτιος της πράξεως ήταν υποχρεωμένος, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή.

Keywords

AI generated
weather-related loss of work damage to electrical installations marine equipment incapacity for work exploitation of distress freight carrier liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1098 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1098/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο - Εισηγητή, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Τ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Καραγιάννη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 17701/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγοντα τον Ι. Γ. του Π., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1008/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α’ του Ποινικού Κωδικός, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικος, στην οποία ορίζεται ότι, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθοι στοιχεία:

α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξει" ων των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α’ και 315 παρ. 1 εδ. β’ του ΠΚ προκύπτει ότι, στην περίπτωση σωματικής βλάβης από αμέλεια, δεν απαιτείται έγκληση, αν ο υπαίτιος της πράξεως ήταν υποχρεωμένος, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή.

Ως επάγγελμα νοείται οποιαδήποτε ενασχόληση, η οποία, ασχέτως του βιοποριστικού ή μη χαρακτήρος της, προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη και από τη φύση της εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για τη πρόκληση σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας άλλων ανθρώπων και απαιτεί για την αποφυγή της επελεύσεως του ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ήτοι υπέρτερη από εκείνη που επιβάλλεται για την αποφυγή του κινδύνου από τις συνήθεις απασχολήσεις.

Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη από την οποία επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Ποινικού Κωδικός, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον ,δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενέργεια ή παράλειψη),συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος.

Περαιτέρω, από μεν την διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 του ΠΔ.17/1996 "ο εργοδότης οφείλει να αναγγέλει στις αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας, στις αρμόδιες υπηρεσίες του ασφαλιστικού οργανισμού, στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος, εντός 24 ωρών, τα εργατικά ατυχήματα...’ , από δε την διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 του ίδιου Νόμου’ σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή...

που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 του Ν 2224/1994, σύμφωνα με το οποίο’ κάθε εργοδότης, κατασκευαστής κλπ. που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και την ασφάλεια εργασίας, τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον 100.000 δραχμών ,αν δε από αμέλεια τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή’ .

Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.ΠοινΔ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 2408/1996,ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρον 510 παρ.1 περ. Δ ‘ του Κ.ΠοινΔ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Ειδικά δε, επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και, αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Επίσης, ενόψει της πιο πάνω διακρίσεως της αμέλειας σε μη συνειδητή και σε ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφαση του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη της αμέλειας αυτής συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, διότι, αν δεν εκθέτει αυτό με σαφήνεια ή δέχεται και τα δύο είδη, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της σχετικής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 28 Π.Κ.

και ιδρύεται εντεύθεν λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε’ Κ.ΠοινΔ. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε’ του Κ.ΠοινΔ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια, από εκείνη που πραγματικά έχει.

Περί πτώση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμο, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Στη προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της με αριθμό 17701/2015 προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι ο 1ος κατηγορούμενος έχει τελέσει τις πράξεις που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι 1ος κατηγορούμενος, Β. Τ. στο ... και στις Ναυπηγικές εγκαταστάσεις στις 7-9-2007 όντως υπόχρεος λόγω του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλειά του δη από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως εκ παρακάτω αναφερόμενης ιδιότητάς το, προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω παράληψή του.

Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο ως ουσιαστικά υπεύθυνος της εταιρείας με την επωνυμία "..." της οποίας ως νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Δ. Τ., από αμέλειά του, δεν είχε επιλέξει τον ενδεδειγμένο εξοπλισμό εργασίας για την εξασφάλιση και τη διατήρηση ασφαλών συνθηκών εργασίας και ειδικότερα δεν προέβη στην τοποθέτηση ικριώματος το οποίο θα εξασφάλιζε επαρκές επίπεδο εργασίας τουλάχιστον 0,6μ το οποίο θα είχε πλευρική προστασία στο 1 και στο 0,5 μέτρα για την αποφυγή πτώσης, με αποτέλεσμα ο παθών Γ.

Ι. εργαζόταν ως τεχνίτης εναερίτης για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρείας και είχε προσληφθεί από τον Β. Τ. 1ο κατηγορούμενο, και βρισκόταν στην εσωτερική πλευρά του κτιρίου 602 ανεβασμένος και πατώντας στο δικτύωμα των μεταλλικών δοκών για να προσαρμόσει τα "περασμένα" φύλλα σωστά στη θέση τους, λόγω μη ύπαρξης επαρκούς δαπέδου εργασίας και λόγω κοπιώδους προσπάθειας, ο παθών παραπάτησε, έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο δάπεδο, αποθηκευμένα μεταλλικά ελάσματα και τραυματίστηκε, υποστάς κάταγμα αρ.

ισχίου πολλαπλά κατάγματα πλευρών δε, εξάρθρημα μικρού δακτύλου δε άκρας χειρός και υπεξωκοτική συλλογή αμφοτερόπλευρου πνευμοθώρακα. Ακόμη προέκυψε ότι ο ανωτέρω 1ος κατηγορούμενος με πρόθεση και με τις ανωτέρω ιδιότητά του παρέβη τις διατάξεις του ΠΔ 17/96, καθώς δεν ανήγγειλε το ανωτέρω εργατικό ατύχημα εντός 24 ωρών στις αρμόδιες υπηρεσίες αν και ήταν υποχρεωμένος.

Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο 1ος κατηγορούμενος, για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις. Ωστόσο, θα πρέπει να αναγνωρισθεί στον 1ο κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ ΠΚ διότι επιδίωξε τις συνέπειες της πράξης του με την οικονομική στήριξη του παθόντος μετά το ατύχημα.

Ακολούθως το δικάσαν δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον 1ο κατηγορούμενο για τις δύο πράξεις με ελαφρυντικό 84 παρ. 2δ ΠΚ του ότι: Στο ... και στις Ναυπηγικές εγκαταστάσεις στις 07/09/2007 όντας υπόχρεος λόγω του επαγγέλματος του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, από αμέλεια του δηλ. από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως εκ της παρακάτω αναφερόμενης ιδιότητας του, προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε απ’ την παρακάτω παράλειψη του.

Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, Ο Τ. Β. ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... από αμέλεια του, δεν είχε επιλέξει τον ενδεδειγμένο εξοπλισμό εργασίας για την εξασφάλιση και τη διατήρηση ασφαλών συνθηκών εργασίας και ειδικότερα δεν προέβη στην τοποθέτηση ικριώματος το οποίο θα εξασφάλιζε επαρκές επίπεδο εργασίας τουλάχιστον 0,6μ.

το οποίο θα είχε πλευρική προστασία στο 1 και στο 0,5 μέτρα για την αποφυγή πτώσης, με αποτέλεσμα ενώ ο παθών Γ. Ι. εργαζόταν ως τεχνίτης εναερίτης της εταιρείας με την επωνυμία "Δ. – Κ. Κ. Γ." και βρισκόταν στην εσωτερική πλευρά του κτιρίου 602 ανεβασμένος και πατώντας στο δικτύωμα των, μεταλλικών δοκών για να προσαρμόσει τα "περασμένα" φύλλα σωστά στη θέση τους, λόγω μη ύπαρξης επαρκούς δαπέδου εργασίας και λόγω κοπιώδους προσπάθειας, ο παθών παραπάτησε έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο δάπεδο, σε αποθηκευμένα μεταλλικά ελάσματα και τραυματίστηκε, υποστάς κάταγμα αρ.

ισχίου, πολλαπλά κατάγματα πλευρών δε, εξάρθρημα μικρού δακτύλου δε άκρας χειρός και υπεξωκοτική συλλογή αμφοτερόπλευρου πνευμοθώρακα Β) Με πρόθεση και με τις ανωτέρω ιδιότητες του παρέβη διατάξεις του Π.Δ. 17/96, και δεν ανήγγειλε το ανωτέρω εργατικό ατύχημα εντός 24 ωρών στις αρμόδιες υπηρεσίες, αν και ήταν υποχρεωμένος.

Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο, στέρησε την απόφαση του από την κατά τα άνω απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, αφού υπάρχουν σ’ αυτήν ασάφειες και αντιφάσεις, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των 15, 28, 314 και 315 ΠΚ.

και 8παρ 2, 16 παρ.2 ν 17/1996 και 25παρ1 ν 2224/1994. Ειδικότερα ενώ δέχεται, για τη σωματική βλάβη, ότι πρόκειται για έγκλημα που τελέστηκε με παράλειψη και ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντα δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος και ότι ο αναιρεσείων είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει το επελθόν αποτέλεσμα, δεν προσδιόρισε με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, όπως όφειλε, την προέλευση της υποχρέωσης αυτής, διαλαμβάνοντας, όλως αντιφατικώς, στο μεν σκεπτικό της αποφάσεως ότι η υποχρέωση του για αποτροπή του αποτελέσματος και η εντεύθεν ποινική του ευθύνη θεμελιώνεται στην ιδιότητα του "ως ουσιαστικά υπευθύνου" της φερομένης εργολάβου εταιρίας "...", ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι n προηγούμενη υποχρέωση και η ποινική του ευθύνη επήγαζε από την ιδιότητα του, επί λέξει: "ως νόμιμος εκπρόσωπος" της αυτής ανώνυμης εταιρείας, την οποία όμως, τελευταία ιδιότητα, το δικαστήριο αναγνώριζε, με ειδική μάλιστα σκέψη και ρητή αναφορά στο σκεπτικό της αποφάσεως, αποκλειστικά σε άλλο πρόσωπο (Δ.

Τ.), δεχόμενο, εμμέσως, τώρα, ότι μόνο η πρώτη ιδιότητα (ουσιαστικά υπευθύνου) γεννούσε ποινική ευθύνη. Αλλά, περαιτέρω, η ασάφεια στη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης του αναιρεσείοντα και με τη θεώρηση του "ως ουσιαστικά υπευθύνου", της φερομένης εργολάβου εταιρίας "...", επιτείνεται και από την έλλειψη κάθε διευκρίνισης σχετικά με την, τυχόν, ανάθεση από την εργολάβο εταιρία καθηκόντων στον αναιρεσείοντα για την κατασκευή και τοποθέτηση των ικριωμάτων.

Οι ίδιες ασάφειες και αντιφάσεις, συναπτόμενες και με το πρόσωπο που έχει υποχρέωση για αναγγελία του εργατικού ατυχήματος στερούν την απόφαση του από την απαιτούμενη ειδική εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση και στην κατάφαση ενοχής του κατηγορουμένου για τη συναφή πράξη που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 2, 16 παρ. 2 ν. 17/1996 και 25 παρ. 1 ν. 2224/1994.

Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε του Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσεως, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, εφόσον οι χαρακτηριζόμενες στο νόμο ως πλημμελήματα πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια και της παραβάσεως των άρθρων 8 παρ.2 και 16 παρ.2 ΠΔ 17/1996, φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 7 Σεπτεμβρίου 2007,έκτοτε δε και μέχρι την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 13-4-2016, πολύ δε περισσότερο μέχρι την σημερινή ημερομηνία της διασκέψεως (20-4-2016) παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο των πράξεων αυτών εξαλείφθηκε με παραγραφή άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 παρ. 1, 2 και 3 Π.Κ.) και κατά συνέπεια πρέπει να παύσει οριστικά η ασκηθείσα εις βάρος του κατηγορουμένου ποινική δίωξη για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμό 17701/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε εις βάρος του κατηγορουμένου - ήδη αναιρεσείοντος, για τις πράξεις της σωματικής βλάβης από αμέλεια και παραβάσεως άρθρων 8 παρ. 16 παρ.2 ΠΔ 17/1996, που φέρονται να έχουν τελεσθεί απ’ αυτόν στις 7-9-2007.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ