1096/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1096/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν την κατάργησή του από το Ν. 4335/2015) και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 404/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 και 556 § 1 ΚΠολΔ.).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1096 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1096/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Β. του Σ., κατοίκου Β. Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κλεονίκη Γκουβίτσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ζ. του Σ., κατοίκου Κ. η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία …, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κανέτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2012 μη οριστική και 33/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 404/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576§2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο Νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με αριθμό … έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πατρών …. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 19.11.2018 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (21.2.2020) και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν την κατάργησή του από το Ν. 4335/2015) και κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα με αριθμό 404/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 και 556 § 1 ΚΠολΔ.).
Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Η ως άνω με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Επί της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος από 19.1.2011 και με αριθμό. καταθ.76/ΕΜ/15/11 αγωγής που άσκησε ο αναιρεσείων κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ως εναγομένων, με αντικείμενο τις αξιώσεις αποζημίωσης, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (932ΑΚ) για τις υλικές ζημίες αλλά και τη σωματική βλάβη που υπέστη κατά το επισυμβάν στις …στην επαρχιακή οδό … τροχαίο ατύχημα, και επιδίκασης πρόσθετης χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 ΑΚ εκδόθηκε αρχικά η με αριθμ 39/2012 μη οριστική απόφαση με την οποία διατάχθηκε ιατρική πραγματογνωμοσύνη και ακολούθως η με αριθμό 33/2016 οριστική απόφαση.
Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και του τραυματισμού που απ' αυτό υπέστη ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, οδηγός του με αριθμ. κυκλοφ…. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του, είναι η εναγομένη και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, οδηγός του ζημιογόνου με αριθμό κυκλοφ.
… αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της που ήταν ασφαλισμένο, για τις ζημίες έναντι των τρίτων, στην δεύτερη των ήδη αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία … και ακολούθως η ως άνω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν. Κατόπιν εφέσεως που άσκησαν κατά το μέρος που ηττήθηκαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, το ως άνω Μονομελές Εφετείο εξέδωσε την ως άνω προσβαλλομένη με αριθμό 408/2018 απόφασή του με την οποία, αφενός κρίνοντας ομοίως με το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας, την οποία καταλόγισε αποκλειστικά στην πρώτη εναγομένη οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αλλά και την ειδική αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ, απέρριψε τους σχετικούς με τα κεφάλαια αυτά λόγους έφεσης και αφετέρου, κατά παραδοχήν ως βάσιμων των σχετικών με τα πληττόμενα κεφάλαια της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λόγων της έφεσης, δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την αγωγή την οποία δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και στην ουσία κρίνοντας ειδικώς ότι :
α) οι δαπάνες για αποκλειστική νοσοκόμα, και βελτιωμένης διατροφής είναι ουσιαστικά αβάσιμες, β) ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά το αναφερόμενο στα διαφυγόντα κέρδη μέρος της, γ) η αξία του καταστραφέντος από τη σύγκρουση αυτοκινήτου του ενάγοντος, ανέρχεται σε 1500 ευρώ αντί του επιδικασθέντος για την αιτία αυτή στον πρώτο βαθμό ποσού 2.000 ευρώ και τέλος δ) Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατ'εύλογη κρίση ανέρχεται στο ποσόν των 25.000 ευρώ αντί του ποσού 80.000 ευρώ που επιδικάστηκε με την εκκαλουμένη.
Από το άρθρο 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των κεφαλαίων της πρωτόδικης απόφασης, που προσβλήθηκαν με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής (ΑΠ 1415/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 536 παρ.1 του ίδιου κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν δε ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ' αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ' ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας ως προς την επιδικασθείσα με την εκκαλουμένη απόφαση πρόσθετη παροχή του άρθρου 931 ΑΚ, ύψους 40.000 ευρώ πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος εφόσον, ενόψει του ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, η δε ασκηθείσα από τους εναγόμενους, έφεση κατά της εν λόγω απόφασης απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το σχετικό λόγο της που έπληττε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης πρόσθετης παροχής από το άρθρο 931 ΑΚ, αυτός (ενάγων) δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει με αναίρεση την απόφαση του Εφετείου ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Τούτο δε διότι ως προς την πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έχει, κατά ως άνω, στην ένδικη υπόθεση την εξουσία να χειροτερεύσει τη θέση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων με την επιδίκαση μεγαλύτερου για την αιτία αυτή ποσού στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίστηκε στο σύνολό της και ως προς τις διατάξεις και κεφάλαια της που δεν μεταρρυθμίστηκαν μεταξύ των οποίων και το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που αφορά την επιδίκαση στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα πρόσθετης χρηματικής, παροχής κατά το άρθρο 931 ΑΚ αφού το σχετικό κονδύλιο περιελήφθη στην ενιαία απόφαση του Εφετείου για την ενότητα μόνο της εκτέλεσης και δεν επαναδικάστηκε η υπόθεση ως προς αυτό.
Στη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. ορίζεται "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, την οποία ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ ολομ 10/2017, ΑΠ ολομ 9/2015).
Και τούτο, διότι μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ170/2020 ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).
Εξάλλου η παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 36/1988 ΕλλΔ 1989 1153).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού έκρινε, κατά τις σχετικές παραδοχές του, που δεν πλήττονται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ότι αποκλειστικά υπαίτια του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και του τραυματισμού που απ' αυτό υπέστη ο αναιρεσείων, οδηγός του με αριθμ.
κυκλοφ…. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας του είναι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, οδηγός του με αριθμό κυκλοφ…. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της που ήταν ασφαλισμένο, για τις ζημίες έναντι των τρίτων, στην δεύτερη εναγομένη των ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία …, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη, που υπέστη ο ως άνω (τραυματισθείς) δέχτηκε τα εξής που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τη σύγκρουση τραυματίστηκε ο ενάγων ο οποίος υπέστη κάκωση θώρακα, εσωτερική αιμορραγία από όργανα κοιλίας , κάταγμα ΑΡ κάτω άκρου, λεκάνης, ύγρωμα μετωπιαίου λοβού και κάταγμα ΑΡ ηβοϊσχιακού κλάδου, κάκωση δεξιού γόνατος χωρίς αστική συμμετοχή και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αμαλιάδας, όπου υποβλήθηκε σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της ρήξης ΑΡ ημιδιαφράγματος, θλάσεων ήπατος, ρήξης ΔΕ ηπατικής αρτηρίας, ΑΡ αιμοθώρακα και στη συνέχεια μεταφέρθηκε διασωληνωμένος στη ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου Άρτας.
Εκεί υποβλήθηκε σε χειρουργική αντιμετώπιση του ΑΡ διατροχαντηρίου κατάγματος με εσωτερική οστεοσύνθεση, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 6-11-2008, οπότε μεταφέρθηκε στη Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αμαλιάδας. Από το τελευταίο εξήλθε στις 1-12-2008 με βελτιωμένη την κατάσταση της υγείας του.
Ο ίδιος μπορούσε να σταθεί όρθιος και να κάνει μερικά βήματα. Ενώ του συνεστήθη μερική φόρτιση του αριστερού σκέλους και μεταφορά σε θεραπευτήριο για φυσική αποκατάσταση. Στις 1-12-2008 εισήλθε στο θεραπευτήριο Πατρών … για αποκατάσταση, όπου παρέμεινε μέχρι τις 5-1-2009. Στις 23-1-2009 εισήχθη και πάλι στο Νοσοκομείο Αμαλιάδας για την αντιμετώπιση συριγγοποιημένου αποστήματος και εξήλθε στις 6-2- 2009.
Στη συνέχεια επειδή εμφάνισε έκτατες οστεοποιήσεις στα ισχία υποβλήθηκε σε χειρουργική αφαίρεση αυτών τον Ιούλιο 2009 και τον Δεκέμβριο 2009 στην ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αιγίου. Εμφανίζει δε βαριά OA αριστερού ισχίου, μετεγχειρητικής μετατραυματικής αιτιολογίας, μετατραυματική OA δεξιού γόνατος, OA δεξιού ισχίου και έκτοπη οστεοποίηση των ανωτέρω αρθρώσεων με λειτουργική έκπτωση αυτών, σοβαρού βαθμού δυσκαμψία αριστερού ισχύου και μετρίου βαθμού δυσκαμψία δεξιού ισχίου.
Με την από 20-10-2009 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 67% για χρονικό διάστημα τριών ετών. Επίσης με τις 09905/2013/15, 09905/2015/5871 και 09905/2017/8471 αποφάσεις του ΚΕΠΑ κρίθηκε ανάπηρος με το ίδιο ποσοστά (67 %) για το χρονικό διάστημα από 2-4-2012 μέχρι 30-4-2019. Κρίθηκε δε ότι πάσχει αντίστοιχα α) από διατροχαντήριο κάταγμα αριστερά χειρουργηθέν - ηλωθέν -πορωθέν με ανάπτυξη ευμεγέθους εκτόπου οστεοποιήσεως, ουσιαστική κατάργηση κινήσεων αριστερού ισχίου, μεγάλου βαθμού περιορισμού κινήσεων δεξιού ισχίου και υπολειμματική δυσλειτουργία και περιορισμό κινητικότητας δεξιού γόνατος β) βαριά OA αριστερού ισχίου μετεγχειρητικής μετατραυματικής αιτιολογίας, μετατραυματική OA δεξιού γόνατος, OA δεξιού ισχίου και έκτοπη οστεοποίηση των ανωτέρω αρθρώσεων μα λειτουργική έκπτωση αυτών με τη δεύτερη και γ) σοβαρού βαθμού δυσκαμψία αριστερού ισχίου μετατραυματική μετεγχειρητικής αιτιολογίας, έκτοπο οστεοποίηση, μετρίου βαθμού δυσκαμψία δεξιού ισχίου μετατραυματικής αιτιολογίας και έκτοπη οστεοποίηση και μετατραυματική αρθρίτιδα δεξιού γόνατος και έκτοπο οστεοποίηση, με την τρίτη.
Συνεπεία των ανωτέρω βλαβών της υγείας του έχει ασταθή ισορροπία, χωλαίνει με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η απλή βάδιση ενώ δεν μπορεί να βαδίζει ταχέως και να κάνει βαθύ κάθισμα. Η πολλαπλότητα των επιπέδων του τραυματισμού και της προσβολής των ισχίων και του γόνατος και ο περιορισμός της κίνησης όπως προεκτάθηκε δημιουργούν στον ενάγοντα σημαντική λειτουργική ανεπάρκεια, η δε ανωτέρω κατάσταση της υγείας του, η οποία παρά την πάροδο εννέα ετών από τον τραυματισμό του δεν έχει αποκατασταθεί θεωρείται μόνιμη.
Έτσι αυτός κατέστη μόνιμα μερικά ανάπηρος..........". πέραν των παραπάνω στην προσβαλλομένη, αφού για το ίδιο κεφάλαιο διαλαμβάνεται ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 35 ετών, αγρότης στο επάγγελμα έγγαμος και πατέρας δυο ανηλίκων τέκνων, η δε σύζυγος του κυοφορούσε το τρίτο τέκνο τους (σελ.14)καταλήγει όσον αφορά στις εξής κατά λέξη παραδοχές: "Τέλος το Δικαστήριο εκτιμώντας τις συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό του πταίσματος το μέγεθος της βλάβης, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση της εναγομένης, κρίνει εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβη, δηλαδή της ψυχικής ταλαιπωρίας της στενοχώριας που υπέστη ο ενάγων από το ένδικο ατύχημα, επιπλέον του ποσού των 40 ευρώ κατά το οποίο επιφυλάχθηκε να ασκήσει την την αξίωσή του ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου το ποσό των 25.000 ευρώ".
Με το να καθορίσει όμως το Εφετείο την χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη, ο αναιρεσείων στο ποσό των 25.000 ευρώ, παραβίασε την εκ του άρθρου αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα το ως άνω Δικαστήριο ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα της υπαίτιας οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος, το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη, ιδίως δε την από τον τραυματισμό του προελθούσα, σε συνδυασμό την ηλικία του (35 ετών) μόνιμη, κατά ποσοστό 67% αναπηρία του και τις εξ αυτής, δυσμενώς γι αυτόν διαμορφωθείσες οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες.
Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ 1δ του Συντάγματος και 932 του ΑΚ αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδίκασε σ' αυτόν, για την προεκτεθείσα αιτία το ως άνω ποσό, το οποίο όμως είναι καταφανώς μικρότερο του συνήθως επιδικαζομένου για ανάλογες περιπτώσεις, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε, ενώ ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Επειδή ωστόσο οι λόγοι αυτοί προϋποθέτουν ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, παρέπεται ότι αυτοί δεν ιδρύονται όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές (το δικαστήριο) δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους. (ΑΠ 1951/ 2017, ΑΠ 1503 /2014 ΑΠ 848/2009).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο, μεταξύ άλλων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρο 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατά παραδοχή του αντίστοιχου λόγου έφεσης, απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό αίτημα των διαφυγόντων κερδών, σε αντίθεση με το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε σ'αυτόν για την αιτία αυτή το ποσόν των 70.000 ευρώ, καθώς επίσης και η από τον αριθμό 10 του ίδιου ως άνω άρθρου ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απαράδεκτοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. α του ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία, που έχει ήδη επέλθει, ο,τιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του.
Ο από τον αριθμό 1 εδ β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1226/2014).
Επίσης ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Ο κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου θεμελιώνεται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός στην περίπτωση, που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολομ ΑΠ 2/2008 ΑΠ 1250/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, πλην των ως άνω παραδοχών της προσβαλλομένης που εκτέθηκαν σχετικά με την έκταση και το είδος των σωματικών βλαβών που υπέστη από το ατύχημα, διέλαβε ως προς τη δαπάνη βελτιωμένης διατροφής και της αμοιβής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, περιστατικά: "Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων για την αποκατάσταση της υγείας του είχε ανάγκη τη λήψη ειδικής βελτιωμένης τροφής.
Για την απόδειξη του ισχυρισμού αυτού δεν γίνεται επίκληση αλλά ούτε και προσκομίζονται ιδίως σχετικές συστάσεις των θεραπόντων ιατρών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό 460 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζουν με το συναφή λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες.
Επίσης δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο της νοσηλείας του στα νοσηλευτικά ιδρύματα που προαναφέρθηκαν είχε ανάγκη από τις περιποιήσεις και φροντίδες προσώπου πέραν από αυτές του τακτικού νοσηλευτικού προσωπικού. Αλλά ούτε και κατά το χρονικό διάστημα μετά την έξοδό του από αυτά είχε τέτοια ανάγκη.
Η κρίση της πραγματογνώμονα Μ. Ν. ότι δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί επί χρονικό διάστημα 30 μηνών, ήτοι μέχρι το Μάρτιο 2011, αναιρείται ιδίως από τα γεγονός ότι κατά την εξέτασή του από την πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του ΙΚΑ κρίθηκε ότι δεν χρήζει συμπαράστασης και περιποίησης ετέρου προσώπου, η κρίση δε αυτή ρητά διαλαμβάνεται στη σχετική προαναφερθείσα από 20-10-2009 απόφαση της Επιτροπής.
Εξάλλου ο ενάγων δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει ιδίως έγγραφα και ιδίως αποδείξεις καταβολής αμοιβής αποκλειστικής νοσοκόμας στην πρόσληψη της οποίας, όπως επικαλείται, προέβη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα οποίο επιδίκασε για την αιτία αυτή ως αποζημίωση το ποσό των 4.500 ευρώ εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής λόγος της έφεσης...".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμους τους σχετικούς με τις παραπάνω αγωγικές αξιώσεις λόγους έφεσης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά ως άνω αντίστοιχα αυτών αιτήματα.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και αναφορικά με την απόρριψη του αιτήματος καταβολής δαπάνης για την παροχή στον αναιρεσείοντα, κατά τη νοσηλεία του, αλλά και μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο υπηρεσιών νοσοκόμας-οικιακής βοηθού, αποδίδονται στην προσβαλλομένη οι από τους αριθμούς 1, 8, 9, 10, 11, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες.
Επίσης, όσον αφορά την απόρριψη του αιτήματος δαπάνης που κατέβαλε για την αναγκαία, προς αποκατάσταση της υγείας του, βελτιωμένη διατροφή, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο αποδίδονται στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 1,10,11 και 20 του ίδιου ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ πλημμέλειες. Από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διατύπωσε με σαφήνεια και χωρίς ελλείψεις ή αντιφάσεις το αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο συνήγαγε από τις αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι.
Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στον τρίτο αναιρετικό λόγο ότι το εφετείο αντιφατικά και λανθασμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και συγκεκριμένα τις περιεχόμενες στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καταθέσεις των μαρτύρων, την ιατρική πραγματογνωμοσύνη, τα σχετικά με την κατάσταση της υγείας του έγγραφα και περαιτέρω, ότι μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλομένης που παρατίθενται για την απόρριψή του ως άνω αγωγικού αιτήματος και των σχετικών με το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών παραδοχών της, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, δημιουργείται αντίφαση, εφόσον εξ αυτών και μόνον θα έπρεπε το Εφετείο να καταλήξει σε αντίθετο πόρισμα, ως προς το ως άνω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα σχετικά με την αναγκαιότητα παροχής στον αναιρεσείοντα υπηρεσιών νοσοκόμου - οικιακής βοηθού, είναι απαράδεκτες.
Τούτο δε διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και επί πλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες σε ανεπάρκεια αιτιολογήσεως του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη της απόψεώς του για την ουσιαστική βασιμότητα της αντίστοιχης αγωγικής αξίωσης, πέραν βεβαίως του ότι η επικαλούμενη ως άνω αντίφαση δεν συνιστά πράγματι τοιαύτη.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω με τους λόγους αυτούς αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη και η από τον αριθμό 1 εδ.β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια επειδή κατά τις αναφερόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις το Εφετείο παραβίασε "τα πασίδηλα" γεγονότα, που αναφέρονται α) στις αμοιβές των αποκλειστικών νοσοκόμων οι οποίες είναι υψηλότερες εκείνων που κατέβαλε στην οικογενειακή φίλη για την κατά ως άνω παροχή των υπηρεσιών της, β) στην αναγκαιότητα παροχής των υπηρεσιών της ως άνω νοσοκόμου - οικιακής βοηθού, λόγω της ανικανότητάς του αναιρεσείοντος για μεγάλο χρονικό διάστημα να αυτοεξυπηρετηθεί, όπως τούτο, κατά τα όσα στο αναιρετήριο εκτίθενται, ευθέως συνάγεται από τις σχετικές με την κατάσταση της υγείας του παραδοχές της προσβαλλομένης (τρίτος λόγος) και γ) της αυτονόητης και ανεξαρτήτως συστάσεως των θεραπόντων γιατρών, λόγω των καταγμάτων που υπέστη, λήψης βελτιωμένης διατροφής προς αποκατάσταση (ενδυνάμωση και ανάπλαση) των οστών (τέταρτος λόγος).
Κατά το μέρος αυτό οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι με τους οποίους, κατ' εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αριθμό 1 εδ β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, (χαρακτηριζόμενα και ως "πασίδηλα" στο αναιρετήριο), δεν ανάγονται στην ερμηνεία των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Επιπλέον με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη και την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια αιτιώμενος αυτήν για παραμόρφωση της από 20-10-2009 βεβαίωσης αναπηρίας του ΙΚΑ στην οποία, όπως υποστηρίζει, το Εφετείο στήριξε αποκλειστικά το επιζήμιο γι'αυτόν πόρισμα σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της αξίωσής του για την δαπάνη της νοσοκόμας - οικιακής βοηθού κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του στο νοσοκομείο αλλά και κατά την ανάρρωσή του στην οικία.
Προς στοιχειοθέτηση της εκ του λόγου αυτού πλημμέλειας, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα προσδίδοντας διαφορετικό νόημα στο περιεχόμενο της βεβαίωσης στο οποίο για τον ίδιο αναφέρεται ότι "... δεν είναι διαρκώς σε κατάσταση που χρειάζεται συνέχεια επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση άλλου προσώπου".., εκλαμβάνοντας εσφαλμένα ότι εξ αυτού προκύπτει ότι δεν έχει δικαίωμα να αναζητήσει την δαπάνη που κατέβαλε στην νοσοκόμα - περιποιήτρια για την κάλυψη πρόσκαιρης και για ορισμένο χρονικό διάστημα, ανάγκης που είχε για υποστήριξη, λόγω της αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης του, από άλλο άτομο, ενώ το αληθές νόημα του περιεχομένου της ως άνω επισήμανσης στην βεβαίωση του ΙΚΑ είναι ότι ο ενάγων δεν δικαιούται λόγω του κατά 67% ποσοστού της αναπηρίας του λήψη επιδόματος νοσοκόμας, το οποίο εκ του νόμου χορηγείται μόνο σε άτομα με ολική αναπηρία.
Ωστόσο όμως από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το ως άνω έγγραφο, ανεξάρτητα από την ειδική μνεία που γίνεται σ' αυτό, δεν αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο στο οποίο το Εφετείο, στήριξε την κρίση του στην οποία, όπως ρητώς διαλαμβάνεται σ' αυτήν, οδηγήθηκε μετά από την συνεκτίμηση και άλλων εγγράφων αλλά και από την ιατρική πραγματογνωμοσύνη Εξάλλου, μόνη η εκτίμηση του εγγράφου αυτού από το Δικαστήριο ουσίας δεν αρκεί για να οδηγηθεί το Εφετείο σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με την από μέρους του καταβολή δαπάνης για την πρόσληψη νοσοκόμας- περιποιήτριας.
Επομένως ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι κατά το σκέλος του αυτό αβάσιμος. Περαιτέρω οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι, εκτιμώμενοι και ως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, προεχόντως διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε στο Εφετείο, με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, και, σε κάθε περίπτωση, επειδή δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο της αναίρεσης η αρίθμηση που έχουν τα επικαλούμενα πρακτικά αλλά και η δίκη στην οποία οι μάρτυρες κατέθεσαν και των οποίων οι καταθέσεις έχουν καταχωρηθεί σ'αυτά, καθώς από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της εκκαλουμένης με αριθμό 33/2016 οριστικής και της συνεκκαλουμένης με αυτήν, μη οριστικής απόφασης με αριθμό 39/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, των ταυτάριθμων με τις αποφάσεις αυτές αντίστοιχα πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και των προτάσεων του αναιρεσείοντος ως εφεσιβλήτου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκύπτει ότι ουδέποτε και σε κανένα στάδιο της προκειμένης, ανοιγείσας με την ένδικη με αριθμό καταθ.76/ΕΜ/15/11 αγωγή, δίκης, εξετάστηκαν μάρτυρες.
Από τις διατάξεις των αρ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, εάν και ποιον λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο αρ. 559 ΚΠολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 25/2005).
Συνεπώς ο τρίτος και τέταρτος ως άνω αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος που αποδίδονται με αυτούς στην προσβαλλομένη οι από το άρθρο 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες α) από τους αριθμούς 8 και 9 με μέρος του πρώτου και τρίτου λόγου, β) από τον αριθμό 10 με μέρος του τρίτου και τέταρτου λόγου και γ) από το αριθμό 20 με μέρος του τέταρτου λόγου είναι εντελώς αόριστοι, διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ουδεμία νομική πλημμέλεια για την στοιχειοθέτησή τους (ΑΠ 91/2017, ΑΠ 224/2015).
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη τις από τους αριθμούς 1,8,9,10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες αιτιώμενος το Εφετείο για αναιτιολόγητη και χωρίς νέες προσκομιζόμενες στο εφετείο αποδείξεις επιδίκαση του ποσού των 1.500 ευρώ για την, ανερχομένη κατά το χρόνο του ατυχήματος, αξία του καταστραφέντος αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στηρίζοντας την κρίση του στα ίδια με το Εφετείο αποδεικτικά μέσα, είχε επιδικάσει σ'αυτόν για την ίδια αιτία το ποσόν των 2.000 ευρώ.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά παραδοχή του λόγου έφεσης αναφορικά με την προσβολή της εκκαλούμενης για το κονδύλιο της αποζημίωσης, ύψους 2.000 ευρώ, που επιδίκασε το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την, κατά το χρόνο της σύγκρουσης, αξία του αυτοκινήτου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά το ατύχημα, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: "Περαιτέρω κατά τις μη πληττόμενες με την έφεση παραδοχές της εκκαλουμένης το αυτοκίνητο του ενάγοντος υπέστη εκτεταμένες ζημίες, το κόστος αποκατάστασης των οποίων, ανέρχεται στο ποσό των 6.901 ευρώ. Κατά το χρόνο του ατυχήματος η αγοραία αξία του, ενόψει του ότι πρόκειται για αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής …, 1400 κ, που κυκλοφορεί από το έτος 1992, ανερχόταν στο ποσό των 1500 ευρώ. Έτσι είναι οικονομικά ασύμφορη η επισκευή του και πρέπει να θεωρηθεί κατεστραμμένο και να επιδικαστεί στον ενάγοντα ως αποζημίωση η κατά το χρόνο του ατυχήματος αγοραία αξία αυτού το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 2.000 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζουν με το συναφή λόγο της έφεσης οι εναγόμενοι... το ποσό των 1.500 ευρώ ως αποζημίωση για την καταστροφή του οχήματος...".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος προεχόντως διότι η επικαλούμενη στο αναιρετήριο αιτίαση, ότι στο Εφετείο δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό μέσο που να αποδεικνύει την ανερχομένη στο ποσόν των 1500 ευρώ, αξία του, καταστραφέντος κατά το ατύχημα, αυτοκινήτου, αντί της πραγματικής η οποία κατ'ορθήν εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανέρχεται στο ποσόν των 2.000 ευρώ, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου ουδεμία εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια στοιχειοθετεί (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι, σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, απαράδεκτος και λόγω αοριστίας των ως άνω, αριθμητικώς μόνον αποδιδομένων στην προσβαλλομένη από το άρθρο 559 ΚΠολΔ 1, 8, 9, 10 και 11 αναιρετικών πλημμελειών, αφού για τη στοιχειοθέτησή τους δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο νομικά σφάλματα (ΑΠ 91/2017).
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του πρώτου λόγου της, παρέλκει η έρευνα του έκτου (και τελευταίου) λόγου, αναφορικά με τη διάταξη των δικαστικών εξόδων που αναγκαίως συναναιρείται, οπότε καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή του (ΑΠ 604/2018, ΑΠ469/2018), πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο τμήμα της στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 404/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο τμήμα, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο Δικαστή.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ