Legislator Case Law & Legislation
1096/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific legal provisions.

Case Number 1096/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court erred in applying contract law principles regarding restitution, but the court found the appeal grounds vague and insufficiently detailed. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because it failed to clearly identify the specific legal errors or cite the relevant statutory provisions required for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify the exact legal provisions violated or the precise judicial error requiring review.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility vague grounds Code of Civil Procedure judicial review contract law restitution

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1096 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1096/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κυπριακής Εταιρείας με την επωνυμία "……", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Δημητρακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "……..ΕΕ" και το διακριτικό τίτλο "……", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νίκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 267/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/3/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 4-3-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 267/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης-εκκαλούσας-ενάγουσας, κατά της υπ' αριθ. 170/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε απορρίψει την από 10-1-2012 αγωγή αποζημίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και λόγω αδικοπραξίας της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ως μη νόμιμη αντίστοιχα, δέχθηκε την ως άνω έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης δέχθηκε αυτήν μερικά ως ουσιαστικά βάσιμη κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη-ήδη αναιρεσείουσα, να καταβάλλει στην ενάγουσα-ήδη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 40.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε, και δημοσιεύθηκε μετά την 1-1-2016 (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 1132/2019).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 19/2020).

Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 560 αρ.1, αντίστοιχο του άρθ. 559 παρ. 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ ΑΠ 26/2004, ΑΠ 163/2015) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011).

Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 215/2016, ΑΠ 413/2015).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι παρά τη διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ` αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 628/2012, ΑΠ 1285/2011) Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ορθώς εκτιμώμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι και από τον αριθμό 8 (όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι υφίσταται ευθύνη της εναγομένης-αναιρεσείουσας προς αποζημίωση της ενάγουσας με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, και να επιδικάσει στη συνέχεια για το λόγο αυτό στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 40.000 ευρώ, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ με εσφαλμένη εφαρμογή, αντί να αποφανθεί ότι η σχετική βάση της αγωγής ήταν αόριστη, γιατί στηριζόταν στα ίδια περιστατικά από σύμβαση ή αδικοπραξία.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ύπαρξη ευθύνης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα που ανάγεται στην εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω επικαλουμένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν` απορριφθεί.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, για ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ερμηνευτικών κανόνων) του άρθρου 173 ΑΚ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αρραβώνος και δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες του άρθρου 173 ΑΚ, προκειμένου να βρει την αληθινή έννοια της βούλησης των συμβαλλόμενων μερών, αναφορικά με τους όρους του άρθρου 3 παρ. 2 και 3 του από 6-9-2011 ιδιωτικού προσυμφώνου πώλησης εταιρικών μεριδίων, και δη ως προς την υποχρέωση ή μη της επιστροφής εκ μέρους της του ποσού των 40.000 ευρώ που έλαβε από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων, και ειδικά για το αν η υποχρέωση αυτή συμφωνήθηκε ή και μπορούσε να ισχύσει στα πλαίσια του άρθρου 361 ΑΚ ως ρήτρα μεταμέλειας, ώστε να μην οφείλεται η επιστροφή του παραπάνω ποσού σε περίπτωση ματαίωσης της οριστικής σύμβασης από υπαιτιότητα της αγοράστριας-ενάγουσας, ανεξάρτητα από την τυχόν ακυρότητα, λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου συμβολαιογραφικού τύπου, της σύμβασης αρραβώνα, που ως τέτοια αναγράφηκε "ατυχώς" στο συμφωνητικό.

Ο λόγος αυτός, κατά τις προαναφερθείσες αιτιάσεις του από τον αριθμό 1 άρθρου 559 KΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο και τούτο διότι, α) για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο αποσπάσματα αυτής, τα οποίο επέλεξε, κατά το δοκούν, η αναιρεσείουσα, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του και β) διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διαπίστωσε ρητά ή έμμεσα κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δικαιοπρακτικής δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων αναφορικά με τον παραπάνω όρο επιστροφής του ποσού των 40.000 ευρώ που έλαβε αυτή (αναιρεσείουσα-εναγομένη) κατά την κατάρτιση του ιδιωτικού προσυμφώνου πώλησης εταιρικών μεριδίων, ώστε να έχει υποχρέωση προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες του άρθρου 173 του Α.Κ.

και με την παράλειψη του να παραβιάζει ευθέως τη διάταξη αυτή ώστε να ιδρύεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ πλημμέλεια. Σε κάθε δε περίπτωση τα όσα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αυτό, ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε εσφαλμένα ότι εξαιτίας της ακυρότητας της κύριας σύμβασης μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων (καταρτισθείσας με το από 6-9-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό), λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου από το νόμο συμβολαιογραφικού τύπου, είναι άκυρη και η περιεχομένη σ' αυτήν αρραβωνική σύμβαση, και τούτο κατά παράβαση των άρθρων 173 και 361 ΑΚ, αφού η πραγματική τους βούληση ήταν να μην επιστραφεί το ποσό των 40.000 ευρώ εφόσον η ματαίωση της σύμβασης οφειλόταν σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, συνιστούν αιτιάσεις της, που, υπό το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα πορίσματα των αποδείξεων, και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-3-2019 αίτηση της Κυπριακής Εταιρείας με την επωνυμία "……..", για αναίρεση της υπ' αριθ. 267/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ