Legislator Case Law & Legislation
1097/2006 AI generated

Supreme Court quashes lower court decision for negative excess of power due to defective private prosecution filing.

Case Number 1097/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Instance Court of Athens' decision to dismiss a private prosecution against P.P. The court found the prosecution defective because the anonymous company's board resolution authorizing the lawyer lacked notarized signature verification and was too general to cover this specific crime. Consequently, the prosecution was deemed invalid, leading the lower court to incorrectly reject the case and refuse to hear the matter.

Legislator headnote

AI generated

Articles 370B of the Penal Code; Article 46 of the Code of Criminal Procedure; Article 18 of Law 2190/1920: A private prosecution filed by an anonymous company is invalid if the board resolution authorizing the representative lacks notarized signature verification and fails to specify the particular offense, constituting a negative excess of power that mandates annulment.

Keywords

AI generated
negative excess of power private prosecution anonymous company board resolution notarized signature defective indictment annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 370B of the Penal Code
Article 46 of the Code of Criminal Procedure
Article 42 §§ 2 and 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 18 of Law 2190/1920

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1097 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1097/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη και Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 7718/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Π. Π. του Δ., κάτοικο Αθηνών, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τεντολούρη. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Εμπορική Βιομηχανική Εταιρεία Φαρμακευτικών, Χημικών και Καλλυντικών Προϊόντων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζήση Κωνσταντίνου.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 30/12.11.2004 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1862/2004.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 370 Β παρ. 1 εδ. α’ του ΠΚ "όποιος αθεμίτως αντιγράφει, αποτυπώνει, χρησιμοποιεί, αποκαλύπτει σε τρίτο ή οποιοσδήποτε παραβιάζει στοιχεία ή προγράμματα υπολογιστών, τα οποία συνιστούν κρατικά, επιστημονικά ή επαγγελματικά απόρρητα και απόρρητα επιχείρησης του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, οι πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 διώκονται ύστερα από έγκληση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 του ΚΠΔ "αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 §§ 2 και 3. Κατ’ άρθρο δε 42 παρ. 2 εδ. α' του ιδίου Κώδικα η μήνυση γίνεται απευθείας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, αλλά και στους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο το μηνυτή, είτε από ειδικό πληρεξούσιο.

Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της μήνυσης. Περαιτέρω με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρείαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνου είδους πράξεις".

Το άρθρο 22 του ιδίου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν’ αποφασίζει πάσαν πράξιν αφορώσαν της την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρησιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρίας", στην δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε το με άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρίας ή τρίτους".

Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.

Ως τέτοιο όργανο ορίζεται (18 παρ. 1) το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο (22 παρ. 1) είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνον εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις.

Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της Α.Ε. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν (δικαστικώς ή εξωδίκως) την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας.

Αντίθετα όμως προς το άρθρο 18 παρ. 2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του.

Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς τα μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει όμως σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας (Ολ. ΑΠ 1096/76). Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του ΔΣ, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.

Συνεπώς, στην περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρείας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο ως προς τον οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20 να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, δεν απαιτείται το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ.

γ’ ΚΠΔ. Τα ίδια ισχύουν και για την κατά το άρθρο 370 Β του ΠΚ υποβολή εγκλήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επιτρεπτώς επισκοπούνται για την έρευνα του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Από τα προσκομιζόμενα υπ’ αριθ. 1825 της 20.7.1975 και 5644 της 15.7.1999 ΦΕΚ τεύχη ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης προκύπτει ότι έχει εγκριθεί και δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο ΑΕ με αριθμό ..., το από 16.5.1975 καταστατικό της Ανώνυμης Εμπορικής και Βιομηχανικής Εταιρείας Φαρμακευτικών και Χημικών Καλλυντικών Προϊόντων, το οποίο ορίζει α) στο άρθρο 15 παρ. 2 εδ.

στ’ , "το διοικητικό συμβούλιο εγείρει αγωγές, υποβάλει μηνύσεις, ασκεί ένδικα μέσα τακτικά και έκτακτα, παραιτείται εκ τοιούτων αγωγών, μηνύσεων και ενδίκων μέσων. β) στο άρθρο 16 παρ. 1 αυτού "το Διοικητικό Συμβούλιο δικαιούται δι’ αποφάσεώς του καταχωρουμένης εις τα πρακτικά αυτού και λαμβανομένης δι’ απολύτου πλειοψηφίας των παρόντων και αντιπροσωπευομένων μελών αυτού να αναθέτει την ενάσκηση των εξουσιών αυτού εν όλων ή εν μέρει ή επί ειδικώς ορισμένων πράξεων (πλην των απαιτουσών συλλογικών αυτού ενεργειών) εις έν ή πλείονα μέλη αυτού ή τον Διευθυντήν ή Διευθύνοντα της Εταιρείας ή εις τρίτα πρόσωπα (υπαλλήλους της εταιρείας ή μη) δυναμένου να ορίσει συγχρόνως και τους αναπληρωτάς εν περιπτώσει απουσίας ή κωλύματος αυτών.

Εξάλλου, από το προσκομιζόμενο υπ’ αριθ. 9839/9/ 12/1999 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), στο οποίο διαλαμβάνονται ανακοινώσεις καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στοιχείων της ως άνω Ανώνυμης Εταιρείας, προκύπτει ότι την 2.12.1999 καταχωρήθηκε σ’ αυτό το από 21.9.1999 πρακτικό του ΔΣ της ως άνω εταιρείας, το οποίο ανέθεσε την δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση ενώπιον όλων των δικαστηρίων της χώρας, καθώς και την έγερση αγωγών και την υποβολή μηνύσεων στην Τ.

Β.. Αντίγραφο του ως άνω υπ’ αριθ. 532/21.9.1999 πρακτικού προσαρτήθηκε στην από 14.4.2000 έγκληση, την οποία υπέγραψε και εγχείρησε η προαναφερομένη Τ. Β., και κατόπιν της οποίας (εγκλήσεως), στην οποία αναφέρεται ότι η τελευταία ενεργεί ως νόμιμος εκπρόσωπος της παθούσας εταιρείας "...", ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσιβλήτου Π.

Δ. Π., ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων αξιοποίνων πράξεων, και για παράβαση του άρθρου 370Β ΠΚ, πράξη φερομένη ως τελεσθείσα σε βάρος της ανωτέρω Ανώνυμης Εταιρείας, ήτοι για πράξη που διώκεται κατ’ έγκληση. Επομένως το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ως άνω τρίτη, παρόλον που και κατά τις παραδοχές της, από το καταστατικό της εταιρείας επιτρέπετο στο Δ.Σ.

να αναθέσει εγγράφως την άσκηση όλων ή μερικών από τις εξουσίες του καθώς και την εκπροσώπησή του και σε τρίτους, δεν ενήργησε ως υποκατάστατη του Δ.Σ. (ως όργανο εκπροσωπήσεως της Α.Ε.) αλλ’ ως απλός εντολοδόχος του Δ.Σ. της εταιρείας και μετά ταύτα, εκ του λόγου ότι α) στο πρακτικό του Δ.Σ. που προσαρτήθηκε στην έγκληση δεν βεβαιώνεται και η γνησιότητα της υπογραφής όλων των μελών του Δ.Σ.

της εταιρίας, από κάποιο δικηγόρο ή άλλη αρχή, και δεν αρκούσε η βεβαίωση ότι το ως άνω πρακτικό αποτελεί ακριβές αντίγραφο από το βιβλίο πρακτικών που υπογράφει ο Γραμματέας της Εταιρείας, ως και ότι β) η δοθείσα πληρεξουσιότητα του ΔΣ προς την ως άνω δικηγόρο ήταν αόριστη και γενική και δεν αναφέρεται στο πρακτικό το συγκεκριμένο έγκλημα για το οποίο δίνεται η εντολή να υποβάλλει μήνυση, έπαυσε δ’ οριστικά την ποινική δίωξη λόγω μη υποβολής νομίμως της απαιτούμενης έγκλησης αν και πρόκειτο για έγκλημα που διώκεται κατ’ έγκληση υπέπεσε στην ελεγχόμενη αναιρετικά πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, αφού παύοντας οριστικά ως απαράδεκτη την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου αρνήθηκε να δικάσει την νομίμως αχθείσα ενώπιόν του υπόθεση, αν και είχε κατά τ’ ανωτέρω εκτιθέντα νομοτύπως υποβληθεί η απαιτούμενη έγκληση, και είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η ΚΠΔ συναφής σχετικός λόγος της αναίρεσης. Πρέπει επομένως ν’ αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7718/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ