Supreme Court allows appeal against lower court's property ownership ruling due to failure to apply acquisitive prescription rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court admitted the appeal against the Monomelous District Court's final decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court violated substantive law by accepting acquisitive prescription without verifying the required conditions under the Civil Code. The Court found the first ground of appeal valid because the lower court failed to confirm the prescription period had elapsed by the time of the inheritance acceptance transfer.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974, 1045, 1846, 1192, 1193, 1198, 1199 of the Civil Code; If a court accepts acquisitive prescription as the basis for ownership without verifying that the prescription period has fully elapsed by the time of the relevant legal act, it commits a substantive error requiring the case to be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1097 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1097/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Δ. και της Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Λεκέα, που ανακάλεσε την από 30-9-2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Α. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Α. Μ., με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, το οποίο εξέδωσε την 206/2018 απόφασή του, με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2020 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 250/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 20-03-2023 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 250/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 250/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 16-11-2012 αγωγή εξέθετε ότι είναι ψιλή κυρία, ενώ ο αποβιώσας πατέρας της, Δ. Μ., επικαρπωτής, του λεπτομερώς περιγραφόμενου εδαφικού τμήματος αποτελούντος τμήμα του μείζονος οικοπέδου τους, το οποίο απέκτησαν με παράγωγο άλλως πρωτότυπο τρόπο και ότι κατά τον προηγούμενο της άσκησης της αγωγής μήνα, ο εναγόμενος κατέλαβε το ως άνω εδαφικό τμήμα, αποβάλλοντας την ίδια και τον επικαρπωτή από αυτό.
Με αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε από κοινού με τον έτερο ενάγοντα, να αναγνωριστεί η ψιλή κυριότητα και επικαρπία τους, αντίστοιχα, επί του επιδίκου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους το αποδώσει. Το Ειρηνοδικείο Καλαμάτας με την με αριθμό 78/2020 απόφαση, αφού η αναιρεσείουσα επανέλαβε εκουσίως τη βιαίως διακοπείσα δίκη στο πρόσωπο του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος Δ.
Μ., έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Μετά την άσκηση έφεσης από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείβλητο εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση κατ'ουσίαν και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού.
Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Για την έναρξη της εικοσαετίας δεν απαιτείται να γνωστοποιήσει σε κανέναν ο χρησιδεσπόζων την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων, όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1846, 1198, 1199 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομιά μόλις γίνει επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198 ΑΚ, που ορίζει ότι χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 ΑΚ εδάφια 2 έως 4 και 1193 ΑΚ δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο. Με τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 ΑΚ η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του κληρονομούμενου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου με το θάνατο του κυρίου παύει να υπάρχει γι' αυτόν, με την αυτοδίκαιη δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στον κληρονόμο του, ο τελευταίος αποκτά αυτοδικαίως το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί την ιδιάζουσα λόγω της αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής, νομική αιτία κτήσης της κυριότητας του κληρονομιαίου ακινήτου.
Συνεπώς, μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής, η κυριότητα του κληρονόμου επί του κληρονομιαίου ακινήτου είναι μετέωρη, επέρχεται δε μόνον από τη διενέργεια αυτής, αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, χωρίς, πάντως, η αναδρομική αυτή ενέργεια να συνεπάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων, που έχουν νόμιμα αποκτηθεί επί ακινήτου της κληρονομίας, όπως κυριότητα αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία συμπληρωθείσα όμως μέχρι το χρόνο της μεταγραφής (ΑΠ 947/2022, ΑΠ 281/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ που είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο Α. Μ. ήταν κύριος ενός αγροκτήματος, μετά των επ' αυτού κτισμάτων, εκτάσεως περίπου δύο στρεμμάτων και κατά νεότερη και ακριβέστερη εμβαδομέτρηση λίγο παραπάνω από 2.200 τ.μ. (καθώς οι διάδικοι επικαλούνται διαφορετική επιφάνεια), ευρισκόμενου στην Άνω Μέλπεια της Δ.Ε.
Ανδανίας του Δήμου Οιχαλίας Μεσσηνίας. Δυνάμει της με αριθμό ....1984 δημόσιας διαθήκης ενώπιον του συμβολαιογράφου Οιχαλίας Παναγιώτη Δουμουλάκη, πoυ δημοσιεύθηκε νομίμως το Σεπτέμβριο του 1995, ο κληρονομούμενος Α. Μ., που απεβίωσε το ... 1987, εγκατέστησε κληρονόμους του α) τη σύζυγο του Α. (που απεβίωσε το 2000), στην οποία άφησε την επικαρπία της κληρονομιαίας περιουσίας του καθώς και β) τα τέκνα του, Δ. (πατέρα της εφεσίβλητης, που ήδη απεβίωσε), Κ. (εκκαλούντα), Ε.
και Κ. (περί των οποίων ήδη δεν πρόκειται). Στους δύο πρώτους υιούς του κατέλιπε, μεταξύ άλλων και το ανωτέρω ακίνητο, ως προς το οποίο ρητώς όριζε: "Εις του υιόν μου Δ. αφήνω... γ) το ήμισυ και το Νότιον τμήμα τον οικοπέδου μου εντός της Κοινότητας Άνω Μέλπειας μετά της εν αυτώ οικίας ανεγερθείσης υπό τούτου". "Εις τον υιόν μου Κ.
αφήνω: α) το έτερον ήμισυ του οικοπέδου μετά της εν αυτώ οικίας μου εις Άνω Μέλπεια", χωρίς δηλαδή να καταλείπεται αμφιβολία ως προς την αληθή βούλησή του. Το έτος 1988, ήτοι μετά το θάνατο του διαθέτη, η τότε Κοινότητα Άνω Μέλπειας απαλλοτρίωσε από το προαναφερόμενο κληρονομιαίο ακίνητο, που αυτός κατέλιπε στους κληρονόμους του, έκταση 258,62 τ.μ., προς διαπλάτυνση του υφιστάμενου Κοινοτικού δρόμου Άνω Μέλπειας - Πηγών, μειώνοντας αντίστοιχα την επιφάνεια του ακινήτου της εφεσίβλητης και τέμνοντας αυτό σε δύο τμήματα, όπως αμφότεροι οι διάδικοι συνομολογούν.
Εν συνεχεία και μετά το θάνατο της επικαρπώτριας μητέρας τους, αμφότεροι οι υιοί του διαθέτη αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά ως προς το ακίνητο αυτό και ειδικότερα ο εκκαλών αποδέχθηκε, δυνάμει της με αριθμό ....2001 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Οιχαλίας Χρυσούλας Μουντζούρη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, "ένα οικόπεδο που βρίσκεται εντός του οικισμού του Δ.Δ.
Άνω Μέλπειας του Δήμου Ανδανίας Μεσσηνίας, εμβαδού 1.000 τ.μ. περίπου και καταλαμβάνει το ήμισυ και προς βορρά τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 2.000 τ.μ. περίπου, εντός του οποίου έχει χτιστεί α) παλαιά ισόγεια οικία μετά υπογείου επιφάνειας του ισογείου της 60 τ.μ. περίπου και του υπογείου της 30 τ.μ. περίπου και β) σταύλος επιφάνειας 220 τ.μ.
περίπου και συνορεύει νότια με υπόλοιπο τμήμα ιδίου κληρονομούμενου που αφήνει με την παραπάνω διαθήκη του στον γιο του Δ. Μ. και με ιδιοκτησία Ε. Τ. και βόρεια, ανατολικά και δοτικά με κοινοτικό δρόμο". Επίσης, ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης -- πατέρας της αποδέχθηκε, δυνάμει της με αριθμό ....2001 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας συμβολαιογράφου, όπως έχει διορθωθεί και συμπληρωθεί με τη με αριθμό ....2005 Πράξη της συμβολαιογράφου Οιχαλίας Σταυρούλας Σκαλτση, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, "ένα οικόπεδο που βρίσκεται εντός του οικισμού του Δ.Δ.
Άνω Μέλπειας του Δήμου Ανδανίας Μεσσηνίας, και στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο οικόπεδο εφόσον διέρχεται κοινοτικός δρόμος ανάμεσα τους, συνολικής εκτάσεως και των δυο οικοπέδων 1.031 τ.μ. και συγκεκριμένα: 1) οικόπεδο εκτάσεως 750 τ.μ. που συνορεύει γύρωθεν βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Κ. Α. Μ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησίες Ε.
Π. και Κ. Τ., νότια και νοτιοδυτικά με κοινοτικό δρόμο...., 2) οικόπεδο εκτάσεως 281 τ.μ., που συνορεύει γύρωθεν βορειοανατολικά με κοινοτικό δρόμο, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Α. Ε. Φ. και δυτικό, με κοινοτικό δρόμο", ενώ δυνάμει της με αριθμό ....2005 περιουσιακής παροχής (γονικής) δικαιώματος ψιλής κυριότητας αστικών δικαιωμάτων (οικοπέδων με κτίσματα) και αγροτικών ακινήτων της συμβολαιογράφου Οιχαλίας Σταυρούλας Σκαλτση, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης της μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου, ενώ μετά το θάνατό του η ίδια κατέστη πλήρης κυρία αυτού.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι περί το έτος 1988 ο εκκαλών τοποθέτησε περίφραξη ανάμεσα στα ακίνητα των διαδίκων, η οποία διατηρείται έως σήμερα και έκτοτε ο κάθε ένας κύριος του διακριτού πλέον ακινήτου του άρχισε να ασκεί νομή με διάνοια κυρίου επί του τμήματος του ακινήτου, που είχε οριοθετηθεί με την περίφραξη.
Τούτο προέκυψε χωρίς καμία αμφιβολία από την ένορκη βεβαίωση του μάρτυρας Γ. Γ., ο οποίος έχει ιδία αντίληψη των ακινήτων και δεν εξαρτά κανένα συμφέρον από την έκβαση της δίκης, από την ένορκη κατάθεση του Α. Μ. - υιού του εκκαλούντος, αλλά ιδίως από την ανωμοτί κατάθεση της εφεσίβλητης, η οποία κατέθεσε ότι το έτος 2005, που η ίδια απέκτησε το ακίνητο, η περίφραξη ήδη υπήρχε.
Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι στο τμήμα που ο εκκαλών έχει περιφράζει περικλείεται και το επίδικο τμήμα, ήτοι επιφάνεια εμβαδού 366,79 τ.μ., που αποτυπώνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Ζ4-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Α-Ξ4-04-Ζ4 στο από 20.09.2012 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Π., ήτοι αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών ήδη από το έτος 1988, που απέκτησε το ακίνητό του, άρχισε να ασκεί νομή επί μεγαλύτερου τμήματος του όλου ακινήτου και όχι μόνο επί του ημίσεως αυτού, όπως είχε οριστεί με τη διαθήκη του δικαιοπαρόχου του.
Συγκεκριμένα, επί του επίδικου τμήματος είχε δημιουργήσει ένα περιφραγμένο χώρο για τις κότες του, οι οποίες δεν μπορούσαν να πάνε στο υπόλοιπο ακίνητό του αλλά και ένα χώρο καλλιέργειας οπωροκηπευτικών για τις ανάγκες της οικογένειας του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από το δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης - αδερφό του, ο οποίος, αν και κάτοικος Αθηνών, επισκεπτόταν συχνά την Άνω Μέλπεια, όπου είχε χτίσει δική του κατοικία, ήδη πριν το θάνατο του πατρός τους.
Ακολούθως, εφόσον ο εκκαλών ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως επί χρονικό διάστημα άνω των είκοσι ετών (και δη έως το έτος 2008) πράξεις νομής με διάνοια κυρίου επί του επίδικου ακινήτου, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί ή να αμφισβητηθεί σε αυτό από οποιονδήποτε, κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού του.
Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από την ύπαρξη διαθήκης του κοινού δικαιοπαρόχου τους, δυνάμει της οποίας έκαστος αυτών κατέστη κύριος του ημίσεως του ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ήτοι διά κληρονομικής διαδοχής. Τούτο διότι με την διαθήκη έκαστος των δύο αδερφών πράγματι απέκτησε το 1/2 του όλου ακινήτου, πλην όμως από το έτος 1988 ο εκκαλών άρχισε να νέμεται στο όνομα και για λογαριασμό του και τμήμα του ακινήτου, που δεν είχε αποκτήσει από τον πατέρα του, ήτοι περιφράσσοντας, καλλιεργώντας και καθαρίζοντας αυτό, όπως κατέθεσε και η εφεσίβλητη, ενώ τόσο η μητέρα τους - επικαρπώτρια του ακινήτου όσο και ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης δεν αντιτάχθηκαν στις ανωτέρω πράξεις νομής με διάνοια κυρίου αλλά αντιθέτως σιωπηρώς αποδέχθηκαν αυτές.
Ειδικώς και σε ό,τι αφορά τη μητέρα - επικαρπώτρια πρέπει να επισημανθεί ότι αυτή κατοικούσε έως το θάνατό της με τον εκκαλούντα, βοηθώντας αυτόν στις καθημερινές εργασίες του ακινήτου του, ήτοι τάιζε τις κότες του, φρόντιζε και καθάριζε τον κήπο του, μάζευε τα λαχανικά που αυτός καλλιεργούσε. Το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι η μητέρα των αρχικών διαδίκων - επικαρπώτρια ασκούσε πράξεις νομής στο όνομα και για λογαριασμό του πατρός της εφεσίβλητης - δικαιοπαρόχου της, πλην όμως η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη καθώς αφενός ουδείς το κατέθεσε αφετέρου ουδείς αμφισβήτησε ότι οι κότες ήταν του εκκαλούντος, ότι ο κήπος με τα κηπευτικά ήταν για τις ανάγκες της οικογένειας του εκκαλούντος και ότι μόνον ο ίδιος φύτευε σε αυτόν, ενώ - ως ήδη ελέχθη - μόνο ο εκκαλών και η οικογένειά του είχαν πρόσβαση στο επίδικο τμήμα.
Τούτο δεν αναιρείται από την ύπαρξη βόθρου εντός του επίδικου τμήματος, που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της κατοικίας της εφεσίβλητης, καθώς η κατασκευή του επιτράπηκε στα πλαίσια των αγαθών σχέσεων των δύο αδερφών και για να μην έχει άμεση γειτνίαση με την κατοικία της εφεσίβλητης. Άλλωστε, όπως η ίδια η εφεσίβλητη κατέθεσε, ο δικαιοπάροχος πατέρας της μετέβαινε στο επίδικο τμήμα μόνο όταν επρόκειτο να αδειάσει ο βόθρος και ουδεμία άλλη εργασία έκανε επί αυτού αλλά μόνο ο εκκαλών - θείος της έκανε εργασίες καθαρισμού και είχε πρόσβαση στο επίδικο τμήμα.
Περαιτέρω, η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι τα δύο ακίνητα και στο ήμισυ αυτών διαχωρίζονται από φυσικό όχθο με τρόπο που δεν είναι δυνατή η πρόσβαση του ενός στο ακίνητο τον άλλου, πλην όμως, από το σύνολο των προσκομιζόμενων φωτογραφιών, η ύπαρξη του όχθου αποδείχθηκε μόνο σε ένα τμήμα που διαχωρίζει τα δύο ακίνητα και όχι κατά μήκος του όλου οικοπέδου και μάλιστα στο ήμισυ αυτού, ενδεικτικά, δε επισημαίνεται η με αρ. 17 που προσκομίζει η εφεσίβλητη και αποτυπώνει τον όχθο στο σημείο πίσω από την κατοικία της, ενώ οι με αρ. 11 και 14 που προσκομίζει ο εκκαλών αποτυπώνουν τη μη πρόσβαση της εφεσίβλητης στο επίδικο και τη μη ύπαρξη όχθου στο σημείο αυτό.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για πρώτη φορά το έτος 2012 η εφεσίβλητη και ο δικαιοπάροχος πατέρας της αμφισβήτησαν την κυριότητα του εκκαλούντος επί του επίδικου τμήματος, ισχυριζόμενοι ότι αυτό ανήκει στην κυριότητά τους, καθώς το απέκτησαν με παράγωγο τρόπο και δη με κληρονομική διαδοχή εκ του αρχικού δικαιοπαρόχου τους Α.
Μ. Ωστόσο, ως ήδη ελέχθη, πράγματι το έτος 1987 ο αρχικός διάδικος Δ. Μ. κατέστη ψιλός κύριος του ημίσεως του όλου ακινήτου και δη του τμήματος του προς το νότο, πλην όμως το έτος 1988 ο εκκαλών άρχισε να νέμεται αυτό, τόσο έναντι του ψιλού κυρίου - αδερφού του όσο και έναντι της επικαρπώτριας - μητέρας τους, ασκώντας πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και έτσι, συμπληρουμένης της εικοσαετούς συνεχούς και αδιάλειπτης νομής, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί, κατέστη κύριος αυτού".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε, μετά την παραδοχή της έφεσης του εκκαλούντος - αναιρεσίβλητου, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή κυριότητας της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας (με έκτακτη χρησικτησία) του αναιρεσίβλητου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή και δεχόμενο την παραπάνω ένσταση, παραβίασε ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1846, 1192, 1193, 1198, 1199 ΑΚ καθόσον αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την κτήση κυριότητας στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία.
Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος (εναγόμενος) απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, καίτοι αυτό δεν περιλαμβανόταν στο μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο, που με τη διαθήκη του πατέρα του είχε καταλειφθεί σε αυτόν (δεχόμενο έμμεσα το δικαστήριο ότι το επίδικο αποτελούσε τμήμα του καταλειφθέντος στον δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας ακινήτου), νεμόμενος αυτό για χρονικό διάστημα 20 ετών και συγκεκριμένα από το έτος 1988 έως το έτος 2008.
Δέχθηκε επίσης ότι αμφότεροι οι διάδικοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία του πατέρα τους (που απεβίωσε το έτος 1987), με συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής που συνετάγησαν και μεταγράφηκαν το έτος 2001. Ωστόσο, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, για να καταλυθεί η κυριότητα, που ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, Δ.
Μ., απέκτησε στο επίδικο ως κληρονόμος του πατέρα του, με τη μεταγραφή της πράξης αποδοχής, η οποία επήλθε, αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, θα έπρεπε η χρησικτησία, στην οποία στηρίζει την κυριότητά του επί του επιδίκου ο αναιρεσίβλητος, να είχε συμπληρωθεί μέχρι το χρόνο της μεταγραφής της οικείας πράξης αποδοχής (2001).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού και δοθέντος ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, συνεπεία της αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού ως άνω λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 250/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, στην αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ