Legislator Case Law & Legislation
1098/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific reasoning regarding non-raised mitigating circumstances and drug addiction claims.

Case Number 1098/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens High Court's conviction, ruling that the lower court provided sufficient specific reasoning. The appellant argued for a new trial based on alleged drug addiction and other mitigating factors, but the court found these claims were not properly raised or substantiated in the original proceedings. Consequently, the court held that the lower court was not obligated to address these unproven assertions and that the original judgment's reasoning was legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: A criminal judgment must contain specific and detailed reasoning regarding the facts and legal application, but the court is not required to address or provide special reasoning for independent claims that were not properly raised or substantiated by the parties.

Keywords

AI generated
lack of specific reasoning independent claims drug addiction defense mitigating circumstances appeal dismissal Code of Criminal Procedure properly raised claims

Cited Legislation

AI generated
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 170(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 333(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 13(1) of Law 1729/1987
Article 15 of Law 2161/1993
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1098 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1098/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εσηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Συμινή, περί αναιρέσεως της 227/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4-4-2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 765/2005.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται τι προέκυψε από το καθένα, ούτε να γίνεται αξιολογική συσχέτιση. Ιδιαίτερη επίσης αιτιολόγηση απαιτείται, για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών.

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής του άρθρου 13 παρ.1 του Ν.1729/1987 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του ν.2161/1993,) πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.

Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά σύμφωνα με τα άρθρα 331 και 140-144 του ΚΠΔ, κατά τρόπο δηλαδή πλήρη και ορισμένο, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό.

Λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περ.Ε' του ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στη προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, εκπροσωπηθείς στη δίκη από συνήγορο που διορίσθηκε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για παράβαση του νόμου «περί ναρκωτικών ουσιών» ήτοι για αγορά και κατοχή, σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών.

Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα «αποδείχθηκε πλήρως, και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος, μη ενεργώντας κατ' επάγγελμα και συνήθεια, πάντως κατ' επανάληψη όπως προκύπτει και από παράλληλες υποθέσεις κατηγοριών σε βάρος του και χωρίς να είναι τοξικομανής δηλαδή κάνοντας μεν χρήση ναρκωτικών ουσιών μη έχοντας συνηθίσει όμως σ' αυτήν σε βαθμό ώστε να μην μπορεί να αποβάλλει αυτήν τη συνήθεια χωρίς θεραπευτική αγωγή, προέβη με πρόθεση στις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: 1) κατά το δεύτερο δεκαήμερο Μαρτίου 1999 αγόρασε από άγνωστο άτομο 264 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης καταβάλλοντας σαυτό τίμημα σε δραχμές το ύψος του οποίου δεν μπόρεσε να διακριβωθεί ανακριτικώς 2) την ποσότητα αυτή βρέθηκε να κατέχει στις 19-3-1999, όπως ούτε αμφισβητεί, οπότε και συλλήφθηκε για την πράξη αυτή.

Ο ειδικότερος ισχυρισμός του ότι την ποσότητα αυτή δηλαδή «ένα τεταρτάκι» του χιλιογράμμου προμηθεύτηκε για δική του αποκλειστικά χρήση και την κατείχε για τον ίδιο σκοπό επειδή αισθανόμενος έλλειψη της σχετικής χρήσεως είχε πονοκέφαλο δεν αποδείχτηκε ότι είναι βάσιμος, αντίθετα, αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι κατεπανάληψη αγόρασε και μεταπώλησε ινδική ακατέργαστη κάνναβη εισπράττοντας αντίτιμο περιέχον και σχετικό κέρδος του.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ουσιαστικά γιατί είναι αβάσιμος. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή αναφορά σ' αυτές και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 β.

ζ' Ν.1729/1987 ως ισχύει που ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Εξ άλλου από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ή τη συνήγορό του και ούτε αναπτύχθηκε κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως ο αυτοτελής ισχυρισμός περί τοξικομανίας του κατηγορουμένου και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε μη προβληθέντα νομίμως ισχυρισμό.

Παρά ταύτα το Εφετείο με ιδιαίτερη αιτιολογία απέρριψε αυτόν. Ακόμη για το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέκυπτε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικότερα τη διαμορφωθείσα δικανική του πεποίθηση για το χαρακτηρισμό ως μη τοξικομανούς του κατηγορουμένου αφού δεν ήλθε σε αντίθεση με τα διαλαμβανόμενα στη φερόμενη ως γενομένη πραγματογνωμοσύνη αφού δεν ισχυρίζεται και ο ίδιος ο αναιρεσείων με την αίτηση του ότι χαρακτηρίζεται σ' αυτή ως τοξικομανής, αλλά το αντίθετο, πέραν του ότι η ως άνω πραγματογνωμοσύνη δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Αιτιολογημένα ακόμη το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου ότι αυτός προμηθεύθηκε και κατείχε την ως άνω ποσότητα ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστική χρήση. Τέλος δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ή τη συνήγορό του ο αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, του προτέρου εντίμου βίου και επομένως το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε μη προβληθέντα ισχυρισμό και μάλιστα αιτιολογημένα.

Επομένως τα' αντιθέτως υποστηριζόμενα εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμα και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθό μέρος δε πλήττεται με αυτούς η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουοίας είναι απαράδεκτοι.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Απριλίου 2005 αίτηση του ....... για αναίρεση της υπ' αρ. 227/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ