Supreme Court dismisses appeal for failure to specify grounds for rejecting tenant's claim of abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance court decision regarding a dispute over shared ownership of a building. The appellant argued that the lower court violated substantive law by rejecting his claim of abuse of right without detailing the specific facts or legal reasoning used to evaluate that claim. The court held that because the appellant failed to provide the necessary factual basis and legal analysis in his appeal, the grounds for the appeal were vague and therefore inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 9 lit. c Civil Procedure Code; Art. 559 para. 8 lit. b Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the facts and legal reasoning supporting the claim that the lower court violated substantive law or failed to consider a specific argument.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1098 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1098/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Χαράλαμπο Καλαματιανό και Δημήτριο Τζιούβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μάντεση - Θανασούλα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. χας Δ. Ζ., το γένος Γ. Π., ως εναγούσης - εφεσίβλητης και υπεισελθούσης στη θέση του αποβιώσαντος κατά τη διάρκεια της κατ’ έφεση δίκης αρχικού συνενάγοντος - συνεφεσιβλήτου συζύγου της Δ. Ζ. και 2) Κ. - Ι. θυγ. Δ. Ζ., ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της και αρχικού διαδίκου Δ. Ζ., κατοίκων…, εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου και η 2η εκπροσωπήθηκε από την ως άνω πρώτη πληρεξούσια δικηγόρο της, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκ παραδρομής το επώνυμο της ιδίας αναγράφτηκε εσφαλμένα στο αναιρετήριο "Ζ." αντί του ορθού "Ζ.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2003 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Δ. Ζ. και της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2685/2004 μη οριστική και 2381/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 734/2007 μη οριστική και 6251/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-3-2013 αίτησή του, με τις δε από 24-11-2014 προτάσεις του ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τζιούβας διάβασε την από 27-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 11-3-2013 και με αριθμ. καταθ. 190/2013 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 6251/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους από τη σχέση της οροφοκτησίας των άρθρων 648 έως 657 του ΚΠολΔ. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως αίτηση, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ.ΑΠ 25/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 9 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, άφησε αδίκαστα τα αιτήματα της εφέσεως με τα οποία ζητούσε ο εκκαλών αναιρεσείων να γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν η έφεσή του και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 2381/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ενώ πρωτόδικα είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή, το εφετείο, κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος εναγομένου, κράτησε και δίκασε στην ουσία της την ένδικη αγωγή και την δέχθηκε μόνον κατά ένα μέρος και κατά συνέπεια εκ των πραγμάτων δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
απαραίτητη προϋπόθεση για να κρατήσει το εφετείο και να δικάσει κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή ήταν να δεχθεί κατ’ ουσίαν την έφεση κατά παραδοχή ως βασίμου κάποιου λόγου της και να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση. Επομένως, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την εκκαλούμενη με αυτήν απόφαση και δεν άφησε αδίκαστα τα αντίστοιχα αιτήματα του εκκαλούντος αναιρεσείοντος και ο περί του εναντίου πρώτος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1020/2013, ΑΠ 1021/2013, ΑΠ 495/2013).
Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναιρέσεως θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 609/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, ενώ αντικείμενο της διαφοράς των διαδίκων ήταν η σύσταση επί αυτοτελών ίσων τμημάτων ενιαίου ακινήτου καθέτων ιδιοκτησιών και η προσβολή του δικαιώματος της αποκλειστικής χρήσεως που είχαν οι ενάγουσες αναιρεσίβλητοι επί του τμήματος του ενιαίου οικοπέδου στο οποίο είχε συσταθεί η κάθετη ιδιοκτησία τους από μέρους του εναγομένου αναιρεσείοντος με ανοικοδόμηση τοίχου και περίφραξη τμήματος αυτού στην δική του κάθετη ιδιοκτησία και για την επίλυση της διαφοράς των διαδίκων είχαν εφαρμογή οι διατάξεις του Ν. 3741/1929, του Ν.Δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ.
και όχι οι διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας με χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αναιρέσεως, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκαν οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 18 και 19 του από 21-6/3-7-1837 νόμου περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων, 1 του Ν.
ΓΧΞ/1910, 1 του Ν. ΔΞΗ, 21 του Ν.Δ. από 22-4/16-5-1926, 125 του Ν. 4173/1926, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του Α.Ν. 192/1946 και 1045 του Α.Κ., δηλαδή υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκαν οι διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας με χρησικτησία επί δημοσίου κτήματος, πλήττεται η ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το οποίο δέχθηκε ότι με την ανέγερση του τοίχου και της περιφράξεως ο αναιρεσείων εναγόμενος ενσωμάτωσε στο τμήμα της δικής του κάθετης ιδιοκτησίας ένα τμήμα της κάθετης ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων εναγουσών εμβαδού 80,90 τ.μ., προσβάλλοντας το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης που είχαν επ’ αυτού.
Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του που υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως των ως άνω διατάξεων που αφορούν στην κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε κτήματα του Δημοσίου πλήττει την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 197/2013, ΑΠ 1020/2013, ΑΠ 1021/2013).
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 567/2013).
Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 92/2013, ΑΠ 483/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο επικουρικό σκέλος του, με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αποκτήσεως κυριότητας με χρησικτησία επί δημοσίου κτήματος.
Όπως όμως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αυτή δεν δέχεται ότι οι διάδικοι απέκτησαν κυριότητα επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, οι δε παραδοχές της περιέχουν πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της ότι με την ανέγερση του τοίχου και της περιφράξεως ο αναιρεσείων εναγόμενος ενσωμάτωσε στο τμήμα της δικής του κάθετης ιδιοκτησίας ένα τμήμα της κάθετης ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων εναγουσών εμβαδού 80,90 τ.μ., προσβάλλοντας το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης που είχαν επ’ αυτού και κατά συνέπεια οι παραδοχές της ως επιχειρήματα εκτιμήσεως των αποδείξεων δεν αποτελούν κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη αιτιολογία της αποφάσεως, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια αιτιολογιών και έλλειψη νόμιμης βάσεως και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο επικουρικό σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται, ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση, ένσταση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ’ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος της αναιρέσεως που προσάπτει στο εφετείο ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο η εκδοχή του αναιρεσείοντος για την έννοια της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε το κατά την άποψη του τελευταίου πραγματικό μέρος της υποθέσεως και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να αναφέρονται σαφώς και τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή της αιτήσεως (ενστάσεως).
Τούτο γιατί η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται όχι από την ορθότητα του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά από εκείνη του διατακτικού της (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και το τελευταίο συνάπτεται, σε σχέση λογικής ακολουθίας, προς τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, έτσι ώστε η έκθεση των τελευταίων στο αναιρετήριο είναι απαραίτητη, προκειμένου να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό.
Η αοριστία δε του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 32/1996, 27/1998 και 28/1998). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β’ του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Συνεπώς, αν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και έγινε δεκτός ή απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή αβάσιμος από το δικαστήριο της ουσίας, ο σχετικός από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β’ λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 179/2013, ΑΠ 1127/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του, προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., ενώ με τον ίδιο τρίτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως και κατά το δεύτερο επικουρικό σκέλος του, με την επίκληση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 8 περ.
β’ του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του επίδικου δικαιώματος από μέρους των αναιρεσιβλήτων. Όμως, στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων εκθέτει τι ισχυριζόταν αυτός με τις προτάσεις του στο εφετείο ως προς την καταχρηστική άσκηση του επίδικου δικαιώματος από μέρους των αναιρεσιβλήτων και ότι, παρά τα όσα ισχυριζόταν αυτός, το εφετείο απέρριψε την αυτοτελή αίτησή του (ένσταση) περί καταχρηστικής ασκήσεως του επίδικου δικαιώματος των εναγόντων ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, χωρίς να εκθέτει τις παραδοχές του εφετείου με βάση τις οποίες αυτό απέρριψε την ως άνω ένστασή του ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και χωρίς να εξειδικεύει σε τι συνίσταται το σε συνάρτηση με αυτές νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., με συνέπεια, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του που αναφέρεται σε παραβίαση από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 του Α.Κ., να είναι σύμφωνα με τα προαναφερθέντα αόριστος και απορριπτέος, ενώ, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως του επίδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως αβάσιμος από το εφετείο και κατά συνέπεια ως άνω ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το επικουρικό του σκέλος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού όλοι οι λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-3-2013 και με αριθμό καταθέσεως 190/ 2013 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 6251/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών μεταξύ ιδιοκτητών ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους από τη σχέση της οροφοκτησίας των άρθρων 648 έως 657 του Κ.Πολ.Δ.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Αυγούστου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ