Supreme Court dismisses appeal against civil judgment for fraud due to lack of legal grounds and inadmissible arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a fraud case. The appellants argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning and made errors in evaluating procedural documents, but the Court found these claims legally unfounded. Consequently, the appeal was dismissed because the Second Instance Court's decision was based on valid facts and did not suffer from any of the specific legal defects required for an appeal under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559, 561, 562 K.Pol.D.; An appeal is inadmissible if it relies solely on erroneous assessment of procedural documents without connecting it to a statutory ground for appeal, and an appeal based on insufficient reasoning is rejected if the lower court's decision is factually sound and legally grounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1097 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1097/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ...και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλεβίτη.
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Γκούσκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4563/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 9082/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 12-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) στις αρχές Οκτωβρίου του 2000 εμφανίσθηκαν (εννοείται: στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο) ο μεν πρώτος ως υπάλληλος, ο δε δεύτερος ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της τέταρτης εναγόμενης εταιρίας ... (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) που έχει ως αντικείμενο την παροχή χρηματοοικονομικών και επενδυτικών υπηρεσιών.
Την εταιρεία αυτή οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων εμφάνισαν ως μεγάλη εταιρεία στον τομέα των επενδύσεων, με μεγάλες αποδόσεις, ως οικονομικό κολοσσό, φερέγγυα, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, με πλούσιο πελατολόγιο και ότι μπορούσε να επενδύσει σ' αυτήν, προκειμένου να έχει μεγάλες αποδόσεις. Όμως τα παραπάνω δεν ήταν αληθινά, καθόσον ο δεύτερος των εναγομένων δεν εκπροσωπούσε την εταιρεία, ούτε η τελευταία ήταν οικονομικά ισχυρή και φερέγγυος, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι δύο πρώτοι των εναγομένων, αλλά παρουσίασαν τα γεγονότα αυτά, ως αληθινά προκειμένου να πείσουν τον ενάγοντα να τους καταβάλει χρήματα για επένδυση.
Το μόνο αληθές ήταν ότι ο πρώτος εναγόμενος εργαζόταν στην εν λόγω εταιρεία. Έτσι ο ενάγων, πεισθείς στις ψευδείς διαβεβαιώσεις τους, στις 7-10-2000 κατέβαλε στο δεύτερο των εναγομένων, ως εκπρόσωπο της τετάρτης εναγομένης, το ποσό των 7.000.000 δρχ. ως δήθεν δάνειο για ταμειακή διευκόλυνση της εν λόγω εταιρείας για χρονικό διάστημα έξι μηνών, με απόδοση 234.000 δρχ.
μηνιαίως και υπογράφτηκε το από 7-10-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, στην πραγματικότητα όμως για να επενδύσουν το ποσό αυτό με τη συμφωνία να του αποδίδουν σταθερά το ποσό των 234.000 δρχ. το μήνα, στο τέλος δε του εξαμήνου να του αποδώσουν και το κεφάλαιό του. Οι εν λόγω εναγόμενοι, από κοινού ενεργούντες και προκειμένου να δείξουν ότι η εταιρεία είναι φερέγγυος, κατέβαλαν τη μηνιαία απόδοση για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο.
Εν των μεταξύ στις 3-11-2000 ο πρώτος των εναγομένων, εν γνώσει του δευτέρου εξ αυτών και με την προτροπή του, έπεισε τον ενάγοντα και ο τελευταίος του κατέβαλε το ποσό των 5.700.000 δρχ. προκειμένου να του παραδώσει 2.000 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου σε προθεσμία ολίγων ημερών, όταν η εν λόγω τράπεζα θα εισέλθει στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και ότι θα κερδίσει αρκετά χρήματα.
Στη συνέχεια και οι δύο αυτοί εναγόμενοι έπεισαν εκ νέου τον ενάγοντα και ο τελευταίος στις 5-12-2000 κατέβαλε στο δεύτερο των εναγομένων το ποσό των 5.000.000 δρχ. ως δήθεν δάνειο προς την τέταρτη εναγομένη για χρονικό διάστημα έξι μηνών, με απόδοση όμως 167.000 δρχ. μηνιαίως και υπογράφτηκε το από 5-12-2000 όμοιο με το πρώτο ιδιωτικό συμφωνητικό, πλην όμως και πάλι για να επενδύσουν το ποσό αυτό με τη συμφωνία να του αποδίδουν σταθερά το ποσό των 167.000 δρχ.
το μήνα, στο τέλος δε του εξαμήνου να του αποδώσουν και το κεφάλαιό του. Κατ' αυτό τον τρόπο εξαπάτησαν τον ενάγοντα και δεν του επέστρεψαν τα άνω χρηματικά ποσά, που τους κατέβαλε, ούτε βέβαια του παρέδωσαν τις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου, αφού δεν τις είχαν και το γεγονός αυτό ήταν ψευδές. Έτσι, οι δύο πρώτοι των εναγομένων, από κοινού ενεργούντες, με την ψευδή παράσταση γεγονότων ως αληθινών από υπαιτιότητά τους ζημίωσαν τον ενάγοντα κατά προαναφερθέντα ποσά των 7.000.000 δρχ., 5.000.000 δρχ.
και 5.700.000 δρχ., ήτοι συνολικά κατά το ποσό των 17.700.000 δρχ., ή 51.944,24 ευρώ, που ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Περαιτέρω, πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 2.960 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη λόγω της αδικοπραξίας των παραπάνω εναγομένων, καθόσον αυτός στενοχωρήθηκε και ταλαιπωρήθηκε από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους.
Το ποσό αυτό κρίνεται εύλογο λαμβανομένων υπόψη του βαθμού πταίσματος των άνω εναγομένων της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των μερών". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την αδικοπρακτική (απατηλή) συμπεριφορά των αναιρεσειόντων και με την ζημία και την ηθική βλάβη που δι' αυτής προκάλεσαν στον αναιρεσίβλητο, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητά ή μη της υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 914, 926, 932, 297 και 298 ΑΚ.
Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο (κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του) αποδίδεται στο Eφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. απορρέουσα πλημμέλεια της ελλιπούς αιτιολογήσεως της ανωτέρω κρίσεώς του, είναι αβάσιμος.
Το άρθρο 559 ΚΠολΔ ορίζει περιοριστικά τους λόγους της αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς την εσφαλμένη εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι η έφεση και οι προτάσεις, το δε άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου κώδικα δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους οριζόμενους στο άρθρο 559. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.ΠολΔ., ψέγεται το Εφετείο για "εσφαλμένη εκτίμηση των δικογράφων της ένδικης έφεσης και των εγγράφων προτάσεων" των αναιρεσειόντων, χωρίς όμως να συνδέεται η (φερόμενη ως) εσφαλμένη αυτή εκτίμηση με άλλη νομική πλημμέλεια, που συνιστά κάποιο λόγο αναιρέσεως από τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Τέλος, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως προβάλλεται απαραδέκτως, διότι, παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για την θεμελίωσή του, στην πραγματικότητα δι' αυτού πλήττεται η μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση) του Εφετείου ότι οι αναιρεσείοντες παρέστησαν ψευδώς στον αναιρεσίβλητο ότι ο εξ αυτών Χ2 ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής μεγάλης, οικονομικά ισχυρής και φερέγγυας εταιρίας χρηματοοικονομικών και επενδυτικών υπηρεσιών. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-12-2007 αίτηση του Χ1 και του Χ2 για αναίρεση της 9082/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ