Legislator Case Law & Legislation
1096/2015 AI generated

1096/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1096/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1096/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση από το διαδικαστικό έγγραφο της ενδίκου αγωγής, το οποίο επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι σ’ αυτή, που αφορούσε σε διαφορά από οριζόντια ιδιοκτησία, αναφέροντο η ιδιότητα των διαδίκων, ως κυρίων οριζοντίων ιδιοκτησιών της, επί της οδού ...

Keywords

AI generated
action for exclusion from co-ownership public-law restriction on property common flat-rate scheme for farmers timeshare public domain public takeover bid
AI generated
25/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
128/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2004 αγωγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 10/12/2004 πρόσθετη παρέμβαση των δεύτερου και τρίτης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1598/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4779/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'αριθμό 3037/2007 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της υπ'αριθμό 4779/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/9/2007 αίτησή τους και τους από 3/7/2008 πρόσθετους λόγους.
436/2020
Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με το λόγο αναίρεσης πλήττεται μία μόνο από αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1005/2014, ΑΠ 823/2012).
1832/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την με αριθμό κατάθεσης 140/1997 προσεπίκληση των 1ου, 2ης και 3ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 28/1/1997 πρόσθετη παρέμβαση των 4ου και 5ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6580/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1958/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/2/2002 αίτησή τους.
628/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1096 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1096/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθ’ ων η κλήση: 1) Β. συζ. Π. Δ., το γένος Α. Σ. και 2) Ι. Δ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Πήττα.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Ε. χας Μ. Τ., το γένος Ι. Κ., 2) Ι. Τ. του Μ., 3) Α. Τ. του Μ., 4) Ε. Κ. του Σ., 5) Α. Κ. του Σ., 6) Δ. Π. του Α., 7) Θ. συζ. Δ. Π., το γένος Κ. Κ., 8) Μ. Μ. του Π., 9) Σ. συζ. Μ. Μ., το γένος Δ. Κ., 10) Χ. Τ. του Π., 11) Σ. Τ. του Χ., 12) Π. Τ. του Χ., 13) Ε. Ε. του Ι. και 14) Α. συζ. Ε. Ε., το γένος Ν. Κ., κατοίκων όλων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Λούκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2005 αγωγή των ήδη 1ης, 4ης, 5ης, 6ου, 7ης, 8ου, 9ης, 10ου, 11ης, 12ου, 13ου και 14ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Μ. Τ. του Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1804/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5577/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 2-4-2009 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 17-9-2010, οπότε ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 4-11-2010 κλήση των αναιρεσιβλήτων - καλούντων.

Εκδόθηκε η 272/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 28-4-2014 κλήση των αναιρεσιβλήτων - καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 1-9-2010 έκθεση της Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της κρινόμενης αιτήσεως περί αναιρέσεως της 5577/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 28-4-2014 κλήση των αναιρεσιβλήτων φέρεται προς συζήτηση η από 2-4-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5577/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 272/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης διότι δεν προέκυψε κλήση των κληρονόμων του αποβιώσαντος Μ. Τ., στην θέση του οποίου εισήλθαν, ήδη, η Ε. χα Μ. Τ. και πρώτη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα του Ι. Τ. του Μ. και Α. Τ. του Μ..

Κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από Πληρεξούσιο Δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από Πληρεξούσιο Δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Εξάλλου ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση παρίσταται στο ακροατήριο αλλά δεν αποδεικνύει τη λειτουργική αρμοδιότητά του δηλαδή την ύπαρξη της πληρεξουσιότητας για διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον του Αρείου Πάγου καθιστά άκυρες τις διαδικαστικές πράξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα Πρακτικά Συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου οι αναιρεσείοντες Σ. Τ. και Π. Τ. εκπροσωπήθηκαν από τον Πληρεξούσιο Δικηγόρο Αναστάσιο Λούκο.

Όμως από τον φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει παροχή πληρεξουσιότητας με αντίστοιχη συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, καταχωρηθείσα στα πρακτικά των ανωτέρω Σ. Τ. και Π. Τ. προς τον παραστάντα για λογαριασμό τους Πληρεξούσιο Δικηγόρο Αναστάσιο Λούκο και θα πρέπει, ενόψει και της υφιστάμενης απλής ομοδικίας μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση (ΑΠ 1584/2006), σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ η υπόθεση να χωρησθεί και η συζήτηση της αναίρεσης να χωρήσει νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από Πληρεξούσιο Δικηγόρο και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους προαναφερθέντες Σ. Τ. και Π. Τ..

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αν το Δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει αυτή (αγωγή) νόμιμη ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Εκτός από την παραπάνω αοριστία, υπάρχει και ποσοτική και ποιοτική αοριστία. Ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ’ αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ενώ ποιοτική αοριστία υπάρχει όταν στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση από το διαδικαστικό έγγραφο της ενδίκου αγωγής, το οποίο επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι σ’ αυτή, που αφορούσε σε διαφορά από οριζόντια ιδιοκτησία, αναφέροντο η ιδιότητα των διαδίκων, ως κυρίων οριζοντίων ιδιοκτησιών της, επί της οδού ...

αριθμ. …(στο ...), οικοδομής, η οποία υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, 1002 και 117 ΑΚ, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1979 Πράξεως Συστάσεως οριζοντίου Ιδιοκτησίας και Κανονισμού Πολυκατοικίας της Συμβ/φου Αθηνών Ελένης Κωνσταντοπούλου Δεμερούτη, που μετεγράφη νομίμως, καθώς και όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων ερείδοντο τα αιτήματά της.

Αναφορά των διαστάσεων της κατασκευασθείσας, από τους εναγομένους, θύρας εισόδου στο διαμέρισμα της πιλοτής καθώς και του υλικού κατασκευής αυτής, των διαστάσεων του κατασκευασθέντος από τους ίδιους μεταλλικού κιγκλιδώματος και του στεγάστρου στο χώρο του υπογείου ορόφου δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, κατ’ άρθρον 216 Κ.Πολ.Δ., επί τη βάσει των αιτημάτων αυτής, που αφορούσαν στην καθαίρεση τούτων.

Επί τη βάσει τούτων, η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη και το Εφετείο το οποίο δεν κήρυξε αυτή άκυρη, λόγω αοριστίας, αλλά προέβη στην κατ’ ουσίαν έρευνά της (γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι απέρριψε εμμέσως τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό), δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά στον ισχυρισμό αυτό, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.

Η αιτίαση δε του δευτέρου λόγου αναιρέσεως περί αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν αναλύεται σ’ αυτή το αγωγικό κεφάλαιο των 80.000 ευρώ, που εζητείτο ως προκαταβλητέα δαπάνη για την κατ’ άρθρο 945 του ΚΠολΔ εκτέλεση των εργασιών από τους ίδιους τους ενάγοντες, σε περίπτωση μη εκτελέσεως αυτών από τους εναγομένους είναι αβάσιμος, διότι τίθεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο δεν εξήτασε το ορισμένο ή μη της αγωγής ως προς το εν λόγω αγωγικό κεφάλαιο διότι προηγουμένως έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη.

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 § 1, 4 § 5 και 13, 7 § 1, 8 του Ν. 37...1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με το άρθρο 54 του Εισαγ.Ν.Α.Κ., σαφώς συνάγεται ότι, επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική, αυτοδικαίως κτωμένη, συγκυριότητα, κατ’ ανάλογον μερίδα, επί των μερών του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν εις κοινή, υπό πάντων των οροφοκτητών χρήση, όπως αυτά ορίζονται στην, εκ των ως άνω διατάξεων, του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 37...1929.

Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οροφοκτησίας, που συνεπάγεται και την αυτοδικαία συγκυριότητα επ’ αυτών των συνιδιοκτητών καθώς και τα επ’ αυτών δικαιώματα τούτων γίνεται είτε με την συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία είτε και με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών.

Αν αυτό δεν γίνει, δηλαδή αν δεν ορίζεται τίποτα είτε στην συστατική δικαιοπραξία είτε στις κατ’ ιδίαν συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις. Δεν αποβάλλεται, δηλαδή, ο κοινόκτητος χαρακτήρας των μερών αυτών, από τον λόγο ότι δεν περιέχεται σχετική ρύθμιση για τον χαρακτήρα των στην συστατική πράξη της οροφοκτησίας, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός υφίσταται εκ του νόμου.

Όμως, το γεγονός ότι υφίσταται αναγκαστική συγκυριότητα επί των κοινών πραγμάτων της πολυκατοικίας, από την πράξη της συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας ή εκ του νόμου, δεν αποκλείει να συμφωνηθεί από τα μέρη η αποκλειστική χρήση ορισμένου από τα εν λόγω κοινά πράγματα υπέρ του ενός εξ αυτών, δεδομένου ότι, με την συμφωνία αυτή, δεν αναιρείται η συγκυριότητα αλλά η χρήση.

Οι συμφωνίες αυτές δεσμεύουν όχι μόνον τους συμβληθέντες ή τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους των αλλά και όσους προσχωρούν στον κανονισμό μεταγενέστερα. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, το παρεχόμενο στον ιδιοκτήτη δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως κοινοκτήτου πράγματος της οικοδομής, δεν περιέχει και εξουσία άρσεως του προβλεπομένου προορισμού αυτού (ΑΠ 847/2001).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή, ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν. Κατά την ίδια δε, ως άνω, διάταξη, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Τέτοιοι κανόνες είναι και οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτο, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Οι κανόνες αυτοί παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο, μολονότι βεβαιώνει ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, εν τούτοις δέχεται εμμέσως την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας, ως προς το περιεχόμενο της δηλώσεως και αναζητεί την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων πέρα από την γραμματική διατύπωσή της, καθώς και όταν, παρά την έστω και έμμεση διάγνωση ατελείας στην διατύπωση της βουλήσεως ή αμφιβολίας για την έννοιά της, το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει στους κανόνες αυτούς και να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η εφαρμογή του, ακόμη δε και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή των, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικώς με την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως των μερών, αφού πρόκειται για εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, όχι, όμως, αν οι ελλείψεις ή αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθεμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "...Οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες χωριστών ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) της οικοδομής, που βρίσκεται στο ... Αττικής, στην οδό ..., αρ. …, επί της οποίας έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία με τις νόμιμες μεταγεγραμμένες υπ’ αριθμ. .../1979 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ελένης Κωνσταντοπούλου και υπ’ αριθμ. .../1985 και .../1990 τροποποιητικές πράξεις της ίδιας συμβολαιογράφου, η πρώτη των οποίων (.../1979) περιλαμβάνει και τον κανονισμό, που διέπει τις σχέσεις των οροφοκτητών.

Ειδικότερα, ο πρώτος και η δεύτερη εκ των εναγόντων - νυν εφεσιβλήτων είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 162,38 τ.μ., της πολυκατοικίας, η οποία βρίσκεται στο ... Αττικής, οδός ..., αρ. ... Η τρίτη και τέταρτη εκ των εναγόντων - νυν εφεσιβλήτων είναι συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστη του δεύτερου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 162,38 τ.μ., της ανωτέρω πολυκατοικίας, ο πέμπτος και η έκτη εκ των εναγόντων - νυν εφεσιβλήτων είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 162,38 τ.μ., της ιδίας ως άνω πολυκατοικίας, ο έβδομος και η όγδοη εκ των εναγόντων - νυν εφεσιβλήτων είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του τέταρτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 162,38 τ.μ., της ιδίας πολυκατοικίας, ο ένατος εκ των εναγόντων - νυν εφεσιβλήτων έχει την επικαρπία και η δέκατη και ο ενδέκατος εξ αυτών την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του πέμπτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 162,38 τ.μ., της ιδίας ως άνω πολυκατοικίας και ο δωδέκατος και δέκατη τρίτη εκ των εναγόντων - νυν εφεσιβλήτων είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του έκτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 162.38 τ.μ., της ιδίας ως άνω πολυκατοικίας.

Η πρώτη εναγομένη - νυν πρώτη εκκαλούσα είναι κυρία του υπό στοιχεία Ζ-1 διαμερίσματος του έβδομου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 162,38 τ.μ., της υπό στοιχεία ΓΚ-1 θέσης στάθμευσης του υπογείου (γκαράζ), επιφανείας 49,60 τ.μ., της υπό στοιχεία Υ-1 αποθήκης του υπογείου, επιφανείας 16,20 τ.μ., της υπό στοιχεία Υ-2 αποθήκης του υπογείου, επιφανείας 18,09 τ.μ., της υπό στοιχεία Υ-3 αποθήκης του υπογείου, επιφανείας 11,31 τ.μ., της ιδίας πολυκατοικίας και τέλος ο δεύτερος εναγόμενος - νυν δεύτερος εκκαλών είναι κύριος του υπό στοιχεία Η-1 διαμερίσματος του ογδόου υπέρ το ισόγειο ορόφου, επιφανείας 162,38 τ.μ.

και της αυτοτελούς οριζοντίου ιδιοκτησίας του ισογείου ορόφου (πιλοτής), επιφανείας 92,62 τ.μ., της ιδίας ως άνω πολυκατοικίας. Τα ως άνω περιστατικά δεν αμφισβητούνται εκατέρωθεν, κρίθηκαν δε άλλωστε και με την εκκαλούμενη απόφαση, μη πληττόμενη ως προς την κρίση της αυτή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υπ’ αριθμ. .../16-4-1979 πράξη Σύστασης Οριζόντιας ιδιοκτησίας και Κανονισμού Πολυκατοικίας, όπου γίνεται περιγραφή της πολυκατοικίας και των διηρημένων οριζόντιων ιδιοκτησιών και με τα συνημμένα αρχιτεκτονικά σχέδια του Πολιτικού Μηχανικού, Π.

Ι. Ε., προέβλεπαν, ότι η εν λόγω οικοδομή θα αποτελείται από τους εξής χώρους: (α) τον υπόγειο χώρο, που αποτελείται από τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους [1) το αντίστοιχο τμήμα του κλιμακοστασίου προς το ισόγειο, 2) το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου, 3) τον κοινόχρηστο διάδρομο, 4) το μηχανοστάσιο, 5) το φρέαρ του ανελκυστήρα, 6) τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και 7) το λεβητοστάσιο] και από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες [1) την υπό στοιχεία Γκ-1 θέση σταθμεύσεως (γκαράζ), 2) την υπό στοιχεία Γκ-2 θέση σταθμεύσεως (γκαράζ), 3) την υπό στοιχεία Υ-1 αποθήκη, 4) την υπό στοιχεία Υ-2 αποθήκη και 5) την υπό στοιχεία Υ-3 αποθήκη], (β) τον ισόγειο χώρο, ο οποίος αποτελείται πέραν των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων [1) είσοδο της πολυκατοικίας από την οδό ..., 2) το αντίστοιχο τμήμα του κλιμακοστασίου, 3) το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου, 4) το φρέαρ του ανελκυστήρα, 5) το χώρο της πιλοτής και 6) τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου] και από μια οριζόντια ιδιοκτησία εμφαινόμενη με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία της περιμέτρου της Α-Β-Γ-Δ-Ζ-Δ...

του εις τη σύσταση συνημμένου σχεδιαγράμματος της κατόψεως του εν λόγω ισογείου ορόφου, εάν ήθελε αυξηθεί (και αυξήθηκε, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω) ο κατά την κατάρτιση της συστάσεως ισχύων συντελεστής δομήσεως, την οποία η εναγομένη ανοικοδόμησε, διαμορφώνοντας το χώρο σε ένα αυτοτελές ισόγειο διαμέρισμα, (γ) τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο ορόφους, έκαστος εκ των οποίων, πέραν των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων, [1) το αντίστοιχο τμήμα του κλιμακοστασίου, 2) το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου και 3) το φρέαρ του ανελκυστήρα], περιλαμβάνει και τις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες (οροφοδιαμερίσματα) των διαδίκων και (δ) τον όγδοο υπέρ το ισόγειο όροφο (δώμα), ο οποίος, πέραν των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων [1) απόληξη του κλιμακοστασίου, 2) το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου και 3) το φρέαρ του ανελκυστήρα], περιλαμβάνει το υπό στοιχεία Η-1 διαμέρισμα, επιφανείας 48,97 τ.μ.

Επιπλέον στο άρθρο 3 του κεφαλαίου Α’ της εν λόγω πράξης διευκρινίζεται ρητώς ότι "ο έμπροσθεν των οριζοντίων ιδιοκτησιών του υπογείου ορόφου ακάλυπτος χώρος τυγχάνει της αποκλειστικής χρήσεως εκάστης τούτων, η δε κατωφερής εκ της προσόψεως είσοδος (ράμπα) ως εμφαίνηται εις το προσαρτώμενον ώδε σχεδιάγραμμα κατόψεως του υπογείου, θα είναι της αποκλειστικής χρήσεως των δι’ αυτής εξυπηρετουμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών, δυναμένων των ιδιοκτητών των να αποφράζουν αυτήν δια καταλλήλου κιγκλιδώματος (θύρας) εις την αρχήν της κατωφέρειας", στο άρθρο δε 12 του ιδίου κεφαλαίου, όπου γίνεται η περιγραφή του υπό στοιχεία Η-1 διαμερίσματος ορίζεται ότι αφενός "το σκέλος της κλίμακας το άγον εκ του εβδόμου προς τον όγδοο όροφο, τυγχάνει της αποκλειστικής χρήσεως του οικοπεδούχου" και αφετέρου ότι "εις το διαμέρισμα τούτο (Η-1) ανήκει η αποκλειστική χρήση του έμπροσθεν αυτού δώματος ως και του τοιούτου του άνωθεν τούτου υφισταμένου, δικαιουμένου του οικοπεδούχου να εγκαταστήσει επ’ αυτού "πέργκολα" προς στήριξιν αναρριχητικών φυτών κ.λπ., συμφώνως προς τας κειμένας εκάστοτε πολεοδομικές διατάξεις.

Οίκοθεν νοείται ότι οι ένοικοι του διαμερίσματος τούτου υποχρεούνται να επιτρέπουν την εις το δώμα είσοδο του εκάστοτε διαχειριστού και οποιουδήποτε τεχνίτου προς συντήρησιν ή επισκευήν των επ’ αυτού κοινοκτήτων και κοινοχρήστων εγκαταστάσεων (τροχαλιοστάσιον, κεντρικήν κεραία τηλεοράσεως, καπνοδόχον κ.λπ.)".

Ακόμη, στο άρθρο 13 του ίδιου κεφαλαίου ορίζεται ότι "...εάν ο συντελεστής δομήσεως αυξηθή μετά την αποπεράτωση της πολυκατοικίας και υπό την προϋπόθεσιν πάντοτε της μη καλύψεως της αυξήσεως από τη δημιουργηθησομένη οριζόντιο ιδιοκτησίαν της πιλοτής το δικαίωμα υψούν ανήκει εις τον οικοπεδούχον, όστις δικαιούται οποτεδήποτε, εφ’ όσον επιτραπή η προσθήκη ορόφων, να ανεγείρει, βάσει νομίμου αδείας τούτους, ανακατανέμων τα εις τας υπό στοιχεία Ζ-1 και Η-1 οριζοντίους ιδιοκτησίας του ανήκοντα χιλιοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου συνιστών ούτω μερικωτέρας οριζοντίους ιδιοκτησίας, δια σχετικών μονομερών πράξεων, τροποποιητικών της παρούσης...".

Κάνοντας λοιπόν χρήση των προαναφερθέντων συμβατικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της, η πρώτη εναγομένη, ως ιδιοκτήτρια των προαναφερθεισών ιδιοκτησιών, αλλά και ως οικοπεδούχος, εκδίδοντας σχετικές οικοδομικές άδειες και αντίστοιχα μονομερώς τροποποιώντας τη σύσταση με την με αριθμό .../26-4-1990 πράξη τροποποιήσεως, προέβη κατά τη χρονική περίοδο 1989 - 1990 σε προσθήκες και ανακατανομή χώρων και κτισμάτων στο υπόγειο, στο ισόγειο, στον 7ο όροφο, στον 8ο όροφο και το δώμα.

Συγκεκριμένα, πρώτον η πρώτη εναγομένη, κατέλαβε ολόκληρο το κοινόχρηστο - πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου του έβδομου υπέρ το ισόγειο ορόφου, το οποίο και ενσωμάτωσε στο υπό στοιχεία Ζ-1 διαμέρισμά της, τοποθετώντας την κύρια είσοδο του διαμερίσματός της στην αρχή του πλατύσκαλου. Η ενέργειά της αυτή εξ ουδενός εκ των αναφερομένων ανωτέρω συμβατικά δικαιωμάτων της προβλεπόταν, αφού στη σύσταση (άρθρ. 11) αναφέρεται ρητά, κατά την περιγραφή του έβδομου ορόφου, ότι το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου περιλαμβάνεται μεταξύ κοινόκτητων και κοινόχρηστών χώρων, ουδόλως δε αναφέρεται ότι έχει παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση αυτού στην εναγομένη, είναι δε παράνομη και αυθαίρετη, καθόσον είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας η χρήση του κοινόχρηστου πλατύσκαλου του έβδομου υπέρ το ισόγειο ορόφου (το οποίο δεν υφίσταται πλέον).

Δεύτερον, δυνάμει της με αριθμ. .../1990 πράξεως τροποποιήσεως της πιο πάνω συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης, η πρώτη εναγομένη ως ιδιοκτήτρια των προαναφερθεισών οριζόντιων ιδιοκτησιών αλλά και ως οικοπεδούχος μεταξύ των ετών 1989 και 1990, κατεδάφισε το ήδη υπάρχον (και ως άνω περιγραφόμενο) κτίσμα του ογδόου (Η’ ) υπέρ το ισόγειο ορόφου, το επί του ακάλυπτου χώρου του ορόφου αυτού τελικό τμήμα του φρέατος του ανελκυστήρα, καθώς και την απόληξη του κλιμακοστασίου.

Περιορίζοντας δε τα ποσοστά συνιδιοκτησίας του υπό στοιχεία Ζ-1 διαμερίσματός της του έβδομου υπέρ το ισόγειο ορόφου κατά 45% εξ αδιαιρέτου, ανήγειρε εν συνεχεία νέο διαμέρισμα, το οποίο κάλυψε, ολόκληρο τον ακάλυπτο χώρο του εν λόγω ορόφου, όπως της παρείχετο άλλωστε η δυνατότητα από τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, δημιουργώντας ένα ενιαίο διαμέρισμα αναλόγων διαστάσεων και επιφανείας με όλα τα υπόλοιπα της οικοδομής, το οποίο δυνάμει του υπ’ αριθ. 8.705/ 1990 συμβολαίου γονικής παροχής της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου περιήλθε στο δεύτερο εναγόμενο.

Ειδικότερα, κατόπιν της εν λόγω επεκτάσεως, ο διαμορφωθείς πλέον όγδοος (Η’ ) υπέρ το ισόγειο όροφος, όπως αυτός λεπτομερώς περιγράφεται στην ως άνω τροποποιητική της συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη, περιλαμβάνει: Α) τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους του ορόφου αυτού οι οποίοι θα αποτελούνται: 1) από το αντίστοιχο τμήμα του κλιμακοστασίου, 2) το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου και 3) το φρέαρ του ανελκυστήρα και Β) τους ιδιόκτητους χώρους του υπό στοιχεία Η-1 διαμερίσματος, επιφανείας πλέον 162,38 τ.μ., συνορεύει δε, βορειοανατολικώς:

με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, κλιμακοστάσιο και πλατύσκαλο κλιμακοστασίου, νοτιοανατολικώς: με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, κλιμακοστάσιο, φρέαρ ανελκυστήρος και πλατύσκαλο κλιμακοστασίου, νοτιοδυτικώς: με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και βορειοδυτικώς: με κλιμακοστάσιο, ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, πρασιά και πέραν αυτής με οδό ....

Πλην όμως η πρώτη των εναγομένων το μεν ενεργούσα ατομικώς, το δε ως συνασκούσα με το σύζυγό της τη γονική μέριμνα του τότε ανηλίκου, τώρα ενήλικου, τέκνου της (δεύτερου εναγομένου), ενώ όφειλε να επεκτείνει την κοινόχρηστη απόληξη του κλιμακοστασίου κατασκευάζοντας νέο τμήμα αυτής στο διαμορφωθέν, υπέρ τον όγδοο υπέρ το ισόγειο όροφο, δώμα, καθώς και το τελικό τμήμα του φρέατος του ανελκυστήρα, δικαιούμενη να εγκαταστήσει επ’ αυτού "πέργκολα" προς στήριξη αναρριχητικών φυτών κ.λπ., σύμφωνα προς τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, αφενός κατέλαβε ολόκληρο το κοινόχρηστο - πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου του όγδοου υπέρ το ισόγειο ορόφου, το οποίο και ενσωμάτωσε στο εν λόγω υπό στοιχεία Η-1 διαμέρισμα του δεύτερου εναγομένου, τοποθετώντας την κύρια είσοδο του διαμερίσματος στην αρχή του πλατύσκαλου και αφετέρου προέβη στην κατασκευή, επί του δημιουργηθέντος πλέον δώματος (ταράτσας) υπέρ του όγδοου ορόφου, μιας, ιδιωτικής χρήσης, εσωτερικής ξύλινης κλίμακας, εντός του διαμερίσματος του όγδοου ορόφου, η οποία οδηγεί στο επίσης κατασκευασθέν επί του διαμορφωθέντος υπέρ τον όγδοο όροφο δώματος, δωματίου διαστάσεων 20 τ.μ.

κατά προσέγγιση, καθώς επίσης και εσωτερικού μπάνιου. Επίσης, κατά την ίδια χρονική περίοδο οι εναγόμενοι προέβησαν σε αποκλεισμό της χρήσης του ανελκυστήρα απ’ όλους τους ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, τοποθετώντας κλειδαριά και κλειδώνοντας τη θύρα εξόδου αυτού προς τον έβδομο και όγδοο υπέρ το ισόγειο ορόφους.

Με τις ανωτέρω ενέργειες (κατασκευές - προσθήκες) αμφότεροι οι εναγόμενοι, καθόσον, ως προελέχθη, η κυριότητα του Η-1 διαμερίσματος περιήλθε στον δεύτερο εναγόμενο, πρώτον κατέστησαν αδύνατη τη χρήση του κοινόχρηστου πλατύσκαλου του όγδοου υπέρ το ισόγειο ορόφου από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, καίτοι και στην αρχική σύσταση (άρθρο 12 αυτής) και στην τροποποιητική αυτής αναφέρεται ρητά κατά την περιγραφή του όγδοου ορόφου ότι περιλαμβάνεται μεταξύ των άλλων και το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου ως κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος, δεύτερον, κατέστησαν αδύνατη την πρόσβαση με οποιοδήποτε τρόπο προς το κοινόχρηστο υπέρ τον όγδοο υπέρ το ισόγειο όροφο δώμα (τόσο από το κλιμακοστάσιο όσο και από τον ανελκυστήρα) όλων των υπολοίπων συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας συμπεριλαμβανομένου και του εκάστοτε διαχειριστή, καθώς επίσης και των κάθε ειδικότητας τεχνικών, οι οποίοι καλούνται κατά περίπτωση για την επισκευή ή αντικατάσταση των κοινόχρηστων εγκαταστάσεων (ανελκυστήρα, κεντρικής κεραίας, μονώσεων κ.λπ.).

Εξάλλου, ο εν λόγω αποκλεισμός της πρόσβασης όλων των συνιδιοκτητών και ενοίκων της πολυκατοικίας εγκυμονεί μεγάλο κίνδυνο ως προς την ασφάλειά τους και δυνατότητα διαφυγής σε περίπτωση ανάγκης (σεισμός, πυρκαϊά κ.λπ.). Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες ενσωματώνοντας αυθαίρετα στα διαμερίσματά τους κάποιους από τους κοινόχρηστους χώρους (πλατύσκαλο εβδόμου ορόφου, πλατύσκαλο ογδόου ορόφου και το τμήμα της κλίμακας που οδηγεί από τον έβδομο στον όγδοο όροφο) και μη επιτρέποντας την πρόσβαση των λοιπών συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας σε κάποιους άλλους από τους κοινόχρηστους αυτούς χώρους, παραβίασαν κατ’ αυτό τον τρόπο τόσο τον κανονισμό της πολυκατοικίας όσο και τις σχετικές διατάξεις του ν. 37...1929 "περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους" (άρθρ. 7 παρ. 2 αυτού).

Ο ισχυρισμός των εναγομένων, τον οποίο επαναφέρουν με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της εφέσεώς τους, ότι νομίμως και σύμφωνα με την σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας, πέραν της κύριας εξώθυρας των διαμερισμάτων τους, έβδομου και όγδοου ορόφου, που έχει καθεμιά τοποθετηθεί από την αρχή εντός των ορίων εκάστου εξ αυτών (διαμερισμάτων), όπως άλλωστε έχουν τοποθετηθεί και οι θύρες των διαμερισμάτων και των λοιπών συνιδιοκτητών, τοποθέτησαν και μια άλλη μη κύρια εξώθυρα του διαμερίσματος της πρώτης εναγομένης του έβδομου ορόφου στο πλατύσκαλο αυτού (έβδομου ορόφου) και του διαμερίσματος του δεύτερου εναγομένου του όγδοου ορόφου στο πλατύσκαλο αυτού (όγδοου ορόφου), προς υλοποίηση του ανήκοντος στην πρώτη εξ αυτών (εναγομένων), ως οικοπεδούχο, δικαιώματος της αποκλειστικής χρήσεως του πλατύσκαλου του εν λόγω έβδομου υπέρ το ισόγειο ορόφου, του πλατύσκαλου του όγδοου υπέρ το ισόγειο ορόφου, καθώς και του τμήματος του κλιμακοστασίου της πολυκατοικίας μεταξύ του εβδόμου και όγδοου υπέρ το ισόγειο ορόφων αυτής, δεν είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Και τούτο διότι, ναι μεν είναι δυνατόν με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση ενός κοινόκτητου πράγματος σε ένα ή περισσότερους συνιδιοκτήτες με αντίστοιχο αποκλεισμό άλλων, πλην όμως, εν προκειμένω, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η αποκλειστική χρήση, των πλατύσκαλων του κλιμακοστασίου, που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 15 της πράξης συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας ως κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι, δεν παραχωρήθηκε σε κανένα εκ των διαδίκων.

Το ότι πρέπει να υφίστανται πλατύσκαλα τόσο στον έβδομο όσο και στον όγδοο όροφο, πέραν του ότι περιγράφονται τόσον στην πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας όσο και στην τροποποιητική αυτής, δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους. Εξάλλου, το παρεχόμενο με το άρθρο 12 του κεφαλαίου Α’ της εν λόγω πράξης στην οικοπεδούχο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σκέλους της κλίμακας που οδηγεί από τον έβδομο προς τον όγδοο όροφο, δεν περιέχει και εξουσία άρσης του προβλεπόμενου συνήθους προορισμού της κλίμακας.

Οι εναγόμενοι με το να ενσωματώσουν τα πλατύσκαλα (έβδομου και όγδοου ορόφου), καθώς και το τμήμα της κλίμακας που οδηγεί από τον έβδομο στον όγδοο όροφο, μετέβαλαν την κοινή τους χρήση και τα έκαναν χώρο των διαμερισμάτων τους. Περαιτέρω, παντελώς αβάσιμος αλλά και αλυσιτελής τυγχάνει και ο ισχυρισμός των εναγομένων - εκκαλούντων ότι τους παρείχετο από τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη το δικαίωμα συνενώσεως του έβδομου και όγδοου ορόφου της οικοδομής, δεδομένου ότι μια τέτοια συνένωση ενδεχομένως να επετρέπετο αν είχε γίνει με κατασκευή εσωτερικής μεταξύ των διαμερισμάτων κλίμακας και σε καμιά περίπτωση με παράνομη ενσωμάτωση του κοινόκτητου κλιμακοστασίου και των κοινόχρηστων πλατύσκαλων 7ου και 8ου ορόφου.

Επομένως, αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι - εκκαλούντες ότι εδικαιούντο να αποκλείσουν το τμήμα του κλιμακοστασίου της πολυκατοικίας μεταξύ του όγδοου ορόφου αυτής και του άνωθεν ηλιακού δώματος. Ο ισχυρισμός αυτός εξάλλου κρίνεται απορριπτέος και εκ του γεγονότος ότι τέτοιο τμήμα κλιμακοστασίου (μεταξύ όγδοου ορόφου και ηλιακού δώματος υπέρ τον όγδοο όροφο) δεν έχει κατασκευασθεί από τους εναγομένους, καίτοι αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να προβούν σε κατασκευή αυτού, καθώς και απολήξεως του κλιμακοστασίου στο δώμα, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ...1990 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας ..., καθώς και την υπ’ αριθμ. 242/1991 πράξη αναθεωρήσεως αυτής, προβλεπουσών και την κατασκευή απολήξεως κλιμακοστασίου, αλλά και για να εξασφαλίσουν την εκ του νόμου απαιτούμενη πρόσβαση και δίοδο διαφυγής προς το δώμα.

Για τους ίδιους λόγους απορριπτέος, επίσης, είναι και ο τρίτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο οι εναγόμενοι - εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη απόφαση υποχρέωσε αυτούς να αφαιρέσουν τις υφιστάμενες κλειδαριές από τις θύρες του ανελκυστήρα στους έβδομο και όγδοο υπέρ το ισόγειο ορόφους της πολυκατοικίας.

Ειδικότερα, με την τοποθέτηση κλειδαριών στις θύρες του ανελκυστήρα αποκλείεται η δίοδος διαφυγής στο ηλιακό δώμα στους εν γένει ενοίκους της πολυκατοικίας, σε περίπτωση κινδύνου (σεισμός, πυρκαγιά κ.λπ.), ενώ στερεί τη δυνατότητα πρόσβασης στους τεχνικούς για την επιθεώρηση και επισκευή του ανελκυστήρα, της κοινής κεραίας της τηλεοράσεως, καπνοδόχου κ.λπ., δικαίωμα που τους παρέχεται άλλωστε ρητά από τη διάταξη του άρθρου 12 του κεφαλαίου Α’ της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Περαιτέρω από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι, κατά το χρονικό διάστημα 2000 έως 2002, προέβησαν στην ανέγερση κατασκευής (κτίσματος) επί του διαμορφωθέντος υπέρ τον όγδοο κοινόκτητου δώματος (και πέραν της κατασκευασθείσης πέργκολας), διαστάσεων είκοσι (20) τ.μ., αποτελούμενο από κολώνες εκ μπετόν αρμέ, τοίχου και τζαμαρίας με μόνιμο επί του εδάφους μεταλλικό σκελετό, εντός του οποίου κατασκεύασαν τουαλέτα (βλ.

τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες). Με την ανωτέρω κατασκευή, ανεξαρτήτως του αν είναι παράνομη και αυθαίρετη, δεδομένου ότι η υπ’ αριθμ. 242/1991 αναθεώρηση της υπ’ αριθμ. ...1990 άδειας οικοδομής (η οποία αφορούσε την επέκταση του όγδοου ορόφου) της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ..., προέβλεπε αποκλειστικά και μόνο "προσθήκη απολήξεως κλιμακοστασίου και πέργκολας" (βλ.

την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη με αριθμό ...09.01.1990 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας ... και την από 25.05.1991 τεχνική περιγραφή της αρχιτέκτονος, Σ. Τ. - Δ.), γεγονός που εδώ δεν ενδιαφέρει, καθόσον το ενδιαφέρον εδώ ζήτημα είναι το εάν η παραπάνω ενέργεια των εναγομένων συνιστά παραβίαση ή όχι των προαναφερόμενων όρων του κανονισμού της πολυκατοικίας, με τους οποίους σαφώς απαγορεύονται οι επεμβάσεις αυτές στον κοινόκτητο χώρο του δώματος και ότι οι απαγορεύσεις αυτές, ισχύουν και αν από τις πιο πάνω ενέργειες των εναγομένων δεν παραβλάπτεται η χρήση του ως άνω χώρου και δεν μειώνεται η ασφάλεια αυτού και του κτιρίου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μεταβλήθηκε ο συνήθης προορισμός του δώματος και επομένως αυτή (κατασκευή) είναι αντίθετη στις διατάξεις του Ν. 37...1929 και της συμβάσεως περί συστάσεως της οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού αυτής, ορίζουσας εν προκειμένω στο άρθρο 12 του κεφαλαίου Α’ αυτής ότι ο οικοπεδούχος στον οποίο ανήκει η αποκλειστική χρήση του δώματος δικαιούται να εγκαταστήσει επ’ αυτού (δώματος) πέργκολα προς στήριξη αναρριχητικών φυτών, και όχι δωμάτιο με εσωτερικό μπάνιο και έτσι είναι ανεπίτρεπτη και καθαιρετέα.

Απορριπτέος, επομένως, τυγχάνει ο τέταρτος λόγος εφέσεως των εναγομένων - εκκαλούντων, με τον οποίο ισχυρίζονται ότι εσφαλμένως η εκκαλούμενη απόφαση διέταξε την κατεδάφιση της ανεγερθείσας, επί του κοινόκτητου δώματος της πολυκατοικίας, κατασκευής. Επίσης, απορριπτέος τυγχάνει και ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης εφέσεως, καθόσον ορθώς διατάχθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενόψει των ανωτέρω, η κατασκευή εκ μέρους των εναγομένων απολήξεως φρέατος του ανελκυστήρα επί του διαμορφωθέντος υπέρ τον όγδοο όροφο δώματος.

Ειδικότερα, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του ηλιακού δώματος σε καμιά περίπτωση δεν τους επέτρεπε να στερήσουν από την οικοδομή την απόληξη του φρέατος του ανελκυστήρα, η οποία είναι απαραίτητη και αναγκαία για την λειτουργία αυτού. Διότι καθίσταται σαφές και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, ότι χωρίς την απόληξη του φρέατος του ανελκυστήρα, εντός της οποίας είναι τοποθετημένοι οι μηχανισμοί του τροχαλιοστασίου, δεν είναι δυνατόν να λειτουργήσει σωστά, να συντηρηθεί και να επιβλέπεται τακτικά, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής λειτουργία του από κατάλληλο τεχνικό, ο ανελκυστήρας της πολυκατοικίας.

Κατά συνέπεια, σε καμία περίπτωση το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του δώματος, δεν μπορεί να κατισχύσει του δικαιώματος των λοιπών συνιδιοκτητών και ενοίκων της πολυκατοικίας, για την απρόσκοπτη, αδιακώλητη και ασφαλή χρήση του κοινοχρήστου ανελκυστήρα και κατ’ ακολουθίαν και του κοινόχρηστου φρέατος αυτού.

Επιβάλλεται, λοιπόν, για λόγους ασφαλείας των εναγόντων και των εν γένει ενοίκων της πολυκατοικίας, σε περίπτωση ανάγκης διαφυγής, αλλά και για τη δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης στο ηλιακό δώμα των συντηρητών και τεχνικών του ανελκυστήρα, να κατασκευαστεί στο δώμα υπέρ τον όγδοο όροφο ταυτόχρονα με την απόληξη του φρέατος του ανελκυστήρα και απόληξη του κλιμακοστασίου, όπως άλλωστε επιβάλλεται και σε όλες τις πολυκατοικίες από τον ισχύοντα κτιριοδομικό κανονισμό, αλλά και τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις πυρασφαλείας, αλλά και προβλέπεται στην με αριθμ. ...09.01.1990 άδεια της ως άνω Πολεοδομίας, με την υπ.

αριθμ. ..../03.07.1991 αναθεώρηση αυτής.

Από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι το έτος 2003 οι εναγόμενοι στον κοινόχρηστο χώρο της εισόδου της πολυκατοικίας τοποθέτησαν θύρα εισόδου προς το κατασκευασθέν στην πιλοτή διαμέρισμα του δεύτερου εναγομένου, χωρίς αυτό να προβλέπεται από την ισχύουσα καταστατική πράξη της οικοδομής, την υπ’ αριθ. .../2000 άδεια της Πολεοδομίας ... και άνευ της συναινέσεως των λοιπών συνιδιοκτητών, και γι’ αυτό απορριπτέος τυγχάνει ο έκτος λόγος της εφέσεως των εναγομένων - εκκαλούντων που αφορά την τοποθέτηση εξώθυρας του διαμερίσματος της πιλοτής.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα 2000 έως 2002 προέβη στην αυθαίρετη οικειοποίηση της διαμορφωθείσας πάνω από το στέγαστρο, επιφανείας 30 τ.μ., την οποία πλακόστρωσε και περιέφραξε με τοιχίο και μεταλλικό κιγκλίδωμα, μετατρέποντάς την σε βεράντα αποκλειστικής της χρήσης (του διαμερίσματος στην πιλοτή, στο οποίο έχει έξοδο), εντός της οποίας τοποθέτησε μεταλλική ντουλάπα που περικλείει τον καυστήρα φυσικού αερίου, ο οποίος θερμαίνει το διαμέρισμα του δεύτερου εναγομένου επί της πιλοτής.

Οι εν λόγω κατασκευές είναι μη νόμιμες και καθαιρετέες στο σύνολό τους, ως αντικείμενες στη συστατική πράξη οροφοκτησίας, δεδομένου ότι συνιστούν ανεπίτρεπτη και μη νόμιμη μεταβολή της χρήσης από κοινόχρηστο και κοινόκτητο χώρο σε ιδιόκτητη βεράντα. Αβάσιμος, επομένως, τυγχάνει ο έβδομος λόγος της εφέσεως των εναγόμενων, ισχυριζόμενων ότι έσφαλε η εκκαλουμένη με το να διατάξει την απομάκρυνση κάθε κατασκευής και εγκατάστασης επί του στεγάστρου του γκαράζ, καθόσον ουδόλως προσκόμισαν κάποιο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η νομιμότητα των επεμβάσεών τους αυτών.

Ο ίδιος ως άνω λόγος κατά το σκέλος που οι εναγόμενοι εγκαλούντες ισχυρίζονται ότι η διαμόρφωση από τους ίδιους του κοινόχρηστου χώρου άνωθεν του στεγάστρου του ανήκοντος στην πρώτη εξ αυτών υπό στοιχεία Γκ-2 υπογείου γκαράζ, καθώς και η ταυτόχρονη μετατροπή του σε ιδιόκτητη βεράντα, με την περίκλειση αυτού με τοιχίο και μεταλλικό κιγκλίδωμα, την τοποθέτηση πλακών επί του δαπέδου και μεταλλικής ντουλάπας εντός της οποίας τοποθέτησε τον καυστήρα φυσικού αερίου, έλαβε χώρα κατά το έτος 1990, πέραν του ότι είναι απαράδεκτος, ως προταθείς για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο, είναι ουσία αβάσιμος, καθότι η επέκταση του υπογείου γκαράζ (όπως άλλωστε συνομολογούν οι ίδιοι οι εναγόμενοι, έλαβε χώρα μεταξύ των ετών 2000 και 2002, κατόπιν της εκδόσεως της υπ’ αριθμ. .../2000 αδείας οικοδομής της Πολεοδομίας ..., χορηγηθείσας κατόπιν αιτήσεως της πρώτης των εκκαλούντων, με θέμα: "αλλαγή χρήσης πιλοτής σε διαμέρισμα και επέκταση υπογείου γκαράζ".

Κατά συνέπεια, καθίσταται αντικειμενικά αδύνατον να έχει διαμορφωθεί με περιτοίχιση, πλακόστρωση και τοποθέτηση καυστήρων, ο χώρος άνωθεν του στεγάστρου γκαράζ της πρώτης εναγομένης, δέκα με δώδεκα έτη προ της ίδιας του της κατασκευής (του στεγάστρου). Περαιτέρω, οι αξιώσεις των ιδιοκτητών οριζόντιων και κάθετων ιδιοκτησιών κατά το Ν.3741/1929 και το Ν.Δ. 1024/1971 εναντίον αλλήλων, για προστασία της συγκυριότητάς τους επί των κοινών μερών, δεν υπόκειται σε παραγραφή.

Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση ορθά απέρριψε την περί παραγραφής επικουρική ένσταση των εναγομένων...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο επεκύρωσε την πρωτόδικο απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, κατά τα προαναφερόμενα αιτήματά της (εξαφανίζοντας αυτή, κατά παραδοχή της εφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων, μόνον ως προς την διάταξή της, περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως και χρηματικής ποινής κατά των τελευταίων σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς των στις επί μέρους διατάξεις της αποφάσεως.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ’ όψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Υπό την έννοια αυτή, δεν αποτελούν "πράγματα" και η μη λήψη αυτών υπ’ όψη δεν ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, η άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγματα, επομένως, αποτελούν και οι λόγοι της εφέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι αφορούν σε αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Δεν αποτελούν πράγματα οι ισχυρισμοί, οι οποίοι συνιστούν άρνηση αυτών και αποκρούονται με την παραδοχή, ως βασίμων, των θεμελιωτικών της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως πραγματικών περιστατικών, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι της εφέσεως (ΑΠ 1862/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 8, 8 και 14 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως, επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψη:

α) τους προσθέτους λόγους της εφέσεως, που άσκησε με τις προτάσεις του ο εναγόμενος ήδη αναιρεσείων, β) τον προταθέντα ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου και νομίμως επαναφερθέντα ενώπιον του Εφετείου, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της εφέσεως, ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, περί αοριστίας της αγωγής, εφ’ όσον δεν περιείχοντο σ’ αυτή τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αναγκαία πραγματικά περιστατικά και γ) τον νομίμως προταθέντα ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου και επαναφερθέντα, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της εφέσεως, ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, από τους αναιρεσιβλήτους.

Επί τη βάσει των εκτιθεμένων στο αναιρετήριο πραγματικών περιστατικών, που αποτελούσαν τους προσθέτους λόγους της εφέσεως των εναγομένων - αναιρεσειόντων, αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι μόνον αυτοί περί αοριστίας της αγωγής και περί καταχρηστικής ασκήσεως αυτής (οι οποίοι συνδέονται με τους δεύτερο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του λόγου αναιρέσεως).

Τα λοιπά πραγματικά περιστατικά αποτελούν άρνηση αυτών που αποτελούσαν την βάση της αγωγής και αποκρούσθησαν με την παραδοχή της, καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα από τις αποδείξεις, που δεν θεωρούνται "πράγματα", υπό την εκτεθείσα στην μείζονα πρόταση έννοια, έστω και αν περιελήφθησαν στους προσθέτους λόγους της εφέσεως.

Επομένως, η αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, που αφορά στην μη λήψη υπ’ όψη αυτών, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, ο έτερος δε, περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμός, είναι αβάσιμος σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω, ως προς το ορισμένο της ένδικης αγωγής. Εξ άλλου, ο περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ισχυρισμός του δευτέρου προσθέτου λόγου της εφέσεως (που αποτελούσε επανάληψη του ενδεκάτου και δωδεκάτου κυρίου λόγου της εφέσεως), ελήφθη υπ’ όψη από το Εφετείο και απερρίφθη, ως αβάσιμος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, οι πρώτος και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος τους λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα εναντία, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των γενικών ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173, 200 Α.Κ., επειδή το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε εμμέσως ασάφεια στην πράξη οριζοντίου ιδιοκτησίας, "ως προς το αν, μαζί με την άσκηση του συμβατικού δικαιώματος των εναγομένων - αναιρεσειόντων, έπρεπε αυτοί να προβούν και σε κατασκευή της απολήξεως του κλιμακοστασίου και του φρεατίου του ανελκυστήρα", δεν προσέφυγε στις ανωτέρω διατάξεις, αλλά προσπάθησε να την ερμηνεύσει, επικαλούμενη τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, επί του ανωτέρω ζητήματος, δεν προκύπτει, ότι το Εφετείο διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, ώστε να παρίσταται αναγκαία η προσφυγή του στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173, 200 Α.Κ., στις οποίες και δεν προσέφυγε.

Αναφορικώς δε με την κατασκευή της απολήξεως του φρέατος του ανελκυστήρα, στα διδάγματα της κοινής πείρας προσέφυγε, όχι στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει την αληθή βούληση των συμβαλλομένων στην πράξη της οριζοντίου ιδιοκτησίας, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αλλά κατ’ άρθρ. 336 Κ.Πολ.Δ., προς απόκρουση ισχυρισμού των τελευταίων, ως εναγομένων, ότι είχαν δικαίωμα χρήσεως του δώματος και επομένως καταργήσεως της απολήξεως του φρέατος του ανελκυστήρος.

Εξ άλλου, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής χρήσεως από τους ήδη αναιρεσείοντες του κλιμακοστασίου μεταξύ του 7ου και 8ου ορόφου της οικοδομής, και ελλείψεως αιτιολογίας αναφορικώς προς το ζήτημα, γιατί τα πλατύσκαλα των αντιστοίχων ορόφων δεν περιλαμβάνονται στην αποκλειστική χρήση των ιδίων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι: Επί του, ως άνω, πρώτου ζητήματος δεν υφίσταται αντίφαση της αιτιολογίας, εφ’ όσον το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχεται μεν ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες είχαν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως "του σκέλους της κλίμακας του άγοντος από το έβδομο προς τον όγδοο όροφο" ήσαν υποχρεωμένοι να επιτρέπουν "την είσοδο" στο δώμα στον εκάστοτε διαχειριστή και οποιουδήποτε τεχνίτη, προς συντήρηση και επιδιόρθωση των κοινόκτητων και κοινόχρηστων εγκαταστάσεων, ενώ τώρα αποκλείσθηκε "η πρόσβαση" (και όχι η χρήση, όπως αναληθώς επικαλούνται οι αναιρεσείοντες) σε όλους, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους σε περίπτωση ανάγκης.

Επί του δευτέρου δε, ως άνω, ζητήματος, υφίσταται αιτιολογία στην απόφαση, εφ’ όσον σ’ αυτή προσδιορίζονται τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, επί των οποίων είχαν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες, με βάση την πράξη οριζοντίου ιδιοκτησίας, στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα πλατύσκαλα του 7ου και 8ου ορόφου της οικοδομής, ενώ, κατά τις παραδοχές της, τόσον στη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας όσον και στην τροποποιητική αυτής πράξη, "αναφέρεται ρητά, κατά την περιγραφή του ογδόου ορόφου ότι περιλαμβάνεται, μεταξύ των άλλων, και το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου, ως κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος".

Περαιτέρω, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 361 Α.Κ., επειδή το Εφετείο συνδύασε την υποχρέωση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, προς κατασκευή της απολήξεως του κλιμακοστασίου στο, υπέρ τον όγδοο όροφο, δώμα καθώς και της απολήξεως του φρέατος του ανελκυστήρα, με την υπ’ αριθμ. ...1990 οικοδομική άδεια, και όχι με αντίστοιχη συμβατική υποχρέωση ή μη αυτών, για την οποία καμία αιτιολογία δεν περιέλαβε στην απόφασή του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως (ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, εφ’ όσον το Εφετείο, για τα ανωτέρω ζητήματα διέλαβε στην απόφασή του και επάλληλη αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται αναιρετικώς) πρέπει να απορριφθεί, ως ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως και επομένως, ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχεται, κατά τα ανωτέρω, ότι, κατά το άρθρο 13 του κεφαλαίου Α της υπ’ αριθμ. .../1979 πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, συμφωνήθηκε ότι το δικαίωμα "του υψούν", σε περίπτωση μεταβολής του συντελεστού δομήσεως, ανήκει στον οικοπεδούχο (ήδη αναιρεσείοντες), ο οποίος δικαιούται οποτεδήποτε να προβεί στην προσθήκη ορόφου (ογδόου) "βάσει νομίμου αδείας".

Στην εκδοθείσα δε προς τούτο (μετά την αύξηση του συντελεστού δομήσεως) υπ’ αριθμ. ...1990 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου ... και την υπ’ αριθμ. 242/1991 πράξη αναθεωρήσεως αυτής προεβλέπετο και η κατασκευή της απολήξεως του κλιμακοστασίου στο υπέρ τον όγδοο όροφο δώμα, καθώς και κατασκευή της απολήξεως του φρέατος του ανελκυστήρα.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Η παράβαση, η οποία προβλέπεται από την διάταξη αυτή, ελέγχεται μόνον, αν τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, αφορούν στην ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς.

Για το ορισμένο, επομένως, του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως, καθώς και σε τι συνίσταται η παράβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.

β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο, εν σχέσει προς το ζήτημα της κατασκευής της απολήξεως του φρέατος του ανελκυστήρος στο, υπέρ τον όγδοο όροφο της οικοδομής, δώμα παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως, καθώς και σε τι συνίσταται η παράβαση.

Άλλως, και για την περίπτωση, κατά την οποία, ως διδάγματα της κοινής πείρας οι αναιρεσείοντες υπονοούν αυτές τις παραδοχές της αποφάσεως, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλουμένη αιτίαση ανάγεται στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων. Η πλεοναστική δε αναφορά του Εφετείου, στην προσβαλλομένη απόφαση και "της λογικής", δεν ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως.

Εξ άλλου, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το πέμπτο μέρος του, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 361 Α.Κ., επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι η τοποθέτηση κλειδαριών στις θύρες του ανελκυστήρος, από τους εναγομένους - αναιρεσείοντες, αποτελεί μη νόμιμη ενέργεια αυτών, χωρίς αιτιολογία για το ζήτημα από πού προέρχεται το παράνομο.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση και, επομένως, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας εκτίθεται ανωτέρω, την κρίση του, περί του αυθαιρέτου της τοποθετήσεως κλειδαριάς στις θύρες του ανελκυστήρος, από τους εναγομένους - αναιρεσείοντες, με σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, την βάσισε στο δικαίωμα των εναγόντων -αναιρεσιβλήτων, για χρήση "του κοινοχρήστου" πράγματος (ιδιότητα που εκ του νόμου έχει ο ανελκυστήρας της οικοδομής), ώστε να είναι δυνατή "η πρόσβαση" στο δώμα, κατά το άρθρο 12 του Κανονισμού της πολυκατοικίας, στο οποίο ρητώς αναφέρεται.

Επειδή, για το ορισμένο του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπομένου, λόγου αναιρέσεως, πρέπει, πλην άλλων, να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα και να γίνεται εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου ήτοι, αν πρόκειται για ανεπάρκεια αιτιολογίας, να καθορίζονται τα περιστατικά που έπρεπε επί πλέον να αναφέρονται, ενώ δεν αρκούν οι γενικές εκφράσεις "για ανεπαρκή ή ελλιπή αιτιολογία".

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω "ελλιπούς" αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα της κατασκευής θύρας εισόδου στο διαμέρισμα της πιλοτής, από τους εναγομένους -αναιρεσείοντες, και της διαμορφωθείσας πάνω από το στέγαστρο, επιφανείας 30 τ.μ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, ως προς τις ανωτέρω κατασκευές, των οποίων διέταξε την καθαίρεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικο απόφαση, διέλαβε σ’ αυτή (απόφαση) πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων ανωτέρω στην μείζονα πρόταση της δευτέρας σκέψεως της παρούσας, ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα, εν σχέσει προς την θύρα εισόδου στο διαμέρισμα της πιλοτής των αναιρεσειόντων, δέχεται, ανελέγκτως, ότι αυτή τοποθετήθηκε στον κοινόχρηστο χώρο της εισόδου της πολυκατοικίας, χωρίς αυτό να προβλέπεται από την καταστατική πράξη της οικοδομής, την υπ’ αριθμ. .../2000 άδεια της Πολεοδομίας ..., αλλά και χωρίς την συναίνεση των λοιπών συνιδιοκτητών, ενώ, ως προς την οικειοποίηση της άνωθεν του στεγάστρου, επιφανείας 30 τ.μ., δέχεται, ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσείοντες, την πλακόστρωσαν και την περιέφραξαν με μεταλλικό κιγκλίδωμα, μετατρέποντας αυτή σε βεράντα, αποκλειστικής χρήσεως (του διαμερίσματος της πιλοτής) και μετέβαλαν, ανεπιτρέπτως, την χρήση αυτής, από κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο, σε ιδιόκτητη βεράντα.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ως ασκούμενο καταχρηστικώς, πλην άλλων, και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογούν επαρκώς την μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία, αντιθέτως, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και την θεμελίωσή της, από αυτή προβλεπομένης, ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, απαιτείται η υπέρβαση των ανωτέρω ορίων, από την άσκηση του επιδιωκομένου δικαιώματος, να είναι προφανής, δηλαδή πρόδηλη και αναμφισβήτητη. Ακόμη, οι πράξεις του υποχρέου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση των πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς την συμπεριφορά αυτή, δεν δικαιούται να τις επικαλεσθεί, προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ 1294/ 2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο, εν σχέσει προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, που είχε προταθεί από τους εναγομένους - αναιρεσείοντες, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Επίσης, οι εναγόμενοι είχαν προβάλει πρωτοδίκως και επαναφέρουν με τους ενδέκατο και δωδέκατο λόγους της εφέσεώς τους την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (281 ΑΚ), επικαλούμενοι ότι οι ενάγοντες με τα σχετικά αγοραστήρια συμβόλαιά τους προσχώρησαν στη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας και εντεύθεν θεωρούνται ως συμβληθέντες και ουδέποτε μέχρι σήμερον επί τα άνω είκοσι επτά (27) συνεχή έτη εξεδήλωσαν οποιαδήποτε διαμαρτυρία, αμφισβήτηση, διένεξη κ.λπ.

εν προκειμένω και συνεπώς ως εκ τούτου δημιουργήθηκε σ’ αυτούς ευλόγως η βάσιμη και δικαιολογημένη πεποίθηση ότι αυτοί (ενάγοντες) ουδέποτε θα θελήσουν ν’ εγείρουν κατ’ αυτών (εναγομένων) αγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος από μέρους των εναγόντων, γιατί στην παρούσα περίπτωση, εν όψει των προαναφερθέντων, κατ’ αρχήν για καμιά από τις προαναφερθείσες παραβάσεις των εναγομένων δεν είχε παρέλθει από την τέλεσή τους χρονικό διάστημα είκοσι επτά (27) ετών, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι εν λόγω ενέργειες [ενσωμάτωση των πλατύσκαλων έβδομου και όγδοου ορόφου, αποκλεισμός του ανελκυστήρα στον 7ο και 8° όροφο, ανέγερση κτίσματος επί του διαμορφωθέντος υπέρ τον όγδοο όροφο κοινόκτητου δώματος (και πέραν της κατασκευασθείσας πέργκολας) διαστάσεων 20 τ.μ., κατασκευή θύρας εισόδου προς το κατασκευασθέν στην πιλοτή διαμέρισμα του δεύτερου εναγομένου, οικειοποίηση της διαμορφωθείσας πάνω από το στέγαστρο, επιφανείας 30 τ.μ., την οποία πλακόστρωσε και περιέφραξε με τοιχίο και μεταλλικό κιγκλίδωμα, μετατρέποντάς την σε βεράντα αποκλειστικής της χρήσης (του διαμερίσματος στην πιλοτή, στο οποίο έχει έξοδο), εντός της οποίας τοποθέτησε μεταλλική ντουλάπα που περικλείει τον καυστήρα φυσικού αερίου, ο οποίος θερμαίνει το διαμέρισμα του δεύτερου εναγομένου επί της πιλοτής] των εναγομένων έλαβαν χώρα σε χρόνο κατά πολύ μεταγενέστερο, ήτοι μεταξύ των ετών 1989 - 1990 και 2000 - 2002.

Δεύτερον δεν υπήρξε ούτε αδράνεια των εναγόντων ούτε συμπεριφορά αυτών, η οποία να υπερακοντίζει, και μάλιστα κατά τρόπο που να προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας, τα όρια του άρθρου 281 Α.Κ. Και τέλος το σύνολο των παρανόμων επεμβάσεων και κατασκευών των εναγομένων, το οποίο αντίκειται στις διατάξεις της ισχύουσας συστάσεως οροφοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, θέτοντας πρωτίστως σε κίνδυνο την ασφάλεια των λοιπών συνιδιοκτητών σε περίπτωση σεισμού, πυρκαγιάς, ενδεχόμενης βλάβης του ανελκυστήρα κ.λπ., καθώς και την όλη αισθητική της οικοδομής, σε συνδυασμό και με τις πολλαπλές διαμαρτυρίες των ενοίκων αλλά και το όχι ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο παρήλθε από την τέλεση μιας εκάστης εξ αυτών, αλλά και ενόψει αφενός του γεγονότος ότι η προαναφερόμενη κοινή συμφωνία των συνιδιοκτητών (κανονισμός της πολυκατοικίας) έχει ισχύ νόμου ως προς τις σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών και οι διατάξεις (μεταξύ των οποίων και εκείνες που χαρακτηρίζουν ορισμένα μέρη της οικοδομής ως κοινόκτητα ή κοινόχρηστα) δεν καταργούνται ούτε από ενδεχόμενη αχρησία τους, ούτε από την κατ’ επανάληψη παραβίασή τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες και αφετέρου του γεγονότος ότι οι αξιώσεις των ιδιοκτητών οριζοντίων και καθέτων ιδιοκτησιών εναντίον αλλήλων, από τη σχέση της οροφοκτησίας για την προστασία της συγκυριότητάς των επί των κοινών μερών δεν υπόκεινται σε παραγραφή, καθιστούν την ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ., παντελώς αβάσιμη." Με βάση τις παραδοχές του αυτές και εκείνες που αναφέρονται στο προηγούμενο μέρος της αποφάσεώς του, εν σχέσει προς το βάσιμο της αγωγής, το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους της εφέσεως, που είχαν ασκήσει οι ήδη αναιρεσείοντες, και επικύρωσε την πρωτόδικο απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την προταθείσα από τους τελευταίους ένσταση, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν την προταθείσα από τους εναγομένους - αναιρεσείοντες ένσταση, περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, ως προς όλα τα αιτήματά της, αλλά απομόνωσε τα αναφερόμενα (και επαναλαμβανόμενα) στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά και βάσει αυτών απέρριψε την, ως άνω, ένστασή των.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την, περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, ένσταση των ήδη αναιρεσειόντων, λαμβάνοντας υπ’ όψη και τα "προαναφερθέντα" στην απόφασή του, ήτοι τις παραδοχές του, που αφορούν στο βάσιμο της αγωγής και εκτίθενται ανωτέρω.

Επομένως, από τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκαν οι τελευταίοι, προς συγκρότηση της ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, εκείνα που συνιστούσαν άρνηση της βάσεως της αγωγής, ως προς όλα τα αιτήματά της ή συνδέοντα με τα περιστατικά της βάσεως της αγωγής (όπως το επικαλούμενο δικαίωμα κατασκευής διαμερίσματος στην πιλοτή, δικαίωμα χρήσεως του δώματος, δικαίωμα χρήσεως των βαθμίδων της κλίμακας μεταξύ του εβδόμου και ογδόου ορόφου, δικαίωμα χρήσεως του υπογείου χώρου) το Εφετείο τα έλαβε υπ’ όψη και τα απέκρουσε, με τις παραδοχές του, για το βάσιμο της αγωγής.

Τα λοιπά δε πραγματικά περιστατικά τα έλαβε ρητώς υπ’ όψη, δεχόμενο ότι δεν αποδεικνύονται όπως προτάθηκαν και ότι η άσκηση της αγωγής δεν είναι καταχρηστική. Ο αυτός δε λόγος αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή το Εφετείο, με τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο παραδοχές του, έλαβε υπ’ όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι ανάγεται σε επιχειρήματα του δικαστηρίου, τα οποία είναι νομικώς αδιάφορα και διατυπώθηκαν επαλλήλως.

Περαιτέρω, με την ανωτέρω κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., διότι οι παραδοχές του στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομο συνέπεια ήτοι ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε καθ’ υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν οι προβλεπόμενες από την διάταξη αυτή αρχές, ενώ, με βάση τις παραδοχές του, η επικαλούμενη βλάβη των αναιρεσειόντων, για την καταχρηστική άσκηση της αγωγής, δεν συνδέεται αιτιωδώς με προηγηθείσα συμπεριφορά των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, αλλά ερείδεται σε ενέργειες των ιδίων, κατά παράβαση του νόμου και των όρων της πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, για τις οποίες "δεν υπήρξε αδράνεια" των πρώτων.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για ευθεία παραβίαση του άρθρου 281 Α.Κ., πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Εξ άλλου, με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ύπαρξη ή μη των όρων της αυτής ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πέμπτο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα εναντία, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ενώ: οι υπό τα στοιχεία α’ και β’ αιτιάσεις του λόγου αυτού ερείδονται σε αναληθή προϋπόθεση και επομένως είναι αβάσιμες, διότι το Εφετείο ναι μεν στο μέρος της αποφάσεώς του, που αφορά στην ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, δέχεται ότι οι ενέργειες των εναγομένων - αναιρεσειόντων δεν έγιναν προ 27 ετών, αλλά μεταξύ των ετών 1989 - 1990 και 2000 - 2002, αναφέροντας το χρονικό διάστημα συνοπτικώς, στο προηγούμενο, όμως, μέρος της αποφάσεώς του, που αφορά στο βάσιμο της αγωγής, αναφέρει χωριστά τον χρόνο, κατά τον οποίο έλαβαν χώρα οι επί μέρους ενέργειες τούτων.

Οι λοιπές δε αιτιάσεις ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων, το εκ των οποίων, όμως, πόρισμα εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, αφού κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους Σ. Τ. και Π. Τ., η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ν’ απορριφθεί ως προς τους λοιπούς εκ των αναιρεσιβλήτων και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους Σ. Τ. και Π. Τ..

Απορρίπτει την από 2-4-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5577/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς εκ των αναιρεσιβλήτων. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Αυγούστου 2015.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ