1097/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1097/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμ. 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για τον λόγο ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με την ανωτέρω 946/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1097 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1097/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπασταύρου.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ντέσκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10207/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5609/2002 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 946/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τις 463/2004 και 4566/2006 αποφάσεις. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-11-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 16-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 18 του ΚΠολΔ δίδεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, που αποτελεί κύρωση της παράβασης της αρχής της ιεραρχίας, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, αφού η παραπομπή μπορεί να λάβει χώρα μετά την αναίρεση της απόφασης για ουσιαστικό ή δικονομικό λόγο.
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων από τον αναιρεσείοντα διαδικαστικών εγγράφων και του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής :
Με την με αριθμό 946/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η με αριθμό 5609/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά παραδοχή της έφεσης που είχε ασκήσει ο καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε η ανακοπή του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η με αριθμ. 10491/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τον λόγο ότι το δίκασαν δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον με λόγο ανακοπής προβληθέντα ισχυρισμό του ανακόπτοντος περί συμφωνίας για εικονικότητα ως προς το πρόσωπο το οποίο δικαιούται ως εντολέας να απατήσει τα από την εκτέλεση της εντολής αποκτηθέντα από τον ανακόπτοντα ως υποκατάστατο εντολοδόχο και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο η υπόθεση επανήλθε με κλήση του ήδη αναιρεσιβλήτου, εξέδωσε την 463/2004 προδικαστική απόφαση του, με την οποία διέταξε αποδείξεις σε βάρος του ανακόπτοντος για τον προαναφερθέντα ισχυρισμό και στην συνέχεια, μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού ερεύνησε τον ανωτέρω ισχυρισμό, απέρριψε αυτόν ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και την ανακοπή στο σύνολο της και επικύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμ. 18 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για τον λόγο ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε με την ανωτέρω 946/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμος.
Επειδή, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο ευνοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα δικαίου, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Εν προκειμένω, όπως από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής : Με το με αριθμό ........ συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ο καθού η ανακοπή - αναιρεσίβλητος παρέσχε στον Ε1 δικηγόρο Αθηνών, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να εισπράττει για λογαριασμό του κάθε απαίτηση που διατηρούσε αυτός κατά της εταιρίας με την επωνυμία "AE COSMOTELS Ανώνυμη Ξενοδοχειακή - Τουριστική Επιχείρηση", καθώς επίσης και να διορίζει άλλον ή άλλους ως πληρεξουσίους του, με το αυτό περιεχόμενο της εντολής που παρασχέθηκε στον προαναφερόμενο Ε1.
Ότι ο ανωτέρω πληρεξούσιος, όπως είχε την προς τούτο πληρεξουσιότητα, δυνάμει του ...... συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, κατέστησε τον ανακόπτοντα - αναιρεσείοντα, μεταπληρεξούσιο του καθ' ου η ανακοπή, προς τον οποίο παρέσχε την ειδική εντολή να εισπράξει αυτός την απαίτηση που διατηρούσε ο εντολέας του κατά της προαναφερθείσας εταιρίας.
Ότι με βάση το παραπάνω πληρεξούσιο ο ανακόπτων εισέπραξε, στις 26-1-1999, από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ως καθολικής διαδόχου της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, το ποσό των 104.985.000 δραχμών, το οποίο είχε επιδικασθεί στον καθ' ου δυνάμει της 14802/1998 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί σε βάρος της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, δεν το απέδωσε όμως στον καθ' ου, παρότι στην προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον τελευταίο από ...
εξοφλητική απόδειξη, που φέρει τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του ανακόπτοντος, αναγράφεται ότι αυτός έλαβε το ως άνω ποσό με την ιδιότητα του ειδικού πληρεξουσίου και δεκτικού καταβολής του ψ1, επιχειρηματία, δυνάμει των ...... και ..... πληρεξουσίων της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Μαργαρίτας Τσολάκη και ότι ο Ψ1, στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου εισέπραξε το ανωτέρω ποσό, δεν διατηρεί πλέον την παραμικρή αξίωση κατά της καταβαλούσας Τράπεζας.
Ότι το ανωτέρω εισπραχθέν ποσό των 104.985.000 δραχμών ο ανακόπτων κατέθεσε, στις 18-4-2000, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως προκύπτει από το .... γραμμάτιο συστάσεως Παρακαταθήκης, ως αιτία δε της κατάθεσης αναγράφεται "όσα εισέπραξε ο καταθέτης δια λογαριασμόν Ψ1 από εξόφληση τραπεζικών επιταγών ύψους 100.000.000 δραχμών και 4.985.000 δραχμών αντιστοίχως της οφειλέτιδος Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ δυνάμει της υπ' αριθμ. 14802/1998 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η κατάθεση αυτή έγινε υπέρ του αναγνωρισθησομένου δικαιούχου για όλο ή μέρος με τελεσίδικη δικαστική απόφαση μεταξύ των Γ1, Ψ1, Ε1 και Χ1. Ότι από το γραμμάτιο αυτό και ειδικότερα από την τελευταία του αναφορά, δεν προκύπτει αμφισβήτηση εκ μέρους του ανακόπτοντος στο πρόσωπο του καθ' ου, ως δικαιούχου των χρημάτων, ούτε ανυπαρξία απαιτήσεώς του έναντι του ανακόπτοντος λόγω συναφούς αξιώσεως του τελευταίου κατά του αληθούς, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, αντιδίκου του Γ1.
Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, ότι από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε το ταχθέν σε βάρος του ανακόπτοντος θέμα αποδείξεως. Ειδικότερα ως εξετασθείς μάρτυρας κατέθεσε..... Ότι από τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται η ιδιότητα του καθ' ου ως "αχυρανθρώπου", ενεργούντος πραγματικά για λογαριασμό του Γ1, ούτε ότι η δήλωση βουλήσεώς του να παράσχει την πληρεξουσιότητα προς τον εντολοδόχο Ε1 δεν έγινε στα σοβαρά αλλά κατά φαινόμενο, διότι ήθελαν και οι δύο να είναι εντολέας ο γ1.
Αντίθετο συμπέρασμα επίσης δεν μπορεί να εξαχθεί, ούτε από το αναγραφόμενο στο πληρεξούσιο ότι είναι ανέκκλητο, διότι αφορά το συμφέρον του εντολοδόχου, δεδομένου ότι αυτό δεν είναι ασύνηθες, ούτε από το γεγονός ότι ο Ε1 δεν κατέθεσε το ποσό των τόκων που εισέπραξε από την Τράπεζα, στο λογαριασμό του Ψ1, αλλά κάποιας εταιρείας, που άκουσε ότι μετέχει ο Γ1, διότι δεν κατέθεσε τίποτα ο μάρτυρας αυτός για την σχέση του Ψ1 με την εταιρεία.
Ούτε βέβαια η κατάθεση του ίδιου μάρτυρα περί ανωμάλου διαδικασίας ως προς το ύψος των ποσών, τα οποία, ούτε στα όνειρα τους ο Χ1 και ο Ψ1, μπορούσαν να είχαν, οδηγεί στο περί του αντιθέτου συμπέρασμα, ούτε το αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν περιέλαβε στην φορολογική του δήλωση το αιτούμενο ποσό. Το ίδιο πρέπει να λεχθεί και για το προβαλλόμενο εκ μέρους του ανακόπτοντος επιχείρημα ότι αυτός εισέπραξε από την Τράπεζα μόνο το κεφάλαιο και όχι και τους τόκους ύψους 113.740.000 δραχμ., παρόλο ότι από το υπ' αριθμ. ......
πληρεξούσιο, δεν υφίστατο περιορισμός εισπράξεως ολοκλήρου του ποσού. Στο επιχείρημα αυτό η απάντηση του καθ' ου ότι δεν εισέπραξε και τους τόκους, διότι η Τράπεζα δεν τους κατέβαλε, αλλά τους κατέβαλε μεταγενέστερα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ίδιο από .... εξοφλητική απόδειξη, κρίνεται πειστική.
Περαιτέρω δεν οδηγεί στην περί του αντιθέτου κρίση το γεγονός ότι ο καθ' ου δεν προσκάλεσε τον ανακόπτοντα να του αποδώσει το εισπραχθέν ποσό αμέσως, αλλά μετά πάροδο 45 ημερών από ης ανακλήσεως του πληρεξουσίου, που έλαβε χώρα την 5-02-1999, το γεγονός της καταθέσεως της μηνύσεως του Ε1 σε βάρος του μετά 11 μήνες και η άσκηση της ανακοπής, 10 μήνες μετά την κατάθεση της μηνύσεως.
Τέλος πρέπει να αναφερθεί, ότι ο ισχυρισμός του ανακόπτοντας περί της ιδιότητας του καθ' ου ως "αχυρανθρώπου" ενεργούντος για λογαριασμό του Γ1 και αποσκοπούντος να αποστερήσει τον ανακόπτοντα της δυνατότητας προβολής κατ' αυτού της ενστάσεως συμψηφισμού, ως επίσης και περί της εικονικότητας της δηλωθείσης βουλήσεως του εντολέα και παρασχόντος την πληρεξουσιότητα (ανακόπτοντα) προς τον εντολοδόχο Ε1 καταρρίπτεται από το αναφερόμενο στις προτάσεις του ανακόπτοντος (σελίδα 20 αυτών) ότι ο εκκαλων -καθ' ου η ανακοπή δεν γνώριζε ακόμη και κατά την κατάθεση των προτάσεων του ανακόπτοντος σε προηγουμένη της παρούσης συζήτηση, στις 15-05-2002, την ειδική συμφωνία του με τον κρυπτόμενο και πράγματι αντίδικο της Τράπεζας Γ1, η οποία συμφωνία αφορούσε την είσπραξη αυτών μόνο των χρημάτων, για να αναλάβει ο ανακόπτων τα αρχικά 90.000.000 δραχμ.
της συμφωνημένης αμοιβής του και να του αποδώσει τα υπόλοιπα. Επομένως, υφίσταται οφειλή του ανακόπτοντος προς τον καθ' ου, που αποδεικνύεται ως ανωτέρω. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή κατά της με αριθμό 10.491/2000 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επικύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής. 'Ετσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεις των άρθρων 713 επ.
ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την κατάρτιση της επίδικης σύμβαση εντολής και του προσώπου του εντολέως, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των άνω διατάξεων. Επομένως ο τ' αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, κατά τα υπό στοιχεία Α και Β στο αναιρετήριο μέρη αυτού, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ως άνω Κώδικα πλήττει την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών (ΑΠ 320/2003, 750/2002).
Για τη θεμελίωση, εξάλλου, λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση αυτή να αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και να εκτίθενται στο σχετικό λόγο τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, η αποδοθείσα στον κανόνα δικαίου έννοια, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε η απόφαση να χρησιμοποιήσει.
Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο Γ στο αναιρετήριο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη αιτίαση εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να μη απαντήσει επί του πρωτοδίκως και κατ' έφεση προβληθέντος ισχυρισμού του "δια ποίον λόγο, ενώ υφίσταται πληρεξούσιον και δή περιέχον ειδικάς εντολάς εισπράξεως από τον εκκαλούντα προς Ε1, ο τελευταίος ούτος και δη δικηγόρος, εμφανίζεται μετά δύο και πλέον έτη και ποιείται μεταπληρεξουσίου προς εμέ και μάλιστα ουχί ευκαταφρονήτου ποσού, ενώ ανέτως θα ηδύναντο, είτε ο δικηγόρος, είτε ο ίδιος ο εκκαλών να εισπράξουν", σε σχέση και με το διαληφθέν περί μεταπληρεξουσίου, συνταγέντος προς το δικό του συμφέρον και ανέκκλητον, παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 713 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι είναι σύνηθες στις συναλλαγές η άμισθη εντολή να δίδεται ανεκκλήτως και προς το συμφέρον του, είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρονται για το ορισμένο και παραδεκτό αυτού, ποία τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβιάσθηκαν.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν υπό την επίκληση του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η εκ μέρους του Εφετείου εκτίμηση των αποδείξεων και η αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος είναι επίσης απαράδεκτος (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 4566/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ