Legislator Case Law & Legislation
1096/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's rejection of wife's debt liability for endorsed promissory notes.

Case Number 1096/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the wife's appeal against the First Instance Court's rejection of her liability for promissory notes endorsed by her husband. The lower court had incorrectly assumed the wife's signature on the notes constituted valid acceptance of debt without requiring separate written authorization. The Court ruled that under Greek law, a wife cannot bind herself to such obligations without explicit written power of attorney or subsequent written consent, as the husband's signature alone was insufficient.

Legislator headnote

AI generated

Articles 217 of the Civil Code; Articles 6, 10, 11 of Law 5960/1933 on promissory notes: A wife cannot validly accept liability for promissory notes endorsed by her husband without a separate written authorization or subsequent written consent.

Keywords

AI generated
wife's liability promissory notes endorsement validity written authorization husband's signature Civil Code Laws 5960/1933

Cited Legislation

AI generated
Article 217 of the Civil Code
Article 6 of Law 5960/1933
Article 10 of Law 5960/1933
Article 11 of Law 5960/1933
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1096 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1096/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Χ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ετερρόρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σοφούλη που ανακάλεσε την από 15/3/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 374/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 826/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5/2/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 217 παρ. 1 και 2 του ΑΚ, που ορίζουν ότι "Η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τον τρίτο, με τον οποίο επιχειρείται η δικαιοπραξία (παρ. 1). Εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα (παρ.2)", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2, 10 και 11 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", κατά τις οποίες για την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης, από επιταγή, απαιτείται έγγραφη δήλωση βούλησης επί του τίτλου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει και με αντιπρόσωπο, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 217 παρ. 2 ΑΚ, τυγχάνει εφαρμογής και επί των αξιογράφων, όπως είναι και η επιταγή.

Επομένως, η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης, από την επιταγή, πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, τουλάχιστον ιδιωτικό, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του έγγραφου του τίτλου της επιταγής, αφού, από την ιδιομορφία και το σκοπό του εγγράφου της επιταγής, συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο η εξουσιοδότηση, προς υπογραφή, να προκύπτει από τον τίτλο.

Η τήρηση του εγγράφου τύπου, στην περίπτωση αυτή, επιβάλλεται και από τις αρχές της προστασίας των τρίτων και της ασφάλειας των συναλλαγών, γιατί ο αντιπροσωπευόμενος δεν ευθύνεται, διαφορετικά, ούτε έναντι του καλής πίστεως τρίτου, αφού δεν υπήρξε βούλησή του να δεσμευθεί, υπό τον αυστηρό τύπο του αξιογράφου της επιταγής, έτσι δε και ο καλόπιστος τρίτος παραμένει απροστάτευτος.

Η υποστηριζόμενη αντίθετη άποψη, κατά την οποία αρκεί η σιωπηρή πληρεξουσιότητα, δηλαδή η δήλωση προς αντιπροσώπευση, που συνάγεται εκ των περιστάσεων και, ιδίως, από τη φύση των πράξεων, που ενεργεί ο αντιπρόσωπος, με την ανοχή ή την εικαζόμενη έγκριση του αντιπροσωπευομένου, δεν βρίσκει ασφαλές έρεισμα στο ν. 5960/1933, δεδομένου ότι, με την παραδοχή της άποψης αυτής, παραβλέπεται η τυπικότητα του νόμου αυτού, για την ανάληψη υποχρέωσης, εκ του τίτλου, μόνο με την υπογραφή, ενώ προσβάλλονται οι ανωτέρω αρχές, οι οποίες πρέπει να τηρούνται, κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση αυτή, λόγω της φύσης των αξιογράφων και της αδιακώλυτης διακίνησής τους, στις συναλλαγές.

Ειδικότερα, δεσμεύεται υπέρμετρα, εκ του τίτλου του αξιογράφου της επιταγής, ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος, χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση βούλησης, για την αντιπροσωπευτική διάθεση, ούτε μεταγενέστερη έγκριση της αντιπροσωπευτικής εκπροσώπησης του δήθεν αντιπροσώπου. (ΟλΑΠ 19/2003, ΑΠ 485/2015, ΑΠ 1624/2012, ΑΠ 321/2009, ΑΠ 240/2009, ΑΠ 1457/2006, ΑΠ 119/2005).

Εφόσον δε, η πληρεξουσιότητα, για την ανάληψη υποχρέωσης από επιταγή, πρέπει να είναι έγγραφη, τον αυτόν έγγραφο τύπο πρέπει να περιβληθεί και η, κατ' άρθρο 238 ΑΚ, έγκριση, εφαρμοζομένης, αναλόγως, της διάταξης του άρθρου 217 παρ.2 ΑΚ (ΑΠ 485/2015, ΑΠ 119/2005). Εξάλλου, όταν προβάλλεται ένσταση πλαστότητας της υπογραφής, που τέθηκε στο όνομα του φερομένου ως υποχρέου εκδότη ή οπισθογράφου από άλλον, ο εκδότης ή ο οπισθογράφος αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η υπογραφή δεν είναι δική του, αλλά τέθηκε από άλλον, ο δε κομιστής φέρει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι εκείνος, που υπέγραψε είχε πληρεξουσιότητα, προς τούτο, κατά τον παραπάνω τύπο, προβάλλοντας σχετική, περί τούτου, αντένσταση (ΑΠ 485/2015, ΑΠ 1624/2012, ΑΠ 673/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 4/2005).

II. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της προσβαλλομένης απόφασής του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Η εκκαλούσα και ο σύζυγός της Χ. Χ., ο οποίος έχει καταθέσει και ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι έμποροι χονδρικής πώλησης ειδών χρυσοχοΐας (μάλιστα η εκκαλούσα διατηρούσε παλιότερα και κατάστημα λιανικής πώλησης - κοσμηματοπωλείο στο …..) και διατηρούσαν επί σειρά ετών, μέχρι και το τέλος του 2009, εμπορική συνεργασία με την εφεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρεία, η οποία διατηρεί στο ...

εργαστήριο αργυροχρυσοχοΐας επί σειρά δεκαετιών. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2008 αγόρασαν από την τελευταία εμπορεύματα (χρυσές καδένες), προκειμένου να τα μεταπωλήσουν σε εμπόρους λιανικής πώλησης (κοσμηματοπωλεία) συνολικής αξίας 76.615 ευρώ, για την κάλυψη της οποίας εκδόθηκαν και μεταβιβάσθηκαν με οπισθογράφηση επίσης από την ίδια (εκκαλούσα) στην εφεσίβλητη, από τις οποίες οι πέντε από αυτές της Τράπεζας ...

και ειδικότερα α) η υπ' αριθ. ...968-2, ποσού 4200 ευρώ, πληρωτέα στις 30-04-2009, β) η υπ' αριθ. ...42-2 ποσού 13.000 ευρώ, πληρωτέα στις 30-04-2009, γ) η υπ' αριθ. ...65-9, ποσού 6920 ευρώ πληρωτέα στις 30-04-2009, δ) η υπ' αριθ. ...65-7, ποσού 8.640 ευρώ πληρωτέα στις 30-05-2009 και ε) η υπ' αριθ. ...41-4, ποσού 13.000 ευρώ πληρωτέα στις 30-05-2009, σε χρέωση του υπ' αριθ. 0......8023 λογαριασμού που τηρεί στην άνω Τράπεζα η εκκαλούσα και η έκτη της ...

με αριθ. ...053-3, ποσού 30.855 ευρώ, πληρωτέα στις 30-06-2009, σε χρέωση του υπ' αριθ. ...7340 λογαριασμού, που τηρεί η εκκαλούσα στην εν λόγω Τράπεζα", συνολικού ποσού των έξι επιταγών 76.615 ευρώ. Οι επιταγές αυτές αν και εμφανίσθηκαν εμπροθέσμως προς πληρωμή...δεν πληρώθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων...Κατόπιν αιτήσεως της εφεσίβλητης εκδόθηκε η υπ' αριθ.

….65/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία διατάχθηκε η εκκαλούσα να καταβάλει στην εφεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρεία το ποσό των 72.115 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, καθώς είχε καταβληθεί εν τω μεταξύ τμηματικά στην τελευταία έναντι της ως άνω οφειλής το ποσό των 4.500 ευρώ...Κατά της διαταγής αυτής πληρωμής η εκκαλούσα άσκησε την ένδικη ανακοπή ζητώντας την ακύρωσή της και προβάλλοντας ως λόγο προς τούτο (αρνούμενη ότι είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με την εφεσίβλητη), ότι οι ανωτέρω επιταγές είναι πλαστές ισχυριζομένη ειδικότερα ότι αυτές δεν εκδόθηκαν ούτε μεταβιβάστηκαν και παραδόθηκαν από την ίδια στην εφεσίβλητη αλλά από τον σύζυγό της Χρήστο Χ.

εν αγνοία της, ο οποίος, προκειμένου να λάβει το επικαλούμενο τοκογλυφικό δάνειο από τον διαχειριστή της εφεσίβλητης Ι. Κ., κατ' απαίτηση του τελευταίου, προς κάλυψη του τοκογλυφικού δανείου, συμπλήρωσε και υπέγραψε στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου τις πέντε πρώτες από αυτές, ενώ υπέγραψε ως εκδότης και οπισθογράφος και την έκτη, την οποία όμως, παρέδωσε λευκή κατά το ποσό και το χρόνο έκδοσης στον ως άνω διαχειριστή της εφεσίβλητης, ο οποίος και συμπλήρωσε τα στοιχεία αυτά, καθώς και ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε το σύζυγό της να υπογράψει αντ' αυτής και για λογαριασμό της ούτε ενέκρινε την έκδοση και μεταβίβαση των επιταγών, κατονόμασε δε ως πλαστογράφους το σύζυγό της και τον άνω διαχειριστή της εφεσίβλητης κατά των οποίων μάλιστα υπέβαλε και έγκληση για πλαστογραφία...Ο σύζυγος της εκκαλούσας εξετασθείς ως μάρτυρας απόδειξης ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατέθεσε ενόρκως ότι ο ίδιος συμπλήρωσε και υπέγραψε στη θέση του εκδότη τις άνω έξι επιταγές και ότι ο ίδιος τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εφεσίβλητη, παραδίδοντας αυτές στον άνω διαχειριστή αυτής, εν αγνοία όμως της εκκαλούσας συζύγου του.

Το επικαλούμενο και από την εκκαλούσα - ανακόπτουσα γεγονός ότι τις έξι επίδικες επιταγές τις συμπλήρωσε και τις υπέγραψε στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου ο σύζυγός της, όπως και ο ίδιος κατέθεσε πρωτοδίκως, κρίνεται βάσιμο, καθώς ενισχύεται επαρκώς από το αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα, από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως αντίγραφα αποδεικτικά καταθέσεων διαφόρων χρηματικών ποσών του συζύγου της Χ.

Χ.υ στον τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό ...140, που τηρεί στην ... ο άνω νόμιμος εκπρόσωπος - διαχειριστής της εφεσίβλητης Ι. Κ., προκύπτει ότι η υπογραφή επί των εν λόγω εγγράφων του καταθέσαντος Χ. Χ.υ είναι πανομοιότυπη με εκείνη των επιδίκων επιταγών τόσο στη θέση του εκδότη όσο και στη θέση του πρώτου οπισθογράφου.

Ενόψει λοιπόν της βασιμότητας του σχετικού σκέλους του ως άνω ισχυρισμού της εκκαλούσας - ανακόπτουσας δεν είναι αναγκαία η αιτούμενη από την τελευταία διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Όμως, η επικαλούμενη από την εκκαλούσα άγνοιά της για τη συμπλήρωση, υπογραφή κατά τα ανωτέρω και μεταβίβαση των επιδίκων επιταγών από το σύζυγό της εκκαλούσας...στην εφεσίβλητη εν γνώσει της εκκαλούσας και με τη συναίνεσή της, γεγονός που είχε συμβεί και στο παρελθόν, να εξοφλήσει δηλαδή ο συζυγός της για την αγορά ειδών χρυσοχοΐας την εφεσίβλητη με επιταγές της εκκαλούσας και κατόπιν συναινέσεώς της....Ενόψει, λοιπόν των προεκτεθέντων, ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας των επιδίκων έξι επιταγών, που προβάλλεται με τον πρώτο λόγο ανακοπής, κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος αφού ο σύζυγος της ανακόπτουσας - εκκαλούσας συμπλήρωσε, υπέγραψε ως εκδότης και πρώτος οπισθογράφος και μεταβίβασε τις επιταγές αυτές στην εφεσίβλητη με τη συναίνεση της ανακόπτουσας συζύγου του...Επίσης, απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος ανακοπής, καθώς προέκυψε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι και εμπορικές συναλλαγές είχαν η εκκαλούσα και ο συζυγός της με την εφεσίβλητη και εμπορεύματα είχαν αγοράσει και δικές της (εκκαλούσας) επιταγές είχαν μεταβιβασθεί και παραδοθεί στην εφεσίβλητη παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ανακόπτουσας, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή της και είχε επικυρωθεί η με αυτή προσβληθείσα διαταγή πληρωμής. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο και, ειδικότερα, με το να δεχθεί έγκυρη ανάληψη υποχρέωσης από την ανακόπτουσα από τις ένδικες επιταγές, παρά το γεγονός ότι η ίδια δεν υπέγραψε ως εκδότρια αυτές, αλλά ο σύζυγός της Χ.

Χ., θέτοντας την υπογραφή εκείνης, χωρίς, παράλληλα, να δέχεται την ύπαρξη έγγραφης, προς τούτο, πληρεξουσιότητας της πρώτης προς τον δεύτερο, ή εκ των υστέρων έγγραφη έγκριση της πρώτης, παραβίασε, ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 217 ΑΚ και 6 παρ. 2, 10, 11 και 12 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

Κατ' ακολουθίαν, ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθ. 19, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου και τελευταίου, επικουρικώς προβληθέντος, αναιρετικού λόγου, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενόψει της, αναιρετικής εμβέλειας του πρώτου, που έγινε δεκτός.

Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, από αυτόν, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτήν, για την άσκηση της αίτησής της αυτής.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτής, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 826/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, παραπάνω, Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, από αυτόν, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ