Legislator Case Law & Legislation
1096/2018 AI generated

1096/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1096/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1096/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): κατάθ. …38/293/2.7.2012 αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία να καταβάλει στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας εκ μέρους της των συμβάσεων εργασίας τους, τα ποσά των (3.120,09), (2.611,72) και (7.250,31) ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1096 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1096/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., 2)Α. Ν. του Γ., κατοίκου ..., και 3)Ε. Γ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπέλλο, που ανακάλεσε την από 12-2-2018 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/10/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 506/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2672/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/3/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10.3.2017 και με αριθ. κατάθ. 154/13.3.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2672/15.11.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 26.4.2015 και με αριθ. κατάθ. 2685/2015 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 506/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 29.6.2012 και με αριθ.

κατάθ. …38/293/2.7.2012 αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία να καταβάλει στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας εκ μέρους της των συμβάσεων εργασίας τους, τα ποσά των (3.120,09), (2.611,72) και (7.250,31) ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 648 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν.

Τοιαύτη υποχρέωση του εργοδότη, πλην της καταβολής του μισθού, συνιστά η από το άρθρο 18 του Ν. 1082/1980 προβλεπομένη υποχρέωση αυτού χορήγησης στον εργαζόμενο, κατά την εξόφληση των αποδοχών, εκκαθαριστικού σημειώματος, όπου απεικονίζονται αναλυτικά οι κάθε είδους αποδοχές του τελευταίου και οι επ' αυτών κρατήσεις.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει επομένως προς ευθεία ικανοποίηση της απαίτησης εκείνου που το ασκεί (εργαζομένου), αλλά μόνο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή (εργοδότη) προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής (ΑΠ 114/2017, ΑΠ 1342/2014).

Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.

Η κατά τα άνω καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας καθιστά την επίσχεση παράνομη, με συνέπεια να μην παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα αυτής, δηλαδή να μην καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη, ο οποίος δεν οφείλει να καταβάλει στον μισθωτό που ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα επίσχεσης τις αποδοχές υπερημερίας. (ΑΠ 940/2015, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009).

Εξ άλλου, ναι μεν η αδικαιολόγητη άρνηση του μισθωτού να παρέχει τις υπηρεσίες του μπορεί κατά τις περιστάσεις να αξιολογηθεί ως συμπεριφορά που κατ' αντικειμενική κρίση εκφράζει τη βούληση αυτού να καταγγείλει ο ίδιος την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 2238/2013), πλην όμως στην περίπτωση που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης ή ότι συνεχίζει την επίσχεση, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας έχει λυθεί από τον μισθωτό με καταγγελία αυτής από τον τελευταίο (παραίτηση), με την επίκληση εκ μέρους του εργοδότη της καταχρηστικότητας ή έλλειψης των νομίμων προϋποθέσεων της επίσχεσης εργασίας, πολλώ δε μάλλον εάν ο μισθωτός με δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη του ότι προτίθεται να επιστρέψει στην εργασία του μετά την ολοσχερή εξόφληση των οφειλομένων σε αυτόν καθυστερουμένων αποδοχών για τις οποίες προέβη στην επίσχεση, αμφισβητώντας ειδικότερα το ύψος ή την αιτία τυχόν γενομένων από τον εργοδότη καταβολών (ΑΠ 324/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 1502/2010) ή μετά τη συμμόρφωση του εργοδότη σε άλλες υποχρεώσεις που τον βαρύνουν, εκτός εάν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η δήλωση αυτή περί συνέχισης της επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού είναι προσχηματική και υποκρύπτει βούληση αυτού αποχώρησης από την εργασία του.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648 και 669 παρ.2 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης και απευθυντέα δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που ο παραλήπτης αυτής, εργαζόμενος, μπορεί να λάβει γνώση αυτής.

Η καταγγελία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από ορισμένη συμπεριφορά αυτού που καταγγέλλει τη σύμβαση. Σιωπηρή καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη συνιστά και η άρνησή του να δεχθεί την εργασία, την οποία προσηκόντως του προσφέρει ο εργαζόμενος, όταν η άρνηση συνοδεύεται από περιστάσεις, από τις οποίες αναμφίβολα προκύπτει η βούλησή του για λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 2234/2013).

Στην περίπτωση αυτή η εκ μέρους του εργοδότη σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μεν άκυρη κατά τα άρθρα 174, 180 του ΑΚ και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, διότι αυτή δεν έχει λάβει χώρα εγγράφως και δεν έχει καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, πλην όμως η ακυρότητα αυτή είναι σχετική υπέρ του απολυομένου μισθωτού, ο οποίος μπορεί να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να παραιτηθεί από το δικαίωμα προσβολής του κύρους αυτής και επομένως και από την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας λόγω της κατά τα άνω ακυρότητας αυτής και συνακόλουθα να ασκήσει την αξίωση αυτού για την καταβολή μόνο της προβλεπομένης αποζημίωσης για έγκυρη καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 811/2006, ΑΠ 1671/1983).

Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία από τον εργοδότη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του μισθωτού είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στο μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση. Η τελευταία πρέπει να καταβάλλεται ασχέτως από το λόγο που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία).

Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατάγγειλε τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού (ΑΠ 2241/2013, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 38/2004). Τέλος λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει κατά το νόμο το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και ως εκ τούτου εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση αυτού δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι ενάγουσες [ήδη αναιρεσίβλητες] προσλήφθηκαν από την εναγομένη εταιρεία [ήδη αναιρεσείουσα], η οποία λειτουργεί στο χώρο της υγείας ιδιωτική - νευροψυχιατρική κλινική, η πρώτη στις 9.2.2010, η δεύτερη στις 1.2.2010 και η τρίτη στις 8.5.2005, για να προσφέρουν στην ανωτέρω κλινική, που βρίσκεται στο ..., η καθεμία τις συμφωνημένες υπηρεσίες τους με την ειδικότητα της νοσηλεύτριας, αντί της αμοιβής που θα καθόριζε για τον κλάδο τους η σχετική συλλογική σύμβαση εργασίας του προσωπικού ιδιωτικών κλινικών, νευροψυχιατρικών κλινικών, διαγνωστικών κέντρων και οίκων ευγηρίας όλης της χώρας.

Ότι έκτοτε παρείχαν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη επί πέντε ημέρες την εβδομάδα από Δευτέρα έως Παρασκευή και επί οκτώ ώρες ημερησίως σε εναλλασσόμενες βάρδιες, με μικτές μηνιαίες αποδοχές, ανερχόμενες το έτος 2012 στο ποσό των 1.337,18 ευρώ για την πρώτη, στο ποσό των 1.119,31 ευρώ για τη δεύτερη και στο ποσό των 1.242,91 ευρώ για την τρίτη.

Ότι από τις αρχές του έτους 2012 η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους. Ότι, επειδή τον Αύγουστο του έτους 2012, παρέμεναν ανεξόφλητες δεδουλευμένες αποδοχές τους τεσσάρων (4) μηνών, οι ενάγουσες με την από 3.8.2012 εξώδική δήλωσή τους, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 7.8.2012 κάλεσαν την τελευταία να τους καταβάλει τις αναφερόμενες στην εξώδικη δήλωση οφειλόμενες αποδοχές τους, ενημερώνοντας συγχρόνως αυτήν, ότι σε περίπτωση μη καταβολής αυτών θα προβούν σε επίσχεση εργασίας μέχρι την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών τους.

Ότι με την ανωτέρω εξώδικη δήλωση ζήτησαν ειδικότερα να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτές α) το συνολικό χρηματικό ποσό των 5.960,11 ευρώ στην πρώτη (για υπόλοιπα μηνών Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2012, επίδομα αδείας 2012, επίδομα αδείας 2010 και επίδομα προϊσταμένης μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2010, έτους 2011 και μηνών Ιανουαρίου έως και Μαρτίου 2012, όπως τα επί μέρους ποσά διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση), β) το συνολικό χρηματικό ποσό των 4.664,85 ευρώ στη δεύτερη (για υπόλοιπα μηνών Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2012, επίδομα αδείας 2012, αποζημίωση αδείας 2012, επίδομα αδείας 2010 και επίδομα προϊσταμένης μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2010, όπως τα επί μέρους ποσά διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση) και γ) το συνολικό χρηματικό ποσό των 5.095,90 ευρώ στην τρίτη (για υπόλοιπα μηνών Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2012, επίδομα αδείας 2012 και αποζημίωση αδείας 2012, όπως τα επί μέρους ποσά διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη απόφαση).

Ότι προκειμένου οι ενάγουσες να εξασφαλίσουν τις προαναφερθείσες ληξιπρόθεσμες αξιώσεις τους κατά της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας από την παροχή της εργασίας τους, νόμιμα αρνήθηκαν την εκπλήρωση της δικής τους παροχής και προχώρησαν κατά τα προαναφερθέντα από 7.8.2012 σε επίσχεση εργασίας, απέχοντας από την εργασία τους, μέχρι αυτή να εκπληρώσει την υποχρέωση που τη βάρυνε με την καταβολή των οφειλομένων ποσών.

Ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το δικαίωμα επίσχεσης ασκήθηκε από τις ενάγουσες καταχρηστικά και επομένως δεν περιήλθε αυτή σε υπερημερία, γιατί τα προς αυτές χρέη οφείλονταν όχι σε κακοβουλία, αλλά στην ιδιαίτερη δυσχερή οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει, λόγω των οφειλών των ασφαλιστικών ταμείων έναντι της εταιρείας, γεγονός που γνώριζαν οι ενάγουσες και παρά ταύτα προέβησαν σε επίσχεση, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσία.

Ότι ειδικότερα το γεγονός ότι η εναγομένη είχε να λαμβάνει οφειλόμενες δαπάνες νοσηλείας από τον ΕΟΠΠΥ, δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης των εναγουσών καταχρηστική, καθόσον ως εργοδότρια όφειλε να εξασφαλίσει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους, ώστε να είναι σε θέση να καλύπτει τις αποδοχές των εργαζομένων της για όσο χρόνο διαρκούσε η καθυστέρηση καταβολής προς αυτήν των δαπανών νοσηλείας από τα ασφαλιστικά ταμεία, δεδομένου, ότι χωρίς τη δική τους εργασία και συμπαράσταση, δεν θα μπορούσε να επιτελέσει το τόσο σημαντικό έργο που έχει αναλάβει με τη φροντίδα των ασθενών της, χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στην επιχείρησή της εργάζονται σκληρά, υπό δύσκολες συνθήκες και είναι άτομα χαμηλών, κυρίως, οικονομικών εισοδημάτων, έχοντας απόλυτη ανάγκη του μισθού τους για να επιβιώσουν και να συντηρήσουν τις οικογένειες τους, αλλά και να είναι σε θέση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους προς τους ασθενείς.

Ότι οι ενάγουσες, πριν ασκήσουν το δικαίωμα επίσχεσης, εξάντλησαν τα όρια της υπομονής τους, αφού ανέμεναν τέσσερις μήνες χωρίς πληρωμή, ήταν δε γνωστή στην εναγομένη η οικονομική τους κατάσταση, αφού η εργασία τους ήταν η μόνη πηγή του βιοπορισμού τους. Ότι αντιθέτως η απαίτηση της εργοδότριας - εναγομένης να εξακολουθήσουν οι ανωτέρω εργαζόμενες να παρέχουν την εργασία τους χωρίς να πληρώνονται, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες της σε εργατικό προσωπικό, ώστε να μπορεί αυτή να συνεχίζει τη δραστηριότητά της, είναι εκείνη που υπερβαίνει τα εκ του άρθρου 281 ΑΚ τασσόμενα όρια.

Ότι η οικονομική δυσπραγία της εναγομένης δεν αίρει την υπερημερία της, ενώ αυτή θα μπορούσε να καταγγείλει νόμιμα τις συμβάσεις εργασίας των ανωτέρω εναγουσών, ικανοποιώντας συγχρόνως και τις απαιτήσεις τους. Ότι, συνεπώς, η ένδικη επίσχεση εργασίας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, διότι η άσκησή της δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ότι στη συνέχεια [ενν. κατά τη διάρκεια της επίσχεσης] τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 οι ενάγουσες προσέφυγαν στην αρμοδία επιθεώρηση εργασίας …, διεκδικώντας τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους. Ότι η συζήτηση της εν λόγω διαφοράς έλαβε χώρα την 30.11.2012, κατά την οποία ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης, χωρίς να αμφισβητεί την καθυστέρηση των οφειλομένων αποδοχών των εναγουσών και το ύψος αυτών, δήλωσε ότι δεσμεύεται ότι θα καταβληθούν οι οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές αυτών έως και τον Μάιο του 2012 [ενν.

του 2013]. Ότι ακολούθως η εναγομένη κατέβαλλε τμηματικά στις ενάγουσες κατά το διάστημα από 4.12.2012 μέχρι τις 19.7.2013 τα αναφερόμενα λεπτομερώς στην προσβαλλομένη απόφαση επί μέρους χρηματικά ποσά για τις αιτίες που εκεί αναγράφονται, τα οποία οι ενάγουσες δεν αμφισβητούν, πλην όμως ισχυρίζονται ότι ουδεμία αιτιολογία συνόδευε την καταχώριση των ανωτέρω επί μέρους χρηματικών ποσών στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, με αποτέλεσμα να καθίσταται παντελώς αδύνατη η ακριβής διαπίστωση της αιτίας του ποσού που καταβλήθηκε.

Ότι στις 17.7.2013, ένα έτος σχεδόν μετά την από 3.8.2012 εξώδικη δήλωση επίσχεσης εργασίας των εναγουσών, η εναγομένη κοινοποίησε σε αυτές την από 15.7.2013 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία, στην οποία, αφού ανέφερε ότι θεωρεί την επίσχεση εργασίας τους καταχρηστική, τις ενημέρωσε ότι έχει εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς οποιαδήποτε απαίτησή τους με την κατάθεση των οφειλομένων στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, χωρίς να αναφέρει το ποσό που κατέβαλε σε κάθε μία εξ αυτών προς εξόφληση των απαιτήσεών τους και χωρίς να αρνείται το ύψος των αποδοχών που ανέφεραν οι ενάγουσες στην από 3.8.2012 εξώδικη δήλωση επίσχεσης εργασίας τους.

Ότι συγχρόνως με την ίδια από 15.7.2013 εξώδικη δήλωση η εναγομένη κάλεσε τις ενάγουσες να ανακαλέσουν την επίσχεση εργασίας και να αναλάβουν εργασία εντός 24 ωρών από την κοινοποίηση της δήλωσης αυτής, άλλως θα ασκήσει κάθε νόμιμο δικαίωμά της. Ότι οι ενάγουσες με την από 18.7.2013 εξώδικη δήλωση - απάντηση, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 19.7.2013, δήλωσαν στην τελευταία, σε απάντηση της προαναφερθείσας εξώδικης δήλωσής της, ότι δεν έχουν εξοφληθεί από αυτήν πλήρως οι απαιτήσεις τους, καλώντας την να τους προσκομίσει αναλυτικές εξοφλητικές αποδείξεις των οφειλομένων σε αυτές χρηματικών ποσών, άλλως και σε περίπτωση μη καταβολής πλήρως των οφειλών της απέναντί τους, της δήλωσαν ότι συνεχίζουν να ασκούν το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους.

Ότι από την εν λόγω εξώδικη δήλωση των εναγουσών, προκύπτει σαφώς η βούλησή τους να συνεχίσουν την επίσχεση εργασίας, δεδομένου ότι η εναγομένη δεν προέβη σε πλήρη εξόφληση των προαναφερομένων απαιτήσεων τους έναντι αυτής. Ότι συγκεκριμένα οι απαιτήσεις των εναγουσών για τις οποίες αυτές άσκησαν αρχικώς επίσχεση εργασίας ανέρχονταν σε 5.960,11 ευρώ για την πρώτη, σε 4.664,85 ευρώ για τη δεύτερη και σε 5.095,90 ευρώ για την τρίτη, έναντι των οποίων η εναγομένη κατέβαλε στην πρώτη το ποσό των 3.986,08 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 4.084,97 ευρώ και στη τρίτη το ποσό των 4.506,55 ευρώ αντιστοίχως.

Ότι η εναγομένη, σε συνέχεια της από 18.7.2013 εξώδικης δήλωσης των εναγουσών περί συνέχισης άσκησης εκ μέρους των του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας των, επέδωσε σε αυτές στις 25.7.2013 την από 24.7.2013 δήλωσή της με την οποία ενημέρωνε αυτές ότι θεωρούσε ότι είχαν αποχωρήσει με δική τους υπαιτιότητα από την εταιρεία και ότι αυτές είχαν καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους.

Ότι η εναγομένη, θεωρώντας την αποχή των εναγουσών από την εργασία τους αδικαιολόγητη, με την ανωτέρω από 24.7.2013 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε νόμιμα στις ενάγουσες, θεώρησε ότι οι τελευταίες κατήγγειλαν τις συμβάσεις εργασίας τους, υπονοώντας προφανώς ότι δεν δικαιούντο τη σχετική αποζημίωση απόλυσης.

Ότι σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, οι ενάγουσες άσκησαν νομότυπα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους με δήλωσή τους προς την εναγομένη εργοδότρια και συνέτρεχαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άσκησή του, αφού έγινε για την εξασφάλιση της ικανοποίησης ληξιπροθέσμων αξιώσεών τους κατά της εναγομένης και ιδιαίτερα για την πληρωμή των ανωτέρω αποδοχών τους, που αυτή καθυστερούσε σημαντικά και αδικαιολόγητα.

Ότι, εφόσον οι ενάγουσες άσκησαν νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους, εσφαλμένα και αδικαιολόγητα η εναγομένη θεώρησε ότι οι ενάγουσες εγκατέλειψαν αυθαίρετα τις θέσεις τους και συνακόλουθα ότι κατήγγειλαν αυτές (ενάγουσες) τις εργασιακές τους συμβάσεις. Ότι αντίθετα, με την ως άνω από 24.7.2013 εξώδικη δήλωσή της η εναγομένη εκδήλωσε σιωπηρά τη βούλησή της για λύση των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, όπως τούτο προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενό της.

Ότι ακόμη και εάν θεωρηθεί αντισυμβατική η συμπεριφορά των εναγουσών, η εναγομένη εργοδότρια, η οποία κατά τα προαναφερθέντα προέβη σε μερική εξόφληση των απαιτήσεων των εναγουσών, γνωρίζοντας ότι έτσι δεν ήρθη η υπερημερία της από την ένδικη επίσχεση, σε συνδυασμό με την πρόσκληση που απηύθυνε στις ενάγουσες να αναλάβουν εργασία, παρά το γεγονός ότι αυτές συνέχιζαν την επίσχεση εργασίας, με την προαναφερομένη από 24.7.2013 εξώδικη δήλωσή της αναμφίβολα εκδήλωσε σιωπηρά τη βούλησή της για λύση των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών και δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Ότι εφόσον η εναγομένη κατήγγειλε σιωπηρά τις επίδικες συμβάσεις των εναγουσών, οι τελευταίες δικαιούνται τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, την οποία η εναγομένη δεν τους έχει καταβάλει. Ότι συγκεκριμένα η πρώτη, η οποία είχε συμπληρώσει πλέον των τριών ετών υπηρεσίας στις 25.7.2013 από την πρόσληψή της στις 9.2.2010 δικαιούται του ποσού των 3.120,09 ευρώ με βάση τις από 1.337,18 ευρώ μηνιαίες της αποδοχές κατά τον τελευταίο μήνα παροχής εργασίας, η δεύτερη, η οποία είχε συμπληρώσει πλέον των τριών ετών υπηρεσίας στις 25.7.2013 από την πρόσληψή της στις 1.2.2010 δικαιούται του ποσού των 2.611,72 ευρώ με βάση τις από 1.119,31 ευρώ μηνιαίες της αποδοχές κατά τον τελευταίο μήνα παροχής εργασίας και η τρίτη, η οποία είχε συμπληρώσει πλέον των οκτώ ετών υπηρεσίας στις 25.7.2013 από την πρόσληψή της στις 8.5.2005 δικαιούται του ποσού των 7.250,31 ευρώ με βάση τις από 1242,91 ευρώ μηνιαίες της αποδοχές κατά τον τελευταίο μήνα παροχής εργασίας.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμους τους περί τούτου πρώτο, δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και στη συνέχεια την έφεση αυτής, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν επιδικασθεί στις ενάγουσες τα πιο πάνω χρηματικά ποσά, για αποζημιώσεις καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών, με το νόμιμο τόκο από την 25.7.2013 μέχρι την εξόφληση, κατά παραδοχή της περί τούτου επικουρικής βάσης της από 23.10.2013 και με αριθ.

κατάθ. ….5/4987/2013 αγωγής αυτών, μετά καταχωρηθείσα κατά την προφορική συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών με την οποία αυτές παραιτήθηκαν της κύριας βάσης της αγωγής των περί προσβολής του κύρους της πιο πάνω από 25.7.2013 καταγγελίας ως άκυρης και περί επιδίκασης σε αυτές μισθών υπερημερίας από την πιο πάνω καταγγελία και για τον μετέπειτα χρόνο μέχρι την συζήτηση και περί αναγνώρισης σχετικής οφειλής και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μέχρι την άρση της καταγγελίας.

Με τον πρώτο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ και με αντιφατικές αιτιολογίες, έκρινε ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες νομίμως προέβησαν στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από την εργασία τους για οφειλόμενες αποδοχές, απορρίπτοντας την προταθείσα από αυτήν πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με λόγους της έφεσής της ένσταση κατάχρησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των εναγουσών.

Ειδικότερα, αν και η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι αυτή βρισκόταν σε οικονομική δυσπραγία εξ αιτίας των προς αυτήν οφειλών των ασφαλιστικών ταμείων, λόγο, που και κατά τη μείζονα σκέψη αυτής, επάγεται καταχρηστικότητα στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των μισθωτών, στη συνέχεια δέχθηκε (αντιφατικά) ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων δεν ήταν καταχρηστική και ότι η αναιρεσείουσα θα μπορούσε να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας αυτών, ικανοποιώντας ταυτοχρόνως και τις απαιτήσεις τους, ενώ η βούλησή της δεν ήταν η καταγγελία των συμβάσεων αυτών, αλλά η συνέχιση της δραστηριότητάς της.

Επίσης, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένως δέχθηκε ότι δεν ήταν καταχρηστική και η συνέχιση της επίσχεσης εργασίας των αναιρεσιβλήτων παρά τις καταβολές σε αυτές των διαλαμβανομένων στην προσβαλλομένη απόφαση ποσών ύψους (3.986,08), (4.084,97) και (4.506,55) ευρώ αντιστοίχως έναντι των απαιτήσεων για τις οποίες οι αναιρεσίβλητες είχαν προβεί στην επίσχεση εργασίας, παραβλέποντας έτσι ότι η βούληση αυτής ήταν η εξόφληση του συνόλου των οφειλών της προς τις αναιρεσίβλητες, όπως και τελικά έπραξε.

Ωσαύτως και σε συνάφεια με τα διαλαμβανόμενα στον προηγούμενο πρώτο λόγο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και με αντιφατική αιτιολογία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 325 του ΑΚ και του άρθρου 2 της υπ' αριθμό 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.), με την οποία καταργήθηκαν για το διάστημα μετά την 1.6.2012 ορισμένα επιδόματα που προέβλεπε η καταγγελθείσα στις 1.3.2012 υπ' αριθ. 20/2011 συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού ιδιωτικών κλινικών, νευροψυχιατρικών κλινικών, διαγνωστικών κέντρων και οίκων ευγηρίας όλης της χώρας, δυνάμει της οποίας αμείβονταν μέχρι την λήξη της ισχύος της οι αναιρεσίβλητες, με συνέπεια τη μείωση των νομίμων αποδοχών των αναιρεσιβλήτων σε 842,82 ευρώ μηνιαίως για την πρώτη εξ αυτών (αντί των 1.139,31 ευρώ μηνιαίως που αυτή λάμβανε μέχρι και τον Μάιο του 2012), σε 806,18 ευρώ μηνιαίως για την δεύτερη εξ αυτών (αντί των 1006,06 ευρώ μηνιαίως που αυτή λάμβανε μέχρι και τον Μάιο του 2012) και σε 879,46 ευρώ μηνιαίως για την τρίτη εξ αυτών (αντί των 1.175,96 ευρώ μηνιαίως που αυτή λάμβανε μέχρι και τον Μάιο του 2012), δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εξακολουθούσε να έχει οφειλές προς τις αναιρεσίβλητες με βάση τις μηνιαίες των αποδοχές, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί τον Μάιο του 2012 (χωρίς τις ανωτέρω μειώσεις), πριν δηλαδή την θέση σε ισχύ της διάταξης του άρθρου 2 της υπ' αριθ.6/2012 ΠΥΣ, και συνακόλουθα έκρινε ότι η συνέχιση της επίσχεσης εργασίας των αναιρεσιβλήτων ήταν νόμιμη, για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προβεί σε πλήρη εξόφληση των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων έναντι αυτής, ενώ μετά τις πιο πάνω μειώσεις των αποδοχών τους μετά την εφαρμογή της ως άνω Π.Υ.Σ.

είχε επέλθει με τις καταβολές αυτής πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων, με συνέπεια η συνέχιση της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους αυτών να είναι μη νόμιμη, η δε μη προσέλευση των αναιρεσιβλήτων στην εργασία τους, παρά τη σχετική της πρόσκληση, συνιστούσε καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών εκ μέρους των ιδίων.

Οι ανωτέρω πρώτος στο σύνολό του και δεύτερος κατά το πρώτο αυτού σκέλος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η κρίση της προσβαλλομένης απόφασης αναφορικά με τη νομιμότητα της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων επίσχεσης εργασίας και της συνέχισης αυτής και μετά την από 15.7.2013 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας, με την οποία καλούσε αυτές να επιστρέψουν στην εργασία τους, επικαλούμενη ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων αυτών, είναι αλυσιτελείς και συνεπώς απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Και τούτο διότι η κρίση της προσβαλλομένης απόφασης ότι οι αναιρεσίβλητες άσκησαν νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και ότι νομίμως συνέχισαν αυτήν και μετά την από 15.7.2013 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας για τους διαλαμβανόμενους σε αυτήν ανωτέρω λόγους, είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης που αφορά αποκλειστικά την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σε αυτές την αποζημίωση εξ αιτίας λύσης των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών με καταγγελία, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που δεν πλήττονται στο σημείο αυτό με τους αναιρετικούς λόγους, έλαβε χώρα από την αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 24.7.2013 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία αυτή εκδήλωσε σιωπηρά τη βούλησή της για τη λύση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσιβλήτων.

Η δε καταχρηστικότητα ή η έλλειψη των προϋποθέσεων για την εκ μέρους του μισθωτού νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης από την εργασία του δεν επηρεάζει την υποχρέωση του εργοδότη, που για τον λόγο αυτό προβαίνει σε καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ευρισκομένου σε επίσχεση εργασίας μισθωτού, να καταβάλει την οφειλομένη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Μάλιστα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαλαμβάνει και επάλληλη σκέψη ότι ακόμη και εάν ακόμη ήθελε θεωρηθεί αντισυμβατική η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, και πάλι η αναιρεσείουσα εκδήλωσε κατά τα ανωτέρω τη βούλησή της για τη λύση των ανωτέρω συμβάσεων με καταγγελία εκ μέρους της. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε ότι η συνέχιση της επίσχεσης εργασίας των αναιρεσίβλητων συνιστούσε παράλληλα και καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους εκάστης των αναιρεσιβλήτων, καθόσον αυτή (συνέχιση της επίσχεσης εργασίας) δεν έλαβε χώρα νομίμως για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία είχε ήδη προβεί, σύμφωνα με τους γενόμενους από αυτήν υπολογισμούς, σε πλήρη εξόφληση των οφειλών της από μισθούς προς τις αναιρεσίβλητες, μετά την γενομένη μείωση των αποδοχών τους σε εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι οι αναιρεσίβλητες με την από 19.7.2013 εξώδικη δήλωση - απάντησή τους προς την αναιρεσείουσα δήλωσαν στην τελευταία, σε απάντηση της από 15.7.2013 πρόσκλησης αυτής να επανέλθουν στην εργασία τους επικαλούμενη ότι οι απαιτήσεις τους έχουν εξοφληθεί (χωρίς όμως να αναφερθεί στα ποσά που κατέβαλε στην κάθε μία από αυτές), ότι αυτές συνεχίζουν να ασκούν το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους μέχρι την πλήρη εξόφλησή τους, για το λόγο ότι δεν έχουν εξοφληθεί από αυτήν πλήρως οι απαιτήσεις τους, καλώντας αυτήν συγχρόνως να τους προσκομίσει αναλυτικές εξοφλητικές αποδείξεις των οφειλομένων σε αυτές χρηματικών ποσών [συμμορφούμενη δηλαδή με την εκ του άρθρου 18 του Ν. 1082/1980 υποχρέωσή της], χωρίς παράλληλα να δεχθεί ότι η δήλωση αυτή περί συνέχισης της επίσχεσης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ήταν προσχηματική και υπέκρυπτε βούληση αυτών αποχώρησης από την εργασία τους, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος περί σιωπηράς καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων από την κατά τα άνω συνέχιση της επίσχεσης της εργασίας τους.

Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.

Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εντωμεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.

Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".

Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από την καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, οπότε λήγει η ισχύς των όρων αυτής, οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων που αφορούν το βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 453/2010), ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις αυτών που προέβλεπαν την καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.

Για την παύση της καταβολής των λοιπών ως άνω επιδομάτων, πλην δηλαδή των επιδομάτων ωρίμανσης (τριετιών, πολυετίας), τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας, δεν απαιτείται κατά νόμο συναίνεση του εργαζομένου, ούτε προηγούμενη ενημέρωση των μισθωτών, αφού αυτή επιβάλλεται ευθέως από το νόμο. Η επαναχορήγηση των καταργηθέντων ως άνω επιδομάτων μπορεί να γίνει με σχετική πρόβλεψη σε νέα συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση.

Δεν αποκλείεται βεβαίως η κατάρτιση νέας αντίθετης ατομικής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού ή η τροποποίηση της ήδη ισχύουσας τοιαύτης που να προβλέπει τη συνέχιση της χορήγησης των καταργηθέντων επιδομάτων, η οποία μπορεί να γίνει και σιωπηρά. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι η με αριθ. 20/2011 συλλογική σύμβαση εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού ιδιωτικών κλινικών, νευροψυχιατρικών κλινικών, διαγνωστικών κέντρων και οίκων ευγηρίας όλης της χώρας, δυνάμει της οποίας αμείβονταν κατά το έτος 2012 οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, έληξε λόγω καταγγελίας της την 1 Μαρτίου 2012 και οι ρυθμίσεις αυτής εξακολούθησαν να ισχύουν για ένα ακόμη τρίμηνο, ήτοι μέχρι την 1 Ιουνίου 2012.

Ότι η ενάγουσα ουδέποτε αμφισβήτησε το ύψος των αποδοχών των εναγουσών, τις οποίες αυτές ανέφεραν στην από 3.8.2012 δήλωση επίσχεσης εργασίας τους, ούτε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση της εν λόγω διαφοράς την 30.11.2012 ενώπιον της Επιθεωρήτριας Εργασίας του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης …., αλλά ούτε και με το από 30.11.2012 υπόμνημα που κατέθεσε στην εν λόγω Υπηρεσία, στο οποίο περιορίσθηκε να αναφέρει απλώς τους λόγους καθυστέρησης των οφειλομένων αποδοχών στις ενάγουσες.

Ότι εάν πράγματι εφάρμοζε την Π.Υ.Σ. 6/2012 μονομερώς, όπως είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση, θα έπρεπε να αρνηθεί το ύψος των οφειλομένων αποδοχών των εναγουσών, τόσο με το ανωτέρω υπόμνημα, όσο και κατά τη συζήτηση της εν λόγω εργατικής διαφοράς στην επιθεώρηση εργασίας. Ότι σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη σε σχετική ενημέρωση των εναγουσών περί μειώσεως των μισθών τους, σύμφωνα με την ΠΥΣ 6/2012, την οποία (ενημέρωση) θα έπρεπε να έχουν αυτές για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα οικονομικής φύσης, άσχετα από το γεγονός ότι δεν απαιτείτο η σύμφωνη γνώμη τους.

Ότι, επομένως, εφόσον η εναγομένη δεν προέβη μονομερώς στη μείωση των μισθών των εναγουσών, το ύψος των οποίων δεν αμφισβήτησε κατά τα προαναφερόμενα, ισχύουν ως προς το ύψος των αποδοχών τους τα όσα ορίζονται στις ατομικές συμβάσεις εργασίας τους. Τέλος σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης απόφασης έγινε δεκτό ότι οι ενάγουσες προσελήφθησαν ως νοσηλεύτριες από την εναγομένη εταιρεία, αντί της αμοιβής που θα καθόριζε για τον κλάδο τους η σχετική συλλογική σύμβαση εργασίας του προσωπικού ιδιωτικών κλινικών, νευροψυχιατρικών κλινικών, διαγνωστικών κέντρων, οίκων ευγηρίας όλης της χώρας.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπολόγισε την οφειλομένη στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες αποζημίωση για την καταγγελία των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών με βάση το σύνολο των αποδοχών τους, που προέβλεπαν οι ρυθμίσεις της υπ' αριθ. 20/2011 συλλογικής σύμβασης εργασίας, πριν την λήξη της ισχύος αυτής την 1.6.2012 και απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο τον περί τούτου επικουρικά προβληθέντα τέταρτο λόγο της έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και στη συνέχεια την έφεση, με την οποία αυτή παραπονείτο ως προς το ύψος των αποζημιώσεων απόλυσης που επιδικάσθηκαν, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με τον τρίτο και τελευταίο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης σε συνδυασμό με το δεύτερο λόγο αναίρεσης (όπου οι σχετικοί υπολογισμοί), που προβάλλεται επικουρικά, η αναιρεσείουσα εταιρεία προβάλλει την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 2 της με αριθ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του εσφαλμένως υπολόγισε τις αποζημιώσεις καταγγελίας των αναιρεσιβλήτων, με βάση τις μηνιαίες αυτών αποδοχές, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί μέχρι και τον Μάιο του 2012 δυνάμει της σχετικής συλλογικής σύμβασης εργασίας του προσωπικού ιδιωτικών κλινικών, νευροψυχιατρικών κλινικών, διαγνωστικών κέντρων και οίκων ευγηρίας όλης της χώρας, αντί να υπολογίσει αυτές με βάση τις ανωτέρω διαλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης χαμηλότερες νόμιμες μηνιαίες αποδοχές μετά την εφαρμογή της με αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, ενόψει του ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνει παραδοχή ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκαν ρητά ή σιωπηρά (και στην περίπτωση σιωπηράς κατάρτισης του τρόπου με τον οποίο έλαβε χώρα η εν λόγω κατάρτιση) νέες ατομικές συμβάσεις εργασίας ή τροποποιήθηκαν οι ήδη ισχύουσες, με τις οποίες συμφωνήθηκε η συνέχιση της καταβολής της αμοιβής των αναιρεσιβλήτων με βάση τους όρους της καταργηθείσας με αριθ. 20/2011 συλλογικής σύμβασης εργασίας του προσωπικού ιδιωτικών κλινικών, νευροψυχιατρικών κλινικών, διαγνωστικών κέντρων, οίκων ευγηρίας όλης της χώρας και μετά την κατάργηση της ισχύος της τελευταίας και την έναρξη εφαρμογής της ρύθμισης του άρθρου 2 της υπ' αριθ. 6/2012 Π.Υ.Σ..

Για την κατάφαση δε της κατάρτισης νέων ατομικών συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων ή τροποποίησης του σχετικού όρου των ήδη ισχυουσών ατομικών συμβάσεων δεν αρκεί μόνη η αναφορά, σύμφωνα με τις περί τούτου παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, της μη αμφισβήτησης εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας του ύψους των αποδοχών των αναιρεσιβλήτων που οι τελευταίες ανέγραψαν στην από 3.8.2012 εξώδικη δήλωσή τους ως οφειλόμενες σε αυτές ή κατά τη διαδικασία ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας ή της μη ενημέρωσης αυτών για την πρόθεση της αναιρεσείουσας εταιρείας να μειώσει τις αποδοχές αυτών σε συμμόρφωση με τη ρύθμιση της ως άνω Π.Υ.Σ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ως βάσιμου κατ' ουσία, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα κατά το μέρος που αφορά το ύψος των οφειλομένων από την αναιρεσείουσα αποζημιώσεων απόλυσης των αναιρεσιβλήτων, απορριπτομένης της αναίρεσης κατά τα λοιπά και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, που παρέστη, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το μέρος της ήττας τους (άρθρ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 2672/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και απορρίπτει την από 10.3.2017 αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ