Legislator Case Law & Legislation
1096/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for child enticement, rejecting request for personal appearance.

Case Number 1096/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject his request for personal appearance. The appellant argued that his defense was insufficiently considered and that the court erred in law regarding the statutory elements of child enticement. The court ruled that the appellant had already presented his defense comprehensively in prior documents and that the lower court's decision was based on sufficient evidence, including the victim's testimony, making the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484 and 485 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court may reject an appeal for personal appearance if the appellant has already fully developed his defense in written submissions, rendering further appearance unnecessary.

Keywords

AI generated
appeal for personal appearance child enticement Code of Criminal Procedure inadmissible appeal written defense sufficiency

Cited Legislation

AI generated
Article 484 of the Code of Criminal Procedure
Article 485 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
Article 6 of the ECHR
Article 339 of the Penal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1096 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1096/2006

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

ΣΤ΄ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1174/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιουνίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1479/2005.

΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με τις προτάσεις του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα, με αριθμό πρωτ. 483/26-10-05 κυρίας και 483Α/8-12-2005 συμπληρωματικής, στις οποίες αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 Κ.Π.Δ., την υπ΄αριθμ. 80/5-7-2005 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ΄αριθμ. 1174/24-6-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ΄αριθμ. 5085/17-11-2004 βούλευμά του, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ως άνω Χ1 στο ακροατήριο του, στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, που θα ορισθεί αρμοδίως από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, για να δικασθεί για την τέλεση του αξιοποίνου αδικήματος της αποπλανήσεως παιδιού νεοτέρου των δέκα ετών (άρθρα 26 παρ.1α΄, 27 παρ.1 και 339 παρ.1 περ.

α΄Π.Κ.), το οποίο φέρεται ότι διέπραξε την 17-6-2003, στο ..... και σε βάρος της γεννηθείσας την 10-1-1995 ανήλικης Ζ1. Συγκεκριμένως, παρεπέμφθη αυτός για το ότι στο ...., την 17-6-2003, προέβη σε ασελγή πράξη, δηλαδή σε πράξη που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και αντικειμενικώς προσβάλλει το αίσθημα της αιδημοσύνης και των ηθών, ενώ υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή τη διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας, με πρόσωπο που δεν είχε συμπληρώσει τα δέκα έτη της ηλικίας του, καθ΄όσον, ειδικότερα, ευρισκόμενος, μαζί με τη γεννηθείσα την 10-1-1995 ανήλικη Ζ1, της οποίας είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη γιατί κατά καιρούς έπαιζε με τον ανήλικο γιο του ....., εντός του καταστήματος ενδυμάτων με το διακριτικό τίτλο «.......», που ο ίδιος διατηρεί στο Εμπορικό Κέντρο ...., κατά τη στιγμή που η ανήλικη αυτή ασχολούνταν με παιδικές ζωγραφιές ή άλλα παιδικά παίγνια στον πάγκο του καταστήματος, την πλησίασε εκ των όπισθεν και, αφού έθεσε τα γεννητικά του όργανα στα οπίσθιά της, άρχισε να κάνει παλμικές κινήσεις πάνω της, κρατώντας την συγχρόνως από το στήθος , στη συνέχεια δε αυτή κάθησε στα γόνατά του και αυτός τη θώπευε στο στήθος και στα πόδια, ενώ την προέτρεπε να κατεβάσει το εσώρουχό της, τραβώντας της μάλιστα το παντελονάκι (σόρτς) που φορούσε προς τα κάτω και προσπαθώντας πάντα να ικανοποιήσει ή να διεγείρει τη γενετήσια επιθυμία του, χωρίς και να είναι βέβαιο αν ολοκλήρωσε ή όχι την προσπάθειά του αυτή.

Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος, ο ανωτέρω Χ1 άσκησε έφεση και, κατόπιν τούτου, εκδόθηκε το υπ΄αριθμ. 1174/24-6-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απερρίφθη στην ουσία της η έφεση αυτού και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος (υπ΄αριθμ. 1174/2005), στρέφεται ήδη ο αναιρεσείων Χ1 με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρα 473 παρ.1 και 474 παρ.1 Κ.Π.Δ.), αφού ασκήθηκε την 5-7-2005 με δήλωση ενώπιον της αρμοδίας γραμματέως του Εφετείου Αθηνών και το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε σ΄αυτόν την 15-7-2005.

Επί πλέον, ασκήθηκε αυτή από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο (άρθρα 463 και 482 παρ.1 περ. α΄Κ.Π.Δ.) και περιέχει συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως, ήτοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 484 παρ.1 περ.

β΄και δ΄Κ.Π.Δ.).

Συνεπώς, είναι αυτή τυπικά παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 παρ.1 περ. α΄Π.Κ. «Όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη, τιμωρείται ….. ως εξής:

α΄) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών ……». Ως ασελγής πράξη νοείται όχι μόνον η συνουσία, αλλά και κάθε άλλη ενέργεια, η οποία ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα και αντικειμενικώς μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικώς δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, ο οποίος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να γνωρίζει ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία μικρότερη, όπως εν προκειμένω, των δέκα ετών.

Η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος συνίσταται είτε α΄) στην ενέργεια ασελγούς πράξεως με πρόσωπο νεότερο των δέκα ετών, είτε β΄) στην παραπλάνηση του προσώπου αυτού στο να ενεργήσει επί του παραπλανώντος ή στον εαυτό του ή στο να υποστεί παρά του παραπλανώντος ασελγή πράξη. Ο χαρακτηρισμός της πράξεως ως ασελγούς, εξαρτάται και από τις ειδικές περιστάσεις του τόπου, του χρόνου και του τρόπου τελέσεως αυτής, αλλά και από τις ιδιότητες των προσώπων μεταξύ των οποίων αυτή ετελέσθη, τέτοιες δε πράξεις (ασελγείς) είναι, μεταξύ άλλων, η προστριβή του πέους στο αιδοίο ή στον πρωκτό του ανηλίκου, οι ψαύσεις ερωτογόνων περιοχών του σώματος, του ανηλίκου, τα χάδια στα οπίσθια του ανηλίκου κ.λ.π. (ΑΠ 1170/1999 ΠΧΝ΄σελ. 608, ΑΠ 399/2003 ΠΧΝΔ σελ. 30).

Επειδή, στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ΄αριθμ. 1174/24-6-2005 βούλευμά του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστικό Συμβούλιο παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1 στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, για να δικασθεί για την τέλεση του προαναφερθέντος αδικήματος της αποπλανήσεως παιδιού.

Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στο περιεχόμενο της ενσωματωμένης στο ανωτέρω βούλευμα προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών, η οποία συμπληρωματικώς αναφέρεται στο πρωτόδικο βούλευμα και δι΄αυτού στην ενσωματωμένη σ΄αυτό Εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 1983/2001 ΠΧΝΒ΄σελ. 787), ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει ειδικώς στο προσβαλλόμενο βούλευμά του και, συγκεκριμένως, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, τα συνημμένα στη δικογραφία έγγραφα και την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

οι γονείς της γεννηθείσας την 10-1-1995 Ζ1 είναι διαζευγμένοι και την επιμέλεια αυτής έχει η μητέρα της και πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, η οποία εργάζεται στο Νοσοκομείο Παίδων. Για το λόγο ότι, κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, η μητέρα της ανήλικης παρακολουθούσε καθημερινώς, τα απογεύματα και από την 16.00 μέχρι και την 21.00 ώρα, μαθήματα νοσηλευτικής, ο χρόνος κατά τον οποίο μπορούσε να ασχοληθεί με την κόρη της ήταν περιορισμένος.

Για το λόγο αυτό, την ευθύνη της ανήλικης, η οποία τις πρωινές ώρες πήγαινε στο σχολείο, την είχαν αναλάβει εκ περιτροπής, για τις ενδιάμεσες ώρες και μέχρι την επιστροφή της μητέρας της στο σπίτι, η γιαγιά της μικρής Ζ2 και η αδελφή της τελευταίας ..... Ορισμένες φορές που η ανήλικη δεν είχε σχολείο, την έπαιρνε μαζί της, στη δουλειά της, η γιαγιά της, η οποία εργαζόταν σε εμπορικό κατάστημα, στον πρώτο όροφο του Εμπορικού Κέντρου ......

Κοντά στο κατάστημα αυτό βρίσκεται το κατάστημα ενδυμάτων με το διακριτικό τίτλο «....», που ανήκει στον κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος έχει έναν ανήλικο γιο της ίδιας ηλικίας με την Ζ1. Τα δύο αυτά παιδιά γνωρίσθηκαν στο χώρο αυτό και έκαναν παρέα τις ώρες που δεν είχαν σχολείο. Την 17-6-2003, που τα σχολεία ήταν κλειστά, η Ζ1 πήγε με τη γιαγιά της Ζ2 στο ανωτέρω Εμπορικό Κέντρο.

Μόλις έφθασαν εκεί, η μικρή πήγε στο κατάστημα του κατηγορουμένου για να βρει το γιο του .... και να παίξουν μαζί, πλην, όμως, αυτός δεν ήταν στο κατάστημα, γιατί δεν τον είχε φέρει ο κατηγορούμενος πατέρας του. Παρά την απουσία του γιου του, όμως, ο τελευταίος κράτησε την ανήλικη στο κατάστημά του, απασχολώντας την με διάφορα παιγνίδια, την έβαλε δε και να ζωγραφίσει, καθώς και να γράψει ένα γράμμα στο γιο του ......

Η ανήλικη, που είχε εξοικειωθεί με το περιβάλλον του καταστήματος, παρέμεινε σ΄αυτό με τη συναίνεση της γιαγιάς της Ζ2 η οποία είχε εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο. Περί την 13.25 ώρα, η μάρτυρας Φ1 υπάλληλος εμπορικού καταστήματος που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το κατάστημα του κατηγορουμένου, παρατήρησε ότι ο τελευταίος προέβαινε σε ανήθικες χειρονομίες σε βάρος της ανήλικης και, για το λόγο αυτό, επικοινώνησε αμέσως με τη γιαγιά της ανήλικης, στην οποία συνέστησε να πάρει τη μικρή από το κατάστημα του κατηγορουμένου, γιατί, όπως της είπε, ενοχλούσε τον κατηγορούμενο, χωρίς και να της αναφέρει τι ακριβώς είχε δει.

Η γιαγιά της ανήλικης πήγε αμέσως στο κατάστημα του κατηγορουμένου και, λέγοντάς του ότι η εγγονή της τον ενοχλεί, την πήρε μαζί της. Ο κατηγορούμενος αντέδρασε με αμηχανία και νευρικότητα, όπως παρατήρησε η Ζ2, ζήτησε, όμως, από αυτή να αφήσει την εγγονή της στο κατάστημα, δηλώνοντάς της ότι δεν τον ενοχλεί καθόλου, ενώ και η ίδια η ανήλικη ζήτησε από τη γιαγιά της να μείνει στο κατάστημα του κατηγορουμένου, για να παίξουν.

Στη συνέχεια, η Ζ2 με την εγγονή της και η μάρτυρας Φ2 με την αδελφή της, αφού προηγουμένως πέρασαν από το SUPER MARKET «.....» και αγόρασαν διάφορα τρόφιμα, πήγαν στο κατάστημα της αδελφής της Φ2 για να φάνε. Εκεί η τελευταία, η οποία έχει κατάστημα που βρίσκεται δίπλα ακριβώς από το κατάστημα του κατηγορουμένου, ρώτησε την ανήλικη τι ακριβώς της είπε ο κατηγορούμενος και τη συμβούλευσε να μην το πει σε άλλον.

Αυτή αρχικώς είπε ότι δεν θυμάται, όμως στη συνέχεια και προφανώς μετά από πίεση, ξέσπασε σε κλάματα και είπε: «γιαγιά μου ντρέπομαι, να πάμε στην Αστυνομία γιατί μου είπε να κατεβάσω το βρακάκι μου και ενώ εγώ καθόμουν στον πάγκο ήρθε από πίσω μου και με ακούμπησε με το πουλί του στον πισινό μου και μου έπιανε τα μεμέ μου».

Η ανωτέρω ερώτηση έγινε γιατί η Φ2, την 13.10 περίπου ώρα, είδε τον κατηγορούμενο να κάθεται και να κρατά στα πόδια του την ανήλικη, παίζοντας μαζί της, ενώ και μετά από λίγη ώρα, όταν και πάλι πέρασε μπροστά από το κατάστημα του κατηγορουμένου, τον άκουσε να της λέει «αυτά που είπαμε μην τα πεις», χωρίς, όμως, να θεωρήσει τίποτε από αυτά ύποπτο.

Όταν, όμως, άκουσε από την ανήλικη να λέγει αυτά που της είχε κάνει ο κατηγορούμενος, τα συνδύασε με όσα η ίδια είχε δει και κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί. Στη συνέχεια, τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας (17-6-2003), η μητέρα της ανήλικης Ψ1 κατήγγειλε το γεγονός στο Αστυνομικό Τμήμα ....., ο κατηγορούμενος συνελήφθη και διενεργήθηκε προανάκριση, κατά τη διάρκεια της οποίας, πλην άλλων, ελήφθη και η χωρίς όρκο κατάθεση της ανήλικης παθούσας, η οποία επανέλαβε με περισσότερες λεπτομέρειες όλα όσα είχε ήδη αποκαλύψει στις προαναφερθείσες γυναίκες στο κατάστημα της αδελφής της Φ2, ότι, δηλαδή, ο κατηγορούμενος της έδωσε διάφορα παιγνίδια, ότι ζωγράφιζε στον πάγκο του καταστήματος, ότι αυτός ήρθε από πίσω της, της ακούμπησε το πουλί του στον πισινό της και άρχισε να κουνιέται, ότι κάθησε στα πόδια του γιατί δεν υπήρχε καρέκλα, ότι τη χάϊδεψε και της έπιασε το στήθος της σφικτά έξω από τη μπλούζα της και ότι κάποια στιγμή της τράβηξε το σόρτς προς τα κάτω, αφού προηγουμένως της είχε ζητήσει να κατεβάσει το βρακάκι της.

Επειδή, όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο υπ΄αριθμ. 1174/24-6-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με δικές του σκέψεις, αλλά και με επιτρεπτή, κατά τα προλεχθέντα, αναφορά στο πρωτόδικο υπ΄αριθμ. 5085/17-11-2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες δόθηκαν τόσο κατά την ανάκριση, όσο και κατά την προανάκριση και οι οποίες δεν αναιρούνται μεταξύ τους, αντίθετα, μάλιστα, συμπληρώνονται ως προς ορισμένα σημεία τους, σε τρόπο ώστε να είναι περισσότερο λεπτομερείς και πιο ακριβείς, ως προς το τι ακριβώς είδε και τι αντελήφθη η κάθε μάρτυρας.

Μάλιστα σημειώνεται, στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο επιτρεπτώς αναφέρεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι τίποτε δεν συνέβη μεταξύ αυτού και της φερομένης ως παθούσας ανήλικης και ότι η τελευταία, αντιδρώντας στις παρατηρήσεις του να μη λερώνει με σαπουνόφουσκες το μαγαζί του και, ειδικότερα, τον πάγκο πλησίον του οποίου την είχε μεταφέρει, τον αιφνιδίασε λέγοντάς του «σου αρέσει να ακουμπάς το πουλί σου πάνω μου;», δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, για το λόγο ότι ένα εννιάχρονο κοριτσάκι δεν είναι δυνατόν να μιλά κατ΄αυτόν τον τρόπο, αν πράγματι δεν είχε βιώσει ένα τέτοιο περιστατικό, το οποίο, με τη δική του λογική, καταλαβαίνει ότι είναι απαγορευμένο.

Επίσης, επισημαίνεται, στο ίδιο βούλευμα, ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η μάρτυρας Φ1 δεν ήταν δυνατόν να δει, από το κατάστημα στο οποίο βρισκόταν, αυτά που κατέθεσε ότι είδε (ότι, δηλαδή, έκανε αυτός ανήθικες χειρονομίες στην ανήλικη), γιατί από αυτό δεν είχε οπτική επαφή με το κατάστημά του, αφού μεσολαβούν μία κυλιόμενη σκάλα και μία κολώνα και αυτό για το λόγο ότι, από τις προσκομισθείσες από αυτόν τον ίδιο φωτογραφίες, προκύπτει ακριβώς το αντίθετο και, συγκεκριμένως, ότι η μάρτυρας αυτή, από το κατάστημα στο οποίο βρισκόταν, είχε τη δυνατότητα να παρακολουθεί τα συμβαίνοντα εντός του καταστήματος του κατηγορουμένου.

Από την τελευταία αυτή παραδοχή, σαφώς προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ΄όψιν και συνεκτιμήθηκαν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο κατηγορούμενος (φωτογραφίες κ.λ.π. του τόπου τελέσεως του αδικήματος), γεγονός που σημαίνει ότι, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς αυτού στην αναίρεσή του, δεν υπάρχει, στο σημείο αυτό, έλλειψη αιτιολογίας.

Δεν ευσταθούν, όμως, ούτε οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και γιατί δεν αναφέρεται σ΄αυτό η ηλικία της φερομένης ως παθούσας ανήλικης, καθώς και το ότι γνώριζε αυτός την ηλικία αυτής και αυτό για το λόγο ότι, στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο επιτρεπτώς κατά τα προλεχθέντα αναφέρεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, μνημονεύεται ρητώς η ηλικία της ανήλικης και, συγκεκριμένως, ότι γεννήθηκε αυτή την 10-1-1995, ενώ, επί πλέον, εκτός του ότι δεν αμφισβητεί ο κατηγορούμενος τη γνώση της ηλικίας της ανήλικης, που ήταν, άλλωστε, φανερή, με σαφήνεια γίνεται δεκτό ότι γνώριζε αυτός την ηλικία της, αφού ρητώς μνημονεύεται ότι έπαιζε αυτή με τον ίδιας ηλικίας ανήλικο γιο του .....

Περαιτέρω, δεν ευσταθεί και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και εκ του ότι δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ΄όψιν και συνεκτιμήθηκαν όλα τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία και, ειδικότερα, οι χωρίς όρκο καταθέσεις της φερόμενης ως παθούσας ανήλικης Ζ1 και της πολιτικώς ενάγουσας μητέρας της Ψ1 και αυτό αφ΄ενός μεν για το λόγο ότι, από τη μνεία ότι η περί παραπομπής κρίση του Συμβουλίου στηρίχθηκε και «στις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν», σαφώς προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ΄όψιν και οι χωρίς όρκο καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων (ΑΠ 539/2002 ΠΧΝΓ΄σελ. 31) και αφ΄ετέρου για το λόγο ότι, στο πρωτόδικο βούλευμα, στο οποίο επιτρεπτώς κατά τα προλεχθέντα αναφέρεται το προσβαλλόμενο βούλευμα (ΑΠ 1983/2001 ΠΧΝΒ΄σελ. 787), γίνεται ρητή μνεία ότι η παραπεμπτική κρίση του Συμβουλίου, πλην άλλων, στηρίχθηκε και στις καταθέσεις της ανωτέρω ανήλικης και της πολιτικώς ενάγουσας μητέρας της.

Εκτός αυτού, όμως, δεν ευσταθεί και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αναιρετέο και για το λόγο ότι, χωρίς αιτιολογία, απερρίφθη το αίτημά του για διενέργεια αυτοψίας στο χώρο όπου εφέρετο ότι ετελέσθη το αποδιδόμενο σ΄αυτόν αδίκημα και αυτό γιατί, πέραν του ότι η ανάγκη για τη διενέργεια ή μη αυτοψίας κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1286/1996 ΠΧΜΖ΄σελ. 1324), το αίτημα αυτό απερρίφθη με επάρκεια αιτιολογίας.

Τέλος, δεν ευσταθεί και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αναιρετέο και γιατί, χωρίς επαρκή αιτιολογία, απερρίφθη το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών προς παροχή διευκρινίσεων και αυτό για το λόγο ότι το αίτημα αυτό απερρίφθη με επάρκεια αιτιολογίας και, συγκεκριμένως, για το λόγο ότι, όπως αναφέρεται και στην ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα Εισαγγελική πρόταση, στην οποία επιτρεπτώς κατά τα προλεχθέντα αναφέρεται το Συμβούλιο Εφετών, ο κατηγορούμενος, με την από 19-6-2003 απολογία του στον Ανακριτή Αθηνών, με τα από 19-6-2003, 21-6-2004 και 7-10-2004 υπομνήματά του, με τα έγγραφα που προσκόμισε και τα όσα αναφέρει στην έφεσή του κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος και στο από 27-1-2005 σχετικό υπόμνημά του, διεξοδικώς αναπτύσσει τους ισχυρισμούς του σχετικώς με την κατηγορία που τον βαρύνει και την έναντι αυτής θέση του, γεγονός που σημαίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο προς παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων.

Επειδή, από τα ανωτέρω, σαφώς προκύπτει ότι, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε, με το προσβαλλόμενο υπ΄αριθμ. 1174/24-6-2005 βούλευμά του, ως αβάσιμη στην ουσία της, την έφεση που είχε ασκήσει ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1 κατά του πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις σχετικές με το έγκλημα της αποπλανήσεως παιδιού, για το οποίο παρεπέμφθη αυτός, ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.

Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όπως αβάσιμος είναι και ο αναιρετικός λόγος της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δέχεται το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, ετέλεσε αυτός σε βάρος της γεννηθείσας την 10-1-1995 Ζ1, εν γνώσει της ανηλικότητάς της, τις προαναφερθείσες πράξεις, όπως αυτές εξιστορήθηκαν από την ανήλικη και λεπτομερώς περιγράφονται στο διατακτικό του κατ΄αυτού παραπεμπτικού βουλεύματος, οι οποίες πράξεις και είναι αναντιρρήτως ασελγείς, με την έννοια που προαναφέρθηκε, αφού σαφώς προσβάλλουν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, έθιξαν βάναυσα την αγνότητα της παιδικής ηλικίας της παθούσας και υποκειμενικώς κατευθύνονταν στη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής αυτού, γεγονός που σημαίνει ότι, παρά τα περί του αντιθέτου από αυτόν υποστηριζόμενα, πλήρως θεμελιώνεται κατά νόμο σε βάρος του το αδίκημα της αποπλανήσεως παιδιού νεοτέρου των δέκα ετών και όχι κάποιο άλλο αδίκημα και, ειδικότερα, το αδίκημα της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας (άρθρο 337 Π.Κ.).

Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

Για τους ανωτέρω λόγους

Προτείνω: 1) να απορριφθεί η υπ΄αριθμ. 80/5-7-2005 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά του υπ΄αριθμ. 1174/24-6-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και 2) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος ως άνω Χ1. Αθήναι, 7/10/05

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Δημήτριος Νικ. Τσίμας

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

Εν συνεχεία της από 7-10-2005 προτάσεώς μου, με την οποία πρότεινα να απορριφθεί η υπ΄αριθμ. 80/5-7-2005 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ΄αριθμ. 1174/24-6-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Αθηνών, εισάγω την από 18-11-2005 αίτηση αυτού για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο και εκθέτω τα εξής: με την υπό κρίση λεπτομερή και πολυσέλιδη (16 σελίδες) αίτηση αναιρέσεώς του, ο ανωτέρω Χ1 διεξοδικώς αναπτύσσει τις απόψεις του, οι οποίες στηρίζουν αυτή. Για το λόγο αυτό δεν υπάρχει ανάγκη να εμφανισθεί αυτός ενώπιον του Συμβουλίου προς παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων. Κατόπιν τούτου, πρέπει να απορριφθεί η ανωτέρω αίτησή του.

Για τους ανωτέρω λόγους-

Προτείνω: να απορριφθεί η από 18-11-2005 αίτηση του Χ1, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο προς παροχή διευκρινίσεων σχετικών με την ως άνω υπόθεση.

Αθήναι, 5 Δεκεμβρίου 2005

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου

Δημήτριος Νικ.Τσίμας »

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στις παραπάνω εισαγγελικές προτάσεις, κυρία και συμπληρωματική και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ πριν αυτή τροποποιηθεί με το άρθρο 56 παρ. 2 του Ν. 3160/2003 «όποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει να προστατεύσει την αγνότητα της νεαρής ηλικίας, προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της αποπλάνησης παιδιού απαιτείται οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των 15 ετών, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη. Έτσι συγκροτεί το έγκλημα αυτό όχι μόνον η συνουσία ή η ανάλογη με αυτή παρά φύση πράξη, αλλά και κάθε άλλη ασελγής πράξη, όπως η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων και άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η προστριβή του πέους του δράστη στα γεννητικά όργανα ή στον πρωκτό του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και η καταφίληση στο πρόσωπο και στο στόμα του ανήλικου, εφόσον οι ενέργειες αυτές κατατείνουν στη διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, διότι και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της νεαρής ηλικίας.

Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 ΄του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτό περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ενεργηθείσα προανάκριση ή κύρια ανάκριση, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και την ύπαρξη αποχρωσών ενδείξεων, για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, οι αποδείξεις που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες τα περιστατικά αυτά υπήχθησαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν και το Συμβούλιο έκρινε ότι με βάση αυτά τα περιστατικά, υφίστανται αποχρώσες ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορούμενου στο ακροατήριο. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως συνιστά κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β' Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη από το Συμβούλιο ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα.

Στη προκειμένη περίπτωση κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για αποπλάνηση παιδιού νεότερου των δεκαπέντε ετών και συγκεκριμένα, μη συμπληρώσαντος το δέκατον έτος και εκδόθηκε σχετικά το υπ' αριθμ. 5085/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου, προκειμένου να δικασθεί για την πράξη αυτή, καθώς και μετά από έφεσή του το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεσή του κατ' ουσία.

Στην αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος, το ο ποίο δεν έχει δικές του σκέψεις και επιτρεπτά παραπέμπει εξ ολοκλήρου και καθολικά στις σκέψεις της εισαγγελικής πρόταση η οποία αναφέρθηκε συμπληρωματικώς («κατά τα λοιπά») στο πρωτοβάθμιο βούλευμα και στην εισαγγελική πρόταση, χωρίς τούτο να είναι αντίθετο και προς το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ότι από την κυρία ανάκριση που διενεργήθηκε και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και υπάρχουν στη δικογραφία και από την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι γονείς της ανηλίκου Ζ1 είναι διαζευγμένοι, ενώ την επιμέλειά της την έχει η μητέρα της –πολιτικώς ενάγουσα Ψ1, η οποία εργάζεται στο Νοσοκομείο Παίδων. Η τελευταία τα απογεύματα, καθημερινώς, την χρονική εκείνη περίοδο παρακολουθούσε μαθήματα νοσηλευτικής από 16η ώρα μέχρι 21η, ως εκ τούτου δε ο χρόνος ενασχόλησης και επικοινωνίας της με την ως άνω ανήλικη κόρη της ήταν περιορισμένος.

Η ανήλικη Ζ1 πήγαινε στο σχολείο τις πρωϊνές ώρες, την ευθύνη δε για τις ενδιάμεσες ώρες μέχρι την επιστροφή στο σπίτι της μητέρας της, την είχαν εναλλάξ η γιαγιά της Ζ2 και η αδελφή της τελευταίας ..... Ορισμένες φορές που η ανήλικη δεν είχε σχολείο την έπαιρνε μαζί της, στη δουλειά της η ως άνω γιαγιά της, που εργάζεται σε εμπορικό κατάστημα, στον πρώτο όροφο του εμπορικού κέντρου ......

Πλησίον του καταστήματος αυτού, βρίσκεται το κατάστημα ανδρικής ένδυσης με την επωνυμία «......», το οποίο ανήκει στον κατηγορούμενο, που έχει έναν ανήλικο υιό της αυτής ηλικίας με την προαναφερομένη ανήλικη παθούσα. Τα δύο αυτά ανήλικα παιδιά γνωρίσθηκαν στον χώρο αυτό και έκαναν παρέα, όταν δεν είχαν σχολείο.

Στις 17-6-2003, που τα σχολεία είναι κλειστά, η ανήλικη Ζ1 πήγε με τη γιαγιά της Ζ2 στο πιο πάνω εμπορικό κέντρο. Μόλις έφθασε αμέσως, πήγε στο κατάστημα του κατηγορουμένου, για να βρει τον υιό του ....., για να παίξουν, πλην όμως αυτός δεν ήταν εκεί διότι δεν τον είχε φέρει ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος όμως, κράτησε την ανήλικη-παθούσα στο κατάστημά του απασχολώντας την με διάφορα παιγνίδια, ενώ συγχρόνως την έβαλε να ζωγραφίσει και να γράψει γράμμα στον υιό του .....

Η ανήλικη είχε εξοικειωθεί με το περιβάλλον του καταστήματος, παρέμεινε σ' αυτό με τη συναίνεση της γιαγιάς της Ζ2, η οποία είχε εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο. Περί ώρα 13,25΄η μάρτυς Φ1, υπάλληλος του εμπορικού καταστήματος ιδιοκτησίας ......, που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το κατάστημα του κατηγορουμένου, παρετήρησε ότι ο τελευταίος προέβαινε σε ανήθικες χειρονομίες σε βάρος της ανηλίκου και επικοινώνησε με την γιαγιά της ανηλίκου, στην οποία συνέστησε να πάρει το παιδί από το μαγαζί του κατηγορουμένου, διότι ενοχλεί τον κατηγορούμενο, χωρίς να της αναφέρει τι είχε δει.

Η γιαγιά της ανηλίκου πήγε αμέσως στο κατάστημα του κατηγορουμένου και με το πρόσχημα ότι ενοχλεί τον κατηγορούμενο πήρε την ανήλικη. Ο κατηγορούμενος αντέδρασε με αμηχανία και νευρικότητα, όπως παρατήρησε η γιαγιά, ζήτησε όμως από την τελευταία να αφήσει την ανήλικη, δηλώνοντας παράλληλα ότι δεν τον ενοχλεί καθόλου.

Αλλά και η ανήλικη ζήτησε από την γιαγιά της να μείνει στο κατάστημα του κατηγορουμένου, για να παίξουν. Ακολούθως, η γιαγιά με την ανήλικη και η μάρτυς Φ2 με την αδελφή της πήγαν στο MARKET «........», ψώνισαν τρόφιμα και πήγαν στο κατάστημα της αδελφής της Φ2 να φάνε. Τότε η τελευταία, που έχει κατάστημα ευρισκόμενο δίπλα ακριβώς από το κατάστημα του κατηγορουμένου, ρώτησε την ανήλικη τί ακριβώς της είπε ο κατηγορούμενος να μην το πεί σε άλλο.

Η ανήλικη στην αρχή είπε ότι δεν θυμόταν, αλλά μετά με κλάματα ξέσπασε λέγοντας. «Γιαγιά μου ντρέπομαι, να πάμε στην Αστυνομία, γιατί μου είπε να κατεβάσω το βρακάκι μου και ενώ εγώ καθόμουν στον πάγκο ήλθε από πίσω μου και με ακούμπησε με το πουλί του στον πισινό μου και μου έπιανε και τα μεμέ μου (το στήθος).

Η Φ2 περί ώρα 13.10' είδε τον κατηγορούμενο να κάθεται και να κρατά στα πόδια του την ανήλικη και να παίζει μαζί της και μετά από λίγο πάλι περνώντας μπροστά από το κατάστημα του κατηγορουμένου τον άκουσε να της λέει «Αυτά που είπαμε μην τα πείς», όμως δεν τα θεώρησε τότε ύποπτα. Όταν όμως κατά την διάρκεια του φαγητού που προαναφέρθηκε άκουσε από την ανήλικη τί της έκανε ο κατηγορούμενος τότε τα συνεδύασε και κατάλαβε τι συνέβη.

Εν συνεχεία τις απογευματινές ώρες της ιδίας ημέρας (17-6-2003) η μητέρα της ανηλίκου κατήγγειλε το γεγονός στην Αστυνομία ....., οπότε ο κατηγορούμενος συνελήφθη και διενεργήθηκε προανάκριση για τα περαιτέρω και την ενέργεια των νομίμων. Είναι όμως στο σημείο αυτό επιβεβλημένο να επισημανθούν κάποια κρίσιμα δεδομένα, σχετικά με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου και τους λόγους της εφέσεώς του, που εκτίθενται στο από 27-1-2005 υπόμνημά του.

Κατ' αρχήν ο κατηγορούμενος αντιφάσκει ισχυριζόμενος αφ' ενός μεν ότι το κατάστημά του έχει παντού βιτρίνες και τζαμαρίες, ενώ αφ' ετέρου εκθέτει παρακάτω: «ότι είναι αδύνατο να διαπιστώσει κάποιος από το κατάστημα της Φ1, τι συμβαίνει στο κατάστημά μου». Εξ αυτής της δηλώσεως του κατηγορουμένου πάντως σαφώς συνάγεται ότι, αν λοιπόν είναι αδύνατον να διαπιστώσει κανείς από το απέναντι ακριβώς ευρισκόμενο κατάστημα, τι γίνεται μέσα στο κατάστημα του κατηγορουμένου, άρα δεν χρειάζεται να λαμβάνει προφυλακτικά μέτρα ο κατηγορούμενος, όταν προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια και συνεπώς, μπορεί ελευθέρως και αφόβως να επιδίδεται στο κάθε τι.

Περαιτέρω, διερωτάται ο κατηγορούμενος, πώς ήταν δυνατόν να προβεί στις «φρικαλέες πράξεις του» μέρα μεσημέρι; Μα ακριβώς τότε (την ώρα δηλαδή αυτή) μπορούσε να έχει το ανήλικο θύμα του στο κατάστημά του και φυσικά δεν θα μπορούσε να το έχει κάποια άλλη –οποιαδήποτε ώρα στην διάθεσή του. Απορεί ο κατηγορούμενος για ποίο λόγο δεν βρήκε τουλάχιστον ένα απόμερο μέρος, ώστε να μην κινδυνεύσει από τα όσα έκανε στο ανήλικο θύμα του.

Αυτό ακριβώς έπρεπε να το σκεφθεί πριν προβεί στις πράξεις του, που δυστυχώς γι' αυτόν απερίσκεπτα διέπραξε και υπέπεσαν στην αντίληψη τρίτων, τώρα δε εκ των υστέρων υποβάλει το ερώτημα αυτό ως άλλοθι και σοβαρό –πειστικό- υπερασπιστικό ισχυρισμό. Όμως αντικειμενικά αυτό «το επιχείρημα» είναι ανωφελές γι' αυτόν, διότι δυστυχώς ή ευτυχώς υπάρχουν αρκετοί μάρτυρες –αυτόπτες, που παρά την τόση προσπάθειά του, να τους παρουσιάσει ως αναξιόπιστους και ψευδόμενους, δεν επιτυγχάνει τελικά του σκοπού του αυτού, επειδή δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να ξεπεράσει τις δικές του αντιφάσεις, τα κενά και να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

Εξ άλλου, εντελώς αλυσιτελής είναι για τον κατηγορούμενο ο ισχυρισμός, ότι η «ομάδα των μαρτύρων κατηγορίας» χρησιμοποίησε με τον πιο βάναυσο και ανήθικο τρόπο ένα ανήλικο παιδί, για να τον καταστρέψουν». Αυτός ο ισχυρισμός είναι πολύ βαριά κατηγορία, που αβασάνιστα και αναπόδεικτα προτείνει και επικαλείται ο κατηγορούμενος, για να πλήξει τους μάρτυρες κατηγορίας.

Εξ αυτού όμως δεν ωφελείται ο κατηγορούμενος, ούτε με τον τρόπο αυτό ελαφρύνει την θέση του. Αντιθέτως, δημιουργεί μία αλγεινή εντύπωση για τον ίδιο, αλλά και για τις απόψεις που υιοθετεί και χρησιμοποιεί, προσπαθώντας ν' αποδυναμώσει την σε βάρος του σοβαρά κατηγορία, πλην όμως απρόσφορα και ατελέσφορα.

Όπως επίσης είναι εντελώς αβάσιμοι και οι κρίσεις, -στις οποίες προβαίνει ο κατηγορούμενος ότι δηλαδή υφίσταται σε βάρος του, εκ του γεγονότος και μόνο της παραπομπής του, για την πράξη που κατηγορείται και εκ των παραδοχών του εκκαλουμένου βουλεύματος «a priori αυταπόδεικτη, αυτονόητη ή καθ' οιονδήποτε τρόπον δεδομένη η ενοχή του».

Εξ ετέρου δηλώνει αρκετές φορές ο κατηγορούμενος για τις πράξεις του, ότι θα ήταν γι' αυτόν πράξη αυτοκτονίας, αν τις είχε τελέσει, για λόγους δε νομικής πληρότητος δέχεται ότι η πράξεις του δεν στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκ΄ληματος της αποπλανήσεως, αλλά εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 337 ΠΚ.

Κατά τον τρόπο αυτό όμως, δηλαδή με το να προτείνει την παραπομπή του, για την παράβαση της διατάξεως του άρθρου 337 ΠΚ, εκτός του ότι ευθέως συνομολογεί την πράξη του, είναι στην πραγματικότητα ως να αποδέχεται και επικυρώνει πλέον ο ίδιος την «αυτοκτονία» του αυτή έστω και αν με την εισήγησή του αυτή φαίνεται πιο βελτιωμένη η κατ' αυτού κατηγορία.

Πάντως, ο κατηγορούμενος, όπως προέκυψε από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν περιορίσθηκε απλά και μόνο σε ασελγείς χειρονομίες, αλλά προέβη περαιτέρω και σε ασελγείς πράξεις, με το να θέσει τα γεννητικά του όργανα στα οπίσθια της ανηλίκου, κάνοντας παλμικές κινήσεις πάνω της. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει νομικά η άποψη αυτή της μετατροπής της κατηγορίας.

Επί πλέον, σε καμμιά περίπτωση δεν συντρέχει λόγος να διενεργηθεί νόμιμα εν προκειμένω αυτοψία, όπως μετ' επιτάσεως το ζήτησε ο κατηγορούμενος, διότι δεν είναι δυνατόν να προκύψει κάτι το αξιόλογο, σχετικά με το γεγονός, αν και κατά πόσον υπάρχει ορατότητα προς το κατάστημα του κατηγορουμένου, από το κατάστημα όπου εργάζεται η μάρτυς Φ1, διότι δεν είναι άλλωστε το μοναδικό στοιχείο, από το οποίο θα κριθεί το βάσιμο της κατηγορίας.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου.

Επειδή, με βάση τα όσα παραπάνω έχουν εκτεθεί, αποχρώσες υπάρχουν ενδείξεις, ικανές να επιστηρίξουν, κατά τρόπο δημόσιο, κατηγορία στο ακροατήριο κατά του κατηγορουμένου-εκκαλούντος για την ως άνω αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιού, που δεν συμπλήρωσε το δέκατο έτος, ορθά το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο με το εκκαλούμενο βούλευμά του, στις σκέψεις του οποίου και στην εισαγγελική πρόταση, κατά τα λοιπά αναφέρομαι, παρέπεμψε τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφερείας του Εφετείου, που θα ορισθεί αρμοδίως από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, που είναι αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπον, για την εκδίκαση της παραπάνω πράξεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 109 περ.

α' και 122 παρ. 1 ΚΠΔ, για να δικασθεί για την πράξη αυτή, που ειδικά προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1,14,16,17,18,19, 26 παρ. 1, 27 παρ.1, 51,52, 60, 63, 79, 339 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο με την κρινομένη έφεσή του, δεν μπορούν να οδηγήσουν προς κατεύθυνση άλλη, από εκείνη της παραπομπής του ενώπιον του ακροατηρίου και εντεύθεν να κλονίσουν την παραπομπή του αυτή.

Ως εκ τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί στην ουσία η κρινομένη έφεση, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν στον εκκαλούντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια δέκα ευρώ (210)€ (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ, ως αντικ. με άρθρ. 55 παρ. 1 Ν. 3160/2003, σε συνδ. με την υπ' αριθμ. 134423/8-12-92 κοινή απόφ. των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

Αναφορικά με το αίτημα του εκκαλούντος για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου για παροχή διευκρινίσεων και διασαφηνίσεων, σε σχέση με την κατηγορία, εκτίθενται τα εξής: Κατ' άρθρ. 309 παρ. 2 ΚΠΔ «Το Συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνισή τους ενώπιόν του, με την παρουσία και του Εισαγγελέα, για να δώσουν κάθε διευκρίνιση…..τότε μόνον είναι δυνατό ν' απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι, που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα….».

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, αν το Συμβούλιο παραλείψει να διατάξει την εμφάνιση ή αν απορρίψει χωρίς αιτιολογία την αίτηση. Όμως ως αρκετή αιτιολογία για την απόρριψη της αιτήσεως έχει νομολογιακά θεωρηθεί η επαρκής και διεξοδική ανάπτυξη των απόψεων του αιτούντος με τα υπομνήματά του.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών κατηγορούμενος Χ1 με την από 19-6-2003 απολογία του ενώπιον του Ανακριτού του 20ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το από 19-6-2003 απολογητικό υπόμνημά του, με το από 21-6-2004 υπόμνημά του, που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το από 7-10-2004 υπόμνημά του, ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με τα έγγραφα που προσεκόμισε, σε συνδυασμό και με τα όσα αναφέρει στην κρινομένη έφεσή του και το από 27-1-2005 σχετικό υπόμνημά του ανέπτυξε διεξοδικότατα και επαρκέστατα τους ισχυρισμούς του, σε σχέση με την κατηγορία, που τον βαρύνει, και τις θέσεις του με πληρότητα εμφάνισε και, κατά συνέπεια, δεν κρίνεται βάσιμο και αναγκαίο να του παρασχεθεί επί πλέον και η δυνατότητα, να εμφανισθεί ενώπιον του Συμβουλίου σας, για περαιτέρω εξηγήσεις, διευκρινίσεις και διασαφηνίσεις, λόγο για τον οποίο πρέπει να απορριφθεί το αίτημά του αυτό.

Με βάση αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, αναφορικά με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της αποπλάνησης παιδιού νεοτέρου των δέκα ετών, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ενεργηθείσα ανάκριση και στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη σ' αυτόν ως άνω πράξη, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1α ΠΚ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε και εκ πλαγίου με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές, ώστε να στερήσει το προσβαλλόμενο βούλευμα από νόμιμη βάση.

Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερον οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις οποίες πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι αβάσιμες διότι 1) το βούλευμα αναφέρει την ηλικία της ανήλικης παθούσης «δεν συμπλήρωσε το δέκατο έτος», 2) δέχεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την ηλικία της με την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος «έχει έναν ανήλικο υιό της αυτής ηλικίας με την ανήλικη παθούσα», 3) το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους που αναφέρονται στην Εισαγγελική πρόταση στην οποία καθολοκληρία αναφέρθηκε και ενσωμάτωσε στο βούλευμά του, στα οποία περιλαμβάνονται και η προανακριτική κατάθεση της ανήλικης παθούσης και της πολιτικώς ενάγουσας μητέρας της, τούτου προκύπτοντος επιπλέον και εξ όλων των παραδοχών του βουλεύματος, 4) από τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του όλα τα προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά στοιχεία (φωτογραφίες, σχέδια κλ.π.) προς ενίσχυση των υπερασπιστικών ισχυρισμών του, μη απαιτουμένης αναλυτικής μνείας όλων των εγγράφων, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αλλά αρκεί να προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορίες, 5) με πλήρη και σαφή αιτιολογία που δεν αφήνεται καμία αμφιβολία στο Συμβούλιο Εφετών απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για διενέργεια αυτοψίας στον χώρο που φέρεται ότι τελέσθηκε η πράξη που αποδίδεται σ' αυτόν, κάνοντας μάλιστα εκτενή αναφορά στον υπερασπιστικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντα περί της μη δυνατότητας της μάρτυρος Φ1 να αντιληφθεί τα συμβαίνοντα εντός του καταστήματός του, 6) ο πέραν της αρνήσεως της κατηγορίας, επικουρικός από τον αναιρεσείοντα προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών ότι σε κάθε περίπτωση πρέπει να παραπεμφθεί για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 337 ΠΚ κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας εκ του άρθρου 339 παρ. 1 ΠΚ, δεν συνιστά «ομολογία» αυτού για την τέλεση του εγκλήματος που κατηγορείται (άρθρ. 339 παρ. 1 ΠΚ), και συνεπώς, ανεξαρτητως της σχετικής επ' αυτού φραστικής διατυπώσεως της εισαγγελικής προτάσεως προς το Συμβούλιο Εφετών, τούτο δεν έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσεώς του «ομολογία» του κατηγορουμένου κατά την έννοια του άρθρου 178 δ' ΚΠΔ.

Εκ τούτου παρέπεται ότι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της παραπεμπτικής κρίσης του, το Συμβούλιο Εφετών, είναι μόνον αυτά που αναφέρονται κατ' είδος ως ανωτέρω, 6) εκ της απορρίψεως του αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του στο Συμβούλιο Εφετών, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα, αφού το Συμβούλιο απάντησε επ' αυτού ρητά, κατά τα προαναφερόμενα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει την εμφάνιση, ενώ η αναφερόμενη αιτιολογία της απορριπτικής αυτής διάταξης του βουλεύματος είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αναφερομένων ειδικότερα σ' αυτό ότι ο ήδη αναιρεσείων έχει αναπτύξει τις απόψεις του με την από 19-6-2003 απολογία του ενώπιον του ανακριτού, με το από 19-6-2003 απολογητικό υπόμνημά του, με το από 22-6-2004 υπόμνημα που κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το από 7-10-2004 υπόμνημα ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με τα έγγραφα που προσκόμισε, σε συνδυασμό και με τα όσα αναφέρει στην έφεσή του, ως και με το από 27-1-2005 σχετικό υπόμνημά του, διεξοδικά και επαρκέστατα τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την κατηγορία που τον βαρύνει και τις θέσεις του με πληρότητα εμφάνισε οι φερόμενες δε ως αντιφάσεις του αναιρεσείοντος, στο προσβαλλόμενο βούλευμα, αφορούν τις εκτιθέμενες απόψεις του επί των επί μέρους θεμάτων και δεν είχαν επιρροή στην απορριπτική κρίση του Συμβουλίου Εφετών, επί του αιτήματος του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον αυτού.

Η υπό τα ως άνω απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών δεν είναι αντίθετη και προς το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Οι αιτιάσεις του δευτέρου εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ λόγου αναιρέσεως, για την εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 339 περ.

α' ΠΚ και έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω του ότι η κρίση του Συμβουλίου Εφετών στηρίχθηκε κυρίως στην μαρτυρική κατάθεση της Φ1 από την οποία προκύπτει, κατά τον επικουρικό υπερασπιστικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι εν προκειμένω υφίσταται η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 339 ιδίου Κώδικα, είναι επίσης αβάσιμες, δεδομένου ότι το Συμβούλιο Εφετών, σχημάτισε την παραπεμπτική κρίση του, εκτός των άλλων μαρτυρικών καταθέσεων και από αυτήν της ανήλικης παθούσης, η οποία και «εξιστόρησε κατά την ανώμοτη κατάθεσή της», τις εις βάρος της ασελγείς πράξεις (άρθρ. 339 ΠΚ) εκ μέρους του αναιρεσείοντος.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος που υπό την επίφαση της παράβασης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών, είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 ΚΠΔ στα δικαστικά έξοδα.

Εξάλλου και το αίτημα του κατηγορουμένου που υποβάλλεται με το από 18-11-2005 υπόμνημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι διεξοδικώς με το αναιρετήριο αναπτύσσει τις απόψεις του και δεν ανακύπτει ανάγκη προς παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει το δια του από 18 Νοεμβρίου 2005 υπομνήματος του αναιρεσείοντος, υποβληθέν αίτημα αυτού, για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου τούτου.

Απορρίπτει την από 5 Ιουλίου 2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του 1174/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2006. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ