1096/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1096/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απόφαση αυτή πλήττεται ήδη από την ενάγουσα για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση της και αναλύονται ειδικότερα στη συνέχεια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1096 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1096/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Ρ. συζ. Ν. Μ., διαμένουσας προσωρινά στην ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Ρ. του Σ. και 2) Ε. Ρ. του Σ., κατοίκων ... . Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη και η 2η παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1538/2002 μη οριστική, 4850/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3214/2008 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1257/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 3214/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Στη συνέχεια το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6618/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/6/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 12/8/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26/6/2012 αιτήσεως της Ε. θυγ. Σ. Ρ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6618/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η ήδη αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της ισχυρίζεται: Ότι ο αποβιώσας πατέρας αυτής και των δύο πρώτων εναγομένων και σύζυγος της τρίτης εναγομένης είχε τοποθετήσει τα εκ της επιχειρηματικής του δραστηριότητος κέρδη του, σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς ή αμοιβαία κεφαλαία, με δικαιούχους όλες τις διαδίκους που θα είχαν δικαίωμα απολήψεως ποσού ίσου προς το μερίδιο τους.
Ότι οι εναγόμενες την 22-12-1997 προέβησαν στην ανάληψη ποσού 229.720.000 δραχμών από τον αναφερόμενο σ' αυτή (αγωγή) κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων, με συνδικαιούχους όλες τις διαδίκους, το οποίο οικειοποιήθηκαν εξ ολοκλήρου, χωρίς να της καταβάλουν το ανάλογο προς το μερίδιο της (1/4) ποσό, και την 1-7-1997 στην ανάληψη από τον ίδιο λογαριασμό, ποσού 45.000.000 δραχμών, το οποίο επίσης και οικειοποιήθηκαν, χωρίς να της καταβάλουν το ανάλογο προς το μερίδιο της (1/4) ποσό.
Επικαλούμενη δ' ακολούθως δικαίωμα αναγωγής κατά των εναγομένων για την καταβολή του μεριδίου της (1/4) επί των αναληφθέντων, ως άνω, χρηματικών ποσών, ανερχομένου σε 57.430.000 και 11.250.000 δραχμές αντιστοίχως, αιτείται με την αγωγή, κατά μετατροπήν του καταψηφιστικού της αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να της καταβάλουν εις ολόκληρον εκάστη, άλλως δε και επικουρικώς κατ' κατ' ίσα μέρη, το συνολικό ποσό των 68.680.000 δραχμών νομιμοτόκως, από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη αρχικώς η υπ' αριθμ. 1538/2002 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, μετά την διεξαγωγήν των δι' αυτής διαταχθεισών εμμαρτόρων αποδείξεων, η υπ' αριθμ. 4850/2007 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή και ανεγνωρίσθη η προς την ενάγουσα εις ολόκληρον οφειλή εκάστης των εναγομένης ποσού 57.430.000 δραχμών ή 168.540 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.
Μετά από εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων μερών εξεδόθη η υπ' αριθμ. 3214/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση περιόρισε το ύψος της οφειλής των τελευταίων στο ποσό των 156.598,46 ευρώ. Η απόφαση αυτή ανηρέθη, μετά από αίτηση των εναγομένων, με την υπ' αριθμ. 1257/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, και η υπόθεση παρεπέμφθη προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την ήδη αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και απέρριψε, ως κατ ' ουσίαν αβάσιμη, την αγωγή.
Η απόφαση αυτή πλήττεται ήδη από την ενάγουσα για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση της και αναλύονται ειδικότερα στη συνέχεια.
Επειδή, με απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών θεμάτων της 12/27.7.2000 και στη συνέχεια με τη με αριθμό Κ2-11540 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης εγκρίθηκε η συγχώνευση των Ανωνύμων Τραπεζικών Εταιρειών "Τράπεζα EFC Eurobank AE" και "Τράπεζα Εργασίας ΑΕ", με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη (ΕτΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, αρ.
φύλλου 8391/13.9.00). Περαιτέρω, στον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας της Τράπεζας EFC EUROBANK ERGASIAS ΑΕ, στον οποίο ενσωματώθηκε ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας της απορροφηθείσης Τραπέζης Εργασίας, ορίζεται ότι οποιαδήποτε εντολή προς την Τράπεζα από πελάτη απαιτείται να δίδεται είτε εγγράφως, με απλή ενυπόγραφη επιστολή (αίτηση), είτε μέσω τηλεομοιοτυπίας (FAX) κατά την εκάστοτε ισχύουσα διαδικασία της Τραπέζης.
Τέλος, κατά την έννοια των άρθρων 1,2 και 3 του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν" όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν.Δ 851/1981, χρηματική κατάθεση σε ανοικτό λογαριασμό στο όνομα δύο ή περισσοτέρων μαζί είναι, σύμφωνα με την έννοια του νόμου αυτού, εκείνη που περιέχει τον όρο ότι από το λογαριασμό της καταθέσεως αυτής μπορεί να κάνει χρήση εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, είτε ένας είτε μερικοί είτε και όλοι οι δικαιούχοι.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, από την κατάθεση των χρημάτων σε κοινό λογαριασμό, καθένας από τους αναφερομένους σ' αυτόν αποκτά δικαίωμα έναντι της τραπέζης για την απόδοση και ολοκλήρου της ποσότητος των χρημάτων, χωρίς τη σύμπραξη των άλλων, δεν έχει όμως το δικαίωμα μόνος, να εγγράψει στον κοινό λογαριασμό τρίτο πρόσωπο ως συνδικαιούχο, χωρίς τη συναίνεση των λοιπών συνδικαιούχων, διότι άλλως καταστρατηγούνται τα δικαιώματά των, δεδομένου ότι ο συνδικαιούχος κοινού λογαριασμού έχει ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα στο χρηματικό ποσό της καταθέσεως που μόνο με τη θέληση του μπορεί να χάσει, με την είσοδο δε, εν αγνοία του, και άλλου συνδικαιούχου μειώνεται χωρίς την συναίνεσή του το ποσοστό της συμμετοχής τον στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού με βάση την εσωτερική σχέση. (Α.Π. 712/2009, 1257/2010).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να αντιστοιχεί πλήρως προς τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση τον αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Οι διάδικοι είναι μεταξύ τους συγγενείς και δη η ενάγουσα είναι η μεγαλύτερη αδελφή των δύο πρώτων εναγομένων και θυγατέρα της τρίτης αρχικώς εναγομένης Σ. Ρ.. Ο σύζυγος της τρίτης εναγομένης και πατέρας των λοιπών διαδίκων Σ.
Ρ., ο οποίος απεβίωσε την 20-11-1995...είχε αναπτύξει...επιτυχημένη επιχειρηματική δραστηριότητα, ασχολούμενος με την εισαγωγή και εμπορία βαρέων χωματουργικών μηχανημάτων, μέσω εταιρειών που διατηρούσε. Τα κέρδη... από την επιχειρηματική του δραστηριότητα αυτός τοποθετούσε άλλα μεν σε τραπεζικούς λογαριασμούς της Ελλάδας και του εξωτερικού άλλα δε επένδυε εκ νέου.
Μετά το θάνατο του Σ. Ρ., και επί μία διετία περίπου, οι εναγόμενες και ο σύζυγος της ενάγουσας Ν. Μ. (ο οποίος εργαζόταν στις επιχειρήσεις του πεθερού του από το έτος 1985) προσπάθησαν να συνεχίσουν την επιχειρηματική δραστηριότητα μέχρις ότου, στο τέλος του έτους 1997, διαρρήχθηκαν οι σχέσεις των ήδη διαδίκων μερών για οικονομικούς λόγους και δη αναφορικά με τη διανομή της τεράστιας περιουσίας (σε τραπεζικές καταθέσεις και ακίνητα) που είχε ο θανών ...
Προγενέστερα όμως και δη στις 11-12-1995, δηλαδή μετά το θάνατο του Σ. Ρ., ανοίχθηκε στην Τράπεζα Εργασίας, στο Υποκατάστημα Περιστερίου ... κοινός τραπεζικός λογαριασμός καταθέσεων, μετά από σχετική αίτηση των τριών αρχικώς εναγομένων και βασική δικαιούχος αυτού ήταν η τρίτη εναγόμενη Σ. Ρ., της οποίας το όνομα και τέθηκε πρώτο ως δικαιούχου, ...
Έκτοτε, ο λογαριασμός αυτός εκινείτο από τις εναγόμενες και ενδεικτικά την 1-7-1997 στο λογαριασμό αυτό κατατέθηκε, από την πρώτη εναγομένη Ν. Ρ., το ποσό των 45.000.000 δραχμών, ενώ χρήματα από τον λογαριασμό αυτό τοποθετούνταν κατά διαστήματα σε διάφορες επενδύσεις και εν συνεχεία επέστρεφαν (πιστώνονταν) στον ίδιο λογαριασμό ...
Στις 7-8-1997, μετά από αίτηση, στο υποκατάστημα της Τράπεζας, των δύο πρώτων εναγομένων - δικαιούχων του κοινού λογαριασμού, και εν αγνοία της τρίτης εναγομένης ομοίως δικαιούχοι) του κοινού λογαριασμού, προστέθηκε και το ονομαστής ενάγουσας ως συνδικαιούχου του παραπάνω τραπεζικού λογαριασμού ... Η τρίτη εναγομένη - αρχική συνδικαιούχος του κοινού τραπεζικού λογαριασμού Σ.
Ρ. ουδέποτε έδωσε εντολή ή παρείχε τη συναίνεση της προς την Τράπεζα, αναφορικά με την είσοδο της ενάγουσας στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, η οποία εντολή, όπως ήδη αναφέρθηκε απαιτείται να δίδεται είτε εγγράφως, με απλή ενυπόγραφη επιστολή (άτυπη), είτε μέσω τηλεομοιοτυπίας (FAX) κατά την ισχύουσα διαδικασία της Τράπεζας.
Συνακόλουθα, και με βάση όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, οι δύο πρώτες εναγόμενες δεν είχαν το δικαίωμα μόνες τους, και χωρίς τη συναίνεση και της τρίτης εναγομένης - συνδικαιούχου, να εγγράψουν στον κοινό λογαριασμό και νέο πρόσωπο και δη την ενάγουσα ως συνδικαιούχο, διότι κατ' αυτόν τον τρόπο καταστρατηγούνται τα δικαιώματα της τρίτης εναγομένης, η οποία (ως συνδικαιούχος κοινού λογαριασμού) είχε ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα στο χρηματικό ποσό της καταθέσεως και μόνο με τη θέληση της θα μπορούσε να χάσει, με την είσοδο δε, εν αγνοία της, και άλλου συνδικαιούχου (ενάγουσας) μειώνεται χωρίς την συναίνεση της το ποσοστό της συμμετοχής της στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού με βάση την εσωτερική σχέση, που υπήρχε μεταξύ των εναγομένων - αρχικών συνδικαιούχων του λογαριασμού.
Με τα δεδομένα αυτά, η ενάγουσα ουδέποτε κατέστη νομίμως συνδικαιούχος του παραπάνω κοινού τραπεζικού λογαριασμού. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι αυτή ήταν αρχήθεν συνδικαιούχος του παραπάνω κοινού λογαριασμού επειδή υπάρχει η υπογραφή της στο από 11-12-1995 μητρώο δικαιούχοι της τράπεζας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού αποδείχθηκε ότι η υπογραφή της αυτή προστέθηκε εκ των υστέρων, μετά την, κατά τον προπεριγραφέντα τρόπο, μη νόμιμη είσοδο της στον ως άνω λογαριασμό, ...
Το δε από 7-4-1998 επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα έγγραφο της παραπάνω Τράπεζας, με το οποίο αυτή φέρεται συνδικαιούχος του λογαριασμού, δεν αναφέρει τον χρόνο "εισόδου" της στον κοινό λογαριασμό και συνακόλουθα οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί της, οι οποίοι εκφέρονται και ως λόγοι της εφέσεως της είναι απορριπτέοι ας αβάσιμοι κατ' ουσίαν.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, στις 18-11-1997, υποβλήθηκε, προς το υποκατάστημα Περιστερίου της Τράπεζας Εργασίας ... αίτηση, με φερομένη ως αιτούσα την τρίτη εναγομένη Σ. Ρ., περί συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ, που προσφέρονταν από την εταιρεία "ΑΕ Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων Εργασίας", με αντίστοιχη χρέωση του ...
κοινού τραπεζικού λογαριασμού, για αγορά μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου ποσού 224.482.643 δραχμών και έκδοση αντιστοίχων τίτλων μεριδίων με συνδικαιούχους (εκτός από την αγοράστρια τρίτη εναγομένη) και τις τρεις θυγατέρες της ήτοι τις δύο πρώτες εναγόμενες και την ενάγουσα. Μετά την ως άνω επένδυση ήτοι μετά τη λήξη του χρόνου εξαγοράς του προϊόντος του προαναφερθέντος αμοιβαίου κεφαλαίου, το παραπάνω ποσό, προσαυξημένο με την ανάλογη χρηματική ωφέλεια - τόκους, κατατέθηκε (πιστώθηκε) εκ νέου στον επίμαχο ...
κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων των εναγομένων, και απετέλεσε αναπόσπαστο μέρος αυτού απ' όπου οι εναγόμενες, στις 22-12-1997, ανέλαβαν το συνολικό ποσό των 229.720.000 δραχμών. Η αναφορά της ενάγουσας ως δικαιούχου στον εκδοθέντα τίτλο συμμετοχής στο παραπάνω Αμοιβαίο Κεφάλαιο ... ενδεχομένως αφορά άλλη αξίωσή της από την αιτία αυτή [άρθρ.1 παρ. 1, αρθρ. 18, αρθρ. 19 παρ. 1, 2 άρθρο 20 παρ. 1 και 5, αρθρ. 25 του Ν 1969/1991, όπως ίσχυε μετά το ΠΔ 433/1993 και το Ν 2533/1997 (άρθρα 111-115 αυτού] αφού το συνιστώμενο αμοιβαίο κεφαλαίο αποτελεί ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία που συνιστάται για τον σκοπό αυτό, η δε περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλάσματα μεριδίου και η αντίστοιχη συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, που εκδίδεται από τη διαχειρίστρια και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι η τράπεζα, ουδόλως όμως τούτο αποδεικνύει νόμιμη συμμετοχή της ενάγουσας ως δικαιούχου στον ...
κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων, με βάση τις αναφερθείσες στην οικεία νομική σκέψη διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του Ν. 5638/1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν", όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν.Α. 851/1981, δοθέντος ότι στην κατάθεση σε κοινό λογαριασμό είναι αδιάφορο αν τα χρήματα που κατατέθηκαν ανήκαν σε όλους εκείνους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε έναν ή σε ορισμένους από τους συνδικαιούχους.
Ενδεικτικός είναι εξάλλου και ο απαντητικός ισχυρισμός της ενάγουσας, στην από 5-11-2001 προσθήκη-αντίκρουση (σελ. 16) των από 29-10-2001 προτάσεων της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι το πρώτο κονδύλιο της αγωγής της ερείδεται στην αυτοτελή αξίωση της επί του αμοιβαίου κεφαλαίου στο οποίο ήταν συνδικαιούχος ενώ δεν έχει σημασία η διαμόρφωση του κοινού λογαριασμού στον οποίο αυτός κατατέθηκε.
Ο όψιμος αυτός ισχυρισμός της ενάγουσας - τον οποίο άλλωστε ουδόλως επανέφερε στη συνέχεια, σε κανένα στάδιο της δίκης- είναι απορριπτέος, αφού από τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν εκφέρεται αξίωση της ως μεριδούχου του αμοιβαίου κεφαλαίου αλλά αυτή επικαλείται δικαίωμα αναγωγής κατά των εναγομένων ως συνδικαιούχων του κοινού τραπεζικού λογαριασμού.
Εξάλλου, και με βάση όσα ήδη προαναφέρθηκαν, ο ορισμός της ενάγουσας ως μεριδούχου των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου δεν συνιστά εκδήλωση συναινέσεως της τρίτης εναγομένης περί εισόδου της ενάγουσας ως συνδικαιούχου στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων, δοθέντος επιπλέον ότι, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού, χρήματα από τον λογαριασμό αυτό τοποθετούνταν κατά διαστήματα σε διάφορες επενδύσεις και εν συνεχεία επέστρεφαν (πιστώνονταν) στον ίδιο λογαριασμό.
Περαιτέρω, ... δεν αποδείχθηκε ότι η τρίτη εναγομένη εκδήλωσε τη συναίνεσή της είτε προς τις δύο πρώτες εναγόμενες είτε προς την Τράπεζα Εργασίας για την είσοδο της ενάγουσας στον επίμαχο κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς ... Τέλος, ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας, ο οποίος ερείδεται στην αποδειχθείσα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ιστορική προϋπόθεση, ότι η ίδια η ενάγουσα ήταν εξαρχής συνδικαιούχος στον ως άνω επίμαχο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, η δε τρίτη εναγομένη - μητέρα της ανέλαβε το ποσόν των 224.482.643 δραχμών από τον λογαριασμό αυτόν και το επένδυσε σε αμοιβαίο ομόλογο -κατά τα προαναφερθέντα- με συνδικαιούχο και την ενάγουσα, το έπραξε (η τρίτη εναγομένη) σε υλοποίηση της επιθυμίας του πατέρα και συζύγου αντίστοιχα των διαδίκων Σ.
Ρ., εκφρασθείσα προ του θανάτου του, περί ισομερούς διανομής της περιουσίας του, αλυσιτελώς προβάλλεται και δεν ασκεί έννομη επιρροή στην επίδικη αξίωση της ενάγουσας που στηρίζεται σε επικαλούμενο απ' αυτήν δικαίωμα αναγωγής από κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Αλλά και αν ήθελε εκτιμηθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός εισφέρει σε αξιολόγηση περί του εάν η τρίτη εναγομένη εκδήλωσε σιωπηρούς τη συναίνεση της αναφορικά με την είσοδο της ενάγουσας στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό ως συνδικαιούχου και πάλι είναι απορριπτέος...ως αβάσιμος αφού το μεν αφορά το εσωτερικό...βουλητικό επίπεδο και δεν εκδηλώθηκε αντίστοιχη δήλωση το δε, και από όσα αποδείχθηκαν, η περιουσία τον Σ.
Ρ., όσο αυτός ήταν εν ζωή, ήταν τοποθετημένη σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς ή επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια κλπ, με διαφορετικούς συνδικαιούχους κάθε φορά, ο δε επίμαχος κοινός λογαριασμός των εναγομένων ανοίχθηκε μετά το θάνατο του. Ομοίως απορριπτέος είναι και ο εκφερόμενος ως δεύτερος λόγος της εφέσεως της ενάγουσας με τον οποίο αυτή πλήττει την μη οριστική και συμπροσβαλλομένη με την έφεση υπ' αριθ. 1538/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τον οποίο λόγο έπρεπε να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη και να μην ταχθούν αντίστοιχα θέματα αποδείξεως αναφορικά με την προταθείσα από τις εναγόμενες ένσταση, με την οποία αυτές ισχυρίσθηκαν ότι η είσοδος της ενάγουσας στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό έγινε κατόπιν συμφωνίας αυτής με τις δύο προχτές εναγόμενες (αδελφές της) και με την ειδικότερη συμφωνία ότι η ενάγουσα θα είχε δικαίωμα να λάβει χρήματα από τον λογαριασμό ή να καταθέσει δικά της χρήματα σ' αυτόν αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση που θα συνέβαινε κάποιο σοβαρό ατύχημα σ' αυτές ή τη μητέρα τους, εξαιτίας του οποίου δεν θα μπορούσαν αυτές να κινήσουν το λογαριασμό, οπότε η ενάγουσα θα τον κινούσε για λογαριασμό τους ή αν θα συνέβαινε το απευκταίο σ' αυτές και τη μητέρα τους.
Κατά την ως άνω εκκαλούσα η ένσταση αυτή ήταν μη νόμιμη γιατί οι ενιστάμενες δεν επικαλέσθηκαν ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε την προς αυτήν δωρεά και ότι καταρτίσθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο για τη σύσταση (αλλά και την ανάκληση) δωρεάς αιτία θανάτου, όπως νομικά χαρακτηρίζεται (κατά την εκκαλούσα) η δικαιοπραξία της εισόδου της ενάγουσας στον κοινό λογαριασμό μετά από την αίτηση των δύο πρώτων εναγομένων.
Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος αφού αναφορικά με την εσωτερική σχέση, που συνδέει τους πολλούς συνδικαιούχους του κοινού λογαριασμού, αυτή μπορεί να είναι εντολή, δάνειο κλπ. ή ακόμα και δωρεά, η οποία μάλιστα μπορεί να συσταθεί και χωρίς την τήρηση του συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεδομένου ότι η δωρεά συντελείται με την κατάθεση των χρημάτων εκείνου, που τα καταθέτει (δωρητού), στην Τράπεζα σε κοινό λογαριασμό άλλων (δωρεοδόχοι), που έχουν τη δυνατότητα αναλήψεως όποτε θελήσουν (ΑΚ 498 παρ. 2), και έτσι πραγματοποιείται και ο σκοπός, που επέβαλε την τήρηση του τύπου, δηλαδή ωριμότητα της σκέψεως.
Τα παραπάνω δεν μεταβάλλονται από το γεγονός ότι ο δωρεοδόχος είναι συγχρόνως και δικαιούχος του κοινού λογαριασμού. Στην προκειμένη όμως υπόθεση, ο ισχυρισμός (ένσταση) των εναγομένων κρίθηκε νόμιμος ως ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 361,493 ΑΚ και εκτιμήθηκε ότι αφορά τη ρύθμιση των εσωτερικών σχέσεων της ενάγουσας και των δύο πρώτων εναγομένων αναφορικά με την έκταση του δικαιώματος της ενάγουσας ήτοι αυτή να κάνει χρήση του λογαριασμού σε περίπτωση θανάτου των εναγομένων ή περιέλευσής τους σε κατάσταση δικαιοπρακτικής ή νοητικής ανικανότητας.
Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που, με την υπ' αριθ. 1538/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τέθηκε ως θέμα απόδειξης ο παραπάνω ισχυρισμός των εναγομένων ...Σε κάθε περίπτωση όμως, και ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 5638/1932, όλα τα παραπάνω τελούσαν υπό την προϋπόθεση της αποδείξεως ότι η τρίτη εναγομένη-αρχική συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού θα είχε εκδηλώσει τη συναίνεση της αναφορικά με την εισδοχή της ενάγουσας σ' αυτόν.
Πλην όμως, όπως ήδη αποδείχθηκε, η ενάγουσα δεν κατέστη νομίμως συνδικαιούχος του κοινού λογαριασμού αφού έλλειπε η αντίστοιχη δήλωση - συναίνεση της τρίτης εναγομένης συνδικαιούχου, κατά τα λεπτομερώς προαναφερθέντα. Με τα δεδομένα αυτά, η κρινομένη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ..." Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των, στην αρχή της παρούσης, παρατιθεμένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Συγκεκριμένα, στην εν λόγω απόφαση προσδιορίζονται με επάρκεια και σαφήνεια οι λόγοι που οδήγησαν στην απόρριψη, κατ' εφαρμογήν των προειρημένων διατάξεων, της ενδίκου αγωγής, συνιστάμενοι ειδικότερα στο ότι η ενάγουσα δεν κατέστη κατά νόμιμο τρόπο συνδικαιούχος του επίμαχου κοινού τραπεζικού λογαριασμού, διότι ούτε συμμετείχε εξ αρχής στην δημιουργία του, ούτε η εκ των υστερούν είσοδος της σ' αυτόν υπήρξε νόμιμη, αφού έγινε χωρίς την γνώση, την εντολή ή την συναίνεση της τρίτης αρχικής συνδικαιούχου του λογαριασμού Σ.
Ρ..
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου δεύτερος (κατά το πρώτο σκέλος του) εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως περί ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον αφορά ιδιαιτέρως τις παραδοχές της περί ελλείψεως εντολής και συναινέσεως της ως είρηται τρίτης αρχικής συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού για την εκ των υστέρων συμμετοχή σ' αυτόν της εναγούσης και ήδη αναιρεσειούσης, τυγχάνει αβάσιμος. Εξάλλου, ο αυτός λόγος τυγχάνει απαράδεκτος κατά το μέρος του κατά το οποίο, υπό την επίκληση της προαναφερομένης αναιρετικής πλημμελείας, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και την αιτιολόγηση του σαφώς διατυπωμένου αποδεικτικού του πορίσματος. Τέλος, η μνεία του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η συμμετοχή της εναγούσης στο αμοιβαίο κεφάλαιο "Εργασίας Διαθεσίμων" δεν αποδεικνύει νόμιμη συμμετοχή της στον επίμαχο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, αλλ' ενδεχομένως θεμελιώνει άλλη αξίωση της από την αιτία αυτή, δεν συνιστά ενδοιαστική σκέψη που καθιστά αμφίβολο το αποδεικτικό του πόρισμα, όπως αβασίμως διατείνεται με τον ίδιο αναιρετικό λόγο η ενάγουσα, καθόσον η διατύπωση αυτή δεν αφορά τις παραδοχές της αποφάσεως που θεμελιώνουν το αποδεικτικό της πόρισμα, αλλά την αξιολόγηση και εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων και συναφών επιχειρημάτων της αναιρεσειούσης.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη. Ο όρος "πράγματα", στην ανωτέρω διάταξη, είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί του διαδίκου, ή τα επιχειρήματα των διαδίκων και του δικαστηρίου από την εκτίμηση και γενικώς τη στάθμιση των αποδείξεων (Α.Π. 467/2008, 1731/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 10 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση της εναγούσης ήδη αναιρεσειούσης περί συναινέσεως της τρίτης εναγομένης-συνδικαιούχου του επίμαχου κοινού τραπεζικού λογαριασμού, στην συμμετοχή αυτής στο συγκεκριμένο λογαριασμό, χωρίς να έχει διαταχθεί περί αυτής απόδειξη.
Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ισχυρισμός της εναγούσης, προβληθείς το πρώτον δια της προσθήκης στις προτάσεις της κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της ενδίκου αγωγής, και αντιτιθέμενος προς το ιστορικό περιεχόμενο αυτής, δεν συνιστούσε ένσταση και συνεπώς "πράγμα" κατά την έννοια της προδιαληφθείσης διατάξεως, αλλά άρνηση των καταλυτικών της αγωγής ισχυρισμών των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι η ίδια δεν εισήλθε νομίμως και μάλιστα εξ αρχής, όπως ισχυρίσθηκε με την αγωγή της, στον επίμαχο κοινό τραπεζικό λογαριασμό, καθόσον η είσοδος της σ' αυτόν έγινε κατόπιν συμφωνίας της με τις δύο πρώτες μόνο εναγόμενες συνδικαιούχους και με τον όρο να αποκτά δικαίωμα χρήσεως του λογαριασμού μόνο σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας, συνεπεία ατυχήματος των αρχικών συνδικαιούχων να προβαίνουν στη χρήση αυτού, ενώ η τρίτη των αρχικών συνδικαιούχων μητέρα των διαδίκων Σ.
Ρ., τελούσε εν αγνοία του γεγονότος αυτού και ως εκ τούτου δεν συμφώνησε με οποιοδήποτε τρόπο στην είσοδο αυτής (εναγούσης) στον επίμαχο λογαριασμό. Περί των ουσιωδών δε τούτων ισχυρισμών των εναγομένων ετάχθησαν εις βάρος των, με την προμνησθείσα περί αποδείξεων απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι δέουσες αποδείξεις, ενώ η ενάγουσα είχε το δικαίωμα της ανταποδείξεως το οποίο και άσκησε.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμον ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 3/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο του αναιρετηρίου προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι με την παραδοχή της ότι η υπογραφή στην από 18-11-1997 και υπ' αριθ. 01393309 αίτηση προς την "ΑΕ Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων Εργασίας" της Τραπέζης Εργασίας περί συμμετοχής στα αμοιβαία κεφάλαια και για ποσό 224.482.643 δραχμών, έχει προέλθει από την Ε.
Ρ. (δευτέρα εναγομένη) και όχι από την αναφερομένη ως αιτούσα Σ. Ρ. (τρίτη εναγομένη), δέχθηκε μη νομίμως προταθείσα ένσταση πλαστότητος, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8, 10 και 14 του ΚΠολ.Δ. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι, πέραν του ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την συνδρομή πλαστογραφίας, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα, η σχετική παραδοχή του ότι η υπογραφή στην από 18-11-1997 αίτηση δεν είναι της αιτούσης αλλά της συνδικαιούχου του επίμαχου λογαριασμού δευτέρας εναγομένης, δεν αφορά εν προκείμενο) "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό θεμελιωτικό ή καταλυτικό δικαιώματος, αλλά απλό επιχείρημα προς επίρρωση του αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο το Εφετείο κατέληξε από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ότι δηλαδή η τρίτη εναγομένη δεν εξεδήλωσε την συναίνεση της είτε προς τις δύο πρώτες εναγόμενες είτε προς την Τράπεζα Εργασίας για την είσοδο της εναγούσης στον επίμαχο κοινό τραπεζικό λογαριασμό καταθέσεων, με οποιονδήποτε τρόπο προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 ΚΠολΔ ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια για εκείνον που ομολογεί. Έτσι, δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση ενστάσεως (Α.Π. 325/2007). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν ομολογία των αναιρεσιβλήτων περιεχόμενη στο δικόγραφο της εφέσεως των και των ενώπιον αυτού προτάσεών τους ότι: "Ο τότε αρμόδιος υπάλληλος της τράπεζας εργασίας δέχθηκε να προσθέσει το όνομα της αντιδίκου στο λογαριασμό χωρίς τη σύμπραξη της 3ης από εμάς λόγω της μακράς συνεργασίας και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, υπό την ρητή όμως προϋπόθεση, ότι θα συνυπέγραφε αργότερα και η 3η από εμάς, πράγμα που ουδέποτε έγινε και τελικώς λησμονήθηκε με αποτέλεσμα να επιτραπεί αργότερα στην αντίδικο η ανάληψη των 5.425.431 δρχ.
από άλλο υπάλληλο, που δεν γνώριζε το ελάττωμα αυτό". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αναφορές, όπως προκύπτει και από την επισκόπηση των αντιστοίχων δικογράφων δεν συνιστούν δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, αλλά αιτιολογημένη άρνηση του ισχυρισμού της αναιρεσειούσης ότι η Τράπεζα δέχθηκε ως νόμιμη την είσοδο αυτής στον επίμαχο κοινό λογαριασμό, χωρίς την σύμπραξη της τρίτης συνδικαιούχου - εναγομένης και επιχείρημα προς στήριξη του ισχυρισμού των ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε κατέστη συνδικαιούχος του συγκεκριμένου λογαριασμού.
Ο ίδιος δε λόγος, που κατά τα λοιπά αποδίδει στο Εφετείο πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον αφορά τον απορριφθέντα ισχυρισμό της αναιρεσειούσης περί συναινέσεως της τρίτης συνδικαιούχου για την είσοδό της στον ως είρηται κοινό λογαριασμό, τυγχάνει επίσης απαράδεκτος, αφού κατ' άρθρον 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση των αποδείξεων εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, 1756/2011).
Εξάλλου κατά το άρθρο 159 ΑΚ: "Δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο τύπος που απαιτεί ο νόμος, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, είναι άκυρη. Σε περίπτωση αμφιβολίας είναι επίσης άκυρη η δικαιοπραξία, αν δεν τηρήθηκε ο τύπος που είχαν καθορίσει τα μέρη. Αλλά η εκπλήρωση της δικαιοπραξίας με επίγνωση της έλλειψης του τύπου, θεραπεύει την έλλειψη αυτή." Κατά δε το άρθρο 165 ΑΚ: "Αν τα μέρη επιφυλάχθηκαν να συντάξουν έγγραφο για σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ τους, σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση ισχύει και αν δεν συνταχθεί το έγγραφο".
Στην προκειμένη περίπτωση με τους λοιπούς (τέταρτο έως και έβδομο) λόγους του αναιρετηρίου προβάλλονται αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στην εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα υποστηρίζεται ότι η είσoδoς της αναιρεσειούσης στον επίμαχο κοινό τραπεζικό λογαριασμό ήταν νόμιμη διότι:
α) η ενδεχομένη ακυρότητα από την μη τήρηση του εγγράφου τύπου ήρθη, κατά το άρθρο 159 παρ. 1 Α. Κ. με μεταγενέστερα έγγραφη συμφωνία των μερών και τέτοια είναι η από 18-7-1997 έγγραφη εντολή της τρίτης συνδικαιούχου για την αγορά του αμοιβαίου κεφαλαίου και επ' ονόματι αυτής (αναιρεσειούσης), β) η τήρηση του τύπου είχε καθορισθεί με συμφωνία των μερών, η οποία καταργήθηκε εκ των υστέρων (άρθρο 159 παρ. 2 εδ.
α' Α.Κ.) με την ίδια ως άνω έγγραφη εντολή της τρίτης συνδικαιούχου, που συνιστά μεταγενέστερα συμφωνία, γ) η ακυρότητα από την μη τήρηση του τύπου θεραπεύθηκε, κατά το άρθρο 159 παρ. 2 εδ. β' Α.Κ., με την εκπλήρωση της συμφωνίας, που συντελέσθηκε με την ίδια ως άνω εντολή της τρίτης συνδικαιούχου για την αγορά του αμοιβαίου ομολόγου και επ' ονόματι της αναιρεσειούσης και με την ανάληψη από την τελευταία του ποσού των 5.425.431 δραχμών από τον επίμαχο λογαριασμό και δ) κατά την είσοδο της στον επίμαχο λογαριασμό οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στην υπογραφή της τρίτης συνδικαιούχου στο μέλλον ως απλό αποδεικτικό μέσο, η έλλειψη του οποίου δεν επηρεάζει το κύρος της καταρτισθείσης συμβάσεως, κατ' άρθρον 165 Α.Κ.
Όλες αυτές οι αναιρετικές πλημμέλειες που προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση, πέραν του ότι βασίζονται σε ισχυρισμούς που προτάθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου κατά την μετ' αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως, τυγχάνουν αβάσιμες ως αλυσιτελείς, αφού θεμελιώνονται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι η τρίτη συνδικαιούχος του επίμαχου κοινού τραπεζικού λογαριασμού, Σ.
Ρ., είχε συναινέσει για την είσοδο της αναιρεσειούσης στο συγκεκριμένο λογαριασμό και απλώς δεν τηρήθηκε ο προβλεπόμενος για την δήλωση της συναινέσεώς της νόμιμος τύπος, ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως η συνδικαιούχος αυτή του λογαριασμού ουδέποτε έδωσε εντολή ή συνήνεσε με οποιοδήποτε τρόπο για την είσοδο στον επίμαχο λογαριασμό της αναιρεσειούσης, και, για τον λόγο αυτόν, η τελευταία δεν κατέστη νομίμως συνδικαιούχος τούτου.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους, στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-6-2012 αίτηση της Ε. θυγ. Σ. Ρ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6618/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Νοεμβρίου 2013.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ