Legislator Case Law & Legislation
1098/2011 AI generated

1098/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1098/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1169/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 26.4.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 13826/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει την από 18.4.2006 αγωγή του με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει στην ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 66.499 ευρώ, που καταλογίσθηκε σε βάρος του με την υπ' αριθ. 517823/12.8.1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ.

Legislator headnote

AI generated

1098/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 118 αριθ.4, 566§1 και 577§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρ. 559 ή 560 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996).

Keywords

AI generated
act of accession of Greece opt-out clause European Patent Organisation withdrawal following settlement european Training Foundation special elimination levy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1098 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1098/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Eπιστημονικού και μη κερδοσκοπικού σωματείου με την επωνυμία "ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε με δήλωση (κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ) του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Τρίπλη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία " ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε" η οποία μετονομάσθηκε σε "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (Ε.Τ.Α Α.Ε" (άρθρο 2 του Ν. 3270/2004 ΦΕΚ Α 187/11.10.2004) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Γκίνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Απριλίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13826/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1169/2008 τελεσίδικη του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 3 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1169/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την από 26.4.2007 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 13826/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε απορρίψει την από 18.4.2006 αγωγή του με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι δεν οφείλει στην ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 66.499 ευρώ, που καταλογίσθηκε σε βάρος του με την υπ' αριθ. 517823/12.8.1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, ενώ αν πρόκειται για ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου και γενικότερα για παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 761/1996, ΑΠ 852/2001, ΑΠ 1418/2002).

O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 574/2010).

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010, ΑΠ 574/2010).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 416/1993? ΑΠ 683/2010).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Με την από 8.4.1981 σύμβαση, που καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) επιστημονικού σωματείου με την επωνυμία "Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος (Α.Ε.Ε.)" και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.)", παραχωρήθηκε από το τελευταίο στο ενάγον, κατά χρήση, για αόριστο χρονικό διάστημα, μια έκταση 184.270 τ.μ.

της κυριότητάς του, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή της Κοινότητας Πετραλώνων Χαλκιδικής, μαζί με τις υφιστάμενες ή μέλλουσες να δημιουργηθούν εγκαταστάσεις ..., με την υποχρέωση του ενάγοντος για φύλαξη και συντήρηση του χώρου. Η παραχώρηση έγινε προκειμένου το ενάγον να διενεργήσει ανασκαφές και να αξιοποιήσει το χώρο του Σπηλαίου.

Μεταξύ άλλων στην ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκαν τα εξής: "... (ι) Η πληρωμή της μισθοδοσίας του προσωπικού, που θα απασχολείται με τη λειτουργία των εγκαταστάσεων, θα γίνεται από την Α.Ε.Ε., βάσει μισθοδοτικών καταστάσεων και θα χρηματοδοτείται από τον Ε.Ο.Τ. με τις ανάλογες πιστώσεις. Με μέριμνα και ευθύνη της Α.Ε.Ε.

θα γίνεται η παρακράτηση και η απόδοση των υπέρ των ασφαλιστικών ιδρυμάτων εισφορών και συνεισφορών και γενικά κάθε υπέρ τρίτων κράτηση. Με μέριμνα και ευθύνη της Α.Ε.Ε. θα γίνεται επίσης η εξόφληση των λογαριασμών νερού, φωτισμού και λοιπών γενικών εξόδων. (ια) Τα δικαιολογητικά των εν γένει λειτουργικών δαπανών των εγκαταστάσεων (μισθοδοσίας προσωπικού, νερού, φωτισμού κλπ) θα υποβάλλονται από την Α.Ε.Ε.

στη Διεύθυνση ΙΒ Οικονομικού του Ε.Ο.Τ. από την οποία και θα ελέγχονται. (ιβ) Όλα τα έσοδα τα προερχόμενα από τη διάθεση των εισιτηρίων του Σπηλαίου και του Μουσείου, από την εκμετάλλευση του αναψυκτηρίου, από την πώληση καρτών, εντύπων και γενικά κάθε αντικειμένου που θα πωλείται μέσα στον παραχωρούμενο χώρο και έχει σχέση με το Σπήλαιο, Μουσείο κλπ, θα περιέρχονται στον Ε.Ο.Τ. (ιγ) Οι επιμέρους ταμίες της Α.Ε.Ε.

υποχρεούνται να παραδίδουν τις εισπράξεις στον υπάλληλο του Ε.Ο.Τ. που θα ορισθεί ως υπόλογος διαχειριστής και συντονιστής ...". Κατά το χρονικό διάστημα από 15.4.1998 μέχρι 23.6.1998 ο Ε.Ο.Τ. παρέδωσε στο ενάγον εισιτήρια συνολικής αξίας 25.700.000 δραχμών. Το ενάγον, όπως συνομολογείται, εισέπραξε κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάϊο και Ιούνιο 1998 από την πώληση μέρους των ως άνω εισιτηρίων το συνολικό ποσό των 22.659.800 δραχμών και ήδη 66.499,78 ευρώ, πλην όμως δεν απέδωσε το ως άνω ποσό στον Ε.Ο.Τ.

και συγκεκριμένα στην ορισθείσα υπόλογο για το άνω διάστημα Α. Ε.. Κατόπιν τούτου με την υπ' αριθ. 517823/12.8.1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ. καταλογίσθηκε σε βάρος του ενάγοντος το ποσό των 22.659.800 δραχμών και ήδη 66.499,78 ευρώ, προερχόμενο από έσοδα από την πώληση εισιτηρίων μέχρι τις 30.6.1998, το οποίο κλήθηκε η Διεύθυνση ΙΒ Οικονομικού του Ε.Ο.Τ.

να εισπράξει μέσω του Δημόσιου Ταμείου... Στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του Ε.Ο.Τ. υπεισήλθε αρχικά η εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε." και ήδη η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.", σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.2837/2000 και 3270/2004. Το ενάγον ισχυρίζεται ότι τα άνω έσοδα τα δαπάνησε για κάλυψη μέρους των εξόδων λειτουργίας του αρχαιολογικού χώρου κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο 1998, που ανήλθαν ...

στο συνολικό ποσό των 28.932.870 δραχμών και ήδη 84.909,27 ευρώ, επικαλούμενο ότι είχε συμβατικό δικαίωμα διαχειρίσεως των εσόδων και εξόδων του αρχαιολογικού χώρου και επομένως δεν οφείλει να αποδώσει στον Ε.Ο.Τ. οποιοδήποτε ποσό. Από το περιεχόμενο της συμβάσεως που προεκτέθηκε, προκύπτει ότι το ενάγον δεν έχει δικαίωμα να διενεργεί διαχείριση και συγκεκριμένα να εισπράττει τα έσοδα από τη λειτουργία του αρχαιολογικού χώρου (εισιτήρια, μουσείο, κυλικείο, κάρτες) και να τα διαθέτει για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών του εν λόγω χώρου (όπως έξοδα κυλικείου, μισθοδοσίας προσωπικού, ασφαλιστικές εισφορές), ώστε να αποδίδει μόνο το τυχόν υπόλοιπο στον Ε.Ο.Τ.

Αντίθετα, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, τα έσοδα από τη λειτουργία του αρχαιολογικού χώρου συμφωνήθηκε ότι θα περιέρχονται στον Ε.Ο.Τ. και ότι οι επιμέρους ταμίες είναι υποχρεωμένοι να παραδίδουν όλες τις εισπράξεις στον υπάλληλο του Ε.Ο.Τ. που ορίζεται ως υπόλογος διαχειριστής και συντονιστής ...

Από τον υπό στοιχεία (ι) όρο δεν μπορεί να συναχθεί ότι το ενάγον έχει δικαίωμα να διαχειρίζεται τα έσοδα και συγκεκριμένα να παρακρατεί τα αναγκαία για την αντιμετώπιση των λειτουργικών αναγκών χρηματικά ποσά, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος, τον οποίο επανέφερε με τη έφεσή του".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αν και θα έπρεπε με βάση τις πραγματικές παραδοχές της, που αφορούν το περιεχόμενο της σύμβασης των διαδίκων, να κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το αναιρεσείον έχει δικαίωμα διαχείρισης των εσόδων από τη λειτουργία του ευρύτερου χώρου του Σπηλαίου των Πετραλώνων Χαλκιδικής, ώστε να καλύπτει μ' αυτά τα λειτουργικά έξοδα του χώρου αυτού, εντούτοις κατέληξε στο αντίθετο συμπέρασμα, που συνιστά σφάλμα ελεγχόμενο με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης δεν αναφέρεται σε πλημμέλεια σχετική με παράβαση από το Εφετείο δικονομικής διάταξης και συνεπώς ως λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι κατά τα προεκτεθέντα απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, εκτιμώμενος ως λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ως λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα σχετικό με την ερμηνεία της σύμβασης των διαδίκων, είναι αόριστος και συνεπώς επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζεται, όπως κατά τα προεκτεθέντα θα έπρεπε, το κενό ή η ασάφεια που υποτίθεται ότι διαπίστωσε το Εφετείο στις συμβατικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων και το σφάλμα στο οποίο συνακόλουθα υπέπεσε κατά την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.

Εξ άλλου με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, το Εφετείο έκρινε ότι το αναιρεσείον δεν έχει από τη σύμβασή του με τον Ε.Ο.Τ. και ήδη με την αναιρεσίβλητη δικαίωμα να διαχειρίζεται τα έσοδα που αποφέρει η λειτουργία του όλου χώρου του Σπηλαίου των Πετραλώνων Χαλκιδικής προκειμένου με αυτά να καλύπτει τα λειτουργικά έξοδα του ίδιου χώρου και συνεπώς στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον, υπολαμβάνοντας, αντίθετα με όσα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι αναγνωρίσθηκε σ' αυτό δικαίωμα κατ' αρχήν διαχείρισης των ως άνω εσόδων, αποδίδει στη συνέχεια την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη φύση των δαπανών που το ίδιο κάλυψε με τα ως άνω έσοδα κατά τους μήνες Απρίλιο 1998 έως και Ιούνιο 1998 και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι με την εφετειακή απόφαση δεν διευκρινίζεται αν καλύφθηκαν αναγκαίες για τη λειτουργία του χώρου του Σπηλαίου δαπάνες, για την αντιμετώπιση των οποίων το αναιρεσείον θεωρεί, εσφαλμένα βέβαια, ότι έχει, κατά τις παραδοχές της απόφασης, συμβατικό δικαίωμα διαχείρισης των εσόδων του Σπηλαίου.

3. Από τη διάταξη του άρθρ. 321 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συνάγεται ότι οι αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων εμποδίζουν μεν κατά το άρθρ. 57 ΚΠΔ την άσκηση κατά του κατηγορουμένου νέας δίωξης για την αυτή πράξη και κατ' αυτή την έννοια αποτελούν δεδικασμένο, όμως το δεδικασμένο αυτό δεν εκτείνεται και στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1161/1980), τα οποία συνεπώς δεν δεσμεύονται σε αστικής φύσης θέματα από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν αυτά κρίθηκαν στο πλαίσιο της πολιτικής αγωγής που άσκησε κατά το άρθρ. 63 ΚΠΔ ο παθών από το έγκλημα.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 65 και 67 ΚΠΔ, το ποινικό δικαστήριο, καταδικάζοντας τον κατηγορούμενο, είναι υποχρεωμένο να αποφασίσει και για την πολιτική αγωγή, με μόνη επιφύλαξη αυτή της §2 του άρθρ.65 ΚΠΔ, ορίζεται δε με την §1 του άρθρ. 67 ΚΠΔ ότι η πολιτική αγωγή που κρίθηκε ήδη από το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να ασκηθεί πια στα πολιτικά δικαστήρια παρά μόνο για την εκκαθάριση ζημιών που γεννήθηκαν μετά την καταδικαστική απόφαση.

Αυτό σημαίνει ότι από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δημιουργείται δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια, όμως το δεδικασμένο αυτό αναφέρεται μόνο στο μέρος κατά το οποίο η αξίωση του παθόντος κρίθηκε από το ποινικό δικαστήριο και συνεπώς αυτός, που ρητά ή σιωπηρά επιφυλάχθηκε να επιδιώξει το υπόλοιπο της αξίωσής του στα πολιτικά δικαστήρια, δεν εμποδίζεται να προσφύγει ακολούθως στα δικαστήρια αυτά για το υπόλοιπο της αξίωσής του (ΑΠ 1044/2000, ΑΠ 1474/2000, πρβλ.

και ΑΠ 1585/2000). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αν και με τις αποφάσεις υπ' αριθ. 2428/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και 38729/2006 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και με το υπ' αριθ. 17/2003βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι το αναιρεσείον δεν οφείλει το επίδικο ποσό στην αναιρεσίβλητη, γι' αυτό και απαλλάχθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός του Αριστείδης Πουλιανός αντίστοιχων κατηγοριών, εντούτοις εσφαλμένα κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δεδικασμένο αυτό δεν ισχύει στο πλαίσιο της παρούσας αστικής δίκης και έτσι απορρίφθηκε η σχετική ένσταση που πρότεινε τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση το αναιρεσείον.

Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, δεν παράγεται από τις παραπάνω ποινικές αποφάσεις και βούλευμα δέσμευση με δύναμη δεδικασμένου στο πλαίσιο της παρούσας αστικής δίκης, όπως ορθά έκρινε και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού άλλωστε δεν ήταν δυνατόν να εισαχθεί και δεν εισήχθη στις επιμέρους ποινικές διαδικασίες αντίστοιχη πολιτική αγωγή.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατά το αντίστοιχο πρώτο και δεύτερο μέρος του.

4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 118 αριθ.4, 566§1 και 577§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στα άρθρ. 559 ή 560 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 32/1996).

Ειδικότερα ως προς το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει, για να είναι αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 509/2002).

Εξ άλλου το δεδικασμένο, μολονότι κατά το άρθρ. 332 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε κατά το άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006).

Αντίθετα αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με την προϋπόθεση, που πρέπει επίσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής (ΑΠ 853/2001, ΑΠ 130/2004, ΑΠ 1858/2005).

Με τον τρίτο και πάλι λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν αναγνώρισε την ανυπαρξία της επίδικης οφειλής του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης, επειδή, εκτός των άλλων, δεν έλαβε υπόψη ούτε το δεδικασμένο που απορρέει από τις αποφάσεις 1632/1995 του Αρείου Πάγου, 2118/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 2547/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 758/1998 και 3576/2002 του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, έτσι διατυπωμένος, είναι κατά το αντίστοιχο τρίτο μέρος του από τον αριθμό και πάλι 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως θα έπρεπε, το αντικείμενο των δικών που αφορούν οι παραπάνω αποφάσεις ούτε τα ειδικότερα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτές με δύναμη δεδικασμένου, ώστε σε συσχετισμό με το αντικείμενο της παρούσας δίκης και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης να μπορεί να κριθεί αν με ψευδή ερμηνεία ή με εσφαλμένη υπαγωγή παραβιάσθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας δίκης οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο.

Πρέπει επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.1.2009 αίτηση του επιστημονικού σωματείου με την επωνυμία "Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος Α.Ε.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 1169/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον σωματείο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011, όπου και δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ