Supreme Court dismisses appeals against lower court rulings on unauthorized construction and elevator installation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed two separate appeals filed by different parties against a final judgment from the Athens Court of First Instance. The appellants argued that the lower court erred in upholding an unauthorized construction and the installation of an elevator shaft between floors. The court found no violation of substantive law, noting the lower court's reasoning was logical, complete, and free from contradictions regarding the relevant legal rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Appeals based on erroneous application of substantive law or lack of reasoning are inadmissible when the lower court's decision is logically sound and adequately motivated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1095 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1095/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Ε., κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Πηγουνάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. χας Α. Τ., το γένος Α. Π., 2) Ε. Τ. του Α. και 3) Ε. Τ. του Α., κατοίκων Α. Α., εκ των οποίων οι 1η και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Κουτρούλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ η 2η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου. Β. Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. Τ., κατοίκου Α. Α., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Λ. του Ε., 2) Δ. χας Α. Τ., το γένος Α. Π. και 3) Ε. Α. Τ., κατοίκων Α. Α., εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Πηγουνάκη, ενώ οι 2η και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Κουτρούλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2009 αγωγή των Δ. χας Α. Τ., το γένος Α. Π., Ε. Τ. του Α. και Ελπίδας Τσουκλείδου του Αλεξάνδρου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 20-10-2014 αγωγή του Α. Λ. του Ε.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1553/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3988/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχ. Α αναιρεσείων με την από 26-1-2021 αίτησή του και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 29-9-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντος και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής τους και την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε ζήτησε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 334/2024, Α.Π. 55/2023, Α.Π. 1582/2022, Α.Π. 1083/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι υπό κρίσιν: Α) από 26-1-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 537/51/26-1-2021) και Β) από 29-9-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7416/822/30-9-2022) αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3988/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 11-6-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2016) και αναφορικώς με την δεύτερη αναίρεση, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου και ενόψει του ότι έλαβε χώραν και αναστολή της ανωτέρω προθεσμίας, σύμφωνα με τα άρθρα 74 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 περ. α', εδάφ. α' και β' του Ν. 4790/2021 (από 13-3-2020 ως 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 5-4-2021, αντιστοίχως), σε συνδυασμό με την ερμηνευτική διάταξη αυτών του άρθρου 49 παρ. 1 του Ν. 4963/2022 (Α.Π. 1130/2023, Α.Π. 758/2023, Α.Π. 93/2023, Α.Π. 45/2023).
Συνεπώς, είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), συνεκδικαζόμενες, ως στρεφόμενες κατά τις ιδίας αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3988/2020, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Οι ενάγουσες, ήδη αναιρεσίβλητες στην από 26-1-2021 αίτηση αναιρέσεως, η δεύτερη αυτών αναιρεσείουσα στην από 29-9-2022 αίτηση αναιρέσεως και η πρώτη και η τρίτη αυτών αναιρεσίβλητες στην τελευταία αίτηση αναιρέσεως, με την από 24-7-2009 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος στην από 26-1-2021 αίτηση αναιρέσεως και αναιρεσιβλήτου στην από 29-9-2022 αίτηση αναιρέσεως, ισχυρίσθηκαν ότι αυτές και ο εναγόμενος είναι συνιδιοκτήτες της περιγραφόμενης σε αυτήν πολυώροφης οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" δυνάμει της υπ' αριθμ. 10375/1994 πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακής Λεβογιάννη - Αθανασίου, η οποία μεταγράφηκε νομίμως.
Ότι, σύμφωνα με την συστατική πράξη της οροφοκτησίας και τον συνημμένο σε αυτήν, από Φεβρουαρίου 1993, πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ., η οριζόντια ιδιοκτησία τους (υπ' αριθμ. 3 γραφείο του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου, που ανήκει κατ' επικαρπίαν στην πρώτη και κατά ψιλή κυριότητα στις δεύτερη και τρίτη αυτών, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία) μετέχει στις δαπάνες:
α) κοινοχρήστων κατά ποσοστό 234/1000 και β) ανελκυστήρα κατά ποσοστό 254/1000. Ότι ο εναγόμενος, ως κατασκευαστής της πολυκατοικίας και κύριος των λοιπών οριζοντίων ιδιοκτησιών αυτής, προέβη αυθαιρέτως, αφενός μεν, στην δημιουργία: α) νέου ορόφου, επιφανείας 142,65 τ.μ., μεταξύ του ισογείου και του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, αυξάνοντας για τον σκοπό αυτόν την κλίση της ράμπας, που οδηγεί στον πίσω ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται αδύνατη η πρόσβαση των αυτοκινήτων στις υπάρχουσες στον χώρο αυτόν ανοικτές θέσεις σταθμεύσεως, εκ των οποίων η υπ' αριθμ. 5 ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση στην οριζόντια ιδιοκτησία τους, β) νέας, υπό στοιχ.
Υ-4, οριζόντιας ιδιοκτησίας στο υπόγειο της οικοδομής, επιφανείας 83,90 τ.μ. και γ) στάσεως ανελκυστήρα στον ανωτέρω, υπό στοιχ. α', όροφο, αφετέρου δε, στην ενσωμάτωση του κοινόχρηστου διαδρόμου στο χώρο των γραφείων του πρώτου ορόφου. Ότι μετά τις ως άνω αυθαίρετες μεταβολές, ο εναγόμενος προέβη, όπως υποχρεούνταν από την συστατική πράξη της οροφοκτησίας, στην τροποποίηση του προαναφερόμενου πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας, συντάχθηκε δε προς τούτο από τον ίδιον, ως άνω, πολιτικό μηχανικό ο από Δεκεμβρίου 1996 πίνακας, σύμφωνα με τον οποίον η οριζόντια ιδιοκτησία τους μετέχει στις δαπάνες:
α) κοινοχρήστων κατά ποσοστό 156/1000, β) επισκευής του κτιρίου κατά ποσοστό 108/1000 και γ) ανελκυστήρα κατά ποσοστό 195/1000, χωρίς, ωστόσο, να τροποποιηθεί αναλόγως η υπ' αριθμ. 10375/1994 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακής Λεβογιάννη - Αθανασίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, στο οποίο να επισυνάπτεται ο νέος πίνακας κατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας.
Ότι, με δήλωση του εναγομένου, έχουν καταχωρηθεί στο Κτηματολογικό Γραφείο Αμαρουσίου οι μεταβολές, που επήλθαν στην επίδικη οικοδομή με την δημιουργία του νέου ορόφου και την δημιουργία της νέας, υπό στοιχ. Υ-4, οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπογείου, επιφανείας 83,90 τ.μ. και ότι στις εν λόγω εγγραφές αναφέρεται ως τίτλος κτήσεως η προαναφερόμενη πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2004 έως και Ιούλιο 2009 κατέβαλαν για δαπάνες: α) κοινοχρήστων (ΔΕΗ), β) επισκευής κτηρίου και γ) ανελκυστήρα τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, τα οποία υπερβαίνουν το ποσοστό συμμετοχής της οριζόντιας ιδιοκτησίας τους στις εν λόγω δαπάνες, με βάση τον από Δεκεμβρίου 1996 πίνακα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Τ., κατά το ποσό των 2.110,19 ευρώ, όπως τούτο, ειδικότερα, αναλύεται στην αγωγή. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν: α) να αναγνωρισθεί ότι ο από Δεκεμβρίου 1996 πίνακας ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ. δεσμεύει τους συνιδιοκτήτες της επίδικης οικοδομής, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην δεύτερη αυτών το συνολικό ποσό των 2.110,19 ευρώ, το οποίο αυτή κατέβαλε ενεργώντας για τον εαυτό της και για λογαριασμό των λοιπών δύο εναγουσών, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, γ) να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου για τροποποίηση της υπ' αριθμ. 10375/1994 πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακής Λεβογιάννη - Αθανασίου, με βάση τον από Δεκεμβρίου 1996 πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του ως άνω πολιτικού μηχανικού και σύμφωνα με τις επελθούσες αλλαγές στην οικοδομή μετά την προσθήκη νέου ορόφου και την δημιουργία νέας οριζόντιας ιδιοκτησίας (υπό στοιχ.
Υ-4) στο υπόγειο αυτής, καθώς και στην εγγραφή της τροποποιητικής πράξεως στο Κτηματολόγιο, δ) επικουρικώς, εφόσον κριθεί ότι εξακολουθεί να ισχύει ο από Φεβρουάριου 1993 πίνακας ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ., I) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να επαναφέρει την οικοδομή στην κατάσταση, που βρισκόταν πριν από την δημιουργία του νέου ορόφου και της νέας οριζόντιας ιδιοκτησίας στο υπόγειο αυτής, ήτοι στην κατάσταση που περιγράφεται στην συστατική πράξη της οροφοκτησίας, ακολούθως δε, II) να υποχρεωθεί να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την διόρθωση της πρώτης εγγραφής στο Κτηματολόγιο, η οποία έγινε με βάση την κατάσταση της οικοδομής μετά τις ως άνω επελθούσες μεταβολές, ε) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην δεύτερη αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, το συνολικό ποσό των 71,06 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή, το οποίο αυτή του κατέβαλε για δαπάνες κοινοχρήστων επιπλέον του πράγματι οφειλομένου για την ανωτέρω αιτία ποσού, με βάση τον από Δεκεμβρίου 1996 πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ.
Τ., στ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να συμμετάσχει σε γενική συνέλευση με θέματα ημερησίας διατάξεως τον διορισμό διαχειριστή, την καταβολή αποθεματικού κεφαλαίου και την επιλογή εταιρείας, στην οποία θα ανατεθεί η έκδοση του λογαριασμού δαπανών κοινοχρήστων και ο καθαρισμός του κτιρίου, να αναγνωρισθεί δε το δικαίωμα αυτών (εναγουσών), σε περίπτωση μη προσελεύσεως του εναγομένου, να λάβουν αποφάσεις επί των ανωτέρω θεμάτων, οι οποίες θα είναι δεσμευτικές για τον τελευταίο και ζ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να επαναφέρει την ράμπα, που οδηγεί στον πίσω ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, στην προηγούμενη κατάστασή της, ώστε να είναι εφικτή, μέσω αυτής, η είσοδος και η έξοδος αυτοκινήτων προς και από τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χώρο ανοικτές θέσεις σταθμεύσεως.
Εξάλλου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων στην από 26-1-2021 αίτηση αναιρέσεως και αναιρεσίβλητος στην από 29-9-2022 αίτηση αναιρέσεως, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-10-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 130453/3003/2014) αγωγή του κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων στην από 26-1-2021 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι αυτός και οι εναγόμενες είναι συνιδιοκτήτες της περιγραφόμενης σ' αυτήν πολυώροφης οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" δυνάμει της υπ' αριθμ. 10375/1994 πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακής Λεβογιάννη - Αθανασίου, η οποία μεταγράφηκε νομίμως.
Ότι η πρώτη των εναγομένων είναι επικαρπώτρια, οι δε δεύτερη και τρίτη εξ αυτών ψιλές κυρίες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, της υπ' αριθμ. 3 οριζόντιας ιδιοκτησίας (γραφείου) του δευτέρου, πάνω από το ισόγειο, ορόφου, η οποία, σύμφωνα με την συστατική πράξη της οροφοκτησίας, μετέχει στις δαπάνες κοινοχρήστων και ανελκυστήρα κατά ποσοστό 234/1000 και 254/1000, αντιστοίχως, ενώ ο ίδιος είναι κύριος όλων των λοιπών οριζόντιων ιδιοκτησιών της ανωτέρω οικοδομής.
Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι: 1) οι δαπάνες συντηρήσεως και ασφαλίσεως του ανελκυστήρα της οικοδομής, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2005 έως και Δεκέμβριο 2006, ανήλθαν στο συνολικό ποσό των (24 μήνες X 65 ευρώ =) 1.560 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από αυτόν και, συνεπώς, η οριζόντια ιδιοκτησία των εναγομένων βαρύνεται, για την ανωτέρω αιτία, με το ποσό των (1.560 X 254/1000 =) 396,24 ευρώ, 2) οι δαπάνες κοινοχρήστων της οικοδομής για κατανάλωση ύδατος ανήλθαν, από 21-11-2009 έως 1-9-2014, στο συνολικό ποσό των 141 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή, το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από αυτόν και, συνεπώς, η οριζόντια ιδιοκτησία των εναγομένων βαρύνεται, για την ανωτέρω αιτία, με το ποσό των (141 X 234/1000 =) 32,99 ευρώ και 3) οι δαπάνες κοινοχρήστων της οικοδομής για κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος ανήλθαν, από 21-1-2009 έως 12-3-2012, στο συνολικό ποσό των 3.822,55 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται στην αγωγή, το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από αυτόν και, συνεπώς, η οριζόντια ιδιοκτησία των εναγομένων βαρύνεται, για την ανωτέρω αιτία, με το ποσό των (3.822,55 X 234/1000 =) 894,47 ευρώ.
Ότι οι εναγόμενες, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνούνται να του καταβάλουν τα ως άνω οφειλόμενα ποσά, τα οποία ανέρχονται συνολικώς σε (396,24 + 32,99 + 894,47 =) 1.323,70 ευρώ. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία: α) το συνολικό ποσό των 1.323,70 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσό καταβλήθηκε από αυτόν, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) το ποσό των 1.323,70 ευρώ ως ποινική ρήτρα λόγω της καθυστερήσεως εξοφλήσεως της υπό στοιχ.
α' οφειλής τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, το οποίο (ποσό) θα προστεθεί στο αποθεματικό κεφάλαιο της πολυκατοικίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1553/2018 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε αμφότερες τις αγωγές νόμιμες ως προς όλα τα αιτήματά τους, ακολούθως, απέρριψε την από 24-7-2009 αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ενώ δέχθηκε εν μέρει την από 20-10-2014 αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 1.323,70 ευρώ για δαπάνες κοινοχρήστων, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της αποφάσεως αυτής, οι ενάγουσες - εναγόμενες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 20-2-2019 έφεσή τους. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3988/2020, απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία η έφεση έγινε τυπικώς και κατ' ουσίαν δεκτή και αφού παραπέμφθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το αίτημα της από 24-7-2009 αγωγής να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή στο Κτηματολόγιο, η οποία έγινε με βάση την κατάσταση της οικοδομής μετά τις ως άνω επελθούσες μεταβολές, κατά τα λοιπά, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και κατά το μέρος που δεν έσφαλε για την ενότητα της εκτελέσεως, απορρίφθηκε η από 20-10-2014 αγωγή, έγινε δεκτή εν μέρει η από 24-7-2009 αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος: 1) Να επαναφέρει την οικοδομή, στην κατάσταση που βρισκόταν πριν:
α) από την κατάληψη κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου αυτής, επιφάνειας 4,00 τ.μ., με την δημιουργία κλειστού χώρου εισόδου εντός της πρασιάς του ισογείου της οικοδομής, β) από την ενσωμάτωση του κοινόκτητου και κοινόχρηστου διαδρόμου του πρώτου ορόφου της οικοδομής στο χώρο των γραφείων του ίδιου ορόφου και γ) από την κατάργηση τεσσάρων (4) σκαλοπατιών του κοινόκτητου και κοινόχρηστου κλιμακοστασίου της οικοδομής στον ισόγειο όροφο αυτής και 2) Να επαναφέρει την ράμπα, η οποία οδηγεί στον πίσω ακάλυπτο χώρο της ανωτέρω οικοδομής, στην αρχική της κατάσταση, ώστε να είναι εφικτή, μέσω αυτής, η είσοδος και έξοδος αυτοκινήτων προς και από τις υπάρχουσες στο χώρο αυτό θέσεις σταθμεύσεως, σε περίπτωση δε μη συμμορφώσεως του εναγομένου προς τις ανωτέρω διατάξεις, επετράπη στις ενάγουσες να επιχειρήσουν τις απαιτούμενες πράξεις με δαπάνη του εναγομένου.
Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και, μάλιστα, ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και, πάντως, μικρότερο από αυτόν της παραγραφής δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
Δεν είναι, πάντως, απαραίτητο η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής καταστάσεως να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 18/2018, Ολ. Α.Π. 8/2018). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στην συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και, μάλιστα, προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. (Ολ. Α.Π. 2/2019). Εξάλλου, για την πληρότητα της ενστάσεως από το ανωτέρω άρθρο και εντεύθεν για το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της, δεν αρκεί όπως τα συγκροτούντα την κατάχρηση περιστατικά προβάλλονται κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως από τον αιτούμενο την απόρριψη της αγωγής εναγόμενο, αλλά απαιτείται, συγχρόνως, να γίνεται επίκληση από αυτόν και της από τα περιστατικά αυτά προκύπτουσας καταχρήσεως και, συγχρόνως, να διατυπώνεται από αυτόν και αίτημα απορρίψεως και για την αιτία αυτή της αγωγής (Ολ.
Α.Π. 472/1983, Α.Π. 691/2018, Α.Π. 1062/2014).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024). Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την καθ' ύλην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα αυτού του ιδίου, όχι δε και όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται κατά το άρθρο 19 του Κ.Πολ.Δ.
στην κατά λειτουργία αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ. Α.Π. 30/1995, Ολ. Α.Π. 3/1991, Α.Π. 453/2018, ΑΠ 256/2011). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου.
Η παντελής σιωπή του Δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του (Α.Π. 181/2023, Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 289/2017). Αντιθέτως, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (Ολ.
Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 314/2024, Α.Π. 1187/2023, Α.Π. 1550/2021), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και, ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (Ολ.
Α.Π. 11/1996, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 314/2024, Α.Π. 1187/2023, Α.Π. 1550/2021) ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (Α.Π. 1550/2021, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 143/2017). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της αποφάσεως, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς την διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.
Αντιθέτως, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της αποφάσεως ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτοδίκου αποφάσεως και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (Ολ. Α.Π. 13/1995, Α.Π. 1115/2021, Α.Π. 158/2019, Α.Π. 1320/2011, Α.Π. 2061/2007).
Τέλος, οι αντιφατικοί μεταξύ αλλήλων λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι ασκούνται σωρευτικώς, απορρίπτονται, ως απαράδεκτοι, γιατί αντιφάσκουν λογικώς μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως (Α.Π. 874/2013, Α.Π. 472/2008, Α.Π. 84/2007). Στην περίπτωση αυτή υπάγονται οι λόγοι αναιρέσεως, όταν με τον ένα πλήττεται η απόφαση, διότι δεν έλαβε υπ' όψιν έγγραφο και με τον άλλον ότι το παραμόρφωσε, δηλαδή λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 11 και 20 αντιστοίχως (Α.Π. 874/2013, Α.Π. 537/2012, Α.Π. 33/2007, Α.Π. 1062/2006, Α.Π. 837/2006, Α.Π. 296/2006).
Ο αναιρεσείων, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, υπό την επίκληση των πλημμελειών του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α', 17, 11 περ. γ', 20, 9 περ. γ' και 5 του Κ.Πολ.Δ., μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των άρθρων 361 και 281 του Α.Κ. (δύο πρώτοι λόγοι), ότι αν και το Εφετείο δέχθηκε την προβληθείσα ένσταση εκ του άρθρου 281 του Α.Κ., περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής του για την καταβολή κοινοχρήστων δαπανών, εν τούτοις, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων για καταβολή ποσού 76,06 ευρώ για δαπάνες κοινοχρήστων και εκ του λόγου αυτού περιέχει αντιφατικές διατάξεις (τρίτος λόγος), το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν και παραμόρφωσε την υπ' αριθμ. 10375/1994 συστατική πράξη και το άρθρο 4 του Κανονισμού, με το οποίο ο ενάγων είχε δικαίωμα να αυξομειώνει τους χώρους, τις διαστάσεις, την επιφάνεια, τον όγκο ή να μεταβάλει την διάταξη των χώρων (τέταρτος και πέμπτος λόγος), το Εφετείο άφησε αδίκαστες τις ενστάσεις που προέβαλε περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της εναντίον του αγωγής και παραγραφής των σε αυτήν αιτημάτων (έκτος λόγος) και το Εφετείο εσφαλμένως δέχθηκε ότι αρμόδιο καθ' ύλην Δικαστήριο για το αίτημα της από 24-7-2009 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, για να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή στο Κτηματολόγιο, η οποία έγινε με βάση την κατάσταση της οικοδομής μετά τις ως άνω επελθούσες μεταβολές, είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού δεν διέταξε απόδειξη περί τούτου (έβδομος λόγος).
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, οι τρίτος, έκτος και έβδομος των αναιρετικών λόγων πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Ειδικότερα, με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, αλλά ότι υπάρχει αντίφαση στο αιτιολογικό μέρος αυτής, ως προς την κρίση της για το αιτούμενο από τις αναιρεσίβλητες κονδύλιο των 76,06 ευρώ.
Εξάλλου, η επικαλούμενη πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστες τις ενστάσεις που προέβαλε ο αναιρεσείων περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, δεν μπορούν να στηριχθούν στον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αλλά ορθώς στον αριθμό 8 περ.
β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Επίσης, το Εφετείο δεν δέχθηκε την καθ' ύλην αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα αυτού του ιδίου, αλλά έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην να δικάσει το προαναφερθέν αίτημα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων.
Τέλος, οι σωρευτικώς προβαλλόμενες αιτιάσεις, από τους αριθμούς 11 και 20 αντιστοίχως του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που προβάλλονται με τον τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως για μη λήψη υπ' όψιν της υπ' αριθμ. 10375/1994 συστατικής πράξεως και το άρθρο 4 του Κανονισμού και για παραμόρφωση του περιεχομένου αυτής, αντιφάσκουν λογικώς μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3988/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι είναι συνιδιοκτήτες πολυώροφης οικοδομής, η οποία έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου κείμενου στη θέση "ΤΖΑΒΡΙΝΑ" του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής και επί της ..., έχει υπαχθεί δε στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ δυνάμει της υπ' αριθ. 10375/9-6-1994 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακής Λεβογιάννη - Αθανασίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (...).
Ειδικότερα, η πρώτη των εναγουσών - εναγομένων, είναι επικαρπώτρια, ενώ οι δεύτερη και τρίτη εξ αυτών ψιλές κυρίες, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, της υπό στοιχ. Γραφείο τρία (Γραφείο 3) οριζόντιας ιδιοκτησίας του δευτέρου πάνω από το ισόγειο ορόφου, η οποία έχει επιφάνεια 61,25 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 73,60/1000 εξ αδιαιρέτου, μετέχει δε στις δαπάνες κοινοχρήστων και ανελκυστήρα κατά ποσοστό 234/1000 και 254/1000 αντίστοιχα, σύμφωνα με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη και τον συνημμένο σ' αυτήν από Φεβρουάριου 1993 πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ.
Τ.. Στην ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση η υπό στοιχ. "Θέση-5" θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του πίσω ακάλυπτου χώρου, η οποία έχει επιφάνεια 15 τ.μ. Ο ενάγων - εναγόμενος είναι κύριος όλων των λοιπών οριζόντιων ιδιοκτησιών της ανωτέρω πολυώροφης οικοδομής, η οποία, σύμφωνα με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο και δεύτερο πάνω από το ισόγειο ορόφους και δώμα, το οποίο περιλαμβάνει την κοινόχρηστη επιφάνεια και την απόληξη του κλιμακοστασίου και του φρέατος ανελκυστήρα.
Οι οριζόντιες ιδιοκτησίες της ως άνω οικοδομής περιήλθαν στους διαδίκους ως οικοπεδούχους, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, δυνάμει της συστατικής της οροφοκτησίας πράξης σε συνδυασμό με α) το υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Παρασκευής Λαζαράκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (...), β) το υπ' αριθ. ...
πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (...), γ) το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο ανταλλαγής ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδων με σκοπό τη συνένωσή τους, της Συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακής Λεβογιάννη - Αθανασίου και δ) το υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, της ίδιας Συμβολαιογράφου, τα οποία επίσης μεταγράφηκαν νόμιμα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις 13-12- 2018 διενεργήθηκε στην επίδικη οικοδομή αυτοψία από τα αρμόδια όργανα της Δ/νσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Αμαρουσίου, τα οποία συνέταξαν την υπ' αριθ. 15/2018 έκθεση αυτοψίας, όπου αναφέρεται ότι διαπίστωσαν τα εξής:
α) Στον υπόγειο όροφο έχει κατασκευαστεί ένας ενιαίος χώρος κύριας χρήσης, σε μορφή καταστήματος, χωρίς κλίμακες και χωρίς κεντρικό κλιμακοστάσιο, με στάση όμως ανελκυστήρα, χωρίς γκαραζόπορτα αλλά με ράμπα καθόδου, επιφάνειας 151,05 τ.μ., β) στον ισόγειο όροφο έχει γίνει σημειακή τροποποίηση της εισόδου (κατάργηση σκαλοπατιών), έχει δημιουργηθεί κλειστός χώρος εισόδου εντός πρασιά (4,00 μ.
X 1,00 μ. =) 4 τ.μ. και έχει δημιουργηθεί ένα κατάστημα και όχι τρία διαφορετικά καταστήματα (όπως προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη), γ) δημιουργία χώρου κύριας χρήσης ημιορόφου - παταριού στιβαρής μεταλλικής κατασκευής με στάση ανελκυστήρα στο χώρο αυτό, επιφάνειας 147 τ.μ. και δ) ενσωμάτωση του κοινόχρηστου διαδρόμου στο χώρο των γραφείων καθ' υπέρβαση της κάτοψης του Α' ορόφου.
Για τις ως άνω υπό στοιχ. α' έως δ' κατασκευές, οι οποίες χαρακτηρίζονται με την έκθεση αυτοψίας ως αυθαίρετες και κατεδαφιστέες, καθόσον έγιναν καθ' υπέρβαση της υπ' αριθ. 56/1994 οικοδομικής αδείας, επιβλήθηκαν πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης συνολικού ποσού 491.204,50 ευρώ και 245.602,25 ευρώ αντίστοιχα. Ακολούθως, ο ενάγων εναγόμενος υπέβαλε στην αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας την υπ' αριθ.
πρωτ. 491943/2018 δήλωση ένταξης των ανωτέρω αυθαίρετων κατασκευών στις διατάξεις του Ν. 4495/2017. Πλην όμως η απαγόρευση, από τα άρθρα 3 και 5 του Ν. 3741/1929 και τις διατάξεις του Κανονισμού της πολυκατοικίας, του κυρίου ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου πολυώροφης οικοδομής, που υπάγεται στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας του νόμου αυτού και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, να ενεργεί κατασκευές στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, οι οποίες παρεμποδίζουν τη σύγχρηση των κοινόχρηστων αυτών χώρων από τους κυρίους των λοιπών αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών, δεν αίρεται από την, κατά τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις, νομιμοποίηση των κατασκευών αυτών και την εξαίρεσή τους από την κατεδάφιση, με την πληρωμή των σχετικών προστίμων της πολεοδομικής αρχής.
Και τούτο διότι, με τον τρόπο αυτό, οι εν λόγω κατασκευές ούτε νομιμοποιούνται έναντι των λοιπών συνιδιοκτητών της οικοδομής ούτε παύει η παρακώλυση της ελεύθερης και απρόσκοπτης χρήσης των κοινόχρηστων πραγμάτων από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες ... Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι με τις ανωτέρω κατασκευές ο ενάγων κατέλαβε παράνομα και αυθαίρετα α) τμήμα επιφάνειας 4,00 τ.μ.
με τη δημιουργία κλειστού χώρου εισόδου εντός της πρασιάς του ισογείου της οικοδομής, η οποία (πρασιά) αποτελεί κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού της πολυκατοικίας και β) τον κοινόχρηστο διάδρομο του πρώτου ορόφου της οικοδομής, τον οποίο ενσωμάτωσε στο χώρο των γραφείων του ίδιου ορόφου, ενώ παράλληλα κατήργησε τέσσερα (4) σκαλοπάτια του κοινόκτητου και κοινόχρηστου κλιμακοστασίου της οικοδομής στον ισόγειο όροφο αυτής.
Όσον αφορά τις λοιπές υπό στοιχ. α' και γ' αυθαίρετες κατασκευές, δεν αποδείχθηκε ότι αυτές καταλαμβάνουν κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας, ειδικότερα δε, η υπό στοιχ. α' κατασκευή προήλθε από τη συνένωση των δύο τμημάτων της υπό στοιχ. "Υπόγειο Γκαράζ" οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπογείου ορόφου, ενώ οι κοινόχρηστοι χώροι του υπογείου παρέμειναν αμετάβλητοι και μετά την εν λόγω κατασκευή, ανερχόμενοι σε 21,61 τ.μ.
σύμφωνα τόσο με τον συνημμένο στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη από Φεβρουάριου 1993 πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ., όσο και με τον από Δεκεμβρίου 1996 πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του ιδίου. Με αυτές τις παραδοχές, το προαναφερόμενο υπό στοιχ. δ' I αίτημα της αγωγής κρίνεται εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμο...πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να επαναφέρει την επίδικη οικοδομή στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από την κατάληψη κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων αυτής με τις προπεριγραφείσες αυθαίρετες κατασκευές, σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσης αυτού προς τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, να επιτραπεί στις ενάγουσες να επιχειρήσουν τις απαιτούμενες πράξεις με δαπάνη του τελευταίου ...
Αποδεικνύεται, επίσης, ότι προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι ως άνω υπό στοιχ. α' αυθαίρετες κατασκευές στον υπόγειο όροφο τής οικοδομής, ο εναγόμενος προέβη σε αλλαγή της κλίσης της ράμπας που οδηγεί στον πίσω ακάλυπτο χώρο αυτής, όπου βρίσκεται η υπ' αριθ. 5 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, που ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση στην οριζόντια ιδιοκτησία των εναγουσών, ειδικότερα δε, προέβη σε αύξηση της κλίσης της ράμπας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καθίσταται ανέφικτη η είσοδος και έξοδος αυτοκινήτων προς και από τον χώρο αυτό.
Την ύπαρξη του ανωτέρω ελαττώματος της ράμπας, η οποία αποτελεί κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο της οικοδομής, σύμφωνα με τον κανονισμό που διέπει τις σχέσεις των συνιδιοκτητών αυτής, αναγνώρισε ο εναγόμενος με την από 22-12-1997 έγγραφη δήλωσή του προς τις ενάγουσες, υποσχόμενος ότι θα μεριμνήσει για την άρση αυτού εντός δύο μηνών και αναλαμβάνοντας συγχρόνως την υποχρέωση να παραχωρήσει στις τελευταίες, εωσότου αρθεί το ελάττωμα, μία θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στην πρασιά που βρίσκεται στην πρόσοψη της οικοδομής.
Ωστόσο, ο εναγόμενος δεν έχει προβεί έως σήμερα στην άρση του ως άνω ελαττώματος. Κατά συνέπεια, το αίτημα της από 24-7-2009 αγωγής να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να επαναφέρει τη ράμπα, που οδηγεί στον πίσω ακάλυπτο χώρο της οικοδομής, στην αρχική της κατάσταση, ώστε να είναι εφικτή, μέσω αυτής, η είσοδος και έξοδος αυτοκινήτων προς και από τις υπάρχουσες στον ανωτέρω χώρο θέσεις στάθμευσης, κρίνεται ουσιαστικά βάσιμο ...
πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να επαναφέρει τη ράμπα στην αρχική της κατάσταση, σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσής του, να επιτραπεί στις ενάγουσες να το πράξουν με δαπάνη του τελευταίου ... Αποδεικνύεται, επίσης, ότι μετά τις ως άνω αυθαίρετες κατασκευές, στις οποίες προέβη ο εναγόμενος, με εντολή αυτού συντάχθηκε από τον πολιτικό μηχανικό Γ.
Τ. ο από Δεκεμβρίου 1996 πίνακας ποσοστών συνιδιοκτησίας της επίδικης οικοδομής, στον οποίο περιλαμβάνεται νέα κατηγορία κοινών δαπανών, που αφορά τις επισκευές του κτηρίου. Σύμφωνα με τον πίνακα αυτόν, η οριζόντια ιδιοκτησία των εναγουσών μετέχει στις δαπάνες κοινοχρήστων, επισκευών κτηρίου και ανελκυστήρα κατά ποσοστό 156/1000, 108/1000 και 195/1000 αντίστοιχα, ενώ τροποποιούνται αναλόγως τα ποσοστά συμμετοχής στις κοινές δαπάνες και των λοιπών οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής, για πρώτη φορά δε η προαναφερόμενη υπό στοιχ.
γ' αυθαίρετη κατασκευή περιλαμβάνεται σ' αυτόν ως ημιόροφος επιφάνειας 142,65 τ.μ., που μετέχει στις δαπάνες κοινοχρήστων, επισκευών κτηρίου και ανελκυστήρα κατά ποσοστό 333/1000, 229/1000 και 240/1000 αντίστοιχα. Επιπλέον, κατόπιν ενεργειών του εναγομένου, η εν λόγω αυθαίρετη κατασκευή καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο από 11-5-1999 ως αίθουσα επιφάνειας 142,65 τ.μ.
με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 210/1000 εξ αδιαιρέτου. Πλην όμως, ουδέποτε έλαβε χώρα τροποποίηση της συστατικής της οροφοκτησίας πράξης με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, όπως απαιτείται κατ' άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του Ν. 3741/1929, ώστε να εναρμονιστεί με τις αλλαγές που περιλαμβάνει ο από Δεκεμβρίου 1996 πίνακας ποσοστών συνιδιοκτησίας και να καταστούν αυτές δεσμευτικές για τους συνιδιοκτήτες.
Ωστόσο οι διάδικοι, ως μοναδικοί συνιδιοκτήτες της οικοδομής, κατά την ετήσια τακτική γενική συνέλευση της 10-3-1999 αποφάσισαν ομόφωνα ότι ο επιμερισμός των κοινών δαπανών της οικοδομής θα γίνεται σύμφωνα με τον από Δεκεμβρίου 1996 πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ., ενώ κατά την έκτακτη γενική συνέλευση της 20-7-1999 αποφασίστηκε ομόφωνα η δημιουργία αποθεματικού κεφαλαίου της πολυκατοικίας, στο οποίο οι ενάγουσες συμμετείχαν κατά ποσοστό 156/1000, ήτοι με το ποσό των (200.000 X 156/1000 =) 31.200 ευρώ, συνεπώς εφαρμόστηκε ο ίδιος ως άνω πίνακας.
Επιπλέον, κατά τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2006 έγιναν εργασίες επισκευής και συντήρησης της οικοδομής, για τις οποίες δαπανήθηκε το συνολικό ποσό των 7.700 ευρώ, οι δε ενάγουσες συμμετείχαν στη δαπάνη αυτή κατά ποσοστό 108/1000, ήτοι με το ποσό των (7.700 X 108/1000 =) 831,60 ευρώ και κατά στρογγυλοποίηση 830 ευρώ, συνεπώς και στην περίπτωση αυτή εφαρμόστηκε ο από Δεκεμβρίου 1996 πίνακας ποσοστών συνιδιοκτησίας, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 6-9-2006 απόδειξη ποσού 500 ευρώ, που υπογράφεται από τον εναγόμενο και στην οποία αναφέρεται ότι ο τελευταίος εισέπραξε από τις ενάγουσες το ως άνω ποσό έναντι της συνολικής οφειλής τους, ποσού 830 ευρώ, η οποία αποτελεί τη συμμετοχή τους στις δαπάνες επισκευής του κτηρίου, ανερχόμενες στο ποσό των 7.700 ευρώ.
Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι ο από Δεκεμβρίου 1996 πίνακας, μολονότι δεν ήταν δεσμευτικός για τους συνιδιοκτήτες, όπως προελέχθη, εφαρμοζόταν από αυτούς τουλάχιστον έως το έτος 2006 με μοναδική εξαίρεση το χρονικό διάστημα από 16-9-2004 έως 30-3-2005, κατά το οποίο, με συμφωνία των διαδίκων, εφαρμοζόταν ο από Φεβρουάριου 1993 πίνακας κατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας και τούτο διότι, λόγω αποχώρησης της μισθώτριας εταιρείας INTERAMERICAN, οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του εναγομένου παρέμειναν κενές.
Ωστόσο, με την από 20-10-2014 αγωγή του ο τελευταίος ζητεί από τις εναγόμενες να του καταβάλουν το ποσό των 1.323,70 ευρώ ως συμμετοχή τους στις δαπάνες κοινοχρήστων της οικοδομής, σύμφωνα με τον ισχύοντα από Φεβρουάριου 1993 πίνακα κατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ.. Το ως άνω ποσό αφορά:
α) Δαπάνες συντήρησης και ασφάλισης ανελκυστήρα, χρονικού διαστήματος Ιανουαρίου 2005 έως και Δεκεμβρίου 2006, συνολικού ποσού (24 μήνες X 65 ευρώ =) 1.560 ευρώ, το οποίο βαρύνει την οριζόντια ιδιοκτησία των εναγομένων κατά ποσοστό 254/1000, w ήτοι κατά το ποσό των 396,24 ευρώ, σύμφωνα με τον ανωτέρω πίνακα. Η εν λόγω απαίτηση, όμως, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 17 του ΑΚ ..., εφόσον η αγωγή επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 6-7-2016 (βλ.
σχετική σημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Κ. Φ. επί του επιδοθέντος αντιγράφου της αγωγής, το οποίο αυτές επικαλούνται και προσκομίζουν), η δε παραγραφή για τις οφειλές του έτους 2005 συμπληρώθηκε στις 31-12-2010, ενώ για τις οφειλές του έτους 2006 στις 31-12-2011. Επομένως, η απαίτηση καταβολής ποσού 396,24 ευρώ κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς την πρώτη εναγομένη, γενομένης δεκτής της ένστασης παραγραφής που είχε προβληθεί από τις εναγόμενες με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, αλλά και με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ..., η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, επαναφέρεται δε παραδεκτά από αυτές με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσής τους, β) Δαπάνες κατανάλωσης ύδατος κοινοχρήστων, χρονικού διαστήματος από 21-11-2009 έως 1-9-2014, συνολικού ποσού 141 ευρώ, το οποίο βαρύνει την οριζόντια ιδιοκτησία των εναγομένων κατά ποσοστό 234/1000, ήτοι κατά το ποσό των 32,99 ευρώ, σύμφωνα με τον από Φεβρουαρίου 1993 πίνακα κατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ.
Τ.. Για την εν λόγω απαίτηση δεν έχει προβληθεί από τις εναγόμενες ένσταση παραγραφής, γ) Δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος κοινοχρήστων, χρονικού διαστήματος από 21-1-2009 έως 12-3-2012, συνολικού ποσού 3.822,55 ευρώ, το οποίο βαρύνει την οριζόντια ιδιοκτησία των εναγομένων κατά ποσοστό 234/1000, ήτοι κατά το ποσό των 894,47 ευρώ, σύμφωνα με τον ανωτέρω πίνακα.
Οι εναγόμενες, τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, όσο και με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ..., η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, προέβαλαν ένσταση παραγραφής της ως άνω απαίτησης για το ποσό των 491 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 21-1-2009 έως 18-3-2009 και βαρύνει την οριζόντια ιδιοκτησία τους κατά ποσοστό 234/1000, ήτοι κατά το ποσό των 114,89 ευρώ, σύμφωνα με τον ανωτέρω πίνακα, την ένσταση δε αυτή παραδεκτά επαναφέρουν με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση έφεσής τους.
Η ως άνω απαίτηση, όσον αφορά το ποσό των 491 ευρώ, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 17 του ΑΚ ..., η οποία συμπληρώθηκε στις 31-12-2014, εφόσον η αγωγή επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 6-7-2016, όπως προελέχθη. Επομένως, η απαίτηση καταβολής ποσού 114,89 ευρώ κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς την πρώτη εναγομένη, γενομένης δεκτής της ως άνω προβληθείσας ένστασης παραγραφής...Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την από 20-10-2014 αγωγή ως προς το αίτημα καταβολής των ποσών που αντιστοιχούν στις ως άνω παραγεγραμμένες απαιτήσεις του ενάγοντος, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την προβληθείσα από τις εναγόμενες ένσταση παραγραφής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 250 αριθ. 17 του ΑΚ και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, συνεπώς πρέπει να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις σχετικές διατάξεις της, γενομένων δεκτών των τετάρτου και ογδόου λόγων έφεσης ως βάσιμων κατ' ουσίαν.
Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο κατά την ίδια έκτασή της και δικαστεί κατ' ουσίαν ..., πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το αίτημα καταβολής του ποσού των (396,24 + 114,89 =) 511,13 ευρώ, όσον αφορά την πρώτη εναγομένη. Όσον αφορά τις λοιπές απαιτήσεις του ενάγοντος, συνολικού ποσού (1.323,70 - 511,13 =) 812,57 ευρώ, λεκτέα τα εξής:
Υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, ήτοι την κατ' εντολή του ενάγοντος σύνταξη του από Δεκεμβρίου 1996 πίνακα κατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας και ακολούθως την εφαρμογή αυτού επί μία εικοσαετία, γεγονός που δημιούργησε στην πρώτη εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει τα απορρέοντα από τον από Φεβρουάριου 1993 πίνακα κατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ.
Τ. δικαιώματά του, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος του τείνει στην ανατροπή μιας κατάστασης που δημιουργήθηκε από τη συμπεριφορά του ιδίου και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, η ανατροπή δε αυτή θα έχει δυσμενείς συνέπειες για την πρώτη εναγομένη, η οποία καλείται να συμμετέχει με σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά στις κοινές δαπάνες της οικοδομής.
Κατά συνέπεια, η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος υπό τις ανωτέρω περιστάσεις υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) και πρέπει να απορριφθεί η απαίτηση καταβολής του ποσού των 812,57 ευρώ ως καταχρηστικά ασκούμενη ως προς την πρώτη εναγομένη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε την από 20-10-2014 αγωγή ως προς το αίτημα καταβολής ως άνω ποσού, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλαν οι εναγόμενες με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, αλλά και με δήλωση της πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ...
έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, συνεπώς πρέπει να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις σχετικές διατάξεις της, γενομένων δεκτών ως βάσιμων κατ' ουσίαν του έκτου λόγου έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούσες παραδεκτά επαναφέρουν την ως άνω προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, καθώς και του ογδόου λόγου έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων.
Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο κατά την ίδια έκτασή της και δικαστεί κατ' ουσίαν ..., πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς το αίτημα καταβολής του ποσού των 812,57 ευρώ ως καταχρηστικά ασκούμενη, όσον αφορά την πρώτη εναγόμενη. Με αυτές τις παραδοχές και για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου, η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί στο σύνολό της..".
Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την από 20-10-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος και δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 24-7-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Με την κρίση του αυτή, όσον αφορά το αίτημα του αναιρεσείοντος στην καταψήφιση υπέρ αυτού, για κοινόχρηστες δαπάνες, του ποσού των 812,57 ευρώ, το οποίο το Εφετείο απέρριψε ως καταχρηστικώς ασκούμενο, δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη της παρούσας, την, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.
Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι η σχετική ένσταση, εκ του ανωτέρω άρθρου, προβλήθηκε από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες το πρώτον παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρθηκε νομίμως με λόγο εφέσεως αυτών και ότι οι τελευταίες ευλόγως θεωρούσαν ότι ο υπολογισμός των κοινοχρήστων δαπανών της οικοδομής υπολογίζονταν με βάση τον από Δεκεμβρίου 1996 πίνακα κατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας, αφού αυτός εφαρμόζονταν μεταξύ τους, για την λειτουργία της οικοδομής, επί εικοσαετία και όχι με βάση τον από Φεβρουαρίου 1993 αντίστοιχο πίνακα.
Συνεπώς, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος λόγος της από 26-1-2021 αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 και 8 του Ν. ΓπΟΗ/1912 "Περί δικαστικών ενσήμων", όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν.Δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του Ν.Δ. 4189/1961, η παράλειψη προκαταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2 και 3 του Ν. ΓπΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν επάγεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της, αλλά ο παραλείπων την καταβολή ενάγων, λογίζεται, κατά νόμιμο πλάσμα, ως μη εμφανιζόμενος και δικάζεται ερήμην (Α.Π. 181/2023, Α.Π. 5/2020), με επακόλουθο να απορρίπτεται η αγωγή του, λόγω πλασματικής ερημοδικίας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 272 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 181/2023, Α.Π. 84/2015, Α.Π. 204/2014, Α.Π. 1572/2013, Α.Π. 567/2012).
Η απόρριψη αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό και όχι για τυπικό λόγο, γεγονός που συνεπάγεται την δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, αν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (Α.Π. 181/2023, Α.Π. 1572/2013, Α.Π. 1337/2011). Κατά της αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας δύναται να είναι η άρση της ειρημένης παραλείψεως, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του άνω τέλους (Α.Π. 181/2023, Α.Π. 65/2022).
Σε περίπτωση παραβάσεως των ως άνω περί δικαστικού ενσήμου διατάξεων, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναιρέσεως, παρά μόνον αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ. και μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην (Α.Π. 181/2023, Α.Π. 491/2015, Α.Π. 901/2013). Ειδικότερα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν, παρά τον νόμο, ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, κατά την συζήτηση εκείνη, στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Με τον λόγο αυτόν ελέγχεται η τήρηση της από το άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενης και από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ κατοχυρούμενης αρχής "της εκατέρωθεν ακροάσεως", ιδρύεται δε στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά δε το άρθρο 562 παρ. 3 του ως άνω κώδικα, κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως από δικές του πράξεις ή από παραλείψεις προσώπων, που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους, που αφορούν την δημόσια τάξη.
Επίσης, το άρθρο 227 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι: "Αν υπάρχουν τυπικές παραλείψεις που μπορούν να αναπληρωθούν, ο πρόεδρος οποιουδήποτε πολυμελούς δικαστηρίου ή ο εισηγητής ή ο δικαστής μονομελούς δικαστηρίου καλεί να τις συμπληρώσει και μετά τη συζήτηση, τον πληρεξούσιο δικηγόρο ή το διάδικο, εφόσον παρίσταται αυτοπροσώπως, τάσσοντας εύλογη κατά την κρίση του προθεσμία".
Με την ως άνω διάταξη υλοποιείται η πρόθεση του νομοθέτη να περιορίσει, κατά το δυνατόν, την απώλεια της δίκης από τυπικούς λόγους, δίνοντας την δυνατότητα στον Πρόεδρο του Πολυμελούς Δικαστηρίου ή στον Εισηγητή ή στον Δικαστή του Μονομελούς Δικαστηρίου να καλέσει και μετά την συζήτηση τον πληρεξούσιο δικηγόρο να συμπληρώσει τις τυπικές παραλείψεις, που μπορούν να αναπληρωθούν.
Τέτοιες παραλείψεις, για τις οποίες το Δικαστήριο υποχρεούται να προκαλέσει την συμπλήρωσή τους, είναι τόσο οι αναφερόμενες στις διαδικαστικές προϋποθέσεις, όσο και κάθε άλλη τυπική έλλειψη. Όμως, η παράλειψη προσκομίσεως του δικαστικού ενσήμου δεν συνιστά παράλειψη δυναμένη να συμπληρωθεί υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 227 Κ.Πολ.Δ.
Ανεξαρτήτως, όμως, τούτου, η παραβίαση εκ μέρους του Δικαστή του εκ της ανωτέρω διατάξεως καθήκοντός του, αποτελεί λόγον εφέσεως και όχι λόγον αναιρέσεως (Α.Π. 181/2023, Α.Π. 1091/2015, Α.Π. 1892/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση, η από 24-7-2009 αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο ... 2) Όσον αφορά το υπό στοιχ.
β' αίτημα της αγωγής για καταβολή του ποσού των 2.110,19 ευρώ (ο υπολογισμός του οποίου έγινε με βάση τον προαναφερόμενο από Δεκεμβρίου 1996 πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ.), καθώς και το υπό στοιχ. γ' αίτημα αυτής περί καταδίκης του εναγομένου σε δήλωση βούλησης, λεκτέα τα εξής: Για αμφότερα τα ως άνω αιτήματα απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, ήτοι τόσο για το υπό στοιχ.
β' καταψηφιστικό αίτημα, όσο και για το υπό στοιχ. γ' αίτημα καταδίκης σε δήλωση βούλησης ... Με χειρόγραφη προσθήκη στην τρίτη σελίδα των από 17-9-2018 πρωτόδικων προτάσεών τους, οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες ισχυρίστηκαν ότι κατέβαλαν το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με το υπ' αριθ. 233642413956 1116 0044 e-παράβολο, πλην όμως στην εκκαλούμενη απόφαση δεν γίνεται μνεία περί καταβολής δικαστικού ενσήμου.
Κατόπιν αυτού, επειδή δεν κατέστη δυνατή η τηλεφωνική επικοινωνία στον αριθμό ... που αναγράφεται στη σφραγίδα της δικηγόρου Ελένης Τσουκλείδου, δεύτερης των εναγουσών και πληρεξούσιας δικηγόρου των πρώτης και τρίτης εξ αυτών στον πρώτο βαθμό (βλ. σχετική βεβαίωση στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας), ειδοποιήθηκε αυτή, κατ' άρθρο 227 ΚΠολΔ, με επιστολή, η οποία εστάλη με τηλεομοιοτυπία στον ίδιο ως άνω αριθμό στις 25-5-2020 και ώρα 21:04 (βλ.
συνημμένη στο φάκελο της δικογραφίας επιστολή μαζί με σχετική απόδειξη αποστολής FAX), προκειμένου έως 28-5-2020 να προσκομίσει φωτοαντίγραφο του δικαστικού ενσήμου που επικαλείται με τις πρωτόδικες προτάσεις της, πλην όμως δεν το έπραξε έως σήμερα.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, εφόσον δεν αποδεικνύεται η καταβολή του απαιτούμενου για τα ως άνω αιτήματα τέλους δικαστικού ενσήμου, θα έπρεπε οι ενάγουσες να θεωρηθούν απούσες κατά τη συζήτηση της αγωγής τους ενώπιον το πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως προς τα συγκεκριμένα αιτήματα, και να απορριφθούν αυτά λόγω της πλασματικής ερημοδικίας που συνεπαγόταν η μη καταβολή του απαιτούμενου τέλους δικαστικού ενσήμου". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον η αναιρεσείουσα δεν δικάσθηκε παρά τον νόμο ερήμην, αφού, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, αυτή δεν προσκόμισε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου, του δικαστή μη όντος υποχρεωμένου, κατά τα προλεχθέντα, να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 227 του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της από 29-9-2022 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η παράλειψη του δικαστηρίου να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως (άρθρο 254 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν ιδρύει, κατά την μείζονα σκέψη, τον από το αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο, ανεξαρτήτως του ότι δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από την ανωτέρω παράλειψη της ίδιας της αναιρεσείουσας, δεν πρόκειται δε για λόγο που αφορά την δημόσια τάξη (άρθρ. 562 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, ο πρώτος, κατά το οικείο σκέλος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, κήρυξε ακυρότητα, θεωρώντας, κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 227 και 254 του Κ.Πολ.Δ., μη προσήκουσα την παράσταση της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, απαράδεκτος είναι ο πρώτος αναιρετικός λόγος και ως προς τα οικεία σκέλη του εκ των αριθμών 1, 8 και 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος, που διασφαλίζει για όλα τα πρόσωπα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, καθώς και το άρθρο 6 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 (Α` 256) Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που επίσης κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό την διατύπωση της "δίκαιης δίκης", δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται προς την λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων έχουν ως συνέπεια την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής δικαστικής προστασίας.
Εξάλλου, σύμφωνα με την Αρχή της Αναλογικότητας, που απορρέει από την έννοια και τους θεσμούς του κράτους δικαίου και καθιερώνεται ρητώς από το Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1), μπορούν να επιβάλλονται από τον κοινό νομοθέτη περιορισμοί στην άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, μόνον αν αυτοί είναι αναγκαίοι και συνάπτονται προς τον υπό του νόμου επιδιωκόμενο σκοπό (Α.Ε.Δ. 33/1995, Α.Π. 181/2023, ΣτΕ 1681/2018).
Στα πλαίσια αυτά, επιτρεπτώς επιβάλλεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις η υποχρέωση τηρήσεως ορισμένων δικονομικών προθεσμιών, χωρίς να αναιρείται ή να περιορίζεται το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου, οπότε στις περιπτώσεις αυτές δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της ως άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".
Με το ανωτέρω άρθρο, καθό μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με την διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διατάξεως, όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νομίμως με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 181/2023, Α.Π. 62/2022, Α.Π. 1142/2020, Α.Π. 825/2020, Α.Π. 1169/2013, ΑΠ 142/2013). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσδιορίζει τους λόγους παραβιάσεως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ σε εσφαλμένη εφαρμογή των δικονομικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 227 και 254 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή σε πλημμέλειες που ελέγχονται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα, είναι, απαράδεκτοι.
Ανεξαρτήτως αυτού, το Εφετείο, κρίνοντας ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να δικασθεί ερήμην λόγω μη καταβολής του οφειλόμενου δικαστικού ενσήμου και απορρίπτοντας, συνακολούθως, τα σχετικά αιτήματα της αγωγής της, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον δεν εμποδίσθηκε το δικαίωμα προσφυγής της στο Δικαστήριο, η οποία, όμως, προσφυγή ασκείται υπό ορισμένες νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες οφείλει να τηρεί ο προσφεύγων και μια εξ αυτών είναι και η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, με το οποίο επιδιώκεται, προεχόντως, ο νόμιμος σκοπός της ενισχύσεως της δυνατότητας της Πολιτείας, να οργανώνει, κατά τον καλύτερο τρόπο, το σύστημα απονομής Δικαιοσύνης και δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη με τον εν λόγω επιδιωκόμενο σκοπό και μη εύλογη η προβλεπόμενη επιβάρυνση του ενάγοντος με το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου, επί του χρηματικώς αποτιμητού αντικειμένου της διαφοράς.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, οι πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, καθό μέρος προβάλλεται με αυτούς η ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 344/2024, Α.Π. 334/2024, Α.Π. 314/2024, Α.Π. 1218/2023, Α.Π. 317/2022).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 εδάφ. α' και 13 παρ. 1 και 3 του Ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι, επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική κυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων (κοινών μερών) περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές παράθεση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια, οι ανελκυστήρες, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θερμάνσεως, το ηλιακό δώμα κ.λπ.
Αν ο προσδιορισμός των κοινόχρηστων μερών δεν ορίζεται ούτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις παραπάνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου. Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας, έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση των κοινόχρηστων μερών της οικοδομής, καθώς και να ενεργεί επισκευές σε αυτά, υπό τον όρο, όμως, ότι δεν θα παραβλάπτει τον συνήθη προορισμό τους, δεν θα παρακωλύει την χρήση τους από τους λοιπούς ιδιοκτήτες και δεν θα μειώνει την ασφάλεια της οικοδομής.
Μπορούν, πάντως, οι οροφοκτήτες, σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, με ομόφωνη απόφασή τους, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να ρυθμίσουν με διαφορετικό τρόπο το δικαίωμα χρήσεως επί των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών και, συγκεκριμένα, να συμφωνήσουν ότι κάποιος συνιδιοκτήτης θα έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως επί των κοινών μερών της οικοδομής και, γενικότερα, να κανονίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία, που μπορεί να μεταβληθεί αναλόγως με την σοβαρότητα των αποφάσεων που πρόκειται να ληφθούν, το δικαίωμα να λαμβάνει, προς το κοινό συμφέρον πάντοτε, κάθε απόφαση που είναι σχετική με την συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών.
Οι εν λόγω συμφωνίες συνήθως περιλαμβάνονται στον καταρτιζόμενο, με κοινή συναίνεση όλων, κανονισμό, χωρίς να αποκλείεται να περιληφθούν και στην ίδια την συστατική πράξη της οροφοκτησίας. Η μεταβολή, όμως, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των περιορισμών της κυριότητας που έχουν κανονιστεί με τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν είναι δυνατόν να γίνει παρά κατά τον ίδιο τρόπο, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με ομόφωνη απόφαση των οροφοκτητών, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί (Α.Π. 1655/2018, Α.Π. 92/2017, Α.Π. 298/2015, Α.Π. 1300/2014, Α.Π. 683/2014).
Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 13 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 και 9 του Ν. 1562/1985 προκύπτει ότι η τροποποίηση της πράξεως συστάσεως της οροφοκτησίας και του κανονισμού της πολυκατοικίας μπορεί να γίνει: α) με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, β) με δικαστική απόφαση, όταν το ζητήσουν συγκύριοι, που αντιπροσωπεύουν το 65% και γ) με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των συνιδιοκτητών, η οποία λαμβάνεται με πλειοψηφία, αν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τον κανονισμό (Α.Π. 1655/2018).
Με τον δεύτερο λόγο της από 29-9-2022 αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι παραβιάσθηκαν ευθέως οι ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, 1000 του Α.Κ., καθώς, επίσης, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., διότι ως προς τις τελευταίες διατάξεις, ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε αμφιβολία σχετικά με τους όρους του Κανονισμού και έπρεπε να γίνει ερμηνεία αυτών με τις ανωτέρω διατάξεις, εν τούτοις, δεν εκθέτει τα κενά και τα αμφίβολα σημεία και ότι η απόφαση έχει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ισχύος του από τον Δεκέμβριο του 1996 πίνακα κατανομής ποσοστών ιδιοκτησίας, με συνέπεια να μην καλύπτεται το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε και εκ πλαγίου.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικώς με τον ερευνόμενο αναιρετικό λόγο, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η από 24-7-2009 αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο 1) κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, όσον αφορά το υπό στοιχ. α' αίτημα αυτής, εφόσον κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο δεν έχει λάβει χώρα τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, όπως απαιτείται κατ' άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του Ν. 3741/1929, ώστε να είναι δεσμευτικές για τους συνιδιοκτήτες οι τροποποιήσεις που περιλαμβάνονται στον από Δεκεμβρίου 1996 πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ.
Τ. και αφορούν αφενός μεν τη δημιουργία ημιορόφου μεταξύ ισογείου και πρώτου ορόφου της επίδικης οικοδομής, καθώς και οριζόντιας ιδιοκτησίας υπό στοιχ. Υ-4 στο υπόγειο αυτής, αφετέρου δε την ανακατανομή τόσο των ποσοστών συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων όσο και των ψήφων στη γενική συνέλευση εκάστης οριζόντιας ιδιοκτησίας της οικοδομής ... 4) Όσον αφορά το υπό στοιχ.
ε' αίτημα της αγωγής για καταβολή του ποσού των 71,06 ευρώ, κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, εφόσον ο υπολογισμός αυτού έγινε με βάση τον από Δεκεμβρίου 1996 πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ., ο οποίος δεν είναι δεσμευτικός για τους συνιδιοκτήτες, όπως προελέχθη". Το Εφετείο, με το να απορρίψει τα ανωτέρω, με στοιχεία α' και ε', αιτήματα της από 24-7-2009 αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1000 του Α.Κ., 4, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, καθόσον η επικαλούμενη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η οποία είχε ως κατάληξη την κατάρτιση του από τον Δεκέμβριο του 1996 πίνακα κατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας και η εφαρμογή του επί μακρό χρονικό διάστημα από αυτούς, δεν μπορεί να οδηγήσει στην παράκαμψη και στην μη εφαρμογή μεταξύ των διαδίκων του άρθρου 13 του Ν. 3741/1929, που επιτάσσει οι συμφωνίες των συνιδιοκτητών να περιβάλλονται τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγράφονται.
Εξάλλου, δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε κάποια αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των ανωτέρω όρων του Κανονισμού, ούτε προσέφυγε, έστω και εμμέσως, σε άλλα στοιχεία για τον σχηματισμό της κρίσεώς του.
Συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να ερμηνεύσει τους όρους του Κανονισμού και να προσφύγει στις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., τις οποίες, συνακολούθως, δεν παραβίασε. Περαιτέρω, από τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και, ειδικότερα, την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, τους οποίους ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο ανωτέρω από τον Δεκέμβριο του 1996 πίνακας, αν και εφαρμόζεται δια μακρόν από τους διαδίκους στις μεταξύ τους σχέσεις, αναφορικώς με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων μεταξύ των συνιδιοκτητών της οικοδομής, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι δεσμεύει τους διαδίκους, επειδή η όποια τροποποίηση της πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας δεν έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφεί.
Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τον προβληθέντα ισχυρισμό της εκ του άρθρου 281 του Α.Κ. περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να αρνείται την σύνταξη της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξεως, προβάλλεται απαραδέκτως, διότι αφορά την πληρέστερη, κατά την άποψή της, ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παραβάσεως των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1564/2023, Α.Π. 1072/2021).
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεώς της, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 15/2018 εκθέσεως αυτοψίας αυθαιρέτων κατασκευών της Διευθύνσεως Υπηρεσίας Δομήσεως του Δήμου Αμαρουσίου. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι, καταρχήν, αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την ως άνω κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το παραπάνω έγγραφο και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος, αφού η σχετική αιτίαση δεν αποδίδει στο Εφετείο λανθασμένη ανάγνωση του κειμένου του εν λόγω εγγράφου, αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 200/2023, Α.Π. 34/2023). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 34/2023 Α.Π. 617/2020, Α.Π. 268/2019, Α.Π. 824/2010).
Με τον τέταρτο λόγο της από 29-9-2022 αναιρέσεως, κατά το οικείο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν του τον ισχυρισμό της ότι τα νέα 142, 65 τ.μ. δεν έχουν συσταθεί νομικώς, αφού δεν προβλέπονται στην συνταγείσα σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και είναι και πολεοδομικώς αυθαιρέτως κατασκευασθέντα, όπως και τα 83,9 τ.μ., που έχουν κριθεί και κατεδαφιστέα. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, όμως, δεν αποτελεί "πράγμα", με την έννοια που εκτέθηκε και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ο προαναφερόμενος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτό, ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ίδιος αναιρετικός λόγος, με την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε ευθέως η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1002 του Α.Κ., πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο με ποιόν τρόπο παραβιάσθηκε η τελευταία αυτή διάταξη.
Από την διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία, αλλά και την υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (έφεση) και τους προσθέτους λόγους αυτής. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.
γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα, συνεπώς, της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιορισθεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων, που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως ή τους προσθέτους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως και τα οποία κατά νόμον εξετάζει αυτεπαγγέλτως το εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 916/2020, Α.Π. 248/2019, Α.Π. 1514/2018, Α.Π. 727/2017).
Η ρύθμιση αυτή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά μόνον ως προς εκείνες τις διατάξεις, των οποίων την εξαφάνιση ζήτησε ο εκκαλών και, κατ' αρχήν, μόνο για τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε το αίτημα του εκκαλούντος και ότι αν γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας της υποθέσεως θα γίνει, επίσης, με γνώμονα τα αιτήματα του εκκαλούντος, με βάση, δηλαδή, τα εκκληθέντα κεφάλαια (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 1159/2022, Α.Π. 647/2022, Α.Π. 344/2020).
Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο εφέσεως από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται, κατά τα ανωτέρω, από τους λόγους εφέσεως και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 1159/2022, Α.Π. 894/2020, Α.Π. 344/2020).
Ακόμη, "κεφάλαιο" θεωρείται η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς και εκκρεμοδικίας και για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της αποφάσεως (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 647/2022, Α.Π. 344/2020). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι στην περίπτωση που η αγωγή στηρίζεται σε περισσότερες βάσεις ή σε μία κυρία βάση και μια επικουρική και ύστερα από έφεση του εναγομένου κατά της οριστικής αποφάσεως, που δέχθηκε την μια βάση και απέρριψε τις λοιπές, εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και απορριφθεί η αγωγή κατά την βάση της αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στερείται εξουσίας για αυτεπάγγελτη έρευνα των βάσεων που απορρίφθηκαν, εκτός εάν στην περίπτωση αυτή έχει ασκηθεί έφεση εκ μέρους του ενάγοντος (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 1514/2018, Α.Π. 2039/2014, Α.Π. 994/2010).
Από τις ίδιες, όμως, ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή εν όλω ή εν μέρει βάση της αγωγής και δεν ερεύνησε τις υπόλοιπες βάσεις αυτής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβαθμίου αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής ως προς την βάση της που έγινε δεκτή, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα των μη εξετασθεισών, πρωτοδίκως, βάσεων, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στην θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 899/2021, Α.Π. 514/2020, Α.Π. 714/2018, Α.Π. 596/2017, Α.Π. 2039/2014).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη, νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά την διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 1137/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 17/2017, Α.Π. 1088/2014). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 1294/2018, Α.Π. 54/2017), όχι, όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπ' όψιν των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 54/2017). Η παράλειψη του εφετείου να ερευνήσει βάση της αγωγής, συνιστά την από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 191/2022, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 718/2019) αλλά και την από το αριθμό 8 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 431/2022, Α.Π. 1082/2020, Α.Π. 907/2017, Α.Π. 596/2017), καθόσον άφησε "αίτηση" αδίκαστη και δεν έλαβε υπ' όψιν "πράγματα", αφού οι βάσεις της αγωγής είναι "αιτήσεις" με την έννοια του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και "πράγματα" με την έννοια του αριθμού 8 του ιδίου άρθρου (Α.Π. 200/2023, Α.Π. 987/2022, Α.Π. 833/2013, Α.Π. 1590/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, εκ των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την αναιρετική πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ότι είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο ολόκληρη η αγωγή της, αφού με την έφεσή της δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο στο σύνολό της η υπόθεση, παρά μόνον τα διαγραφόμενα από αυτήν (έφεση), με αποτέλεσμα να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της. Ο αναιρετικός λόγος αυτός και υπό τα δύο σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν ανέτρεψε τις διατάξεις της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 24-7-2009 αγωγή, αλλά δεχόμενο την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την τελευταία απόφαση μόνο για την ενότητα της αναγκαστικής εκτελέσεως, ώστε η απόφαση να έχει ενιαίο διατακτικό, γεγονός το οποίο δεν επηρεάζει την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για τον χαρακτήρα της επεμβάσεως του αναιρεσιβλήτου με την προσθήκη ορόφου μεταξύ ισογείου και πρώτου ορόφου στην επίδικη οικοδομή.
Με τον έκτο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση των αριθμών 1, 9 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3, 174, 785 επ., 1002, 1113, 1117 του Α.Κ., 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5, 7 και 13 του Ν. 3741/1929, επειδή δεν χαρακτήρισε τον όροφο των 142,65 τ.μ., που δημιουργήθηκε εκ των υστέρων από τον αναιρεσίβλητο, ενώ άφησε αδίκαστο τον προβληθέντα από αυτήν σχετικό ισχυρισμό.
Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το σκέλος του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 9 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "αίτηση", κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως. Περαιτέρω, το Εφετείο, κατά τις προαναφερθείσες παραδοχές του, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσείων προέβη αυθαιρέτως στην δημιουργία χώρου κυρίας χρήσεως ημιορόφου - παταριού στιβαρής μεταλλικής κατασκευής, με στάση ανελκυστήρα στον χώρο μεταξύ του ισογείου και του πρώτου ορόφου της οικοδομής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους ορθά εφάρμοσε και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, ο έκτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 εδάφ.
α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η αυθαίρετη κατασκευή ορόφου από τον αναιρεσίβλητο, κατά τα προαναφερθέντα.
Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα από τις εκατέρωθεν αιτήσεις, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες των αιτήσεων παραβόλων, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι εκατέρωθεν αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αντιστοίχων αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματος των τελευταίων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 και 191 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις: 1) από 26-1-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 537/51/26-1-2021) και Β) από 29-9-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7416/822/30-9-2022) αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3988/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Α)
Απορρίπτει την από 26-1-2021 αίτηση αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα κάθε ομάδας των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό ευρώ (1.100 €) για τις πρώτη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800 €) για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Β)
Απορρίπτει την από 29-9-2022 αίτηση αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα κάθε ομάδας των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€) για τονπρώτο αναιρσίβλητο και στο ποσό των χιλίων εκατό ευρώ (1.100 €) για τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ