Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, ruling the lower court correctly rejected the claim for annulment of the settlement agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Third Instance Court's decision rejecting the appeal. The appellant argued the settlement agreement was void due to fraud and misrepresentation regarding company assets, while the lower court found the claim legally inadmissible because it simultaneously sought execution of the agreement and its annulment. The court held that the lower court did not violate the law by rejecting the request for annulment, as the agreement remained valid for execution purposes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562 of the Code of Civil Procedure; The request for annulment based on the invalidity of a settlement agreement is inadmissible when the plaintiff simultaneously seeks the execution of that same agreement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1097 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1097/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Κουμάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλλιακούδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9340/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 516/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/7/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρθμ. 516/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει την αγωγή του. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αριθμ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ13/1995).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, κατ' άρθρο 562 παρ.2 β' ΚΠολΔ (ΑΠ158/2019,ΑΠ 998/2017,ΑΠ1320 2011). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο.
Σφάλμα τυχόν της αποφάσεως, συνδεόμενο με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρθμ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 13/1995). Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υποθέσεως κατ' ουσίαν, οπότε και μόνον η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.
Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ3/1997,ΑΠ1935/2017,ΑΠ 2048/2013, ΑΠ 701/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ.17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι έχει αντιφατικές διατάξεις σχετικά με το αίτημα της ένδικης αγωγής περί ακυρώσεως του από 24-4-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού λόγω πλάνης, το οποίο αρχικά έκρινε ότι είναι αόριστο, ενώ στη συνέχεια έκρινε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 140 επ.
ΑΚ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια - αντίφαση, αναφέρεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και δεν επέχει θέση διατακτικού, η δε αιτίαση αυτή δεν ιδρύει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, στο διατακτικό της έχει μία και μόνο διάταξη και ως εκ τούτου δεν νοείται η ύπαρξη αντιφάσεως και δη έχει διάταξη απορριπτική της ασκηθείσης εφέσεως (πλην της διατάξεώς της για τη δικαστική δαπάνη), κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 9340/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει μία, επίσης, διάταξη απορριπτική της αγωγής.
Περαιτέρω, με τον ως άνω πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του και τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι α) περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, δεχόμενη ότι, συνεπεία της συμπεριφοράς του εναγομένου, ο ενάγων μόρφωσε την πεποίθηση ότι υφίστατο αληθής καταγραφή των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας, ενώ στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι ο ενάγων γνώριζε την αναλήθεια των ποσών του ενεργητικού και παθητικού του συμφωνητικού, β) στερείται παντελώς αιτιολογιών ως προς την απόρριψη του αιτήματος ακυρότητας του συμφωνητικού κατ' άρθρο 178 ΑΚ και γ) περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αμφισβητήσεως του κύρους του συμφωνητικού από τον αναιρεσείοντα και ως εκ τούτου του αποκλεισμού της ασκήσεως της αξιώσεώς του για απόδοση της μερίδος του ως αφανούς εταίρου.
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι, κατά τα ως άνω σκέλη τους, είναι απαράδεκτοι, διότι, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε όλα τα αιτήματα της αγωγής, είτε ως αόριστα είτε ως μη νόμιμα και δεν υπεισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, που αποτελεί προϋπόθεση για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου από τον αρθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενό της, ενόψει, όχι της μεμονωμένης αιτίας που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων, που συνοδεύουν την προβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά.
Τα αίτια που προκάλεσαν τη δικαιοπρακτική βούληση, μόνο κατ' εξαίρεση επιδρούν στο κύρος της δικαιοπραξίας, όταν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 140-153 ΑΚ (πλάνη, απάτη, απειλή), οπότε παρέχεται το διαπλαστικό δικαίωμα της ακυρώσεως αυτής, κατά τα άρθρα 154 και 155 ΑΚ. Επομένως τα περιστατικά που συνδέονται με τις καταστάσεις αυτές (πλάνη, απάτη, απειλή) και ρυθμίζονται ειδικά με τις παραπάνω διατάξεις, δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει εξαρχής ακυρότητα και όχι ακύρωση.
Δηλαδή, η ακυρωσία της δηλώσεως βουλήσεως, συνεπεία πλάνης, απάτης ή απειλής, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ' άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ' αυτήν, επηρεασμού της βουλήσεως, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν το γενικό χαρακτήρα της δικαιοπραξίας.
Από το ανωτέρω άρθρο καλύπτονται και οι περιπτώσεις εκείνες, όπου, αν και υπάρχει εκμετάλλευση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου 179 ΑΚ (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ1738/2017,ΑΠ 379/2017). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρθμ.8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ1467/2018,ΑΠ1097/2013,ΑΠ 481/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αρθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή κατά τη βάση της από το άρθρο 178 ΑΚ.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε σ'αυτήν, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος της, τα εξής : "... Ότι αφού ανέγνωσε το από 24-4-2013 συμφωνητικό λύσεως της αφανούς εταιρείας και διέγνωσε ότι γινόταν αποτίμηση της περιουσίας της εταιρείας, περιγραφή και ανάληψη των χρεών, δεν επέμεινε στα αναγραφόμενα ποσά των χρεών, αφού τον διαβεβαίωσε ο εναγόμενος ότι η αναγραφή τους ήταν ενδεικτική και το ακριβές ποσό θα προέκυπτε στην πορεία....
Ότι στο συμφωνητικό υπάρχει ειδική συμφωνία για ποινική ρήτρα ύψους 50% επί του ποσού που οφείλει ο κάθε συνεταίρος προς τον άλλον. Η εν λόγω συμφωνία προβλέπει τη δυνατότητα του ενός συνεταίρου να εξοφλήσει μέρος χρέους προς πιστωτές, στην περίπτωση αυτή ορίζεται διαζευκτική υποχρέωση του άλλου συνεταίρου είτε να καταβάλει το ίδιο ποσό σε άλλον προμηθευτή είτε να πληρώσει στον συνεταίρο που προέβη στην καταβολή το ήμισυ του ποσού που εκείνος κατέβαλε, διαφορετικά, ο συνεταίρος που δεν προβαίνει σε καταβολή θα υποχρεούται σε ποινική ρήτρα ανερχόμενη στο 1/4 του ποσού που ο άλλος κατέβαλε στους πιστωτές....
Εν προκειμένω η ποινική ρήτρα ίση με το ήμισυ του χρέους του ενός συνεταίρου κατά του άλλου συνιστά ανήθικη χρηματική οφειλή που υπερβαίνει το νόμιμο τόκο... Ότι ο εναγόμενος δολίως υποτίμησε το ενεργητικό της εταιρείας, ως ανερχόμενο σε 10.000 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα αυτό ανερχόταν σε 116.000 ευρώ και διόγκωσε τα χρέη της σε 290.449,84 ευρώ, αντί των πραγματικών ύψους 180.580 ευρώ, προκειμένου να τον επιβαρύνει με περισσότερα χρέη και να ωφεληθεί ο ίδιος....
Ότι κατά την υπογραφή του συμφωνητικού δεν είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει το ακριβές ύψος των περισσοτέρων από τα χρέη, ούτε είχε το χρόνο να προβεί σε έρευνα για να διαπιστώσει τα αληθή ποσά.... Συνεπεία των ανωτέρω, το ιδιωτικό συμφωνητικό είναι άκυρο λόγω αντιθέσεώς του στα χρηστά ήθη, κατ' άρθρο 178 ΑΚ και αποτελεί ανήθικη και καταχρηστική συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος του...".
Με το προεκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή κατά την ως άνω βάση της είναι απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, διότι δεν προσδιορίζονται σ'αυτήν επιλήψιμα στοιχεία επηρεασμού της βουλήσεως του ενάγοντος και ειδικότερα στοιχεία αντιθέσεως προς τα χρηστά ήθη που να προσδίδουν στο ιδιωτικό συμφωνητικό ανήθικο χαρακτήρα, κατά το άρθρο 178 ΑΚ, αλλά με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή η αιτία και ο σκοπός για τον οποίο καταρτίστηκε το συμφωνητικό ήταν η λύση της μεταξύ των διαδίκων αφανούς εταιρείας και η διανομή της εταιρικής περιουσίας και υπήρξε προϊόν ελεύθερης συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστη τη βάση της αγωγής, τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, δεν προέβη παρά το νόμο στην κήρυξη απαραδέκτου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αρθμ.8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρθμ.1( και όχι από τον αρθμ.14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 292 παρ. 2 του Ν 4072/2012 και 174 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους και τη μη αναγνώριση της ακυρότητας του συμφωνητικού, με το οποίο καλείται ως αφανής εταίρος να πληρώσει τα χρέη της αφανούς εταιρείας, λόγω της αντιθέσεώς του στις εν λόγω διατάξεις.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν υπάρχει αίτημα στην ένδικη αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας του επίδικου συμφωνητικού λόγω αντιθέσεώς του στη διάταξη του άρθρου 292 παρ.2 του Ν 4072/2012, σε συνδυασμό με την ΑΚ 174. Κατά το άρθρο 291 παρ.2 του Ν 4072/2012 η αφανής εταιρεία λύεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα.
Τη λύση ακολουθεί η εκκαθάριση. Η εκκαθάριση της αφανούς εταιρείας διενεργείται από τον εμφανή εταίρο. Συνίσταται στην απόδοση στον αφανή εταίρο της αξίας της συμμετοχής του, μειωμένης κατά τις ζημίες που του αναλογούν. Η κατά χρήση εισφορά του αφανούς εταίρου επιστρέφεται αυτούσια. Εφόσον η λύση της αφανούς εταιρείας έλαβε χώρα μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, στις 11-4-2012, τη λύση της αφανούς εταιρείας, ακολουθεί πάντοτε η εκκαθάριση, την οποία και διενεργεί ο εμφανής εταίρος (ΑΠ 1355/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ10/2011,7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με τη μη εφαρμογή της τη διάταξη του άρθρου 291 παρ.2 του Ν 4072/2012, απορρίπτοντας εσφαλμένα ως μη νόμιμο το αίτημα της ένδικης αγωγής για απόδοση της μερίδος του αναιρεσείοντος ως αφανούς εταίρου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων ιστορούσε σ'αυτό, σχετικά με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα εξής : < Ότι στις 24-4-2013 αυτός και ο εναγόμενος υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως της μεταξύ τους υφιστάμενης αφανούς εταιρείας και κατανομής της εταιρικής περιουσίας.
Ότι στο συμφωνητικό υπάρχει ειδική συμφωνία για ποινική ρήτρα ύψους 50% επί του ποσού που οφείλει ο καθένας εταίρος στον άλλο, η οποία συνιστά ανήθικη χρηματική οφειλή που υπερβαίνει το νόμιμο τόκο... Ότι ο εναγόμενος, ο οποίος συνέταξε το συμφωνητικό, δολίως υποτίμησε το ενεργητικό της εταιρείας, αναγράφοντας ότι ανέρχεται σε 10.000 ευρώ, ενώ η πραγματική του αξία ανερχόταν στο ποσό των 116.000 ευρώ και διόγκωσε υπέρμετρα τις οφειλές της εταιρείας, αναγράφοντας ότι ανέρχονται σε 290.449,84 ευρώ, ενώ το πραγματικό παθητικό ήταν 180.580 ευρώ....
Ότι με βάση τα αληθή ποσά του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 56.710 ευρώ που αντιστοιχεί στο μερίδιό του στο ενεργητικό της περιουσίας, καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ της προσωπικής συνεισφοράς του στην εταιρεία.... Ότι το συμφωνητικό αυτό είναι άκυρο ως αντίθετο στα χρηστά ήθη και στην καλή πίστη, κατ' άρθρα 178,179 ΑΚ, ενώ αποτελεί και προϊόν ανήθικης και καταχρηστικής συμπεριφοράς του εναγομένου...
Επικουρικά ισχυρίζεται ότι υπέγραψε το συμφωνητικό κατόπιν εξαπατήσεώς του από τον εναγόμενο, άλλως επειδή τελούσε σε ουσιώδη πλάνη. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του ως άνω συμφωνητικού λύσεως και κατανομής της περιουσίας της μεταξύ τους αφανούς εταιρείας, επικουρικά να ακυρωθεί το συμφωνητικό λόγω της εξαπατήσεώς του, επικουρικά να ακυρωθεί λόγω της ουσιώδους πλάνης του και σωρευτικά με καθένα από τα ως άνω αιτήματα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 86.710 ευρώ >.
Με το προεκτεθέν περιεχόμενο, το αίτημα της αγωγής να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, σωρευτικά με καθένα από τα ανωτέρω αιτήματα αναγνωρίσεως της ακυρότητας του συμφωνητικού, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 86.710 ευρώ που του οφείλει ως διαφορά από την κατανομή της περιουσίας της λυθείσης αφανούς εταιρείας, είναι μη νόμιμο, διότι, ο ενάγων, ενώ ζητεί το ποσό αυτό σε εκτέλεση της διενεργηθείσης εκκαθαρίσεως της αφανούς εταιρείας, για την οποία καταρτίστηκε το επίμαχο συμφωνητικό, ταυτόχρονα ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας του εν λόγω συμφωνητικού.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε τα ίδια και απέρριψε το ως άνω αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 291 παρ.2 του Ν 4072/2012 και ως εκ τούτου ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αρθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρθμ.1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-7-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 516/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2022 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ