Legislator Case Law & Legislation
1097/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment for car accident damages due to inadmissible and baseless grounds.

Case Number 1097/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment awarding compensation for car accident damages. The appellant argued that the appellate court violated common sense by rejecting lost income claims and failed to consider a sworn witness deposition. The court rejected these arguments as inadmissible for lacking specific content and baseless because the lower court had explicitly taken the witness statement into account.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify the violated common sense teachings and baseless if the lower court's reasoning on evidence is not contradicted.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal baseless appeal common sense teachings evidence consideration lost income damages witness deposition insurance liability

Cited Legislation

AI generated
Article 681 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1097 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 1097/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε… Μ… του Δ… , κατοίκου Β… , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπήλιο Δεληγιάννη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "G… ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2483/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 220/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-1-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 8-1-2019 και με ειδ. Αριθμό κατάθεσης 20/9-1-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 220/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681 Α ΚΠολΔ).

Με την άνω απόφαση έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και εξαφανίσθηκε η υπ'αριθμ. 2483/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθως το Εφετείο κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ'ουσία την ένδικη από 16-2-2015 αγωγή, την οποία δέχθηκε, κατά ένα μέρος και α) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των επτακοσίων ενενήντα τριών (793) € και β) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων (3000) €, όλα δε τα προαναφερθέντα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής. Η ανωτέρω αναίρεση του ενάγοντος (υπό κρίση) είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της.

Από το άρθρο 932 AK προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενού ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει, τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη, κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το Δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 3, 4/2017).

Τέλος, ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 550 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ενώ κατά το εδ. β' της πιο πάνω διάταξης, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρεί την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό που προτάθηκε και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1997) είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (ΟλΑΠ 11/1996).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338 έως 341 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι.

Κατά τον αριθμ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφασή του για άμεση απόδειξη και ποια για έμμεση.

Η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του άνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη λόγου αναιρέσεως (Ολ ΑΠ 2/2008). Θεωρείται δε ότι το αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει και προσκομισθεί εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο. Εάν το Δικαστήριο παραβιάσει την υποχρέωσή του αυτή, δεν συνεκτιμήσει δηλαδή όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 83/2016) ιδρύεται ο λόγος εκ του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ύστερα από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των νομίμων επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 1-6-2013 και περί ώρα 14.40, στην Η… Α… και στη συμβολή των οδών Σ… Β..

και Μ. Α… , έλαβε χώρα οδικό τροχαίο ατύχημα, μεταξύ του με αρ.κυκλ.-… . αυτ/του, που οδηγούσε ο Γ… Π…. και ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και της με αρ. κυκλ. Ι-… δίκυκλης μοτ/τας, που οδηγούσε ο ενάγων. Το παραπάνω ατύχημα έλαβε χώρα κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες:

ο ενάγων εκινείτο επί της οδού Σ… Β…. , η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λουρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και έχει πλάτος οδοστρώματος … , με κατεύθυνση από Υ… προς τη Λ. Β… , στο ύψος που η ανωτέρω οδός Σ… Β… διασταυρώνεται κάθετα με την οδό Μ. Α… . Ο οδηγός Γ… , εκινείτο επί της οδού Μ. Α… , η οποία είναι επίσης διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και έχει πλάτος οδοστρώματος 9,40μ., με κατεύθυνση από πλατεία Π… Π… Γ… προς Α… , στο ύψος που η ανωτέρω οδός Μ.

Α… διασταυρώνεται κάθετα με την οδό Σ… Β… , έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα την οδό Σ… Β… , προκειμένου να κατευθυνθεί, όπου ανωτέρω. Σημειωτέον ότι στην διασταύρωση των ως άνω οδών και ειδικότερα στην πορεία του οδηγού Γ… , υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα κυκλοφορίας με την ένδειξη STOP. Ο οδηγός Γ… όμως, όταν έφθασε στην διασταύρωση των παραπάνω οδών, εισήλθε σ'αυτή χωρίς να διακόψει την πορεία του, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των κινουμένου επί της Σ… Β… οχημάτων, όπως είχε υποχρέωση από την ανωτέρω σήμανση, με αποτέλεσμα να παραβιάσει την προτεραιότητα της μοτ/τας, που οδηγούσε κανονικά στην πορεία του ο ενάγων και ο τελευταίος, προκειμένου να αποφύγει την βέβαιη σύγκρουση με το αυτ-το, να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό αριστερά, να εκτραπεί και επιπέσει στο οδόστρωμα, με συνέπεια την πρόκληση υλικών ζημιών στη μοτ/τα του και τον τραυματισμό του.

Από τις προαναφερόμενες συνθήκες του ατυχήματος, προκύπτει ότι αυτό οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Γ… , ο οποίος δεν διέκοψε την πορεία του πριν εισέλθει στην επίδικη διασταύρωση και δεν παραχώρησε προτεραιότητα, όπως όφειλε, στο κινούμενο στην ανωτέρω οδό Σ.. Β… όχημα του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να συμβεί το επίδικο ατύχημα όπως κρίθηκε και από την εκκαλουμένη απόφαση και για την κρίση της αυτή δεν βάλλεται η τελευταία.

Από την παραπάνω σύγκρουση η μοτ/τα του ενάγοντος, υπέστη ζημίες για την αποκατάσταση τον οποίων απαιτείται για την αγορά ανταλ/κών ήτοι μούτρο-κάτω μέρος, πλαϊνό ποδιάς (αριστερά), φρίδι ουράς(πίσω μέρος), μάσκα φαναριού(εμπρός), καρίνα(αριστερά), καρίνα(δεξιά), καπάκι μοτέρ πλαστικό και για εργασία επισκευών συνολικά το ποσό των 603 ευρώ (βλ.

την από 15-6-2013 προσφορά επισκευής της Π… κ. ΣΙΑ EE). Αποδείχτηκε επίσης ότι εξ αιτίας της πτώσης του ενάγοντος στο οδόστρωμα και της τριβής πάνω σ'αυτό, καταστράφηκαν, το μπουφάν και το παντελόνι που φορούσε, αξίας κατά τον χρόνο του ατυχήματος 60 και 30 ευρώ αντίστοιχα, ενώ το κράνος που φορούσε αξίας 100 ευρώ, χάθηκε.

Έτσι ο ενάγων ζημιώθηκε από την αιτία αυτή, το συνολικό ποσό των 190 ευρώ. Από την ίδια παραπάνω σύγκρουση ο ενάγων τραυματίστηκε. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Α… Λ… , όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη ρωγμώδες κάταγμα οπισθίου αριστερού σφυρού ποδοκνημικής και χρήζει αναρρωτικής αδείας τεσσάρων (4) εβδομάδων.

Επανεξετάστηκε στο ίδιο νοσοκομείο στις 1-7-2013 και κρίθηκε ότι χρήζει εκ νέου αναρρωτικής αδείας είκοσι (20) ημερών. Πριν από το ένδικο ατύχημα, ο ενάγων εργαζόταν στο Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Νεότητας Α… Κ… της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού του Υπουργείου Αθλητισμού, ως μόνιμος υπάλληλος του κλάδου Δ.Ε., κατηγορίας Διοικητικού.

Επιπλέον, δυνάμει της από … -2012 σύμβασης παροχής υπηρεσιών προπονητή ποδοσφαίρου, η οποία συνήφθη μετάξι ενάγοντος και της Ποδοσφαιρικής Ανώνυμης Εταιρείας με την επί "Π…. ", και η οποία είχε διάρκεια δύο αγωνιστικών περιόδων, 2012-2013 και 2013-2014, με ημερομηνία έναρξης την 10η 10-2012 και λήξης την τελευταία ημέρα της αγωνιστικής περιόδου 2013-2014, ο ενάγουν ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην ως άνω Π.Α.Ε.

υπηρεσίες επαγγελματία προπονητή ποδοσφαίρου, έναντι συνολικής μικτής αμοιβής δέκα τεσσάρων χιλιάδων (14.000) ευρώ, η οποία συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί κατ' έτος, σε δέκα μηνιαίες δόσεις (είκοσι δόσεις συνολικά), ποσού επτακοσίων (700) ευρώ η κάθε μία, εκ των οποίων η πρώτη ήταν καταβλητέα στις 10-10-2012 και η δέκατη στις 10-7-2013, για το πρώτο έτος, η ενδέκατη στις 10-8-2013 και η εικοστή στις 10-7-2014, για το δεύτερο έτος.

Όπως συνομολογείται με την αγωγή, ο ενάγων για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του στην ως άνω Π.Α.Ε., έως την ημέρα του ατυχήματος (1-6-2013), είχε λάβει ως αμοιβή το ποσό των πέντε χιλιάδων εξακοσίων (5.600) ευρώ. Εντούτοις, δεν αποδεικνύεται ότι, λόγω του προαναφερθέντος τραυματισμού του ενάγοντος στο επίδικο ατύχημα, η ως άνω σύμβαση λύθηκε διότι ο τελευταίος δεν μπορούσε να παράσχει τις προαναφερόμενες υπηρεσίες στην ως άνω Π.Α.Ε.

κατά το χρονικό διάστημα από 2-6-2013 μέχρι τις 10-7-2014, όπως ισχυρίζεται, με συνέπεια να απωλέσει την αντίστοιχη αμοιβή του, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει: α) ανικανότητα του ενάγοντος για την παροχή των οφειλομένων υπηρεσιών στην ως άνω ΠΑΕ, το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα. Και είναι βέβαια γεγονός ότι εξ αιτίας του επιδίκου ατυχήματος και του προαναφερθέντος τραυματισμού του, ο ενάγων βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια για χρονικό διάστημα ενός μηνός και 20 ημερών, από την ημέρα του ατυχήματος, όμως το ανωτέρω διάστημα διακόπτονται οι προπονήσεις, όπως βεβαιώνει ο εξετασθείς μάρτυρας της απόδειξης.

Περαιτέρω το γεγονός ότι ο ενάγων συνταξιοδοτήθηκε μετά από την από 31-12-2013 αίτησή του και αποχώρησε για το λόγο αυτό από την εργασία του στο Εθνικό Αθλητικό Κέντρο Νεότητας Α… Κ… της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού του Υπουργείου Αθλητισμού, όπου εργαζόταν, ως μόνιμος υπάλληλος του κλάδου Δ.Ε., κατηγορίας Διοικητικού, δεν δεικνύει ανικανότητα αυτού για εργασία, δεδομένου ότι η ως άνω συνταξιοδότηση έλαβε χώρα, με παραίτηση του ιδίου, καθόσον είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος (βλ.

την προσκομιζόμενη υπ'αρ. … /2014 συνταξιοδοτική πράξη του ΙΚΑ). β) σχετική καταγγελία της ως άνω σύμβασης, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 6 της ως άνω σύμβασης, για την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, απαιτείται η επίδοση σχετικού εγγράφου καταγγελίας από το καταγγέλλον συμβαλλόμενο μέρος.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε επίσημη γραπτή καταγγελία της ανωτέρω συμβάσεως, γιατί οι εκπρόσωποι της ως άνω ΠΑΕ, στα πλαίσια της καλής συνεργασίας που είχαν δέχτηκαν την άτυπη και εν τοις πράγμασι λύση της συμβάσεως αυτής. Κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν ενισχύει τον ανωτέρω ισχυρισμό του ενάγοντος, ούτε άλλωστε αποδεικνύεται αντικατάσταση του, ως προπονητή στην ως άνω ΠΑΕ, με άλλον, λόγω ανικανότητάς του για εργασία.

Συνεπώς, το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, ποσού 5.632,61 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του, έκρινε τα ίδια και απέρριψε, ως κατ'ουσίαν αβάσιμο, το ανωτέρω κονδύλιο απώλειας εισοδήματος, αν και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται όπως ανωτέρω, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα, που ισχυρίζεται ο εκκαλών, με τον τρίτο λόγο της κρινομένης εφέσεως, κρίνονται αβάσιμα και ο σχετικός λόγος απορριπτέος.

Τέλος, εν όψει των συνθηκών που έγινε η σύγκρουση, του είδους των ζημιών και σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στον ενάγοντα, του βαθμού του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και επομένως πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των παραπάνω στοιχείων κρίνεται εύλογο(αρθ.932 του Α.Κ.). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του. έκρινε τα ίδια και επιδίκασε στον ενάγοντα για χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ανωτέρω ποσό, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που ισχυρίζεται ο εκκαλών, με τον τέταρτο λόγο της κρινομένης εφέσεως, κρίνονται αβάσιμα και ο σχετικός λόγος απορριπτέος.

Πρέπει κατά συνέπεια να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η τρίτη εναγόμενη αυτής της αγωγής, να καταβάλει στον ενάγοντα, 793 ευρώ (603+190) με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής, προσέτι δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της ιδίας εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το αιτούμενο κονδύλιο του ενάγοντος για την ζημία που υπέστη από την καταστροφή των προσωπικών του αντικειμένων στο ένδικο ατύχημα, έσφαλε περί τη εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο της κρινομένης εφέσεως.

Συνακόλουθα και εφόσον κρίθηκαν βάσιμοι, οι προαναφερόμενοι, πρώτος και δεύτερος λόγος της κρινομένης εφέσεως, η τελευταία, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, στο σύνολο της (δηλ. και ως προς τις διατάξεις και κεφάλαια που δεν μεταρρυθμίστηκαν ούτε εκκαλούνται αλλά θα περιληφθούν στην ενιαία απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για να υπάρχει ένας μόνο τίτλος εκτελέσεως".

Το Εφετείο, όπως ήδη αναφέρθηκε μετά από ολική εξαφάνιση της εκκαλούμενης με αριθμ. 2483/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της ουσίας την ένδικη από 16-2-2015 αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει, υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το ποσό των επτακοσίων ενενήντα τριών (793) ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση της ίδιας εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα το ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Με τις κρίσεις και παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, που καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, στο εύλογο ποσό των 3000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν, στον αναιρεσείοντα, άνω ποσό, δεν είναι καταφανώς κατώτερο από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, ώστε η κρίση του Εφετείου για την επιδίκασή του, να παραβιάζει, κατά την κοινή πείρα, δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση την αρχή της αναλογικότητας ή να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.

Συνεπώς ο πρώτος (1ος) λόγος αναίρεσης (από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, επιδικάζονται στον αναιρεσείοντα το άνω ποσό λόγω ηθικής του βλάβης, αντί του αιτουμένου μεγαλυτέρου ποσού (50.000) ευρώ δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ καθώς και την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον δεύτερο (2ο) λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον (Δ) λόγο της έφεσής του και επίσης ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς που περιέχονταν στον προαναφερόμενο λόγο (Δ της έφεσης) που πρότεινε και επικαλέσθηκε στο Εφετείο αναφορικά με την εκ του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσή του, οι οποίοι ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης που εμπεριέχεται κατά περιεχόμενο στον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα πρώτο λόγο της αναίρεσης, στον οποίο παραθέτει τον τέταρτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον τέταρτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ρητώς με τις αντίθετες περί τούτου παραδοχές.

Σε κάθε περίπτωση ο άνω λόγος (2ος) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. διότι υπό την κατ' επίφαση επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον τρίτο (3ο) λόγο της αναίρεσής του προβάλλει την αιτίαση από τον αριθμ. 1 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ήτοι της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αναφορικά με την απόρριψη από το Εφετείο, του κονδυλίου απώλειας εισοδημάτων του (διαφυγόντων κερδών) που απώλεσε ποσού 5632,61 ευρώ, εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του και εντεύθεν της αδυναμίας του να εργαστεί κατά το χρονικό διάστημα από 2-6-2013 έως 10-10-2014, ως προπονητής ποδοσφαίρου.

Ο προαναφερόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι ανεξαρτήτως της αοριστίας του, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβίασε η πληττόμενη απόφαση, με την κατ' επίφαση επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον τέταρτο (4ο) λόγο αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι, δηλαδή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρά του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία περιεχόταν στα υπ' αριθμ. 2483/2015 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα οποία προσκόμισε με νόμιμη επίκληση στο Εφετείο, προς απόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (θα είχε κάνει δεκτό τον Γ' λόγο της έφεσης του και το σχετικό κονδύλιο της αγωγής απώλειας εισοδήματος κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο (Εφετείο), για να καταλήξει στο πόρισμά του, αναφορικά με την άνω αξίωση του αναιρεσείοντος από το άρθρο 929 ΑΚ έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, αποδεικτικών μέσων, και την ένορκη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα απόδειξης.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και επειδή δεν εκκρεμεί προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα, για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.). Τέλος ο αναιρεσείων που νικήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 180§1, 191§2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-1-2019 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης …/9-1-2019 αίτηση του αναιρεσείοντος, Ε… Μ… κατά της υπ' αριθμ. 220/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία: "G… ", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Οκτωβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ