Legislator Case Law & Legislation
1098/2012 AI generated

1098/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1098/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1098/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Keywords

AI generated
insurance certificate admission to health insurance practice reinstatement of insured status detoxification clinic professional liability insurance health insurance exemption
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1098 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1098/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: τεθείσης υπό ασφαλιστική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ARGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΥΠΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή Β. Π. του Ι., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόφιλο Ρουμελιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Γ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Φεβρουαρίου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5956/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2638/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Οκτωβρίου 2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ" αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δίκαιου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(Α.Π. 868/2008).

Στη προκειμένη περίπτωση δέχθηκε το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: " Η ενάγουσα είναι ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε στις 19-6-2001 με την υπ' αριθμ. Κ3/4137/ απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 779/1 9-6-2001) και έκτοτε τελεί υπό ειδική ασφαλιστική εκκαθάριση.

Στις 31-3-1997 μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου καταρτίσθηκε έγγραφη σύμβαση πρακτορείας, δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέθεσε στην τελευταία, έναντι προμήθειας, την διαμεσολάβηση του στην σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων και τον διόρισε ως ασφαλιστικό πράκτορα σε ολόκληρη την επικράτεια. Σύμφωνα με τους όρους της έγγραφης αυτής σύμβασης, ο εναγόμενος φροντίζει για την είσπραξη των ασφαλίστρων των ασφαλιστικών συμβάσεων, που γίνονται με την μεσολάβηση του, κατά τις ισχύουσες διατάξεις και τα εισπραττόμενα από αυτόν ασφάλιστρα θεωρούνται ως παρακαταθήκη και ευθύνεται γι' αυτά ως θεματοφύλακας (όρος 8 της σύμβασης πρακτόρευσης), ενώ αυτός έχει υποχρέωση στο πρώτο δεκαήμερο κάθε διμήνου να αποδίδει στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων, κατά συμβόλαιο και να καταβάλει τα ασφάλιστρα (όρος 9 της σύμβασης πρακτορείας).

Επίσης συμφωνήθηκε, ότι ο εναγόμενος έχει την υποχρέωση να αποστέλλει στην ασφαλιστική εταιρία, μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία παραλαβής τους τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που δεν έχουν παραληφθεί από τους ασφαλισμένους ή αυτά των οποίων δεν έχουν εισπραχθεί τα ασφάλιστρα, σε περίπτωση δε, κατά την οποία ο εναγόμενος δεν αποστείλει τα πιο πάνω ασφαλιστήρια συμβόλαια μέσα στην προθεσμία αυτή και εφόσον κοινοποιηθεί στον εναγόμενο με δικαστικό επιμελητή σχετική όχληση της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας για τα ασφάλιστρα αυτά, θεωρούνται ληξιπρόθεσμα, ο δε εναγόμενος οφειλέτης των ασφαλίστρων της κατηγορίας αυτής (όροι 10 και 11 της σύμβασης πρακτόρευσης).

Στην ίδια έγγραφη σύμβαση συμφωνήθηκε, ότι ο εναγόμενος για τις ασφαλίσεις, που έγιναν με την διαμεσολάβηση του, θα δικαιούται προμήθεια, ανερχόμενη σε ποσοστό επί των εισπραττόμενων ασφαλίστρων, όπως το ποσοστό αυτό καθορίστηκε για κάθε κλάδο ασφάλισης σε παράρτημα της ένδικης σύμβασης, η καταβολή της οποίας στον εναγόμενο θα γίνεται μετά προηγούμενη είσπραξη των ασφαλίστρων από την εταιρία, ενώ συμφωνήθηκε, επίσης, ότι οι προμήθειες αυτές θα επιστρέφονται στην εταιρία σε περίπτωση, που για οποιοδήποτε λόγο επιστρέφονται τα ασφάλιστρα στον ασφαλισμένο (όροι 20 και 21 της σύμβασης πρακτόρευσης).

Η σύμβαση αυτή, που ήταν αόριστης διάρκειας, λύθηκε στις 19-6-2001, οπότε και ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, όπως προαναφέρθηκε. Στις 31-5-2001 έγινε εκκαθάριση του λογαριασμού του εναγομένου και προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του, ύψους 34,953.060 δρχ., όπως αυτό αποδεικνύεται από την από 7-6-2001 εκκαθάριση του μηνός Μαΐου 2002, που απέστειλε η ενάγουσα στον εναγόμενο μαζί με τα πινάκια παραγωγής, συνοδευόμενα με την από 7-6-2002 επιστολή της, στην οποία αναφέρεται ως υπόλοιπο δρχ. 34.953.060 και με την οποία προσκαλεί τον εναγόμενο όπως σε 15 ημέρες της επιστρέψει το σύμφωνο του λογαριασμού υπογεγραμμένο από τον ίδιο και συγχρόνως τον παρακαλεί να φροντίσει για την εξόφληση του απαιτητού υπολοίπου του λογαριασμού εντός των ορίων της συμφωνίας τους..

Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την κρινόμενη αγωγή ότι η απαίτηση της κατά του εναγομένου στις 31-5-2002 ανέρχεται στο ποσό των 47.439.215 δρχ. ή 139.200 ευρώ και όχι σε 34.953.060 δρχ. ή 102.576,84 ευρώ.

Όπως, όμως, προαναφέρθηκε η απαίτηση της ενάγουσας κατά του εναγομένου ανέρχεται σε 34.953-060 δρχ. ή 102.576,84 ευρώ, όπως αποδείχθηκε από την από 7-6-2001 προαναφερόμενη επιστολή της προς τον εναγόμενο και τα συνοδεύοντα αυτή πινάκια παραγωγής και το εκκαθαρισμένο σύμφωνο λογαριασμού του, την γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβήτησε η ενάγουσα.

Περαιτέρω, ο εναγόμενος - εκκαλών με σχετικό λόγο της έφεσης του επανυποβάλλει παραδεκτώς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προταθείσα ένσταση εξόφλησης της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας από 34.953.060 δρχ., στις 12-6-2002, δηλαδή προτού η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία τεθεί υπό εκκαθάριση, ως ακολούθως:

α) Δια συμψηφισμού ανταπαίτησης του εναγομένου κατά της ενάγουσας ποσού 15.365.198 δρχ., προερχόμενης από τις προμήθειες του των ασφαλιστικών συμβάσεων, που είχε καταρτίσει για λογαριασμό της ενάγουσας τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2001 με αποτέλεσμα να επέλθει απόσβεση της οφειλής του για το ποσό αυτό (αρθρ. 440 ΑΚ).

Η εν λόγω ανταπαίτηση αποδεικνύεται από τα συνοδευτικά πινάκια παραγωγής, που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος, την από 8-6-2001 επιστολή του εναγομένου προς την ενάγουσα, στην οποία, απευθυνόμενος προς την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, αφ' ενός επισημαίνει ότι στο εκκαθαριστικό σύμφωνο λογαριασμού του μηνός Μαΐου 2002 δεν έχει αφαιρέσει τις προμήθειες του, που αφορούν τα ασφαλιστήρια τον ΗΛΠΑΠ δρχ. 15.492.731 δρχ.

και αφ' ετέρου την καλεί να εκδώσει απόδειξη είσπραξης του ποσού αυτού, προκειμένου να εξοφλήσει και το υπόλοιπο της οφειλής του από 19.160.389 δρχ. Την εν λόγω επιστολή παρέλαβε η ενάγουσα, θέτοντας την υπογραφή του λαβόντος αυτή και την σφραγίδα της εταιρίας με ημερομηνία λήψης την 8-6-2001. Το περιεχόμενο και την γνησιότητα της εν λόγω επιστολής δεν αμφισβήτησε η ενάγουσα.

Στην συνέχεια η ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε στον εναγόμενο την υπ' αριθμ. 6017/12-6-2002 απόδειξη είσπραξης δρχ. 15.365.148 δρχ., στην οποία ως αιτία έκδοσης της αναγράφεται η φράση: "συμψηφισμός προμηθειών ΗΛΠΑΠ". Την εν λόγω απόδειξη ο εναγόμενος επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον τον Πρωτοβαθμίου, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου.

Η ενάγουσα προς αντίκρουση της ανταπαίτησης προμηθειών του εναγομένου από ασφαλιστικές συμβάσεις με την ΗΛΠΑΠ Α.Ε., ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπήρξε διαμεσολάβηση του εναγομένου υπό οποιαδήποτε ιδιότητα για την σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ της ίδιας και της εταιρίας με την επωνυμία ΗΛΠΑΠ Α.Ε.".

Και ο εν λόγω ισχυρισμός της ενάγουσας είναι απορριπτέος κατ' ουσία, καθόσον ανατρέπεται από το 18-1-2002 Ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, το οποίο υπεγράφη μεταξύ του Π. Κ., ως εκπροσωπούντος την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία και του εναγομένου, στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: "Σήμερα την 18η Ιανουαρίου 2001, ο Π.

Κ. εκπροσωπών την εταιρία " ARGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" και ο Α. Γ., ασφαλιστικός πράκτορας, συμφώνησαν τα παρακάτω: Ο Γ. Α., θα μεσολαβήσει στην ανάληψη της ασφάλισης από την ARGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ όλων των οχημάτων και περιουσιακών στοιχείων του ΗΛΠΑΠ. Θα παρέχει πλήρη εξυπηρέτηση παρακολούθηση ζημιών, είσπραξη των ασφαλίστρων, προσκόμιση των στοιχείων των ζημιών και γενικά θα έχει την διαχείρηση της συνολικής παραγωγής του ΗΛΠΑΠ.

Για την μεσολάβηση αυτή η ARGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ οφείλει να καταβάλει στον Γ. Α. 8% προμήθεια, υπολογιζόμενη στα καθαρά ασφάλιστρα όλων των κλάδων. Για την συγκεκριμένη παραγωγή και μόνο θα ισχύει ο κωδικός παραγωγής υπ' αριθ. 149". Στο σημείο αυτό, σημειώνεται ότι ο κωδικός 149 ίσχυε για την συγκεκριμένη παραγωγή και μόνο, γι' αυτό και στην σχετική απόδειξη αναγράφεται ο κωδικός 149, απορριπτόμενου έτσι, του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι ο κωδικός του εναγομένου ήταν το 100 και όχι το 149 και β) Με την παράδοση έξι (6) επιταγών, συνολικού ποσού 19.587.000 δρχ., οι οποίες δόθηκαν αντί καταβολής και πληρώθηκαν, με αποτέλεσμα να επέλθει απόσβεση της οφειλής του για το ποσό αυτό.

Με την παράδοση των εν λόγων επιταγών δεν επήλθε απόσβεση της αρχικής οφειλής του εναγομένου αλλά με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) αυτών. Η είσπραξη δε των εν λόγω επιταγών αποδεικνύεται με την έκδοση από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία της υπ' αριθμ. 6018/12-6-2001 απόδειξης είσπραξης δρχ. 19.587.000 δρχ., στην οποία ως αιτία καταβολής αναγράφεται "έναντι λογαριασμού επιταγές έξι (6)".Την εν λόγω επιταγή επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος - εκκαλών.

Η ενάγουσα - εφεσίβλητη, χωρίς να προσβάλλει ως (καθόλου) πλαστές την ανωτέρω απόδειξη είσπραξης 19.587.000 δρχ., καθώς και την προαναφερομένη 6017/12-6-2001 απόδειξη είσπραξης 15.365.148δρχ., τις οποίες εξέδωσε η ίδια στο όνομα του εναγομένου, ασφαλιστικού της πράκτορα, αμφισβητεί (μόνο) την γνησιότητα τους. Ο εναγόμενος, φέροντας το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας των εν λόγω αποδείξεων προσκομίζει με επίκληση την από 26-6-2002 επιστολή του, στην οποία αναφέρει τις εν λόγω αποδείξεις και τις οποίες απέστειλε μαζί με την επιστολή στον εκκαθαριστή της εκκαλούσας Β.

Π., προς απάντηση της προηγηθείσας από τον τελευταίο από 10-6-2002 επιστολής προς τον εναγόμενο. Συγκεκριμένα, ο εκκαθαριστής της ενάγουσας Β. Π. απέστειλε στον εναγόμενο την από 10-6-2002 επιστολή του την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο τελευταίος, με την οποία ανέφερε στον εναγόμενο, ότι το χρεωστικό του υπόλοιπο προς την ενάγουσα από τις χρεώσεις ασφαλίστρων ανέρχονταν στο ποσό των 34.953.060 δρχ.

ή 102.576,85 ευρώ, συγχρόνως δε τον καλούσε όπως σε προθεσμία 20 ημερών προβεί στην τακτοποίηση του ανωτέρω υπολοίπου, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας θα επιδιώξει την είσπραξη του εν λόγιο ποσού δια της δικαστικής οδού. Ο εναγόμενος με την από 26-6-2002 επιστολή του, που απέστειλε και παρέλαβε ο εκκαθαριστής της ενάγουσας Β.

Π., ανέφερε, σε απάντηση της προαναφερομένης επιστολής του τελευταίου, ότι στις 12-6-2001 εξόφλησε τον λογαριασμό του από 34.953.060 δρχ., ως εξής: 15.492.731 δρχ. με συμψηφισμό προμηθειών ΗΛΠΑΠ και 19.160.329 προς εξόφληση του υπολοίπου, συγχρόνως δε με την εν λόγω επιστολή του απέστειλε και τις προαναφερόμενες αποδείξεις εισπράξεως των ανωτέρω, επιμέρους, ποσών.

Έκτοτε ο ανωτέρω εκκαθαριστής της ενάγουσας σε ουδεμία όχληση του εναγομένου προέβη για την εξόφληση του προαναφερομένου ποσού μέχρι τις 15-2-2006, που άσκησε την ένδικη αγωγή δηλαδή μετά την παρέλευση 4 ετών από 10-6-2002, που απέστειλε την ανωτέρω επιστολή προς τον εναγόμενο και του έτασσε προθεσμία 20 ημερών προς εξόφληση με την υπενθύμιση, ότι σε περίπτωση, που η προθεσμία περάσει άπρακτη θα επιδιώξει την είσπραξη των οφειλομένων δια της δικαστικής οδού.

Εξάλλου, και ο μάρτυρας του εναγομένου κατέθεσε με τρόπο κατηγορηματικό και χωρίς ενδοιασμούς την εξόφληση της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας από 34.953.060 δρχ. κατά του εναγομένου. Με βάση τα εκτιθέμενα αποδεικνύεται η εξόφληση της ένδικης απαίτησης της ενάγουσας κατά του εναγομένου, ποσού 34.953.060 δρχ., που προέρχονταν από την σύμβαση ασφαλιστικών συμβάσεων του εναγομένου ασφαλιστικού πράκτορα για λογαριασμό της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας μέχρι τις 31-5-2001.Μετά ταύτα η κρινόμενη αγωγή θα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως, που πρότεινε ο εναγόμενος και στην συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ' ουσία για το ποσό των 102.576,84 ευρώ (ή 34.953.060 δρχ), έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή τον νόμου και εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις, όπως βασίμως παραπονείται ο εναγόμενος εκκαλών με την έφεση του, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσία και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, και αφού την εξαφάνισε, δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν δέχθηκε την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί απόσβεσης της οφειλής(κατά ένα μέρος με συμψηφισμό και κατά το υπόλοιπο με καταβολή) και απέρριψε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε (άρθρα 416, 421 Α.Κ.) χωρίς ν' απαιτούνται προς τούτο και άλλες. Ειδικότερα, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ότι η εξόφληση του ποσού των 19.587.000 δρχ.

έγινε με την είσπραξη των έξι επιταγών που χάριν καταβολής είχαν δοθεί στην ενάγουσα, ίσου συνολικού ποσού, καλύπτεται με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.11 περ .γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ακόλουθα έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η ενάγουσα ενώπιον του, ήτοι την από 6-12-2000 εγγυητική επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας προς την εταιρία με την επωνυμία "ΗΛΠΑΠ Α.Ε.", με αριθμό 041/1997, την από 7-12-2000 εγγυητική επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας προς την εταιρία με την επωνυμία "ΗΛΠΑΠ Α.Ε.", με αριθμό ..., το υπ' αριθμόν πρωτ. 2405/1-Θ2001 έγγραφο της εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΠΑΠ Α.Ε." προς την αναιρεσείουσα, την υπ' αρ.

πρωτ. Α-12014/2001 βεβαίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου, την από 9-4-2001 έγγραφη προσφορά της αναιρεσείουσας προς την εταιρία με την επωνυμία "ΗΛΠΑΠ Α.Ε.", την από 8-12-2000 έγγραφη προσφορά για τη διακήρυξη με αριθμό 881 ανοικτού διαγωνισμού για την ασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων και του προσωπικού της εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΠΑΠ Α.Ε." για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2002 του υπό εκκαθάριση νομικού προσώπου προς την εταιρία με την επωνυμία "ΗΛΠΑΠ Α.Ε.", τη σύμβαση ασφάλισης μεταξύ του υπό εκκαθάριση νομικού προσώπου και της εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΠΑΠ Α.Ε.", τα υπ' αρ.

πρωτ. 1308/15-3-2001 και 946/23-2-2001 έγγραφα της εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΠΑΠ Α.Ε." και το υπ' αρ. πρωτ. 89046/15-2-2001 έγγραφο του υπό εκκαθάριση νομικού προσώπου απευθυνόμενο προς την εταιρία με την επωνυμία "ΗΛΠΑΠ Α.Ε.". Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού, Όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως, καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων, οπότε πρόκειται ανέλεγκτη εκτίμηση αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός απαιτείται το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου να στηρίζεται στο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο παραμορφώνεται ή κυρίως σ' αυτό (Ολ.Α.Π. 1/1999. Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ. αριθ. 6018/12-6-2001 απόδειξης είσπραξης ποσού 19.587.000 δρχ., που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο εναγόμενος προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι κατέβαλε στην ενάγουσα το εν λόγω ποσό, είναι απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης το Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό το οποίο απλώς συνεκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Οκτωβρίου 2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ARGO Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2638/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ