1097/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1097/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, προκειμένου περί αρνητικής αγωγής ακινήτου, απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1108 παρ.1 εδ.α ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, το οποίο υφίσταται προσβολή, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία προς την ταυτότητά του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1097 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1097/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαϊου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Ζ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 2.Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Μυλωνά.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Μ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Κ. Μ. με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90ΤΠ/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 143/2015 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-7-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παράβαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης.
Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη (Ολ.Α.Π.15/2000).
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Περαιτέρω, προκειμένου περί αρνητικής αγωγής ακινήτου, απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1108 παρ.1 εδ.α ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, το οποίο υφίσταται προσβολή, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία προς την ταυτότητά του.
Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη από 22-1-2010 αρνητική της κυριότητας αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, αν και η περιγραφή στο δικόγραφο αυτής τόσο του μείζονος ακινήτου, όσο και του επίδικου τμήματος αυτού, επί του οποίου υφίσταται η δήθεν διατάραξη της κυριότητας εκ μέρους των αναιρεσειόντων, δεν είναι ακριβής, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας του δικογράφου της.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της εν λόγω αγωγής, που εκτιμάται ως διαδικαστικό έγγραφο από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων εκθέτει σ' αυτήν ότι βρίσκεται στη νομή του επίδικου ακινήτου (αγροτεμαχίου στη θέση … του τοπικού διαμερίσματος … του Δήμου Ερμούπολης της Σύρου, εκτάσεως 965 τ.μ., με ΚΑΕΚ ...
στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου-Ερμουπόλεως, που συνορεύει γύρωθεν ως εξής: από βόρεια - βορειοανατολικά επί πλευράς διαγράμματος … μήκους 25,40 μέτρων και … μήκους 2,60 μέτρων με ιδιοκτησία του πρώτου εκ των εναγομένων Ε. Ζ., από νότια επί πλευράς διαγράμματος … μήκους 38,50 μέτρων με δημοτικό δρόμο …, ενώ επί πλευράς διαγράμματος … μήκους 5,00 μέτρων με συνιδιοκτησία εμού του ενάγοντος, Μ.
Κ. και πρώτου εκ των εναγομένων, από ανατολικά, επί πλευράς διαγράμματος … μήκους 3,50 μέτρων και επί τεθλασμένων πλευρών διαγράμματος … μήκους 4,00 μέτρων, … μήκους 4,80 μέτρων και … μήκους 14,00 μέτρων με την ίδια ανωτέρω συνιδιοκτησία εμού του ενάγοντος, Μ. Κ. και πρώτου εκ των εναγομένων και από δυτικά επί πλευράς διαγράμματος … μήκους 40,80 μέτρων, εν μέρει με ιδιοκτησία Τ.
Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Π., ενώ επί πλευράς διαγράμματος … μήκους 2,50 μέτρων με δημοτικό δρόμο), μέρος της κυριότητας του οποίου από τις 1-7-2009 προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες εναγόμενοι, οι οποίοι γκρέμισαν τμήμα της οροθετικής του εν λόγω ακινήτου ξερολιθιάς, κείμενης στη βόρεια βορειοανατολική τεθλασμένη πλευρά του ακινήτου, μήκους 24,50 μέτρων ύψους 2,00 μέτρων και πάχους 0,50 μέτρων, δηλαδή συνολικής επιφάνειας 49 τ.μ. (24,50 μ.
Χ 2 μ.) και όγκου 24,50 κ.μ. (24,50 μ. Χ 2 μ. Χ 0,50 μ.), με σκοπό να εξαφανίσουν κάθε ίχνος συνόρου του. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή περιέχει τα αξιούμενα από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία για τη δικαστική εκτίμηση αυτής και ως εκ περισσού στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι ''στην αγωγή ενσωματώνεται απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος στο οποίο απεικονίζονται τα όρια του επίδικου ακινήτου'', αφού σ' αυτήν (αγωγή) καθορίζεται σαφώς η θέση στην οποία αυτό βρίσκεται και τα όριά του με τον ως άνω λεπτομερή προσδιορισμό, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του, το γεγονός δε ότι η περιγραφή του γίνεται με βάση την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα, που δεν ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής, δεν καθιστά αυτήν αόριστη.
Επίσης, το ορισμένο της αγωγής αυτής δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι στο ιστορικό της η διάσταση της πλευράς Ε. Π. του επίδικου ακινήτου αναγράφηκε ορθώς σε 25,40 μ. ενώ στο αιτητικό, λόγω αναριθμητισμού, αναγράφηκε ανακριβώς σε 24,50 μ. Επομένως, το Εφετείο, μη απορρίπτοντας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του την κρινόμενη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της ως προς την περιγραφή του επίδικου τμήματος και του μείζονος ακινήτου του ενάγοντος, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, το οποίο είχαν παραδεκτώς προβάλλει ως εναγόμενοι στην πρωτοβάθμια δίκη προς απόκρουση της αγωγής και επανέφεραν στη δευτεροβάθμια δίκη ως εκκαλούντες, με σχετικό λόγο έφεσης, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται σ' αυτήν η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρ. 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τόσο στην περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου όσο και στην περίπτωση καταστροφής ή φθοράς πράγματος.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης που προκλήθηκαν.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη. Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία.
Εξάλλου, πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, τη συγκεκριμένη ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη.
Τέλος, οι ειδικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της ηθικής βλάβης, όπως είναι η έκταση της βλάβης του παθόντος (κόστος κατασκευής κλπ.), η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση καθώς και οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως του υπαιτίου κλπ., αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες).
Δηλαδή δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (Ολ.Α.Π. 18/1998).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Για να ιδρύεται όμως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ότι σ' αυτήν εκτίθεται ότι ο τελευταίος επικαλέσθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος, κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, συνιστάμενη στο ότι ο δεύτερος απ' αυτούς κατόπιν εντολής του πρώτου, ιδιοκτήτη όμορου ακινήτου στη βόρεια-βορειοανατολική πλευρά προς το επίδικο ακίνητο, κατεδάφισε στις 1-7-2009 ολοσχερώς την πέτρινη ξερολιθιά, που αποτελούσε το κοινό όριο των εν λόγω ιδιοκτησιών, με σκοπό την εξαφάνιση του ορίου μεταξύ των δύο αυτών ιδιοκτησιών και την εμφάνιση ενός ανύπαρκτου στην πραγματικότητα δημοτικού δρόμου, ο οποίος θα καταλάμβανε μέρος της ιδιοκτησίας του ενάγοντος.
Ότι με τις παράνομες και έκνομες δραστηριότητες, που άσκησαν με δόλο σε βάρος της ιδιοκτησίας του, προκάλεσαν σ' αυτόν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας εύλογο κρίνεται το ποσό των 3.000 ευρώ για τον καθένα, ενόψει του μεγέθους του πταίσματος αυτών, του προκλητικού τρόπου με τον οποίο ενήργησαν και έβλαψαν την περιουσία και την ψυχική του γαλήνη και ισορροπία και της οικονομικής και κοινωνικής τους κατάστασης και θέσης και της αντίστοιχης δικής του.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε με την ένδικη αγωγή του να υποχρεωθούν, εις ολόκληρον, οι εναγόμενοι να του καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το ανωτέρω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με το περιεχόμενο αυτό, η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ στοιχεία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων και συγκεκριμένα σαφώς περιγράφεται σ' αυτήν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, η υλική ζημία, αλλά και η ηθική βλάβη, που προκάλεσε στον ενάγοντα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης πράξης που μετήλθαν από κοινού οι εναγόμενοι και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο έκρινε με τον ίδιο τρόπο και απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε επαρκώς ορισμένη την ένδικη αγωγή κατά το σχετικό κεφάλαιό της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στηριζόμενο στην αδικοπραξία, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, όπως τούτο είχε ζητηθεί πρωτοδίκως και με λόγο εφέσεως, και είναι έτσι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα δε, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ.Α.Π.25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (Ολ.Α.Π.3/1997, 469/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη του τους προβληθέντες με τους τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων : α) ότι ακόμη και εάν ήθελαν γίνουν δεκτοί στο σύνολό τους οι ισχυρισμοί του αντιδίκου περί της κυριότητας της επίδικης ξερολιθιάς και της μη ύπαρξης του επίδικου δρόμου τότε το ακίνητό του θα συνόρευε βορείως εν μέρει με ιδιοκτησία του πρώτου από εμάς σε μήκος 16,20 μ.
και εν μέρει με ιδιοκτησία της Α. Λ. με ΚΑΕΚ ... σε μήκος 9,20 μ. και β) ότι εμπρός από την ιδιοκτησία της Λ., σε αυτήν ακριβώς την έκταση, η οποία δήθεν είναι ιδιοκτησίας του αντιδίκου, ο επίδικος δημοτικός δρόμος είναι τσιμεντοστρωμένος και ο αντίδικος έχει τοποθετήσει την περίφραξη του ακινήτου του, ακριβώς πίσω από το δρόμο.
Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, και ως προς τις δύο αιτιάσεις, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενοι πιο πάνω ισχυρισμοί, που τον στηρίζουν, δεν συνιστούν ισχυρισμούς κατά την έννοια του αρ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., δηλαδή ''πράγματα'', αλλά άρνηση της ένδικης αρνητικής αγωγής κυριότητας και απλά πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων στα πλαίσια άρνησης αυτής.- Από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 338 και 432 του ίδιου Κώδικα ως αποδεικτικά μέσα και μπορεί να είναι είτε ιδιωτικά, είτε δημόσια και να χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Επομένως, δεν αποτελούν έγγραφα με την έννοια των παραπάνω άρθρων εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το σχεδιάγραμμα που την συνοδεύει, τα πρακτικά συνεδριάσεως, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων, καθώς και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται με αίτηση των διαδίκων, τα οποία φέρουν χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως του άρθρου 390 ΚΠολΔ ή οι πίνακες και τα τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις πράξεις εφαρμογής απαλλοτριώσεως ή τα ΚΑΕΚ του Κτηματολογίου, αφού αυτά έχουν ομοίως χαρακτήρα γνωμοδοτήσεως των αρμόδιων και εχόντων ειδικές γνώσεις οργάνων των εν λόγω δημοσίων υπηρεσιών (Α.Π.634/2016).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ., εγγράφου, αλλά πρέπει επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π.190/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με αιτιάσεις του τέταρτου λόγου της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο κατά την απόδειξη του περί κυριότητας του επίδικου ακινήτου ισχυρισμού καθώς και της ταυτότητας και των ορίων του, "παραμόρφωσε προδήλως το περιεχόμενο του κτηματολογικού διαγράμματος που ενσωματώνεται στην αγωγή του αντιδίκου, ήτοι το απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του ακινήτου του με ΚΑΕΚ ..., κάνοντας δεκτό :
α) ότι η περιγραφή των ορίων του επίδικου ακινήτου (όπως αυτή γίνεται στην αγωγή του) ταυτίζεται και αποδεικνύεται από το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου και β) ότι το ακίνητο ιδιοκτησίας του αντιδίκου με ΚΑΕΚ ... συνορεύει βόρεια-βορειοανατολικά σε πλευρά 25,40 μέτρων, μόνο με το ακίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου από εμάς με ΚΑΕΚ ..., και κατέληξε σε πόρισμα διαμετρικά αντίθετο προς το περιεχόμενο του ανωτέρω δημοσίου εγγράφου, αγνοώντας το πραγματικό περιεχόμενο αυτού''.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί αναφέρεται σε αποδεικτικό μέσο, το οποίο δεν αποτελεί "έγγραφο" κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια, ώστε να υπόκειται σε παραμόρφωση, κατά την έννοια της ερευνώμενης διάταξης, ενώ, εξάλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το πόρισμά του, ως προς τα ως άνω ζητήματα στο έγγραφο αυτό, αλλά απλώς το συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, την υπ' αριθμ. .../19-4-2012 ένορκη βεβαίωση του Γ.
Μ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σ. Λ. και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και το ως άνω έγγραφο, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' ΚΠολΔ., περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ.). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, η οποία κατά το άρθρο 352 παρ.2 ΚΠολΔ εκτιμάται ελεύθερα, από έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.), ενώ, εξάλλου, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ., αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με το λόγο αναίρεσης, συνάγεται ομολογία (Α.Π 114/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου, που περιέχεται στο από 1-11-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό-προσύμφωνο, συνταχθέν μεταξύ αυτού και της δικαιοπαρόχου του πρώτου αναιρεσείοντος, στο οποίο ομολογείται απ' αυτόν (αναιρεσίβλητο) το βάσιμο του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι το επίδικο ακίνητο δεν υπήρξε ποτέ όμορο με το ακίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσείοντος με ΚΑΕΚ ...
καθώς διαχωρίζονταν από κοινόχρηστο δρόμο καθώς και ότι επίδικος τοίχος από ξερολιθιά υπήρξε, ανέκαθεν και μέχρι την παραχώρησή του στην κοινή χρήση από την Ε. Μ., το όριο της ιδιοκτησίας του πρώτου αναιρεσείοντος, και ότι αυτοί επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου την επίμαχη εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου, η οποία είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, σχετικά με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό τους.
Όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία διαλαμβάνεται ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έγινε εκτίμηση από το Εφετείο, εκτός των άλλων, και "των εγγράφων, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι'', σε συνδυασμό με το αιτιολογικό αυτής, δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ότι δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο το ως άνω έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, εξώδικη ομολογία του αναιρεσίβλητου.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφο, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το ανωτέρω έγγραφο, από το οποίο, κατά τον αναιρετικό λόγο, συνάγεται εξώδικη ομολογία.
Συνεπώς, ο ανωτέρω πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, 42/2002).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου, από τον αρ.11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος, για την απόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους, τα ακόλουθα, νομίμως προσκομισθέντα απ' αυτούς μετ' επικλήσεως στον πρώτο βαθμό και επαναφερθέντα νόμιμα, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ.,στο δεύτερο βαθμό, έγγραφα, ήτοι :
α) το από Μαρτίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα και σκαρίφημα γεωμετρικών μεταβολών του μηχανικού δομικών έργων Λ. Β., β) το από 11-8-1980 τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού Σ. Ρ. και το υπ' αριθμ. …/1980 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ερμουπόλεως Ε. Χ., γ) τις υπ' αριθμ. …/1981, …/1988 και …/1994 οικοδομικές άδειες επ' ονόματι Α.
Λ., δ)τις υπ' αριθμ. …/1999 και …/1995 οικοδομικές άδειες επ' ονόματι Ε. Ζ. του Π. και ε) τρεις φωτογραφίες (αναφερόμενες ως σχετικά 29, 30 και 31 στις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου), από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική βασιμότητα του συναφούς λόγου της εφέσεως των αναιρεσειόντων, κατά τον οποίο το πιο πάνω ακίνητο του πρώτου αναιρεσείοντος δεν ήταν ποτέ όμορο με το επίδικο ακίνητο, αλλά διαχωριζόταν πάντοτε από αυτό με κοινοτικό δρόμο.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (12η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι, δημόσια και ιδιωτικά,...μεταξύ των οποίων φωτογραφίες, που εξομοιώνονται με έγγραφα", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται ρητή αναφορά σε κάποια από τα έγγραφα αυτά (σελίδα 22), δεν καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και την απόρριψη των περιεχομένων στον επικαλούμενο λόγο εφέσεως ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.
Η άποψη των τελευταίων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013).
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί της μη ύπαρξης του επικαλούμενου από τους αναιρεσείοντες κοινόχρηστου δρόμου, στην οποία εσφαλμένα κατέληξε κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν και επιπλέον αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και σε ανάπτυξη απόψεών τους, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού τους.- Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο της νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση δε νομής προκειμένου για ακίνητο συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω στο πράγμα που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει ως δικό του. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η φύλαξη, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Τη συνδρομή του στοιχείου της καλής πίστης συνάγει ο δικαστής εκ του πράγματος και η κρίση του ότι η νομή ασκήθηκε με καλή πίστη είναι πλήρης και ορισμένη, εμπεριέχουσα καθεαυτή και χωρίς άλλη επεξήγηση την κοινώς κρατούσα έννοιά της κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
Α.Π. 15/2006, 1/1999, 12/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ":Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "…" στο … Σύρου, εκτάσεως 981 τ.μ.
σύμφωνα με το απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, το οποίο φέρει ΚΑΕΚ .... Το εν λόγω ακίνητο απεικονίζεται στο προσαρτώμενο στον ως άνω τίτλο κτήσης από Ιουνίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Φ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ..., συνορεύει βόρεια- βορειοανατολικά, επί πλευράς … μήκους 25,40 μέτρων και … μήκους 2,60.μέτρων, με ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου (ακίνητο με ΚΑΕΚ ...), νότια, επί πλευράς … μήκους 38,50 μέτρων, με δημοτικό δρόμο …, ενώ επί πλευράς … μήκους 5,00 μέτρων με συνιδιοκτησία του ενάγοντος, Μ.
Κ. και πρώτου εναγομένου (ακίνητο με ΚΑΕΚ ...), ανατολικά, επί πλευράς, … μήκους 3,50 μέτρων και επί πλευρών διαγράμματος … μήκους 4,00 μέτρων, … μήκους 4,80 μέτρων και … μήκους 14,00 μέτρων, με την ίδια ανωτέρω συνιδιοκτησία του ενάγοντος, Μ. Κ. και πρώτου εναγομένου (ακίνητο με ΚΑΕΚ ...), και τέλος, δυτικά, επί πλευράς … μήκους 40,80μέτρων, εν μέρει με ιδιοκτησία Τ.
Κ. (ακίνητο με ΚΑΕΚ ...), και εν μέρει με ιδιοκτησία Ε. Π. (ακίνητο με ΚΑΕΚ ...), ενώ επί πλευράς … μήκους 2,50 μέτρων με δημοτικό δρόμο. Ο ενάγων το απέκτησε από τον πατέρα του Δ. Μ. του Ν. δυνάμει του με αριθμό .../1988 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου Μ. Ι. Τ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης,.
Στον άμεσο δικαιοπάροχο του ενάγοντος είχε περιέλθει το ανωτέρω ακίνητο σε μείζονα έκταση δυνάμει του με αριθμό .../19.6.1965 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ. Π., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης, από τη Φ.
θυγ. Φ. Λ. χήρας Ι. Ρ. (ή Μ.). Στην τελευταία δε η μείζονα αυτή έκταση, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο είχε περιέλθει, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../25.3.1964 δημόσιας διαθήκης, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Ερμούπολης Μ. Π., η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθμ. …/8.4.1964 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Σύρου, από τον αποβιώσαντα στις 30.3.1964 σύζυγό της Ι.
Ρ. (ή Μ.) του Α.. Την ως άνω διαθήκη η εγκατάστατη κληρονόμος αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../9.6.1965 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο …και υπό αύξοντα αριθμό …των ιδίων ως άνω βιβλίων μεταγραφών. Τέλος, η μείζονα αυτή έκταση είχε περιέλθει στον απώτατο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου Ι.
Ρ. (ή Μ.) του Α. τμηματικά, και δη, ένα τμήμα αυτής, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../9.7.1932 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Κ., και το υπόλοιπο τμήμα αυτής, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../31.12.1935 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Γ. Α., τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα στους τόμους …και …και υπό αύξοντες αριθμούς …και …, αντίστοιχα, των ιδίων ως άνω βιβλίων μεταγραφών.
Από την άλλη πλευρά, ο πρώτος εναγόμενος είναι κύριος ενός αγροτικού ακινήτου, εκτάσεως 1.179 τ.μ. σύμφωνα με το απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, το οποίο βρίσκεται στη θέση "…", έχει λάβει ΚΑΕΚ .... Αυτός το απέκτησε από την Ε. σύζυγο Α. Μ., το γένος Μ. Λ. δυνάμει του με αριθμό .../1991 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου Ε.
Γ. Σ., συζύγου Α. Β., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο …και με αριθμό …των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης. Το ακίνητο αυτό απεικονίζεται στο από Νοεμβρίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ζ. Μ. υπό τον διακριτικό αριθμό …, περιμετρικά υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία … και συνορεύει βόρεια επί πλευράς … συνολικού μήκους σαράντα μέτρων και πενήντα εκατοστών (40,50 μ) με ιδιοκτησία Δ.
Μ., ανατολικά επί πλευράς … μήκους τριάντα δύο μέτρων και τριάντα εκατοστών (32,30 μ) με ιδιοκτησία Γ. Μ. και επί πλευράς … μήκους δεκαοκτώ μέτρων και δέκα εκατοστών (18,10 μ) με ιδιοκτησία Α. Ρ., νότια - νοτιοδυτικά επί πλευράς … συνολικού μήκους είκοσι πέντε μέτρων (25,00 μ) εν μέρει με κοινοτική οδό και εν μέρει με οικοπεδική έκταση επικοίνου φρέατος ("πηγαδότοπο") συνιδιοκτησίας των εναγομένων και των κληρονόμων Δ.
Μ. και επί πλευράς … μήκους δεκαέξι μέτρων και σαράντα εκατοστών (16,40 μ) με ιδιοκτησία Α. Α. και από βόρεια - βορειοδυτικά επί πλευράς … μήκους δεκαεπτά μέτρων και πενήντα εκατοστών (17,50 μ) με ιδιοκτησία Α. Α.. Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι τόσο ο εφεσίβλητος (ενάγων), όσο και οι δικαιοπάροχοι του τουλάχιστον από το 1932 ασκούσαν στο εν λόγω ακίνητο (ως τμήματος άλλοτε μείζονας έκτασης), φυσική εξουσία με εμφανείς υλικές πράξεις νομής και συγκεκριμένα τόσο ο πατέρας του εφεσίβλητου Δ.
Μ., όσο κι η δικαιοπάροχος του Φ. θυγ. Φ. Λ. αλλά και ο απώτατος δικαιοπάροχος του Ι. Ρ. (ή Μ.) καλλιεργούσαν στο γόνιμο μέρος αυτού αμπελώνα και διάφορα κηπευτικά και προέβαιναν στην συγκομιδή των καρπών του. Μάλιστα και ο ίδιος ο ενάγων προέβαινε στις πράξεις αυτές επιβοηθούμενος από το γιό του Δ. όσο και το γαμπρό του Φ.
Σ.. Ο απώτατος δεν δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου Ι. Ρ. ή Μ., προέβη εντός του επιδίκου στην κατασκευή ενός οικίσκου για την αποθήκευση γεωργικών εργαλείων και αγροτικών προϊόντων, αλλά και για την εγκατάσταση εντός αυτού μηχανής αντλήσεως ύδατος, για άντληση ύδατος από το παρακείμενο πηγάδι, τα οποία (οικίσκο και αντλιομηχανή) στη συνέχεια χρησιμοποιούσε τόσο ο άμεσος δικαιοπάροχος του όσο κι ό ίδιος για τους ίδιους σκοπούς.
Ο δικαιοπάροχος δε του εφεσίβλητου προέβη στην σύσταση δουλείας διόδου σε βάρος του επιδίκου ακινήτου και υπέρ του όμορου προς ανατολή αγροτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., συνιδιοκτησίας του εφεσίβλητου (ενάγοντος), της Μ. Κ. και του πρώτου των εκκαλούντων (εναγομένων). Επίσης ο εφεσίβλητος προέβη στην ακριβή τοπογράφηση του επιδίκου ακινήτου, στη δήλωση του στις αρμόδιες αρχές και στην αρμόδια υπηρεσία του Εθνικού Κτηματολογίου, ενώ προέβαινε στην καταβολή των εκάστοτε φόρων και τελών που το επιβάρυναν.
Περαιτέρω, τόσο ο εφεσίβλητος όσο και οι δικαιοπάροχοι του προέβαιναν στην συντήρηση και επισκευή των οριοθετικών πέτρινων ξερολιθιών του επιδίκου, το οποίο ήταν περιφραγμένο με πέτρινη ξερολιθιά, και εξ αυτού του λόγου σαφώς διαχωρισμένου από τις όμορες ιδιοκτησίες αλλά και από τα άλλα τεμάχια (κήπους) της ίδιας άλλοτε μείζονας έκτασης.
Μάλιστα, η οριοθετική πέτρινη ξερολιθιά, η εκτεινόμενη κατά μήκος της υπό στοιχεία … του παραπάνω διαγράμματος βόρειας - βορειοανατολικής πλευράς του αγροτεμαχίου μου, χρησιμοποιούταν παλαιόθεν ως υδραγωγός ("σωληνάρι") για τη μεταφορά του νερού, μέσω αυλακωτού κοιλώματος στην κορυφή της (λουκιού), από το προαναφερόμενο πηγάδι του όμορου ακινήτου προς τις παρακείμενες δεξαμενές νερού, για το πότισμα των καλλιεργειών των παρακείμενων χωραφιών.
Γι' αυτό δε το λόγο είχε κατασκευασθεί αυτή η βόρειο - βορειοανατολική ξερολιθιά υψηλότερη (2,00 μέτρα) σε σχέση με την χαμηλότερη (0,60 μέτρα) ξερολιθιά των άλλων πλευρών του επιδίκου. Μάλιστα, επειδή το οικόπεδο του εφεσίβλητου βρίσκεται κατά 0,70μ. υψηλότερα από το ακίνητο του πρώτου των εκκαλούντων, η επίδικη ξερολιθιά συγκρατούσε το έδαφος του ακινήτου του και γι' αυτό το λόγο αυτός και οι δικαιοπάροχοί του την συντηρούσαν προκειμένου να επιτελεί το σκοπό της κατασκευής της.
Τα τελευταία δε χρόνια, λόγω της καταστροφής του λουκιού αυτού, χρησίμευσε απλά για τη στήριξη και τοποθέτηση επάνω σ' αυτήν σιδερένιων ή και πλαστικών σωλήνων για τη μεταφορά του νερού από το πηγάδι προς τις αγροτικές καλλιέργειες του επιδίκου και άλλων ακινήτων. Επίσης αποδείχθηκε ότι η επίδικη αυτή ξερολιθιά ήταν συνέχεια - προέκταση του εξωτερικού τοίχου του εντός της άνω ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου οικίσκου, είχε δε χτιστεί με το ίδιο είδος πέτρας και με την ίδια τεχνοτροπία, μέσω δε αυτής διοχετευόταν το νερό του πηγαδιού, που αντλούνταν από τη μηχανή που βρισκόταν εντός του παραπάνω οικίσκου, στις γειτονικές δεσπόζουσες αρδευόμενες ιδιοκτησίες, πάνω σ' αυτή είχαν τοποθετηθεί (από το 1988 τουλάχιστον) σωλήνες μεταφοράς νερού από τον εφεσίβλητο χωρίς ποτέ να τον ενοχλήσει ο πρώτος των εκκαλούντων ούτε η δικαιοπάροχός του.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η λωρίδα γης (ιδιωτικός δρόμος, μονοπάτι), η οποία φαίνεται και σ' αυτά να οριοθετείται βόρεια με την επίδικη πέτρινη ξερολιθιά και νότια με τον υπάρχοντα μέχρι και σήμερα καλαμιώνα δεν ήταν άλλο από τη δουλεία διόδου (πλάτους 2,50 μ.) σε βάρος του ακινήτου του εκκαλούντος προς το ακίνητο όπου υπήρχε πηγάδι (πηγαδότοπο) με ΚΑΕΚ ..., η οποία υπήρχε τουλάχιστον από το έτος 1930, η οποία ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε ή αντιμετωπίστηκε ως κοινόχρηστος δρόμος, αλλά από πολύ παλιά μέχρι και σήμερα χρησιμοποιείτο ως δουλεία διόδου από τους συγκεκριμένους διακαιούχους αντλήσεως ύδατος από το προαναφερόμενο πηγάδι.
Αυτή η λωρίδα γης χρησιμοποιούνταν από τον Ι. Ρ. ή Μ. απώτερο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου ως τμήμα του μείζονος χωραφιού του, αφού επ' αυτής της λωρίδας γης ο τελευταίος είχε φυτεύσει μία συκιά και ροδιές, τις οποίες ο ίδιος τις φρόντιζε και συνέλεγε τους καρπούς τους, πράγμα που συνέχισαν οι διάδοχοι του στον ακίνητο μεταξύ των οποίων και ο εφεσίβλητος και τη θεωρούσαν αναπόσπαστο τμήμα της ιδιοκτησίας τους.
Όλες οι άνω πράξεις νομής εκ μέρους του εφεσίβλητου (ενάγοντος) και των δικαιοπαρόχων τους είτε αυτοπροσώπως είτε δι' άλλων γίνονταν με διάνοια κυρίου και ήταν δηλωτικές της θέλησης εξουσιάσεως του επιδίκου ακινήτου, την νομή του οποίου αυτοί δεν απώλεσαν, αφού δεν είναι απαραίτητη για την άσκηση αυτής η συνεχής φυσική εξουσίαση του πράγματος.
Περαιτέρω, οι εκκαλούντες ισχυρίστηκαν ότι μεταξύ της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου με ΚΑΕΚ ... και αυτής του πρώτου των εκκαλούντων με ΚΑΕΚ ... υπάρχει κοινόχρηστος δημοτικός δρόμος ο οποίος έχει αφεθεί στην κοινή χρήση από αμνημονεύτων ετών και ότι επίδικη ξερολιθιά αποτελούσε δήθεν τμήμα της ιδιοκτησίας του πρώτου των εκκαλούντων και παραχωρήθηκε στην κοινή χρήση (δυνάμει της υπ' αριθμ.
…/1991 δήλωσης παραχώρησης λωρίδας γης στην κοινή χρήση της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε. Σ.) προς διαπλάτυνση του δήθεν υπάρχοντος αυτού δρόμου Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν συντρέχει καμία από τις ανωτέρω νόμιμες προϋποθέσεις απόκτησης ιδιότητας κοινόχρηστου πράγματος. Άλλωστε, οι εκκαλούντες δεν απέδειξαν ότι η αναφερόμενη στον τίτλο κτήσης του εφεσίβλητου και στο συνοδεύον αυτόν τοπογραφικό διάγραμμα λωρίδα δουλείας διόδου έχει λάβει το χαρακτήρα του κοινόχρηστου πράγματος με την παραγραφή του αμνημονεύτου χρόνου, δηλαδή ότι δήθεν αυτό προϋπήρχε ως κοινόχρηστο επί ογδόντα και πλέον έτη προ του 1946.
Από την από 18.4.2011 έκθεση φωτοερμηνείας του αεροφωτοερμηνευτή Ν. Σ. από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες αεροφωτογραφίες της περιοχής, στις οποίες φαίνεται να υπάρχει μονοπάτι νότια του επιδίκου τοίχου, και οι οποίες είναι των ετών 1978 και μεταγενέστερα, δεν αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω δρόμος απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός χρησιμοποιούνταν ως κοινόχρηστος δρόμος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, συνεχώς, επί δύο γενεές πριν το έτος 1946, η κάθε μία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη.
Επομένως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι στην έκταση που καταλαμβάνει το ακίνητο ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου με ΚΑΕΚ ... περιλαμβανόταν, εκτός άλλων, και η επίδικη πέτρινη ξερολιθιά και ότι υφίσταται δημόσιος ή κοινοτικός δρόμος ανάμεσα στις όμορες ιδιοκτησίες του εφεσίβλητου και του πρώτου των εκκαλούντων που περιλαμβάνει και την παραπάνω ξερολιθιά, η οποία αποτελούσε το όριο μεταξύ των εν λόγω ιδιοκτησιών.
Το ως άνω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι η οδός αυτή παραμένει έως σήμερα αδιαμόρφωτη, δεν είναι ασφαλτοστρωμένη, καταλήγει σε αδιέξοδο χωρίς να οδηγεί σε άλλο δημόσιο κοινόχρηστο χώρο και δεν εξυπηρετεί ευρύτερο κύκλο ανθρώπων, αλλά μόνον συγκεκριμένους ιδιοκτήτες που είχαν δικαίωμα άντλησης ύδατος από το προαναφερόμενο πηγάδι.
Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος του πρώτου των εκκαλούντων είχε προβεί σε πράξεις νομής εντός του επιδίκου και μάλιστα επί μία 20ετία πριν την μεταβίβασή του στον πρώτο των εκκαλούντων, ενώ οι πρώτες πράξεις νομής διάνοια κυρίου επί του επιδίκου του τελευταίου ήταν, όταν τον Ιούλιο του έτους 2009 αυτός, εκμεταλλευόμενος την απουσία του εφεσιβλήτου από την Σύρο, αυθαίρετα και χωρίς κανένα νόμιμο δικαίωμα έδωσε εντολή στο πρώτο των εκκαλούντων να εισέλθει στο ακίνητο του εφεσίβλητου και να γκρεμίσει την επίδικη πέτρινη ξερολιθιά που οριοθετεί το ακίνητο του από το ακίνητο του εφεσίβλητου.
Η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στην κατάθεση του μάρτυρα της απόδειξης, ο οποίος εξαιτίας του ότι από το έτος 1940 εργαζόταν, ως "παραγιός", στην άλλοτε ενιαία και μείζονα έκταση του απώτατου δικαιοπαρόχου του εφεσίβλητου Ι. Ρ. ή Μ., είχε πλήρη γνώση αναφορικά με τους κυρίους των ακινήτων και τους καλλιεργητές των ακινήτων της εν λόγω περιοχής, γνώριζε την νομική και πραγματική κατάσταση του επίδικου ακινήτου (συμπεριλαμβανομένης, και της επίδικης ξερολιθιάς), περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τα χαρακτηριστικά /(ης τελευταίας και ότι ήταν αυτή μέρος του επίδικου ακινήτου, το έδαφος του οποίου συγκρατούσε, δεδομένου ότι μεταξύ του επιδίκου ακινήτου και του όμορου ακινήτου του πρώτου εναγομένου υπήρχε υψομετρική διαφορά περίπου 0,60μ., με το επίδικο και ότι ο πρώτος των εκκαλούντων έδωσε εντολή στο δεύτερο απ' αυτούς να την γκρεμίσει γιατί ήθελε να εμφανίσει το ακίνητο του ως συνορευόμενο με κοινοτικό δρόμο και εξ αυτού του λόγου άρτιο και οικοδομήσιμο.
Επίσης κατέθεσε ότι η οδική διαδρομή μεταξύ της επίδικης ξηρολιθιάς και του καλαμιώνα, που βρίσκεται εντός του ακινήτου του εφεσιβλήτου και παράλληλα με την επίδικη ξερολιθιά ήταν και είναι μέχρι και σήμερα λωρίδα γης του οικοπέδου του εφεσίβλητου που χρησιμοποιείται ως δουλεία διόδου για τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του πηγαδότοπου (ακίνητο με ΚΑΕΚ ...) αλλά και αυτούς που έχουν δικαίωμα δουλείας ύδρευσης από το εν λόγω πηγάδι.
Διευκρίνισε δε ότι αυτή η δουλεία διόδου υπήρχε από παλιά, όταν ακόμη το επίδικο ακίνητο ανήκε, ως τμήμα άλλοτε ενιαίας και μείζονος έκτασης, στον Ι. Ρ. ή Μ., καθώς μεταξύ αυτής της μείζονος έκτασης του Μ. και της μείζονος έκτασης των αδελφών Λ. (τμήμα της οποίας αποτελεί το οικόπεδο του πρώτου των εκκαλούντων) ουδέποτε παρεμβάλλονταν δρόμος.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος της ανταπόδειξης Μ. Μ., αδελφής του πρώτου των εκκαλούντων, η οποία επιβεβαίωσε ότι το πλάτος της λωρίδας γης μεταξύ της επίδικης ξερολιθιάς και του καλαμιώνα ανερχόταν σε δυόμιση (2,50) μέτρα και ότι χρησιμοποιούταν ως δίοδος προς τον παρακείμενο πηγαδότοπο, ενώ αυτή δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί στα συμβόλαια της μητέρας της, δικαιοπαρόχου του πρώτου των εκκαλούντων, αναφέρεται η ύπαρξη δικαιώματος διαβάσεως από το επίδικο ακίνητο στον παρακείμενο πηγαδότοπο, (πρόκειται για ρητή αναφορά στην επίδικη δουλεία διόδου), ενώ δεν αναφέρεται η ύπαρξη κανενός δημόσιου δρόμου.
Η υπ' αριθμ. 56ΤΠ/1997 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί διαφοράς μεταξύ της τότε ενάγουσας, Μ. Ρ. και του εφεσίβλητου, με την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας της τελευταίας επί ακινήτου εμβαδού 360 τ.μ. το οποίο (ακίνητο) αποτελούσε τμήμα της άλλοτε ενιαίας έκτασης του απώτερου δικαιοπαρόχου Ι.
Ρ. ή Μ., (δεν επέκτεινε την κρίση του στην ύπαρξη ή μη του δρόμου αυτού, ούτε στον κοινόχρηστο η μη λόγω αμνημονεύτου αρχαιότητας χαρακτήρα του). Το γεγονός δε ότι, προκειμένου να καταλήξει στην ανωτέρω διάγνωση του, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το συνοδεύον την υπ' αριθμ. …/1996 έκθεση πραγματογνωμοσύνης από έτους 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν.
Λ., στο οποίο αποτυπώνεται ότι η άλλοτε μείζονα ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου του εφεσίβλητου, Ι. Ρ. ή Μ., δήθεν διαχωριζόταν με δρόμο από την άλλοτε ενιαία ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων του πρώτου εναγομένου, Ι. και Μ. Λ., δεν σημαίνει ότι παρήχθη δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 322 Κ.Πολ.Δ., σχετικά με την ύπαρξη αυτού του δρόμου και κατ' επέκταση τον κοινόχρηστο χαρακτήρα αυτού, γιατί η κρίση του Δικαστηρίου δημιούργησε δεδικασμένο μόνο ως προς το ουσιαστικό δικαίωμα, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο της δίκης, για το οποίο υποβλήθηκε αίτηση παροχής έννομης προστασίας, (αυτό της κυριότητας της ενάγουσας επί συγκεκριμένου ακινήτου) και όχι ως προς ζητήματα που χωρίς ανάγκη κρίθηκαν πλεοναστικά όπως ο χαρακτήρας του επίδικου δρόμου.
Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα έγγραφα που προσκομίζονται από τους διαδίκους και συγκεκριμένα από το υπ' αριθμ. .../23.9.1968 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ. Π.,το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου ο πατέρας και άμεσος δικαιοπάροχος του εφεσίβλητου, Δ.
Μ., πούλησε στον Γ. Δ. ή Λ. του Τ., ένα τμήμα της άλλοτε μείζονος έκτασης του, το οποίο αντιστοιχεί στο ακίνητο που σήμερα φέρει ΚΑΕΚ ... και το οποίο στο ανωτέρω συμβόλαιο περιγράφεται ως συνορευόμενο "από βορειοδυτικά με δημόσιο δρόμο (δηλαδή, την κύρια κοινοτική οδό, που οδηγεί προς την παραλία της …), από ανατολικά με το υπόλοιπο κτήμα - κήπον του πωλητού και από βορρά με ιδιωτικό δρόμο του πωλητή και άλλων συγκυρίων του ιδιωτικού τούτου δρόμου".
Από την ανωτέρω περιγραφή είναι ολοφάνερο ότι ο δρόμος που υπάρχει βόρεια του εν λόγω ακινήτου και που οδηγεί στο επίδικο ακίνητο δεν ήταν κοινόχρηστος δρόμος αλλά αντιθέτως, ήταν ιδιωτικός και, μετά την ανωτέρω αγοραπωλησία του δυτικού άκρου τμήματος της άλλοτε μείζονος έκτασης, χρησιμοποιούνταν από τον άνω πωλητή για τη μετάβαση του από κύριο κοινοτικό δρόμο της περιοχής … προς το εναπομένον (μη πωληθέν) τμήμα της ιδιοκτησίας του.
Περαιτέρω, η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δυνάμει των οποίων η άμεση δικαιοπάροχός του Ε. Μ., το γένος Μ. Λ., είχε αποκτήσει την κυριότητα μιας μείζονος και ενιαίας έκτασης, την οποία κατάτμησε και τα μεταβίβασε σε άλλους (δύο τμήματα της οποίας αποτέλεσαν την έκταση που μεταβίβασε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο στο πρώτο των εκκαλούντων), και ειδικότερα από το υπ' αριθμ.
…/2.4.1969 συμβόλαιο διανομής του τότε συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ν. Σ. και το υπ' αριθμ. …/1969 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα, από τα οποία προκύπτει ότι η άλλοτε άλλοτε μείζονα έκταση της άμεσης δικαιοπαρόχου του πρώτου των εκκαλούντων (τμήμα της οποίας αποτελούσε η ιδιοκτησία του τελευταίου με ΚΑΕΚ ...), ουδέποτε συνόρευε με κοινόχρηστο δρόμο, αλλά, αντίθετα, ανέκαθεν συνόρευε - εφάπτονταν- με την άλλοτε μείζονα έκταση του δικαιοπαρόχου του εφεσίβλητου , (τμήμα της οποίας αποτελούσε το επίδικο με ΚΑΕΚ ...
ακίνητο, το οποίο μάλιστα από τότε βαρυνόταν με δικαίωμα δουλείας διόδου ("διαβάσεως") για την πρόσβαση στον παρακείμενο μαγκανοπήγαδο με σιδερένιο μάγκανο, που σήμερα αντιστοιχεί στον προαναφερθέντα πηγαδότοπο συνιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου, του πρώτου των εκκαλούντων και της Μ. Κ. με ΚΑΕΚ .... Το γεγονός δε ότι η άνω δικαιοπάροχος του πρώτου των εκκαλούντων από το έτος 1974 άρχισε ν' αποχωρίζει και να μεταβιβάζει σε τρίτους διάφορα τμήματα της εν λόγω μείζονας έκτασης της και να εμφανίζει τα, εν λόγω μεταβιβαζόμενα τμήματα ως συνορευόμενα δήθεν με διάφορους κοινοτικούς δρόμους, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι αυτές οι λωρίδες διόδου απέκτησαν νομίμως το χαρακτήρα του δημόσιου, δημοτικού ή κοινοτικού κοινόχρηστου δρόμου. (Πρόκειται για α) το υπ' αριθμ.
…/1074 δωρητήριο εν ζωή συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ. Π., δυνάμει του οποίου αυτή (η άμεση δικαιοπάροχος του πρώτου των εκκαλούντων) μεταβίβασε στην κόρη της, Μ. Μ., τμήμα εκ 1.500 τ.μ. της μείζονας έκτασης, φέρον σήμερα ΚΑΕΚ ..., β) το υπ' αριθμ. …/1980 δωρητήριο εν ζωή συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε.
Χ. δυνάμει του οποίου αυτή μεταβίβασε στην αδελφή της Α. Λ., τμήμα εκ 220,5 τ.μ. της μείζονος έκτασης, φέρον σήμερα ΚΑΕΚ ... και γ) το υπ' αριθμ. .../1989 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ. Τ. δυνάμει του οποίου αυτή πούλησε στον Ι. Μ. τμήμα εκ 48τ.μ. της μείζονας έκτασης). Η δε παραχώρηση λωρίδας γης στην κοινή χρήση, προς διαπλάτυνση του δήθεν υφιστάμενου κοινόχρηστου δρόμου μεταξύ του επιδίκου με ΚΑΕΚ ...
και του ακινήτου του πρώτου των εκκαλούντων με ΚΑΕΚ ..., στην οποία αυτή προέβη, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../09-11- 1991 δήλωσης παραχώρησης λωρίδας γης στην κοινή χρήση της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε. Σ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα προκειμένου να καταστήσει οικοδομήσιμο το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... που στη συνέχεια πώλησε στον πρώτο των εκκαλούντων δεν προσδίδει στο χώρο τον χαρακτήρα του κοινόχρηστου δρόμου, αφού αυτός ο χώρος υπήρξε ανέκαθεν τμήμα της ιδιοκτησίας του εφεσίβλητου, η οποία περιλάμβανε και την επίδικη ξερολιθιά περίφραξης, που αποτελούσε το όριο μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων και η οποία ουδέποτε αφέθηκε ή παραχωρήθηκε από τον εφεσίβλητο ή τους δικαιοπαρόχους του στην κοινή χρήση.
Επιπλέον η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι ο πρώτος των εκκαλούντων ενεργώντας τόσο ως ιδιοκτήτης του προαναφερόμενου οικοπέδου του με ΚΑΕΚ ... όσο και ως συνιδιοκτήτης του παρακείμενου ακινήτου όπου υπάρχει πηγάδι (πηγαδότοπου) με ΚΑΕΚ ... και προκειμένου οι ανωτέρω στην πραγματικότητα "τυφλές" ιδιοκτησίες του να έχουν πρόσβαση στον κύριο δημοτικό δρόμο …, που βρίσκεται νότια της ιδιοκτησίας του εφεσιβλήτου, ζήτησε από τον τελευταίο, ο οποίος και του παρεχώρησε δικαίωμα δουλείας διόδου μέσα από την ιδιοκτησία του, επί άλλης λωρίδας γης πλάτους 3,00 μ.
και εμβαδού 45,85 τ.μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../17.10.1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Ε. Σ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Εξάλλου, αν υπήρχε κοινόχρηστος δρόμος μεταξύ του ακινήτου με ΚΑΕΚ ... και του ακινήτου του πρώτου των εκκαλούντων με ΚΑΕΚ ... δεν θα συνέτρεχε λόγος να συσταθεί η προπεριγραφόμενη δουλεία διόδου.
Αποδείχθηκε κατά συνέπεια πλήρως ότι ο εφεσίβλητος (ενάγων) έγινε πράγματι κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, δεδομένου ότι οι δικαιοπάροχοι του ήταν κύριοι του επιδίκου, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) διότι καθώς αποδείχτηκε ότι αυτός και οι δικαιοπάροχοι του νεμήθηκαν το επίδικο συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1935 μέχρι το έτος 2009 , δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 70ετίας, ενώ ο πρώτος των εκκαλούντων αντίθετα δεν απέδειξε ότι άσκησε στο επίδικο η δικαιοπάροχος του τις επικαλούμενες ή άλλες διακατοχικές πράξεις και πραγματικά η μόνη τους σχέση με το επίδικο είναι η παράνομη πράξη στην οποία προέβη το έτος 1995 και αποτέλεσε το έναυσμα για την έναρξη της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, ούτε απέδειξε ότι η αναφερόμενη στον τίτλο κτήσης του εφεσίβλητου και στο συνοδεύον αυτόν τοπογραφικό διάγραμμα λωρίδα δουλείας διόδου έχει λάβει το χαρακτήρα του κοινόχρηστου πράγματος με την παραγραφή του αμνημονεύτου χρόνου, δηλαδή ότι δήθεν αυτό προϋπήρχε ως κοινόχρηστο επί ογδόντα και πλέον έτη προ του 1946.
Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι τον Ιούλιο του έτους 2009 ο δεύτερος των εκκαλούντων, εκμεταλλευόμενος την απουσία του εφεσιβλήτου από την Σύρο, αυθαίρετα και χωρίς κανένα νόμιμο δικαίωμα έδωσε εντολή στο πρώτο των εκκαλούντων να εισέλθει στο ακίνητο του εφεσίβλητου και να γκρεμίσει την επίδικη πέτρινη ξερολιθιά που οριοθετεί το ακίνητο του από το ακίνητο του δευτέρου των εκκαλούντων.
Ο πρώτος των εκκαλούντων προέβη στην κατεδάφιση της πέτρινης ξερολιθιάς, το κατεδαφισθέν μέρος της οποίας έχει μήκος 25,40μ., ύψος 2,00μ. και πάχος 0,50μ. και εμφαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία …στο από Ιουνίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Φ.. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εκκαλούντων ενήργησε με υπαιτιότητα.
Αντιθέτως, ο πρώτος εναγόμενος έδωσε την παραπάνω εντολή γνωρίζοντας το μη σύννομο χαρακτήρα της πράξης αυτής. Αποτέλεσμα των παραπάνω ενεργειών ήταν ότι οι εκκαλούντες διατάραξαν παράνομα την κυριότητα του εφεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου και τον παρεμπόδισαν να ασκήσει τα δικαιώματα του πάνω σε αυτό.
Κατόπιν τούτων, έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να επιδικαστεί και εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού πεντακοσίων (500) ευρώ λόγω ηθικής βλάβης του εφεσίβλητου από την παραπάνω, περιγραφείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά των πρώτου των εκκαλούντων, το οποίο κρίνεται εύλογο και από το Δικαστήριο τούτο, ενόψει των ως άνω περιστατικών, της ψυχικής ταλαιπωρίας, που υπέστη ο εφεσίβλητος και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης αυτού και του πρώτου των εκκαλούντων ως και του βαθμού του πταίσματος του τελευταίου.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αφού αποδείχθηκε η κυριότητα του εφεσίβλητου (ενάγοντος) επί του επιδίκου η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την αρνητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του εφεσίβλητου και απέρριψε τον ισχυρισμό των εκκαλούντων, τον οποίο με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχαν προβάλει προς απόκρουση της αγωγής και επανέφεραν στο δικαστήριο της ουσίας με σχετικό λόγο έφεσης, ότι ο πρώτος απ' αυτούς ήταν κύριος της επίδικης ξερολιθιάς τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία), ακολούθως δε απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, τα οποία πληρούν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους ως προς το ουσιώδες ζήτημα της νομής του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο και τους δικαιοπαρόχους του.
Ειδικότερα, με σαφείς παραδοχές δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι ο αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοί του νεμήθηκαν το επίδικο συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου από το έτος 1935 μέχρι και το έτος 2009, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εβδομηκονταετίας, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής (περίφραξη με πέτρινη ξερολιθιά, συντήρηση και επισκευής αυτής, καλλιέργεια, συγκομιδή καρπών κλπ.), χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί το δικαίωμά τους αυτό και χωρίς να ενοχληθούν από κανένα μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2009, που ο πρώτος εναγόμενος - εκκαλών αυθαίρετα και χωρίς κανένα νόμιμο δικαίωμα έδωσε εντολή στο δεύτερο των εναγομένων - εκκαλούντων να εισέλθει στο επίδικο και να γκρεμίσει την επίμαχη πέτρινη ξερολιθιά που οριοθετεί τα δύο αυτά ακίνητα.
Ενόψει λοιπόν των παραδοχών αυτών και της παραδοχής, επίσης, ότι η προσβλητική πράξη της νομής από τους αναιρεσείοντες έλαβε χώρα τον Ιούλιο 2009, καμιά αντίφαση δεν δημιουργεί η αναφορά του έτους 1995 στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως χρόνου προσβολής της νομής του αναιρεσίβλητου από τους αναιρεσείοντες, καθόσον τούτο οφείλεται σε προφανή παραδρομή, αφού δεν υπάρχει σ' αυτήν (απόφαση) παραδοχή ότι από το έτος 1995 και μετά ο πρώτος απ' αυτούς νεμήθηκε το επίδικο.
Συνεπώς, ο έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο, που συναρτάται με την επικουρική βάση της αγωγής, τη θεμελιούμενη στον πρωτότυπο τρόπο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός αφορά την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζει το αγωγικό δικαίωμα στη χρησικτησία (τακτική και έκτακτη), ενώ η αιτιολογία αυτής, που συναρτάται με την κύρια βάση της αγωγής, που έγινε κατ' ουσία δεκτή, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου παραγώγως δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1988 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Μ.
Τ., νομίμως μεταγραφέντος, δεν προσβάλλεται με αναιρετικό λόγο. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, υπό την επίκληση της ελλείψεως νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες, καθόσον η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, σε σχέση με τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων από τον αναιρεσίβλητο, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).
Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2016 αίτηση των Ε. Ζ. και Μ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 143/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ