Supreme Court dismisses appeal claiming procedural violation regarding examination of parties before witnesses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Thessaloniki's decision. The appellant argued that the lower court violated procedural rules by examining the defendant's representative before hearing the witness, claiming this prevented the presentation of evidence. The court held that examining parties does not require prior proof of facts and is not invalidated by the subsequent examination of witnesses.
Legislator headnote
AI generatedArticles 270, 339, 415-420 of the Code of Civil Procedure; The examination of parties is not contingent upon the failure to prove facts through other evidence and does not render the procedure void if conducted before witnesses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1096 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1096/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Λαμπάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΗΓΑΣΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καράλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 20-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 588 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται, ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου..", συνάγεται ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από αυτό ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφαρμόσει ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, αφού η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση και πολύ περισσότερο εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του, διότι το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζουν οι νομικές αναλύσεις αλλά οι ουσιαστικές παραδοχές, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση.
Από αυτά παρέπεται ότι αν η αγωγή, ένσταση κλπ κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ) δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο, το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει, επί πλέον να αναφέρονται α) με πληρότητα και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες και συντελέστηκε η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια β) η εξ αιτίας του σφάλματος καταγνωσθείσα εσφαλμένη έννομη συνέπεια με τη μορφή του διατακτικού γ) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ), όπως προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και δ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ως παραβιασθείσα και μάλιστα ενάριθμα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι με το να απορρίψει την έφεση αυτού επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν η εναντίον του αγωγή αποζημίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης, εφαρμόζοντας την μη εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 17 Π.Δ. 340/98 υπέπεσε στην από το άνω άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ παραβίαση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο με πληρότητα τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση.
ΙΙ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ορισμένο ή αόριστο ένστασης, ως προς την έκθεση α' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του επικαλουμένου κανόνα δικαίου (ποσοτική αοριστία), υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένο ή αόριστο τον ισχυρισμό, λαμβάνοντας υπόψη στην πρώτη περίπτωση γεγονότα καίτοι δεν διαλαμβάνονταν στο προβληθέντα ισχυρισμό ή μη λαμβάνοντας στη δεύτερη περίπτωση υπόψη γεγονότα που διαλαμβάνονταν σ' αυτόν.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ.1 ΚΠολΔ και 249, 250 επ. και 277 ΑΚ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη ένσταση πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο άρθρο 250 ΑΚ αξιώσεων πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων και το έτος εντός του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ, γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξή από τον εναγόμενο, ήτοι το αφετήριο αυτής χρονικό σημείο, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση έναρξης της πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο προαναφερόμενο άρθρο 250 ΑΚ αξιώσεων.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 269 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην κατ'έφεση δίκη μπορούν κατ' εξαίρεση να προβληθούν παραδεκτώς από τον εναγόμενο ως εκκαλούντα με την έφεση ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης, νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί αυτού, που δεν προτάθηκαν νομίμως στο πρωτοβάθμιο, αν κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, οι νέοι αυτοί πραγματικοί ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν εγκαίρως στο πρωτοβάθμιο και από δικαιολογημένη αιτία (ΑΠ 773/07).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει κατ' εκτίμηση στο Εφετείο τις αιτιάσεις, α) ότι παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστη την προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ένσταση αυτού περί παραγραφής της ασκηθείσας με την αγωγή αξίωσης λόγω παρελεύσεως πενταετίας, σύμφωνα με το άρθρο 250 ΑΚ, η οποία είχε απορριφθεί με την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο με ειδικό λόγο έφεσης και β) ότι παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη, ως προβληθείσα απαραδέκτως το πρώτο ενώπιον του εφετείου ένταση περί παραγραφής της ίδιας ως άνω αξίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 250 ΑΚ λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προέβαλε και τον ισχυρισμό (ένσταση) περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, προς καταβολή αποζημίωσης για τη ζημία που αυτή υπέστη από την υπαίτια (από αμέλεια) πλημμελή εκπλήρωση της παροχής του από την μεταξύ των λειτουργούσα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος προσέφερε σ' αυτή τις ανεξάρτητες υπηρεσίες του ως λογιστής, έχοντας την υποχρέωση να τηρεί τα λογιστικά της βιβλία σύμφωνα με το νόμο και τις αρχές της λογιστικής επιστήμης, προς θεμελίωση της οποίας (ένστασης), προέβαλε, όπως επί λέξει αναφέρεται ότι, "η όποια απαίτηση της αντιδίκου μου σε κάθε περίπτωση πέραν της μη ευθύνης μου για τους ανωτέρω λόγους υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, αφού παρήλθε πενταετία από το χρόνο τέλεσης των όσων αναληθώς βέβαια μου καταλογίζει η αντίδικος μέχρι την κοινοποίηση της υπό κρίσιν αγωγής την 31.1.2001", και β) Με την έφεσή του (5ος λόγος) ο αναιρεσείων προέβαλε την ένσταση πενταετούς παραγραφής, κατά το άρθρο 250 ΑΚ, προς θεμελίωσή της δε ισχυρίστηκε, επί λέξει ότι "με απόλυτη όμως σαφήνεια προέκυπτε από την ιστορική βάση της αγωγής και των προτάσεών μου ότι η ανώνυμη εταιρία είχε εκ του νόμου την εμπορική ιδιότητα.
Επομένως έπρεπε να δεχθεί τη νόμιμα υποβληθείσα ένστασή μου δεχόμενο ταυτόχρονα ότι το όποιο δικαίωμα της εναγούσης λόγω αυτής της εμπορικής διαφοράς ρυθμιζόταν από το άρθρο 250 ΑΚ, όπου ορίζεται πενταετής παραγραφή και κατ' ακολουθίαν να μην την απορρίψει αφού οι εν λόγω καταγραφές έγιναν το 1991 και 1992 (εν γνώσει και κατ' εντολήν του νομίμου εκπροσώπου της αντιδίκου μου) και επομένως επήλθε η παραγραφή το 1996 και 1997 αντίστοιχα ενώ η αγωγή κατατέθη και κοινοποιήθηκε το 2001".
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, όπως και το πρωτοβάθμιο την ένσταση και το σχετικό λόγο έφεσης περί παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας, ως αόριστη, ακολούθως δε απέρριψε ως απαράδεκτη την υποβληθείσα το πρώτο, με συμπλήρωση των ελλειπόντων πραγματικών περιστατικών, ίδια ένσταση, δεχόμενο, ότι δεν συνέτρεχαν οι κατά τα άρθρα 527 αρ.3 και 269 ΚΠολΔ. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όπως κατ' ορθή εκτίμηση αιτιάται ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι η προβληθείσα στο πρωτοβάθμιο και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ως άνω ένταση παραγραφής, είναι αόριστη διότι, όπως δέχτηκε και το Εφετείο, δεν προσδιορίζεται το αφετήριο χρονικό σημείο της έναρξης αυτής, κατά το άρθρο 251 ΑΚ (έτος γέννησης της αξίωσης και δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης αυτής).
Η κρίση δε του Εφετείου, ότι η γενομένη με την έφεση το πρώτο συμπλήρωση των άνω ελλειπόντων στοιχείων της ένστασης παραγραφής, έγινε χωρίς να υπάρχει δικαιολογημένη αιτία, συνεπεία της οποίας ο ενιστάμενος εναγόμενος δεν μπόρεσε να προβάλλει αυτά ενώπιον και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος
ΙΙΙ Από τις διατάξεις των άρθρων 270 παρ.3, 339, και 415 έως 420 Κ.Πολ.Δ.. προκύπτει ότι, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, κατά την ενώπιόν του προφορική διαδικασία συζήτησης της αγωγής, ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους παρισταμένους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, έστω και αν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415 ιδίου κώδικα, ήτοι η μη απόδειξη ή η ατελής απόδειξη των ουσιωδών για την έκβαση της δίκης πραγματικών περιστατικών.
Από αυτά σαφώς συνάγεται περαιτέρω, ότι από τις άνω διατάξεις δεν τίθεται ως προϋπόθεση της εξέτασης των διαδίκων η μη απόδειξη ή η ατελής απόδειξη των ουσιωδών για την έκβαση της δίκης πραγματικών περιστατικών από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν οι διάδικοι, αφού όπως ρητώς ορίζεται στο προαναφερόμενο άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ, η εξέταση των διαδίκων γίνεται και αν ακόμη δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415 ιδίου κώδικα, και επομένως η εξέταση των διαδίκων, που αποτελεί επώνυμο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό εκείνο των μαρτύρων, και οι καταθέσεις τους εκτιμώνται ελεύθερα, δεν προϋποθέτει προηγουμένη κρίση του δικαστηρίου, ότι τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύονται ή δεν αποδεικνύονται εντελώς από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα..Επομένως η εξέταση των διαδίκων μπορεί να γίνει και πριν την εξέταση των προτεινομένων από τους διαδίκους μαρτύρων και την αξιολόγηση γενικώς των λοιπών αποδεικτικών μέσων, μη απαγγελλομένης για το λόγο αυτό ακυρότητας του αποδεικτικού αυτού μέσου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, πράγματι όμως από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο απέρριψε τον προβληθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό του, και δεν εκήρυξε άκυρη την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου χωρίς όρκο εξέταση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, διότι η εξέταση αυτού έγινε πριν την εξέταση του μάρτυρα, ώστε στη συνέχεια και αφού από αυτή και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κρίνει το δικαστήριο ότι δεν αποδεικνύονται καθόλου η δεν αποδεικνύονται εντελώς τα πραγματικά γεγονότα, να προβεί στην εξέταση ως διαδίκου του εκπροσώπου της ενάγουσας.
Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκεν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.04.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.75/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ