Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding additional appeal arguments and legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal and additional arguments filed by Little Hellas & Co. against the Athens Court of First Instance's final judgment. The appellant argued that the court erred in awarding legal costs exceeding statutory limits and failed to adjust costs based on partial victory. The court rejected these claims, stating that cost allocation is a matter of substantive judicial discretion not subject to appellate review and that the awarded amount was legally justified. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant's security deposit was transferred to the state fund.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(1), 569(2) of the Code of Civil Procedure; Article 178(1) of the Code of Civil Procedure: Additional appeal arguments must be filed thirty days prior to the hearing; the Supreme Court lacks jurisdiction to review substantive decisions on legal costs, which fall within the exclusive discretion of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1095 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1095/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΙΝΤΛ ΕΛΛΑΣ & ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στην ΒΙ.ΠΕ.Θ. Σίνδου Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοντούλα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 10-10-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "HIGKON (ΧΑΪΓΚΟΝ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ" και δ.τ. "HIGKON SA" (ΧΑΪΓΚΟΝ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γιαννατσή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …/-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 420/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1394/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-4-2021 αίτησή της και τους από 17-3-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190/13-10-2021) [και κατά την παρ.2β του άρθρου 116 του αυτού νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 Ν. 4912/2022,ΦΕΚ Α` 59, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων] "1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2.
Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση.... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 830/2021, ΑΠ 422/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση: Α) η από 15-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./15-4-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1394/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 παρ. 1 και 615 επ.
Κ.Πολ.Δ.), η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και Β) ο από 17-3-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2022 πρόσθετος λόγος αυτής, ο οποίος ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 17-3-2022, όπως προκύπτει από την …/2022 πράξη κατάθεσης πρόσθετων λόγων της αρμόδιας Γραμματέα του Αρείου Πάγου, που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο αυτό και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή του η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (4-11-2022) και ο οποίος επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (βλ.
την υπ' αριθμ. …./2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Ν. Κ.). Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου αυτής λόγου, να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1394/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Με την από 24-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./2018 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στρεφόμενη κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ισχυρίστηκε ότι με το από 3-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, εκμίσθωσε στην εναγόμενη τον λεπτομερώς περιγραφόμενο στην αγωγή ενιαίο επαγγελματικό χώρο, αποτελούμενο από δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, καταστήματος ισογείου και αποθήκης υπογείου, που βρίσκεται σε μια οικοδομή, κείμενη στην Αθήνα, για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών, με έναρξη από την επόμενη ημέρα της ημερομηνίας παράδοσης του μισθίου και παραλαβής του από τη μισθώτρια σε κατάσταση κελύφους οπλισμένου σκυροδέματος, έναντι μηνιαίου μισθώματος 18.000 ευρώ, πλέον αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου για το πρώτο έτος και συμφωνηθείσας ετήσιας αναπροσαρμογής για τα επόμενα έτη.
Ότι, σύμφωνα με ρητό όρο του ανωτέρω συμφωνητικού, η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει τις υπολειπόμενες εργασίες για την αποπεράτωση του μίσθιου επαγγελματικού χώρου και ενδεικτικά εσωτερικά επιχρίσματα, επενδύσεις τοίχων και δαπέδων, εξωτερικά και εσωτερικά κουφώματα, κατασκευή ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων - ανελκυστήρα φορτίων, κατασκευή ψευδοροφών, εσωτερικές βαφές κλπ, προκειμένου αυτό να διαμορφωθεί σε μικτό κατάστημα τροφίμων, σύμφωνα με τις προδιαγραφές κατασκευής των καταστημάτων της μισθώτριας, με συμβατικό αποκλεισμό οποιουδήποτε δικαιώματος να αναζητήσει η τελευταία τις δαπάνες αυτές από την εκμισθώτρια.
Ότι ο μίσθιος επαγγελματικός χώρος παραδόθηκε στην εναγόμενη στις 30-4-2012, συνταχθέντος σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής, οπότε και άρχισε η δωδεκαετής διάρκεια της μίσθωσης. Ότι, ενώ η εναγόμενη απέστειλε στην ενάγουσα την από 8-3-2012 επιστολή της με θέμα "Πρόσκληση συμμετοχής στο διαγωνισμό για την επιλογή αναδόχου του έργου μετασκευής κτιρίου για την κατασκευή ισογείου μικτού καταστήματος τροφίμων με υπόγεια αποθήκη και υπαίθριο χώρο στο Μεταξουργείο" και η ενάγουσα υπέβαλε την από 25-4-2012 επιστολή με την προσφορά της ποσού 528.646 ευρώ, πλέον ΦΠΑ και συνολικά ποσού 655.521,04 ευρώ για την ανάληψη του έργου, βάσει των αναλυτικά αναφερόμενων στο δικόγραφο κατ' είδος και εργασία δαπανών, η εναγόμενη τελικά δεν προέβη στις άνω συμφωνηθείσες εργασίες, παρά την όχλησή της από την ενάγουσα με την από 18-7-2014 εξώδικη δήλωσή της.
Ότι, κατόπιν της άρνησης της εναγόμενης να εκτελέσει τις συμφωνηθείσες εργασίες, προέβη, με την από 1-12-2017 εξώδικη δήλωσή της, που επέδωσε στην εναγόμενη, στην καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης με λόγους, αφενός τη μη εκτέλεση των εργασιών των οποίων η εναγόμενη είχε συμβατική υποχρέωση να εκτελέσει και άρα για την παράβαση του συμφωνηθέντος αυτού όρου της σύμβασης και αφετέρου την κακή χρήση του μισθίου, εξαιτίας της μη εκτέλεσης των συμφωνηθεισών εργασιών.
Ότι η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση για την παράλειψη εκτέλεσης των ανωτέρω εργασιών εκ μέρους της εναγόμενης, που ήταν συμβατική υποχρέωση της τελευταίας, καθώς αυτές οι εργασίες ανακατασκευής και βελτίωσης του μισθίου, δεν θα είχαν προσωρινό χαρακτήρα, αλλά θα παρέμεναν προς όφελος του μισθίου και μετά τη λήξη της μισθωτικής σχέσης, η οποία, αποζημίωση, συνίσταται στο συνολικό κόστος εκτέλεσης των συμφωνηθεισών εργασιών, το οποίο βάσει των αναλυτικά αναφερόμενων κατ' είδος και μονάδα δαπανών εργασιών είχε υπολογιστεί από την ίδια στο συνολικό ποσό των 655.521,04 ευρώ.
Με βάση το προεκτιθέμενο ιστορικό της αγωγής και όπως αυτή συμπληρώθηκε παραδεκτά, κατ' άρθρο 224 εδ. β' του ΚΠολΔ, με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες πρωτόδικες προτάσεις της ενάγουσας, ως προς τις επιμέρους εργασίες και τις αντίστοιχες δαπάνες αποκατάστασης της ζημίας της ενάγουσας από τη μη εκτέλεση των συμφωνηθεισών εργασιών και κατόπιν παραδεκτού και νόμιμου περιορισμού των αιτημάτων της, κατ' άρθρα 223 εδ.
β' και 295 παρ, 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 654.529,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την 1-1-2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 420/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 500.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών οι από 5-6-2020 και 1-7-2020 αντίθετες εφέσεις της εναγόμενης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα. Επί των ανωτέρω εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1394/2021 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις αυτές, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574 και 575 ΑΚ, οι οποίες έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 13 παρ.1-2 του Ν. 4242/2014, και επί των εμπορικών μισθώσεων, προκύπτει ότι με τη σύμβαση μίσθωσης ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραχωρήσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να διατηρεί τούτο κατάλληλο για τη χρήση αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης.
Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 574 AK και της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, που καθιερώνεται με το άρθρο 361 του ίδιου Κώδικα, είναι επιτρεπτό να συμφωνηθούν και παρεπόμενες πρόσθετες υποχρεώσεις σε βάρος του εκμισθωτή ή μισθωτή. Στην επώνυμη ρυθμισμένη σύμβαση της μίσθωσης είναι δυνατό να εμπλέκονται και άλλες, ρυθμισμένες ή μη, συμβάσεις με τις οποίες συμφωνούνται, σε βάρος του εκμισθωτή ή μισθωτή, πρόσθετες παρεπόμενες παροχές.
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μια σύμβαση περιέχει τα στοιχεία περισσότερων, ρυθμισμένων ή μη, συμβάσεων, προκειμένου να κριθεί ο χαρακτήρας της σύμβασης αυτής, ερευνώνται και λαμβάνονται υπόψη τα προέχοντα και κυρίαρχα στοιχεία της σύμβασης. Ειδικότερα, προκειμένου να κριθεί αν μια σύμβαση, στην οποία εμπλέκονται και άλλες, ρυθμισμένες ή μη, συμβάσεις, φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης, ερευνάται αν η κύρια υποχρέωση του εκμισθωτή είναι η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος έναντι ανταλλάγματος, υπό την πιο πάνω έννοια.
Το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως χαρακτηρίζει την καταρτισμένη σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό, υπάγοντας το περιεχόμενό της αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης (Ολ. ΑΠ 18/ 2006, ΑΠ 845/2019). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το χαρακτήρα της σύμβασης, που κατάρτισαν οι ενδιαφερόμενοι, ως αναγόμενη στην υπαγωγή του περιεχομένου της σύμβασης, που έγινε δεκτό, στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ορίζει την έννοια και το περιεχόμενο επώνυμης σύμβασης, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται, λόγω του εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού της δικαιοπραξίας από το δικαστήριο της ουσίας, για παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που ρυθμίζουν τη σχετική δικαιοπραξία και δεν έχουν εφαρμοστεί.
Εξάλλου, κατ' άρθρο 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, για να είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής της καταρτισμένης σύμβασης στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να εκθέτει στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, το περιεχόμενο της καταρτισμένης σύμβασης, όπως τούτο αποδείχθηκε, με βάση το οποίο υπάγεται αυτή στην έννοια μιας επώνυμης σύμβασης ή αποκλείεται η υπαγωγή της στην έννοια της σύμβασης στην οποία την υπάγουν οι συμβαλλόμενοι διάδικοι (ΑΠ 763/2016, ΑΠ 240/2008, ΑΠ 927/ 2004, ΑΠ 79/1996).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 του Α.Κ. "ο εκμισθωτής αποδίδει στο μισθωτή τις αναγκαίες δαπάνες που αυτός έκανε στο μίσθιο. Οι επωφελείς δαπάνες αποδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων. Ο μισθωτής έχει δικαίωμα να αφαιρέσει τα κατασκευάσματα που πρόσθεσε ο ίδιος στο μίσθιο".
Επωφελείς θεωρούνται οι δαπάνες οι οποίες αυξάνουν την αξία του μισθίου. Τέτοιες δαπάνες είναι ενδεικτικά η κατασκευή κτίσματος, οι διασκευές, διαρρυθμίσεις, προσθήκες στο μίσθιο κ.λπ. (ΑΠ 119/2020, ΑΠ 1254/2017). Οι δαπάνες αυτές αποδίδονται στο μισθωτή, εφόσον παραμένουν σε όφελος του μισθίου, με βάση τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων.
Εξάλλου, από την άνω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 591 του Α.Κ. που ορίζει ότι "ο μισθωτής έχει δικαίωμα να αφαιρέσει τα κατασκευάσματα που πρόσθεσε ο ίδιος στο μίσθιο" προκύπτει ότι, αν ο μισθωτής κατά τη διάρκεια της μίσθωσης πρόσθεσε στο μίσθιο κατασκευάσματα, για τα οποία δεν προτιμά ή δεν μπορεί να ζητήσει από τον εκμισθωτή τα δαπανηθέντα ποσά, λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων, που ορίζονται στις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου τούτου, έχει δικαίωμα, κατά την απόδοση του μισθίου, να προβεί σε αφαίρεση των κατασκευασμάτων τούτων, εκτός αν οι συμβαλλόμενοι ρύθμισαν με άλλο τρόπο την τύχη τους, πράγμα που δεν αποκλείεται από τις ενδοτικού χαρακτήρα αυτές διατάξεις.
Η διάταξη αυτή του άρθρου 591 του Α.Κ. έχει εφαρμογή σε όσες περιπτώσεις πρόκειται να κριθεί η τύχη "κατασκευασμάτων" στο μίσθιο, δηλαδή κινητών πραγμάτων, που συνδέθηκαν προς το κύριο μίσθιο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, προορισμένα να εξυπηρετήσουν τον σκοπό του, κατά τρόπο ώστε και μετά τη σύνδεση να είναι ευδιάκριτα, ανεξαρτήτως αν αποτέλεσαν συστατικά ή αν φέρουν προσωρινό χαρακτήρα (ΑΠ 1254/2017, ΑΠ 672/2006).
Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 591 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου κι επομένως μπορούν οι συμβαλλόμενοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, να προβούν σε διαφορετικές συμφωνίες και ειδικότερα να συμφωνήσουν, ότι όλες οι δαπάνες επί του μισθίου θα βαρύνουν το μισθωτή (ΑΠ 119/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή διατακτικού.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (Ολ.
ΑΠ 26/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης.
Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπιστώσεως περί υπάρξεως κενού σε κάποια σύμβαση ή αμφιβολίας, ως προς τις βουλήσεις των συμβληθέντων, συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο κάποιας σύμβασης καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται εκτός της συμβάσεως ή γενικώς του εγγράφου, με το οποίο καταρτίστηκε σύμβαση (ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 6/2019, ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1321/2017).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ, δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού, από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις ( ΑΠ 799/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 215/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 414/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Εξάλλου, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει: α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στην έννοια του νόμου (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 527/2008).
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι, παρά τη διαπίστωση αυτή, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 1285/2011).
Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καθόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 145/2019, ΑΠ 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1394/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Με το από 3-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "ΗΙGΚΟΝ S.A." (ΧΑΪΓΚΟΝ Α.Ε.), ως εκμισθώτριας, και της εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΙΝΤΛ ΕΛΛΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο .Ε.", ως μισθώτριας, η ενάγουσα εκμίσθωσε στην εναγόμενη ένα ενιαίο λειτουργικά επαγγελματικό χώρο, αποτελούμενο από α) την υπό στοιχείο Γιώτα κεφαλαίο (I) οριζόντια ιδιοκτησία (μικτό κατάστημα τροφίμων), επιφάνειας 548 τ.μ.
του ισογείου ορόφου και β) την υπό στοιχεία Ύψιλον κεφαλαίο δύο (Υ2) οριζόντια ιδιοκτησία (αποθήκη), επιφάνειας 415 τ.μ. του Α' υπογείου ορόφου, κυριότητάς της, μετά των εξυπηρετούντων αυτές ακάλυπτους, κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, καθώς και των αποκλειστικών χρήσεων αυτών, από μια οικοδομή που επρόκειτο να ανεγερθεί βάσει της υπ' αριθ. 1047/2009 άδειας οικοδομής του πολεοδομικού γραφείου του Δήμου Αθηναίων, σε οικόπεδο έκτασης 980,37 τ.μ.
επί της οδού ... στην Αθήνα, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, βάσει της συνταχθείσας προ πάσης ανεγέρσεως με αριθμό ……/23-10-2009 πράξης σύστασης οροφοκτησίας και κανονισμού σχέσεων συνιδιοκτητών πολυκατοικίας. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) ετών, αρχόμενο από την επόμενη ημέρα της ημερομηνίας παράδοσης του μισθίου και παραλαβής του από τη μισθώτρια σε κατάσταση κελύφους οπλισμένου σκυροδέματος και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 18.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλος χαρτοσήμου για το πρώτο έτος, συμφωνηθείσας ετήσιας αναπροσαρμογής για τα επόμενα έτη, προκαταβλητέο μέχρι τη δέκατη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα, με τη ρητή συμφωνία ότι η καταβολή του μισθώματος θα άρχιζε από τη ημερομηνία ουσιαστικής έναρξης της μίσθωσης, ήτοι από την επόμενη ημέρα της παράδοσης του μισθίου.
Επίσης, συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιούνταν από τη μισθώτρια ως "μικτό κατάστημα τροφίμων" σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και την υπ' αρ……/15-4-2009 προέγκριση άδειας λειτουργίας του Δήμου Αθηναίων, ενώ σε κάθε περίπτωση η μισθώτρια με δική της ευθύνη μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για την πώληση ειδών "σούπερ μάρκετ τροφίμων" ή "υπεραγοράς τροφίμων" ή "πολυκαταστήματος".
Σύμφωνα με τους όρους Εα', Εβ' και Εγ' του ιδίου ως άνω συμφωνητικού μίσθωσης, η μισθώτρια δήλωσε ότι: "α) Αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει τις υπολειπόμενες εργασίες για την αποπεράτωση των προπεριγραφόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών του υπογείου και ισογείου της οικοδομής. Ειδικότερα, κατά όλως ενδεικτική απαρίθμηση θα προβεί στις ακόλουθες εργασίες:
I) εσωτερικά επιχρίσματα. 2) επενδύσεις τοίχων και δαπέδων, 3) εξωτερικά και εσωτερικά κουφώματα. 4) κατασκευή ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων - ανελκυστήρα φορτίων, 5) κατασκευή ψευδοροφών, ό) εσωτερικές βαφές, λοιπές εργασίες, δάπεδα καθώς επίσης και το τμήμα στο δώμα κ.ο.κ. Οι ανωτέρω εργασίες θα εκτελεστούν είτε από την ίδια τη μισθώτρια είτε από τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο της επιλογής της, πάντως με επιμέλεια και ευθύνη αποκλειστικά και μόνο της μισθώτριας εταιρείας.
Η μισθώτρια υποχρεούται να ενημερώσει εγγράφως και εγκαίρως την εκμισθώτρια σχετικά με η διαδικασία ανάθεσης του ανωτέρου έργου σε τρίτο (ανάδοχο) έτσι ώστε να καταστεί δυνατή, η συμμετοχή της και η υπ' αυτής (εκμισθώτριας) υποβολή προσφοράς/για την ανάληψη ταυ έργου. Ρητά συμφωνείται ότι η εκμισθώτρια έχει δικαίωμα προτιμήσεως ως εργολάβου εκτέλεσης όλων των εδώ περιγραφομένων εργασιών της μισθώτριας με την προϋπόθεση των ισοσθενών προσφορών, β) Κάθε δαπάνη που θα απαιτηθεί για τις ανωτέρω εργασίες θα βαρύνει αποκλειστικά και μόνο τη μισθώτρια και θα καταβάλλεται απευθείας απ' αυτήν, έστω και αν για οποιοδήποτε λόγο υπόχρεη προς καταβολή της δαπάνης εμφανιστεί η εκμισθώτρια.
Στις βαρύνουσες τη μισθώτρια υποχρεώσεις περιλαμβάνονται οι ειδικές λόγω χρήσεως μελέτες της αδείας καθώς και κάθε εργασία και δαπάνη συναφής με το ανωτέρω έργο και ιδίως η αξία των υλικών, μέσων και εργαλείων, οι αμοιβές και ασφαλιστικές εισφορές (μέχρι του ύψους που αφορούν τους μίσθιους χώρους και όπως αυτές προκύπτουν αναλογικά από τον οικείο πίνακα που περιλαμβάνεται στο φάκελο της οικοδομικής άδειας) εργατοτεχνικού προσωπικού, πάσης φύσεως αποζημιώσεις του προσωπικού ή κάθε τρίτου από ατυχήματα ή πρόκληση ζημιών σε όμορες ιδιοκτησίες και γενικά κάθε δαπάνη που απαιτείται μέχρι την πλήρη και ολοσχερή αποπεράτωση των εργασιών, γ) Ενόψει της με το αμέσως προηγούμενο εδάφιο συνομολογούμενης συμβατικής υποχρέωσης της μισθώτριας, αυτή δηλώνει ρητά και ανεπιφύλακτα προς την εκμισθώτρια ότι δεν δικαιούται να αναζητήσει απ' αυτήν - ούτε σήμερα ούτε καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης ούτε μετά την καθ' οποιοδήποτε τρόπο λήξη αυτής - τις εν λόγω δαπάνες για οποιαδήποτε αιτία και με οποιαδήποτε νομική βάση (π.χ, αποζημίωση ή αδικαιολόγητο πλουτισμό), παραιτείται δε από τυχόν δικαίωμά της προς αναζήτηση των ανωτέρω δαπανών για οποιοδήποτε λόγο και αιτία.
Η ανωτέρω παραίτηση δεν ισχύει - κατά ρητή δήλωση της μισθώτριας - στις εξής δύο (2) περιοριστικές περιπτώσεις: α) σε περίπτωση μη χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος ("μικτού καταστήματος τροφίμων") από την κατά το νόμο αρμόδια αρχή εξαιτίας άρνησης της εκμισθώτριας (ως κυρίας των οριζόντιων ιδιοκτησιών του υπογείου και ισογείου) να συνεργαστεί με τη μισθώτρια ή/και να συμπράξει μαζί της σε τυχόν ενέργεια που θα απαιτηθεί νομίμως και για το σκοπό αυτό και β) σε περίπτωση αφαίρεσης κατά τη διαδρομή της μίσθωσης, της χρήσης του μισθίου από τη μισθώτρια από λόγο που ανάγεται σε υπαιτιότητα της εκμισθώτριας όπως αναφέρεται παρακάτω (υπό 11.1Α.Β)".
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι σύμφωνα με τους όρους του προαναφερθέντος συμφωνητικού μίσθωσης, η εναγόμενη ανέλαβε την πρόσθετη συμβατική υποχρέωση, παρεπόμενη της κύριας μισθωτικής σύμβασης, να εκτελέσει τις υπολειπόμενες εργασίες για την αποπεράτωση του μίσθιου επαγγελματικού χώρου με αποκλειστικά δικές της δαπάνες, τις οποίες δεν είχε δικαίωμα να αναζητήσει από την ενάγουσα για οποιαδήποτε αιτία και με οποιαδήποτε νομική βάση.
Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει της υπολειπόμενες εργασίες αποπεράτωσης του μίσθιου χώρου, αλλά αντίθετα το επίμαχο συμφωνητικό της παρείχε το δικαίωμα να τις εκτελέσει με μοναδική της υποχρέωση να μην επιρρίψει τις δαπάνες στην εκμισθώτρια. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος της έφεσής της αποδεικνύεται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Στη συνέχεια, με το από 16-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του από 3-42-2020 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, η εναγόμενη μισθώτρια παραιτήθηκε από το δικαίωμα που της παρείχε το άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995 για καταγγελία της μίσθωσης μέχρι και την πάροδο έξι ετών από την ουσιαστική έναρξη της μίσθωσης. Στις 30-4-2012 πραγματοποιήθηκε η παράδοση του μίσθιου από την εκμισθώτρια και η παραλαβή του από τη μισθώτρια σε κατάσταση κελύφους οπλισμένου σκυροδέματος, συνταχθέντος του από 30-4-2012 πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής καταστήματος "L-394 ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΈΙΟ", οπότε και άρχισε η δωδεκαετής διάρκεια της μίσθωσης καθώς και η καταβολή του μισθώματος.
Η εναγόμενη ήδη πριν την παράδοση του μισθίου είχε αποστείλει στην ενάγουσα την από 8-3-2012 επιστολή με θέμα "Πρόσκληση συμμετοχής στον διαγωνισμό για την επιλογή αναδόχου του έργου μετασκευής κτιρίου για την κατασκευή ισογείου μικτού καταστήματος τροφίμων με υπόγεια αποθήκη και υπαίθριο χώρο στο Μεταξουργείο", στην οποία ανέφερε αναλυτικά τις εργασίες που θα έπρεπε να εκτελεστούν επισυνάπτοντας τα σχέδια και τα συνοδευτικά τεύχη των μελετών και επισημαίνοντας ότι όλες οι οικοδομικές εργασίες, οι ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, οι εργασίες διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου (χωματουργικά, τοιχία περιβάλλοντος χώρου, κράσπεδα, ρείθρα, πλακοστρώσεις και τοποθέτησης σημάτων Lidl και κατασκευή του συστήματος απορροής όμβριων υδάτων) για την καλή εκτέλεση του έργου θα γίνουν βάσει περιγραφών των τευχών:
Οδηγού Δόμησης (έκδοση 1-3-2012), τεύχους Μελέτης Εφαρμογής - Τεχνικές Προδιαγραφές (έκδοση 5/2005), του τεύχους Λεπτομερειών (έκδοση 3/2012) και του τεύχους "Περιγραφή λειτουργίας Πλακάκια δαπέδου" και τα παραρτήματα του. Σε απάντηση της πρόσκλησης αυτής συμμετοχής στον αναφερόμενο διαγωνισμό, η ενάγουσα απέστειλε την από 25-4-2012 επιστολή της, με την οποία υπέβαλε προσφορά για το έργο αυτό με συνημμένο πίνακα ανάλυσης προσφοράς με συνολικό κατ' αποκοπή τίμημα ποσού 528.646 ευρώ πλέον ΦΠΑ και με προτεινόμενο χρόνο διάρκειας έργου 90 ημέρες.
Στον ανωτέρω διαγωνισμό έλαβαν μέρος και οι παρακάτω εταιρείες υποβάλλοντας με τις αντίστοιχες προσφορές: α) Η εταιρεία "ΑΚΤΏΡ Α.Τ.Ε."προσφορά ποσού 449.500: ευρώ πλέον ΦΠΑ, β) η εταιρία "ΑΓΤ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία" προσφορά ποσού 428.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, γ) η εταιρεία "ΑΧΙΛΛΕΥΣ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Τ.Ε." προσφορά ποσού 409.661,13 ευρώ πλέον ΦΠΑ και δ) η εταιρεία "ΑΛΦΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Τ.Ε." προσφορά ποσού 432.000 πλέον ΦΠΑ.
Ακολούθως, με την από 30-4-2012 τηλεομοιοτυπία, που απέστειλε η εναγόμενη στην ενάγουσα την ενημέρωσε ότι η προσφορά της δεν ανταποκρινόταν στις οικονομικές και χρονικές της επιθυμίες. Στη συνέχεια, όπως αποδείχθηκε, δεδομένου ότι η εναγόμενη δεν προέβαινε στην εκτέλεση των εργασιών αποπεράτωσης του μισθίου, η ενάγουσα της επέδωσε στις 18-7- 2014 την από 18-7-2014 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, με την οποία διαμαρτυρόταν για τη μη εκτέλεση των εργασιών και την καλούσε να εκτελέσει άμεσα τις εργασίες αποπεράτωσης και συγκεκριμένα εντός ενός μήνα, δηλαδή έως 18-8-2014 να προβεί στην έναρξη των εργασιών και εντός τριών μηνών από την έναρξη, δηλαδή έως 18-11-2014 να τις αποπερατώσει.
Με την από 5-8-2014 εξώδικη απάντηση-δήλωση της που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 7-8-2014, η εναγόμενη δήλωσε στην ενάγουσα ότι ουδεμία συμβατική υποχρέωση υφίσταται εκ μέρους της για την εκτέλεση εργασιών στο μίσθιο, καθόσον οι εργασίες αφορούν δικαίωμα της εναγομένης για τη λειτουργία του καταστήματος και όχι υποχρέωσή της.
Ακολούθως, στις 4-12-2017 η ενάγουσα επέδωσε στην εναγόμενη την από 1-12-2017 εξώδικη δήλωση -καταγγελία, με την οποία κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης, για τους κάτωθι λόγους: α) για την μη εκτέλεση των εργασιών, τις οποίες η ενάγουσα είχε συμβατική υποχρέωση να εκτελέσει, ήτοι για την παράβαση όρου της σύμβασης (άρθρο 12 σύμβασης) και β) για κακή χρήση του μισθίου, καθώς δεν μεταχειρίστηκε το μίσθιο όπως συμφωνήθηκε και δη δεν προχώρησε στην εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών.
Με την από 5-12-2017 εξώδικη απάντηση-καταγγελία-δήλωσή της, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 11-12-2017, η εναγόμενη δήλωσε ότι αποκρούει τις ισχυριζόμενες καταγγελίες της ενάγουσας ως αβάσιμες, μη νόμιμες και καταχρηστικές, ότι καταγγέλλει κατ' άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995 την από 3-12-2010 μεταξύ τους μισθωτική σύμβαση καλώντας την ενάγουσα αφενός να απέχει από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια παρεμπόδισης της χρήσης του μισθίου από την ίδια έως την παράδοσή του και αφετέρου να παραλάβει το μίσθιο ακίνητο, με την υπογραφή σχετικού πρωτοκόλλου, προσφερόμενης εκ μέρους της της αποζημίωσης του εν λόγω άρθρου και τις καταβληθείσες εγγυήσεις σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση όλων των σχέσεων που απορρέουν από την προαναφερόμενη μίσθωση.
Για την υποστήριξη δε του ανίσχυρου της καταγγελίας η εναγόμενη επικαλούνταν στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση ότι είχε γνωστοποιήσει στην ενάγουσα την πρόθεσή της περί αποχώρησης από το μίσθιο με τη λήξη της υποχρεωτικής παραμονής στις 30-4-2018 και ότι υπήρξαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων για την ενδεχόμενη λήξη της μίσθωσης λόγω καταγγελίας του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/95, πλην όμως η διαφωνία των διαδίκων αφορούσε τον καθορισμό του ύψους της εργολαβικής αμοιβής που ζητούσε η ενάγουσα να της καταβάλει η εναγόμενη σε χρήμα, καθόσον η ενάγουσα πρότεινε το ποσό των 500.000 ευρώ.
ενώ η εναγόμενη αντιπρότεινε να της καταβάλει το ποσό που θα προέκυπτε από την εκ νέου δημοπράτηση του έργου. Με τον τρίτο λόγο της έφεσής της η ενάγουσα παραπονείται διότι η εκκαλουμένη έκρινε ότι η γενομένη, με την ανωτέρω επιδοθείσα στις 4-12-2017 από 1-12-2017 εξώδικη δήλωση -καταγγελία της σύμβασης από την ενάγουσα ήταν έγκυρη, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί τους ισχυρισμούς της περί ακυρότητας της ανωτέρα καταγγελίας.
Ειδικότερα ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι αφ' ενός ουδεμία αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης υπήρχε εκ μέρους της περί αποπεράτωσης του μίσθιου επαγγελματικού χώρου και αφ' ετέρου δεν συνέτρεχε περίπτωση κακής χρήσης του μισθίου ακινήτου. Πλην όμως, όπως ήδη ειπώθηκε, με την μη αποπεράτωση του μίσθιου χώρου η εναγόμενη παραβίαζε τους υπό στοιχεία Εα', Εβ' και Εγ' όρους του από 3-12-2010 συμφωνητικού μίσθωσης που είχε υπογράψει και, επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ως άνω συμφωνητικού η εκμισθώτρια ενάγουσα είχε δικαίωμα να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης για παράβαση ουσιώδους όρου του συμφωνητικού.
Ωσαύτως, η κατά τα άνω παράλειψη της εναγόμενης να προβεί στη συμφωνηθείσα αποπεράτωση του μισθίου συνιστούσε κακή χρήση αυτού εκ μέρους της, παρέχοντας δικαίωμα καταγγελίας στην ενάγουσα κατ' άρθρα 594 ΑΚ και 44 Π.Δ. 34/1995. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η καταγγελία της ενάγουσας ήταν άκυρη αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος.
Όσον αφορά τον επικουρικά προβαλλόμενο ισχυρισμό της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση προκειμένου να προλάβει την εκ μέρους της εναγόμενης άσκηση του δικαιώματος μεταμέλειας, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος επειδή τα περιστατικά που επικαλείται η εναγόμενη, ακόμα και αν υποτεθούν αληθινά, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της ενάγουσας.
Κατά συνέπεια, απορριπτόμενων των ανωτέρω ισχυρισμών της εναγόμενης περί ακυρότητας της καταγγελίας της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί και ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσής της. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι με την από: 14-12-2017 εξώδικη δήλωσή της η ενάγουσα κάλεσε την εναγομένη να απέχει από κάθε παράνομη ενέργεια και να της αποδώσει το μίσθιο ενώ με την από 22-12-2017 εξώδικη δήλωση γνωστοποίησε στην εναγόμενη, ότι οι σχεδιαζόμενες από αυτήν εργασίες μόνιμης επέμβασης στο μίσθιο δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν εκτέλεση της συμβατικής της υποχρέωσης, αφού η σύμβαση είχε πλέον λήξει και την καλούσε να απέχει από κάθε ενέργεια και από οποιαδήποτε εργασία στο μίσθιο καλώντας, την να της το αποδώσει στη κατάσταση που βρισκόταν κατά το χρόνο της καταγγελίας.
Στη συνέχεια, η εναγόμενη εταιρεία στις αρχές Ιανουαρίου 2018 ζήτησε και έλαβε προσφορές από κατασκευαστικές εταιρείες προκειμένου να αξιολογήσει το κόστος αποπεράτωσης του μίσθιου καταστήματος για τη διοργάνωση ενός "mega bazaar" για την εκποίηση αποθέματος των εμπορευμάτων της μέχρι την λήξη της μίσθωσης, η οποία θα έληγε, όπως διατεινόταν, στις 30-4-2018 και την παράδοση του μισθίου.
Σε απάντηση της πρόσκλησης της αυτής αποκρίθηκαν δίνοντας προσφορά με συνημμένο πίνακα ανάλυσης προσφοράς: α) Η εταιρεία "ΑΛΦΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Τ.Ε." με προσφορά ποσού 297.400 ευρώ μη συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, β) Η εταιρεία "ΑΡΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Ε.Π.Ε." με προσφορά ποσού 333.869 ευρώ μη συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. γ) Η εταιρεία "ΕΛΙΝ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Τ.Ε." με προσφορά ποσού 315.977,84 ευρώ μη συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ και δ) Η εταιρεία "ΑΚΤΩΡ Α.Ε." με προσφορά ποσού 342.653,84 ευρώ μη συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ.
Η ενάγουσα, δεδομένου ότι με την καταγγελία της είχε πλέον λήξει η μίσθωση και απαιτούσε την απόδοση του μισθίου βάσει των προαναφερθεισών εξώδικων της, αντιτάχθηκε στη διενέργεια οποιοσδήποτε εργασίας στο μίσθιο, κοινοποιώντας στην Υπηρεσία Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, την από 17-1-2018 εξώδικη δήλωση- γνωστοποίηση, με την οποία της γνωστοποιούσε την καταγγελία της μίσθωσης του ακινήτου και την αντίθεσή της στην αναθεώρηση της υπ' αριθ.
…../2009 άδειας οικοδομής για τη διενέργεια οποιασδήποτε εργασίας. Ακολούθως, η εναγόμενη με την από 20-2-2018 εξώδικη καταγγελία της, προέβη σε νέα καταγγελία της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, επικαλούμενη ως σπουδαίο λόγο την από 6-2-2018 απάντηση της αρμόδιας διεύθυνσης πολεοδομίας με την οποία πληροφορήθηκε ότι η ενάγουσα ήρε τη συναίνεσή της για την αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, η οποία όμως λόγω της προηγούμενης λήξης της μίσθωσης δεν μπορούσε, να επιφέρει κανένα έννομο αποτέλεσμα.
Απ' όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε, επομένως, ότι μέχρι τη λήξη της μίσθωσης, η οποία έλαβε χώρα με την καταγγελία της από την ενάγουσα, η εναγόμενη, παρότι σύμφωνα με τους όρους Εα', Εβ' και Εγ' της από 3-12-2010 επίδικης σύμβασης μίσθωσης είχε υποχρεώσει να προβεί στις εργασίες αποπεράτωσης του μίσθιου ακινήτου, εντούτοις παρέλειψε να το πράξει.
Εξαιτίας της παράλειψης εκπλήρωσης της ανωτέρω συμβατικής υποχρέωσης της εναγόμενης, η ενάγουσα υπέστη περιουσιακή ζημία, η οποίο συνίσταται στη δαπάνη, στην οποία, θα πρέπει να υποβληθεί για την εκτέλεση των εργασιών αποπεράτωσης του καταστήματος της και διαμόρφωσής της σε "μικτό κατάστημα τροφίμων", οι οποίες δεν διενεργήθηκαν από τη εναγόμενη και οι οποίες σύμφωνα με την επίδικη σύμβαση μίσθωσης αφορούσαν: 1) εσωτερικά επιχρίσματα, 2) επενδύσεις τοίχων και δαπέδων, 3) εξωτερικά και εσωτερικά κουφώματα, 4) κατασκευή ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων - ανελκυστήρα φορτίων, 5) κατασκευή ψευδοροφών, 6) εσωτερικές βαφές, λοιπές εργασίες, δάπεδα, καθώς επίσης και το τμήμα στο δώμα κ.ο.κ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία, με έδρα στη Θεσσαλονίκη, ανήκει στον γερμανικό όμιλο εταιριών "LIDL" και διατηρεί γνωστή αλυσίδα καταστημάτων σούπερ-μάρκετ στην Ελλάδα, της οποίας τα καταστήματα έχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές κατασκευής, οι οποίες περιγράφονται στα τεύχη: Οδηγός Δόμησης, τεύχος Μελέτης-Εφαρμογής- Τεχνικές Προδιαγραφές, τεύχος Λεπτομερειών και τεύχος "Περιγραφή Λειτουργίας Πλακάκια δαπέδου" και τα παραρτήματά του, βάσει των οποίων θα λάμβαναν χώρα ύλες οι εργασίες αποπεράτωσης και οι οποίες αποτυπώθηκαν στην από 8-3-2012 επιστολή της εναγόμενης προς την ενάγουσα με θέμα "Πρόσκληση συμμετοχής στον διαγωνισμό για την επιλογή αναδόχου του έργου μετασκευής κτιρίου για την κατασκευή ισογείου μικτού καταστήματος τροφίμων με υπόγεια αποθήκη και υπαίθριο χώρο στο Μεταξουργείο", με την οποία η εναγόμενη δήλωνε ότι για την καλή εκτέλεση του έργου οι οικοδομικές εργασίες, ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, εργασίες διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου (χωματουργικά, τοιχία περιβάλλοντος χώρου, κράσπεδα, ρείθρα, πλακοστρώσεις, κατασκευή του συστήματος απορροής όμβριων υδάτων) κ.α. 0α γίνονταν σύμφωνα με τις ανωτέρω προδιαγραφές.
Κατά συνέπεια, η έκταση της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα-εκμισθώτρια από τη μη εκτέλεση των εργασιών αποπεράτωσης στο μίσθιο, για τις οποίες, όπως είχαν συμφωνήσει οι διάδικοι, θα τηρούνταν οι ανωτέρω προδιαγραφές, ανέρχεται στο ποσό των 500.000 ευρώ. Στο ανωτέρω ποσό το Δικαστήριο καταλήγει λαμβάνοντας υπόψη την από 25-4-2012 προσφορά της ενάγουσας προς την εναγόμενη ποσού 528.640 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% ποσού (528.646 Χ 24% =)126.875,04 ευρώ και συνολικά ποσού (528.646 Χ 126.875,04=)ευρώ, από τo οποίο αφαιρείται το ποσό των 800 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% ποσού (800X24%=) 192 ευρώ και συνολικά ποσού (800+192=) 992 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο κόστος της τοποθέτησης λογοτύπων LIDL και κατασκευής αγκυρίου και τοποθέτησης σημαίας, ήτοι στο ποσό των (655.521.04-992 =) 654.529,04 ευρώ, την από 10-1-2019 τεχνική έκθεση-υπόμνημα του διπλωματούχου μηχανολόγου - μηχανικού Ε.Μ.Π.
Π. Π. και την από 26-3-2019 τεχνική έκθεση της διπλωματούχου αρχιτέκτονα μηχανικού Α.Π.Θ. Γ. Β., που διενεργήθηκαν κατόπιν εντολής της ενάγουσας, βάσει των οποίων το κόστος των εργασιών αποπεράτωσης του καταστήματος της ενάγουσας εκτιμήθηκε με την πρώτη τεχνική έκθεση στο ποσό των 532.955 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% ποσού (532.955X24%=)127.909,20 ευρώ και συνολικά το ποσό των (532.955+127.909.20=) 660.864,20 και με τη δεύτερη τεχνική έκθεση στο ποσό των 527.846 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% ποσού (527.846Χ24%=)126.683,04 ευρώ, ήτοι στο ποσό των (527.846 +120.683,04 =) 654.529,04 ευρώ, την προσφορά της εταιρείας "ΑΚTΩP Α.Τ.Ε." ποσού 449.500 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% ποσού 107.880 ευρώ και συνολικά ποσού 557.380 ευρώ, την προσφορά της εταιρείας "ΑΓΤ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία", ποσού 428.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% ποσού 102.720 ευρώ και συνολικά ποσού 530.720 ευρώ, την προσφορά της εταιρείας "ΑΧΙΛΛΕΥΣ ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Τ.Ε." ποσού 409.661,13 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% ποσού 98.318,67 ευρώ και συνολικά ποσού 507.979,80 ευρώ, την προσφορά) της εταιρείας "ΑΛΦΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Τ.Ε." ποσού 432.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% ποσού 103.680 ευρώ και συνολικά ποσού 535.680 ευρώ, την από 30-1-2019 έκθεση εκτίμησης του διπλωματούχου πολιτικού μηχανικού Φ.
Σ., που διενεργήθηκε κατόπιν εντολής της εναγόμενης, με βάση την οποία το κόστος αποπεράτωσης του μίσθιου καταστήματος εκτιμήθηκε αρχικά στο ποσό των 125.049 ευρώ χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ΦΠΑ και λαμβανομένου υπόψη του απαξιωμένου για έξι έτη κόστους εκτέλεσης των υπολειπομένου/ εργασιών, στο τελικό ποσό των 89.100 ευρώ, το οποίο πλέον του ΦΠΑ 24% ποσού 21.360 ευρώ θα ανερχόταν στο ποσό των 110.460 ευρώ.
Επισημαίνεται ότι προκειμένου να υπολογισθεί η ζημία της ενάγουσας - κατασκευαστικής εταιρείας λαμβάνεται υπόψη και το γεγονός ότι αυτή, λόγω της δραστηριότητάς της στον χώρο των κατασκευών, έχει τη δυνατότητα αποπεράτωσης του μισθίου σε κόστος χαμηλότερο από την προσφορά την οποία υπέβαλε στην εναγόμενη κατά το έτος 2012, στην οποία υπολόγιζε και το εκτιμώμενο κέρδος της.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει μερικά δεκτή για το ποσό των 500.000 ευρώ, το οποίο η εναγόμενη πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. [...]. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 500.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκατέρωθεν εκκαλούσες κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και αμφότερες οι υπό κρίση εφέσεις στο σύνολό τους".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και, κρίνοντας ομοίως με το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσίαν τις από 5-6-2020 και 1-7-2020 αντίθετες εφέσεις της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθμ. 420/2020 πρωτόδικης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 24-12-2018 αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 500.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1, 681 επ., 173, 200, 361 και 574 επ. του Α.Κ., ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης και ειδικότερα αιτιάται ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, παρά το γεγονός ότι διαπίστωσε εμμέσως κενό και ασάφεια ως προς το χαρακτηρισμό, το περιεχόμενο και τους όρους του από 3-12-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για να αναζητήσει την αληθινή του έννοια, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα - μισθώτρια ανέλαβε πρόσθετη συμβατική υποχρέωση, παρεπόμενη της κύριας μισθωτικής σύμβασης, να εκτελέσει τις εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου, ενώ αν είχε προσφύγει στις άνω ερμηνευτικές διατάξεις θα έκρινε ορθά, όπως υποστηρίζει, ότι η υποχρέωση της αναιρεσείουσας - μισθώτριας συνίστατο αποκλειστικά και μόνο στην καταβολή της δαπάνης αποπεράτωσης και στη μη αναζήτησή της, κατ' επιτρεπτή παρέκκλιση από την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΑΚ και όχι στην υποχρέωση εκτέλεσης των εργασιών για λογαριασμό της εκμισθώτριας και, επιπλέον ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361, 574 και 681 επ.
Α.Κ. και με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, έκρινε κεκαλυμμένα τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ως σύμβαση έργου, καθόσον δέχθηκε ότι εκτός από την καταβολή του μισθώματος η αναιρεσείουσα - μισθώτρια είχε παρεπόμενη συμβατική υποχρέωση εκτέλεσης εργασιών αποπεράτωσης του μισθίου, χωρίς να προσδιορίζει την αξία τους, ως πρόσθετο μίσθωμα, κατανεμημένο ισομερώς και χωρίς να διαλαμβάνει αιτιολογίες για το χρόνο εκπλήρωσης του έργου, ενώ, τέλος αν και δέχθηκε ότι η σύμβαση μίσθωσης είναι σαφής και πλήρης, κατέφυγε για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την έκταση της παρεπόμενης συμβατικής υποχρέωσης εκτέλεσης των υπολειπόμενων εργασιών του μισθίου, σε στοιχεία εκτός της σύμβασης και δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό τις εν λόγω διατάξεις και αυθαιρέτως συνδύασε τις ως άνω εργασίες, με αυτές στις οποίες δικαιούτο η αναιρεσείουσα μισθώτρια να προβεί κατά τον όρο 10 του ανωτέρω συμφωνητικού μίσθωσης περί προσθηκών, βελτιώσεων, διαρρυθμίσεων κλπ για την κατασκευή μικτού καταστήματος τροφίμων.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, από τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές των άρθρων 361, 574 επ. ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους και την ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος και δη ότι η αναιρεσείουσα - μισθώτρια ανέλαβε πρόσθετη συμβατική υποχρέωση, παρεπόμενη της κύριας μισθωτικής σύμβασης, να εκτελέσει τις εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε αυτές των άρθρων 591 παρ. 1, 681 επ., 173 και 200 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις άνω ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, γιατί από τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, στις οποίες στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, συνάγεται ότι δεν διαπίστωσε ούτε με άμεσο, ούτε και με έμμεσο τρόπο, κενό, ασάφεια ή αμφιβολία όσον αφορά το επίμαχο από 3-12-2020 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου και δη όσον αφορά το περιεχόμενό του, τους όρους του και τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις των συμβληθέντων μερών, καθώς και όσον αφορά τη συμφωνηθείσα πρόσθετη υποχρέωση της αναιρεσείουσας για την εκτέλεση εργασιών αποπεράτωσης του μισθίου, ώστε να ανακύψει ανάγκη ερμηνείας αυτού, και, συνεπώς, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και δεν προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, δεχόμενο με σαφήνεια, χωρίς να καταφύγει σε άλλα έγγραφα και στοιχεία, που βρίσκονται εκτός της εν λόγω σύμβασης, ότι σύμφωνα με τους όρους του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού η αναιρεσείουσα - μισθώτρια ανέλαβε πρόσθετη συμβατική υποχρέωση, παρεπόμενη της κύριας μισθωτικής σύμβασης, να εκτελέσει τις υπολειπόμενες εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου με δικές της δαπάνες.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, το περιεχόμενο της καταρτισμένης επίδικης σύμβασης με το από 3-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως αυτό αποδείχθηκε, με βάση το οποίο έκρινε ότι η σύμβαση αυτή υπάγεται στην έννοια της επώνυμης σύμβασης της μίσθωσης ακινήτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 574 επ.
ΑΚ και 1 παρ. 1 εδάφ. α' Π.Δ. 34/1995, τις οποίες και δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και όχι εκείνης της σύμβασης έργου, ούτε της μικτής σύμβασης (μίσθωσης πράγματος και σύμβασης έργου), χωρίς να αναιρείται ο γενόμενος δεκτός αυτός χαρακτήρας της σύμβασης (μίσθωσης), από την παραδοχή περί ανάληψης πρόσθετης συμβατικής υποχρέωσης από την πλευρά της αναιρεσείουσας - μισθώτριας να εκτελέσει με δαπάνες της τις υπολειπόμενες εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου, καθόσον, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 574 AK και της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, που καθιερώνεται με το άρθρο 361 του ίδιου Κώδικα, είναι επιτρεπτό να συμφωνηθούν και παρεπόμενες πρόσθετες υποχρεώσεις σε βάρος του εκμισθωτή ή μισθωτή και στην ένδικη περίπτωση συμφωνήθηκαν τέτοιες, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε βάρος της μισθώτριας - αναιρεσείουσας.
Δηλαδή, το Εφετείο, δεν διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ούτε άμεσα, ούτε και έμμεσα, ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλόμενων μερών, ούτε ασάφεια ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια των δηλώσεών τους, κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, που φέρει τον προαναφερόμενο κύριο χαρακτήρα της εμπορικής μίσθωσης ακινήτου, στην οποία τα μέρη απέβλεψαν, με την ανωτέρω πρόσθετη συμβατική, κατ' άρθρο 361 ΑΚ, υποχρέωση της αναιρεσείουσας.
Επίσης, όσον αφορά την προεκτιθέμενη πρόσθετη συμβατική υποχρέωση της μισθώτριας - αναιρεσείουσας, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, το περιεχόμενο της καταρτισμένης επίδικης σύμβασης με το από 3-12-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως αυτό αποδείχθηκε, με βάση το οποίο και μόνο και χωρίς να διαγνώσει άμεσα ή έμμεσα ασάφεια ή κενό, έκρινε, ότι η αναιρεσείουσα - μισθώτρια, πέραν των, εκ της κύριας μισθωτικής σύμβασης, υποχρεώσεών της ανέλαβε και πρόσθετη συμβατική υποχρέωση, να εκτελέσει τις υπολειπόμενες εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου με δικές της δαπάνες, ήτοι έκρινε με σαφήνεια και χωρίς να καταφύγει σε άλλα έγγραφα και στοιχεία, που βρίσκονται εκτός της εν λόγω σύμβασης, ότι σύμφωνα με τους όρους και μόνο του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, η συμφωνία περί εκτέλεσης των υπολειπόμενων εργασιών αποπεράτωσης του μισθίου είχε χαρακτήρα πρόσθετης συμβατικής υποχρέωσης της αναιρεσείουσας - μισθώτριας και όχι δικαιώματος αυτής.
Συνεπώς, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού, ούτε ασάφειας και αμφιβολίας ως προς τις δηλώσεις των συμβαλλομένων - διαδίκων και δη ούτε ως προς την κύρια μισθωτική σύμβαση, ούτε ως προς την προεκτιθέμενη πρόσθετη συμβατική υποχρέωση της αναιρεσείουσας, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Περαιτέρω, με βάση όλες τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ορθά απέδωσε στην επίμαχη σύμβαση το νομικό χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης, με την ανωτέρω πρόσθετη συμβατική υποχρέωση, παρεπόμενη της κύριας μισθωτικής σύμβασης [να εκτελέσει δηλαδή η αναιρεσείουσα - μισθώτρια με δικές της δαπάνες τις εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου] και ορθά υπήγαγε το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής στις διατάξεις των άρθρων 361, 574 επ.
ΑΚ και όχι του άρθρου 681 επ. ΑΚ, αφού δεν διαπίστωσε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, τα στοιχεία της σύμβασης έργου στην επίμαχη σύμβαση, ενώ ο μη προσδιορισμός της αξίας των εργασιών αποπεράτωσης, ως πρόσθετο μίσθωμα, κατανεμημένο ισομερώς, και η μη αναφορά του χρόνου εκπλήρωσης των εργασιών, δεν αναιρούν τον ανωτέρω ορθό χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης και ουδόλως συνιστούν "κεκαλυμμένη" κρίση του Εφετείου ότι η επίμαχη σύμβαση συνιστά σύμβαση έργου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των εγγράφων που αφορούσαν τις προδιαγραφές κατασκευής - αποπεράτωσης του μισθίου και δη η αναφορά στα έγγραφα : Οδηγός Δόμησης, τεύχος Μελέτης-Εφαρμογής- Τεχνικές Προδιαγραφές, τεύχος Λεπτομερειών και τεύχος "Περιγραφή Λειτουργίας Πλακάκια δαπέδου" και στα παραρτήματά του, δεν έγινε για να θεμελιώσει την κρίση του το Εφετείο ότι οι εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου συνιστούσαν συμβατική υποχρέωση και όχι δικαίωμα της αναιρεσείουσας, αλλά η κρίση του αυτή [περί υποχρέωσης], όπως σαφέστατα προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο των όρων της μεταξύ των διαδίκων επίμαχης σύμβασης και σε όχι σε στοιχεία και έγγραφα εκτός αυτής, ενώ περαιτέρω από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σαφέστατα επίσης προκύπτει ότι, το Εφετείο, ουδόλως συνδύασε τις ως άνω εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου, με αυτές στις οποίες δικαιούτο η αναιρεσείουσα μισθώτρια να προβεί, κατά τον όρο 10 του ανωτέρω συμφωνητικού μίσθωσης, και δη, περί προσθηκών, βελτιώσεων, διαρρυθμίσεων κλπ για την κατασκευή μικτού καταστήματος τροφίμων, στον οποίο άλλωστε, δέκατο (10ο) όρο, δεν γίνεται καμία αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση των εγγράφων που αφορούσαν τις προδιαγραφές κατασκευής - αποπεράτωσης του μισθίου και δη η αναφορά στα έγγραφα: Οδηγός Δόμησης, τεύχος Μελέτης - Εφαρμογής - Τεχνικές Προδιαγραφές, τεύχος Λεπτομερειών και τεύχος Περιγραφή Λειτουργίας Πλακάκια δαπέδου και στα παραρτήματά του, δεν υποδηλώνει ότι το Εφετείο διαπίστωσε έμμεσα την ύπαρξη κενού ή αμφίβολων σημείων στη σύμβαση, όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα της "υποχρέωσης" της αναιρεσείουσας να αποπερατώσει το μίσθιο, και τούτο διότι η αναφορά στα ως άνω έγγραφα δεν έγινε για τη διακρίβωση της αληθινής βούλησης των μερών, όσον αφορά την αναληφθείσα αυτή συμβατική υποχρέωση [και όχι δικαίωμα, όπως έκρινε] της αναιρεσείουσας να προβεί στην αποπεράτωση του μισθίου, ως προς το οποίο, κρίσιμο αυτό ζήτημα της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας, η κρίση αυτή του Εφετείου [περί υποχρέωσης], όπως προαναφέρθηκε και σαφέστατα προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο των όρων της μεταξύ των διαδίκων επίμαχης σύμβασης και σε όχι σε εκτός αυτής στοιχεία και έγγραφα, αλλά η εν λόγω αναφορά στα ανωτέρω έγγραφα, έγινε αποκλειστικά και μόνο ως προς την εξειδίκευση των ανωτέρω εργασιών και προσδιορισμού του κόστους τους, δηλαδή, ως προς ζητήματα, τα οποία, τα διάδικα και συμβληθέντα, στην επίμαχη σύμβαση μίσθωσης, μέρη, δεν είχαν περιλάβει στη σύμβαση τους αυτή και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαίο να την ερμηνεύσει ως προς αυτά και, κατά συνέπεια, το Εφετείο, ούτε κατά το μέρος αυτό παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ..
Επομένως ο κρινόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές, περιλαμβανόμενες στον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες, διότι ανάγονται στην, περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί του ότι δεν ανέλαβε, όπως διατείνεται, την υποχρέωση να εκτελέσει τις υπολειπόμενες εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου, αλλά είχε το δικαίωμα να τις εκτελέσει με μοναδική υποχρέωση να μην αναζητήσει τις δαπάνες από την εκμισθώτρια, η οποία (εκδοχή) δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμούς 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και το προεκτεθέν αποδεικτικό του πόρισμα, υπό το πρόσχημα ότι παραβιάστηκαν οι ως άνω ερμηνευτικοί κανόνες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 117 - 118 του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 33/2022).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που εκτίθενται στην αγωγή, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία, συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 18/1998, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1306/2020, ΑΠ 492/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.
Μίσθωμα, ήτοι αντάλλαγμα της παραχωρούμενης στο μισθωτή χρήσης του μισθίου, μπορεί να αποτελεί οποιαδήποτε παροχή, ήτοι παροχή σε χρήμα, ανάληψη δαπανών, παροχή σε είδος, εκτέλεση έργου, με συνέπεια, ο,τιδήποτε δαπανηθεί στο μίσθιο, για προσθήκες ή βελτιώσεις αυτού, το οποίο επαυξάνει την αξία του, να αποτελεί πρόσθετο αντάλλαγμα για τη χρήση του ακινήτου, το οποίο προσαυξάνει το καταβαλλόμενο μίσθωμα, αρκεί οι δαπάνες αυτές να προσδιορίζονται κατ' είδος και ποσό, να πραγματοποιήθηκαν από το μισθωτή λόγω συμβατικής του υποχρέωσης, ακόμη και αν παραμείνουν μετά τη λήξη της μίσθωσης υπέρ του εκμισθωτή, χωρίς καμία αξίωση του μισθωτή, που πραγματοποίησε τις δαπάνες αυτές, για αποζημίωσή του και να υπάρχει συμφωνία με βάση την οποία υπολογίζονται στο μίσθωμα, το χρόνο διενέργειας αυτών και το χρονικό διάστημα που υπολογίζονται (ΑΠ 1229/2011).
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 574 επ. και 681 του Α.Κ. : α) ευθέως, με το να μην απορρίψει την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω νομικής αοριστίας, άλλως, ως νομικά αβάσιμη, κατά παραδοχή του σχετικού δεύτερου λόγου της έφεσής της και τούτο διότι, όπως ισχυρίζεται, αν πράγματι η μισθώτρια - αναιρεσείουσα είχε αναλάβει υποχρέωση εκτέλεσης εργασιών για την αποπεράτωση του μίσθιου, τότε η αναιρεσίβλητη θα έπρεπε να ζητεί με την αγωγή της, κατ' άρθρα 361 και 574 ΑΚ, την καταβολή του αιτούμενου με την αγωγή ποσού των 655.521,04 ευρώ, για τις δαπάνες αποπεράτωσης του μισθίου, ως πρόσθετο μίσθωμα κατανεμημένο ισομερώς κατά μήνα, διαφορετικά θα έπρεπε να κρίνει το Εφετείο, ότι καταρτίστηκε μικτή σύμβαση και ότι η πρόσθετη υποχρέωση αποπεράτωσης του μισθίου, φέρει τα στοιχεία σύμβασης έργου και β) εκ πλαγίου, λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τούτο διότι, όπως ισχυρίζεται, η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και χαρακτήρισε ορθώς τη σύμβαση ως σύμβαση εμπορικής μίσθωσης και όχι ως μικτή, υποχρεώνει τη μισθώτρια όχι στην καταβολή πρόσθετου μισθώματος κατανεμημένου ισομερώς κατά μήνα, αλλά στην καταβολή αποζημίωσης, την οποία προσδιορίζεται στο ύψος της δαπάνης για την αποπεράτωση του μισθίου, ωσάν να είχε καταρτιστεί αυτοτελής σύμβαση έργου και όχι εμπορική μίσθωση.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1394/2021 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, όσον αφορά το δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, τα ακόλουθα: "Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη και νόμω αβάσιμη.
Πλην όμως, με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή είναι, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εναγόμενη με το εφετήριο και τις προτάσεις της, επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995 περί εμπορικών μισθώσεων, ενώ η συμβατική ανάληψη από την εναγόμενη της αποπεράτωσης του μισθίου με δικές της δαπάνες αποτελεί παρεπόμενη πρόσθετη υποχρέωση της.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της ένδικης από 24-12-2018 αγωγής της αναιρεσίβλητης, που έχει το προεκτιθέμενο περιεχόμενο και αίτημα, προκύπτει ότι αυτή δεν πάσχει από νομική αοριστία, διότι εκτίθενται σε αυτή με επάρκεια και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361 και 574 ΑΚ, ήτοι ως σύμβασης μίσθωσης (και όχι έργου, ούτε μικτής) και περιέχεται σε αυτή ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ.
και ειδικότερα αναφέρονται σε αυτή: α) η κατάρτιση της σύμβασης εμπορικής μίσθωσης, ο χρόνος κατάρτισης αυτής και η διάρκειά της, β) η ιδιότητα της ενάγουσας ως εκμισθώτριας και της εναγομένης ως μισθώτριας, γ) η περιγραφή του μισθίου και ο τόπος στον οποίο βρίσκεται, δ) το ύψος του συμφωνηθέντος μισθώματος καθώς και ο χρόνος που ήταν καταβλητέο, ενώ περαιτέρω περιέχει επαρκή και σαφή αναφορά και των πραγματικών περιστατικών και στοιχείων που αφορούν τη συμβατικά αναληφθείσα από την αναιρεσείουσα - μισθώτρια πρόσθετη υποχρέωση εκτέλεσης των υπολειπόμενων εργασιών αποπεράτωσης του μισθίου, τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και την επελθούσα ζημία στην εκμισθώτρια από την παράβαση της συμβατικής αυτής υποχρέωσης από πλευράς της μισθώτριας, την οποία αιτείται ως αποζημίωση, χωρίς η πρόσθετη αυτή υποχρέωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, να φέρει τα στοιχεία σύμβασης έργου ή μικτής.
Δεν ήταν αναγκαίο για το νομικά ορισμένο της αγωγής και για τη νομιμότητα του αιτήματός της, να ζητεί η αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια την καταβολή του ποσού των 655.521,04 ευρώ, για τις δαπάνες αποπεράτωσης του μισθίου, ως πρόσθετο μίσθωμα κατανεμημένο ισομερώς κατά μήνα, έναντι της παραχώρησης του μισθίου, διότι τούτο αναγκαίως προϋποθέτει, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, σχετική συμφωνία μεταξύ μισθωτή και εκμισθωτή και τέτοια συμφωνία δεν αναφέρεται στην ένδικη αγωγή ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων.
Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το χαρακτήρα, τους όρους και το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων επίδικης σύμβασης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, δεχόμενο με επάρκεια και σαφήνεια ότι η καταρτισθείσα αυτή μεταξύ των διαδίκων σύμβαση συνιστά εμπορική μίσθωση με παρεπόμενη πρόσθετη ανάληψη υποχρέωσης από πλευράς της αναιρεσείουσας - μισθώτριας να εκτελέσει με δικές της δαπάνες τις υπολειπόμενες εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου, την οποία τελικά (πρόσθετη αυτή υποχρέωσή της), δεν εκπλήρωσε, με αποτέλεσμα να υποχρεούται σε αποζημίωση της αναιρεσίβλητης, ενώ από το σύνολο των προεκτιθέμενων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης σαφώς συνάγεται ότι ουδόλως περιέλαβε στοιχεία και παραδοχές που παραπέμπουν σε σύμβαση έργου, ούτε σε μικτή σύμβαση.
Ειδικότερα, δεν στερείται νόμιμης βάσης η προσβαλλόμενη απόφαση επειδή δέχεται υποχρέωση της αναιρεσείουσας - μισθώτριας σε καταβολή αποζημίωσης λόγω μη εκπλήρωσης της άνω πρόσθετης συμβατικής της υποχρέωσης να εκτελέσει με δικές της δαπάνες τις υπολειπόμενες εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου και όχι σε καταβολή πρόσθετου μισθώματος κατανεμημένου ισομερώς κατά μήνα έως τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, αυτό προϋποθέτει αναγκαίως σχετική συμφωνία μεταξύ μισθωτή και εκμισθωτή και τέτοια συμφωνία δεν υπήρξε, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των διαδίκων.
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλονται οι προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ως ανωτέρω πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 594 ΑΚ "Ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως τη μίσθωση και συγχρόνως να ζητήσει αποζημίωση, αν ο μισθωτής, παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή, δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε ή δεν τηρεί τη συμπεριφορά που πρέπει απέναντι στους άλλους ενοίκους".
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση) και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων, ούτε επίσης και τα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν τα ανωτέρω προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.
ΑΠ 14/2004, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 574 επ.
και 594 του Α.Κ, σε συνδυασμό με το άρθρο 43 Π.Δ. 34/1995 και με τους όρους του από 3-13-2010 συμφωνητικού μίσθωσης, όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό της, επειδή δέχθηκε ότι η από 1-12-2017 καταγγελία της μίσθωσης από την αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια ήταν έγκυρη, ενώ η ίδια (αναιρεσείουσα) είχε προτείνει πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης ότι είναι άκυρη, διότι, όπως υποστηρίζει, η ίδια, ως μισθώτρια, δεν είχε αναλάβει συμβατική υποχρέωση αποπεράτωσης του μισθίου και ως εκ τούτου δεν παραβίασε όρο της σύμβασης, ούτε και προέβη σε κακή χρήση του μισθίου, αφού δεν είχε υποχρέωση, αλλά δικαίωμα, να προβεί στις εν λόγω εργασίες και τέλος δεν περιέλαβε αιτιολογία για τη μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου λόγω της αχρησίας, που είναι αναγκαίο για να κριθεί ότι έγινε κακή χρήση του μισθίου.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενες παραδοχές της, ότι η αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια προέβη σε έγκυρη καταγγελία της επίδικης μίσθωσης για το λόγο ότι με τη μη αποπεράτωση του μίσθιου χώρου η αναιρεσείουσα - μισθώτρια παραβίαζε τους υπό στοιχεία Εα', Εβ' και Εγ' όρους του από 3-12-2010 συμφωνητικού μίσθωσης και, επομένως, η αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια είχε δικαίωμα να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ως άνω συμφωνητικού για παράβαση ουσιώδους όρου του συμφωνητικού αυτού, καθώς και για το λόγο ότι η, κατά τα άνω, παράλειψη της αναιρεσείουσας να προβεί στη συμφωνηθείσα αποπεράτωση του μισθίου συνιστούσε κακή χρήση αυτού εκ μέρους της, παρέχοντας δικαίωμα καταγγελίας στην αναιρεσίβλητη.
Οι ανωτέρω δύο λόγοι καταγγελίας, με βάση τους οποίους έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λύθηκε εγκύρως η μίσθωση, ουσιαστικά ταυτίζονται, αφού και οι δύο ανάγονται στην παράβαση, από πλευράς της αναιρεσείουσας - μισθώτριας, της αναληφθείσας από αυτή, σύμφωνα με της ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πρόσθετης συμβατικής της υποχρέωσης, να εκτελέσει με δικές της δαπάνες τις υπολειπόμενες εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου.
Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αφού υπό τα ως άνω, με την προσβαλλόμενη απόφαση ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσείουσα - μισθώτρια είχε αναλάβει πρόσθετη συμβατική υποχρέωση να εκτελέσει τις υπολειπόμενες εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου με δικές της δαπάνες, την οποία τελικά (πρόσθετη αυτή υποχρέωσή της), δεν εκπλήρωσε, με αποτέλεσμα να παραβιάσει τους αντίστοιχους σχετικούς όρους της σύμβασης μίσθωσης και να παράσχει στην αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια το δικαίωμα να καταγγείλει εγκύρως τη μίσθωση, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ως άνω συμφωνητικού, για παράβαση ουσιώδους όρου αυτού, με βάση δε τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου και ανεξάρτητα αν αυτό συνιστούσε ή όχι κακή χρήση του μισθίου, ορθά κρίθηκε ως έγκυρη η προαναφερόμενη καταγγελία της επίδικης σύμβασης μίσθωσης από την αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους.
Επίσης, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο είχε προτείνει πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης είχε επαναφέρει και δη ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης από την αναιρεσίβλητη - εκμισθώτρια και τον απέρριψε, καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.
Τέλος, η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέλαβε αιτιολογία για τη μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου λόγω της αχρησίας, ήτοι στοιχείο που είναι αναγκαίο για να κριθεί ότι έγινε κακή χρήση του μισθίου, είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η κακή χρήση του μισθίου συνίσταται σε αχρησία, ενώ, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, συνίσταται στην παράλειψη της μισθώτριας να προβεί στη συμφωνηθείσα αποπεράτωση του μισθίου.
Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον με τις περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης από την αναιρεσίβλητη ήταν έγκυρη.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 287, 288, 289, 298, 323 και 335 ΑΚ ορίζεται αντίστοιχα ότι : "Ενοχή είναι η σχέση, με την οποία ένα πρόσωπο έχει υποχρέωση προς ένα άλλο σε παροχή. Η παροχή μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη", "Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", "Αν το πράγμα που οφείλεται είναι ορισμένο μόνο κατά γένος, το δικαίωμα της επιλογής, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, ανήκει στον οφειλέτη.
Ο οφειλέτης δεν έχει υποχρέωση να δώσει από τα άριστα πράγματα του γένους, ούτε έχει δικαίωμα να δώσει από τα χειρότερα", "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί", " Αν ο χρόνος της παροχής δεν συνάγεται ούτε από τη δικαιοπραξία ούτε από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης, έχει δικαίωμα ο δανειστής να απαιτήσει και ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή αμέσως" και "Αν κατά την εκπλήρωσή της η παροχή είναι ολικά ή μερικά αδύνατη για λόγους που είτε είναι γενικοί είτε αφορούν τον οφειλέτη, αυτός έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία του δανειστή που επέρχεται από την αδυναμία".
Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 περ. α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον προσδιορισμό της έκτασης της ζημίας της αναιρεσίβλητης, παρά το νόμο, αφενός έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα διέλαβε παραδοχές ότι η αναιρεσείουσα και η αναιρεσίβλητη είχαν συμφωνήσει ότι οι εργασίες αποπεράτωσης θα γίνονταν με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές κατασκευής, οι οποίες περιγράφονται στον Οδηγό Δόμησης, στο τεύχος Μελέτης-Εφαρμογής-Τεχνικές Προδιαγραφές και στα λοιπά τεύχη της αναιρεσείουσας, χωρίς ωστόσο η αναιρεσίβλητη να έχει προτείνει παραδεκτά τέτοιο ισχυρισμό με την αγωγή της και τις πρωτόδικες προτάσεις της και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από αυτή (αναιρεσείουσα), με τις πρωτόδικες προτάσεις της και με λόγο έφεσης, ισχυρισμό της ότι ο προσδιορισμός της έκτασης της ζημίας της αναιρεσίβλητης πρέπει να γίνει κατά τα άρθρα 173, 200, 287, 288, 289, 298 και 361 ΑΚ σε συνδυασμό με τους όρους 6, Εα, 10 και 13 του συμφωνητικού μίσθωσης.
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει ότι οι εργασίες αποπεράτωσης θα γίνονταν με βάση τις ανωτέρω συγκεκριμένες προδιαγραφές κατασκευής της αναιρεσείουσας, χωρίς αυτό να έχει προταθεί παραδεκτά από την αναιρεσίβλητη, είναι αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της ένδικης από 24-12-2018 αγωγής της αναιρεσίβλητης, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορθά εκτιμάται, συνάγεται ότι είχε προταθεί από την αναιρεσίβλητη η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και δη περί αποπεράτωσης του μισθίου με βάση τις προεκτιθέμενες προδιαγραφές της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, η ύπαρξη της συμφωνίας αυτής περιέχεται στο αγωγικό δικόγραφο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενό του, καθόσον, όπως αναφέρεται σε αυτό, στην πρόταση προς σύναψη της σχετικής σύμβασης προς εκτέλεση των εργασιών αποπεράτωσης, που έγινε από την αναιρεσείουσα προς την αναιρεσίβλητη, με την από 8-3-2012 επιστολή της πρώτης, ήτοι για να αναλάβει η τελευταία την εκτέλεση των εργασιών αυτών, η οποία είχε ως θέμα "Πρόσκληση συμμετοχής στο διαγωνισμό για την επιλογή αναδόχου του έργου μετασκευής κτιρίου για την κατασκευή ισογείου μικτού καταστήματος τροφίμων με υπόγεια αποθήκη και υπαίθριο χώρο στο Μεταξουργείο", η αναιρεσίβλητη αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και συμφώνησε με τους όρους της, αναφέροντας με την από 25-4-2012 επιστολή της ότι : "Έχοντας λάβει υπ' όψιν μας όλες τις μελέτες, τα συνοδευτικά τεύχη, τις διευκρινήσεις και τις απαντήσεις στις απορίες που υπήρχαν, καθώς επίσης και τον Οδηγό Δόμησης (έκδοσης 01-03-12), του τεύχους Μελέτης-Εφαρμογής-Τεχνικές Προδιαγραφές (έκδοσης 05-2005), του τεύχους λεπτομερειών (έκδοσης 03-2012) και του τεύχους Περιγραφή Λειτουργίας Πλακάκια δαπέδου" και τα παραρτήματά του, τις μελέτες - προσφορές των υποδεικνυομένων προμηθευτών - συνεργατών σας, προσφέρουμε το συνολικό κατ' αποκοπή τίμημα των 528.646,00 ευρώ...πλέον ΦΠΑ".
Συνεπώς εμπεριέχεται στην αγωγή ο ισχυρισμός ότι η αναιρεσίβλητη είχε αποδεχθεί και είχε συμφωνήσει να αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών αποπεράτωσης του μισθίου, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες προδιαγραφές της αναιρεσείουσας, που η ίδια είχε προτείνει με την από 8-3-2012 επιστολή της. Επομένως ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος είναι, κατά το ανωτέρω μέρος του αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από αυτή, με τις πρωτόδικες προτάσεις της και με λόγο έφεσης, ισχυρισμό της ότι ο προσδιορισμός της έκτασης της ζημίας της αναιρεσίβλητης πρέπει να γίνει κατά τα άρθρα 173, 200, 287, 288, 289, 298 και 361 ΑΚ σε συνδυασμό με τους προαναφερόμενους όρους του συμφωνητικού μίσθωσης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν συνιστά "πράγμα" κατά την ανωτέρω έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., αλλά, αρνητικό της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ισχυρισμό, προς αντίκρουση του τρόπου προσδιορισμού της έκτασης της ζημίας, που η τελευταία αναφέρει στο αγωγικό της δικόγραφο και σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 8 περ. α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 574 επ., 173, 200, 298, 287, 288, 289, 323 και 335 του Α.Κ., ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αναφορικά με τον προσδιορισμό της έκτασης της ζημίας της αναιρεσίβλητης.
Πιο συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα - μισθώτρια είχε υποχρέωση εκτέλεσης των υπολειπόμενων εργασιών αποπεράτωσης του μισθίου, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στην από 8.3.2012 πρόσκληση συμμετοχής στο διαγωνισμό για την κατασκευή ισογείου μικτού καταστήματος τροφίμων, χωρίς να υπάρχει προς τούτο συμφωνία, αν και υπήρχε συμβατικό δικαίωμα να χρησιμοποιηθεί το μίσθιο και ως σούπερ μάρκετ τροφίμων, ή ως υπεραγορά τροφίμων ή ως πολυκατάστημα.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε με επάρκεια και σαφήνεια ότι με το συμφωνητικό μίσθωσης συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιούνταν από τη μισθώτρια ως "μικτό κατάστημα τροφίμων", σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις και περαιτέρω δέχθηκε ανελέγκτως ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να εκτελεστούν οι υπολειπόμενες εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες προδιαγραφές της αναιρεσείουσας και όπως αυτές αποτυπώθηκαν στην από 8.3.2012 πρόσκληση συμμετοχής στο διαγωνισμό για την κατασκευή ισογείου μικτού καταστήματος τροφίμων, το γεγονός δε ότι η αναιρεσείουσα είχε συμβατικό δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το μίσθιο και κατ' άλλο τρόπο, ήτοι ως σούπερ μάρκετ τροφίμων, ή ως υπεραγορά τροφίμων ή ως πολυκατάστημα, δεν επηρεάζει και δεν αναιρεί την γενομένη από το Εφετείο ανελέγκτως δεκτή, ως αποδειχθείσα, ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας εκτέλεσης των εργασιών αποπεράτωσης του μισθίου σύμφωνα με τις ανωτέρω προδιαγραφές.
Σε κάθε περίπτωση η ανωτέρω αιτίαση είναι απαράδεκτη διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικότερα, η άποψη της αναιρεσείουσας ότι το συμβατικό της δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το μίσθιο και κατ' άλλο τρόπο, ήτοι ως σούπερ μάρκετ τροφίμων, ή ως υπεραγορά τροφίμων ή ως πολυκατάστημα, θα έπρεπε να οδηγήσει το Εφετείο σε πόρισμα διαφορετικό από το άνω εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, καθόσον, με δεδομένο ότι δεν περιλαμβάνεται στο συμφωνητικό μίσθωσης όρος για την ποιότητα των υπολειπόμενων εργασιών αποπεράτωσης, η απόφαση διαπίστωσε εμμέσως κενό στην ερμηνεία του όρου Εα (όπου έχει ενδεικτική απαρίθμηση των εργασιών) και τούτο προκύπτει από την αξιοποίηση στοιχείων εκτός του κειμένου, και παρ' όλα αυτά δεν προσέφυγε στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, αλλά κατέληξε στην αυθαίρετη κρίση ότι οι διάδικοι "είχαν συμφωνήσει" η αποπεράτωση θα γινόταν με βάση τις προδιαγραφές των καταστημάτων της μισθώτριας, χωρίς να υπάρχει παραδοχή ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία στη σύμβαση.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της, ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για εκτέλεση των εργασιών για μικτό κατάστημα τροφίμων, σύμφωνα με τις περιλαμβανόμενες στα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα [Οδηγό Δόμησης, τεύχος Μελέτης-Εφαρμογής-Τεχνικές Προδιαγραφές και στα λοιπά τεύχη], προδιαγραφές της αναιρεσείουσας μισθώτριας, η οποία, συμφωνία αυτή όμως, που αφορά την εξειδίκευση, την ποιότητα και το κόστος των εργασιών αποπεράτωσης δεν πήγαζε, όπως προκύπτει από τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τη σύμβαση, την οποία συνακόλουθα δεν χρειάστηκε να την ερμηνεύσει κατά τούτο, αλλά, όπως συνάγεται από τις ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, η συμφωνία αυτή πήγαζε από την από 8.3.2012 πρόσκληση συμμετοχής στο διαγωνισμό για την επιλογή αναδόχου του έργου για την κατασκευή μικτού καταστήματος τροφίμων της αναιρεσείουσας - μισθώτριας και την από 24-3-2012 επιστολή - απάντηση της αναιρεσίβλητης - εκμισθώτριας, με την οποία η τελευταία, υπέβαλε σχετική προσφορά, αποδεχόμενη τους όρους της πρόσκλησης της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν αντίθετες παραδοχές ότι δεν τους αποδέχθηκε, δηλαδή τη συμφωνία ως προς τα ανωτέρω στοιχεία, το Εφετείο τη θεμελιώνει σε πραγματικά περιστατικά πέραν και εκτός της σύμβασης μίσθωσης και δη απευθείας στα άνω έγγραφα, όχι γιατί διέγνωσε κενό ή ασάφεια στη σύμβαση, αλλά γιατί η συμφωνία αυτή έγινε, όπως συνάγεται από το σύνολο των άνω παραδοχών του, μεταγενέστερα της κατάρτισης της σύμβασης μίσθωσης, δυνάμει της άνω από 8.3.2012 πρόσκλησης της αναιρεσείουσας και της από 24-3-2012 επιστολής - απάντησης της αναιρεσίβλητης.
Ειδικότερα, από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο όσον αφορά την αναληφθείσα από την αναιρεσείουσα συμβατική υποχρέωση αυτής (και όχι δικαίωμα, όπως ανελέγκτως δέχθηκε) να προβεί στην αποπεράτωση του μισθίου, τη θεμελιώνει αποκλειστικά και μόνο στο από 3-12-2020 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, στο οποίο, όσον αφορά την υποχρέωση αυτή της αναιρεσείουσας, όπως προεκτέθηκε, δεν διαπίστωσε αμέσως, ούτε εμμέσως κενό, ασάφεια ή αμφιβολία και συνεπώς ορθώς ως προς το ζήτημα αυτό δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όσον δε αφορά τη συμφωνία για την εξειδίκευση, την ποιότητα και το κόστος των εργασιών αποπεράτωσης, τη θεμελιώνει χωριστά και δη αποκλειστικά στην από 8.3.2012 πρόσκληση - πρόταση συμμετοχής στο διαγωνισμό για την κατασκευή μικτού καταστήματος τροφίμων της αναιρεσείουσας και στην από 24-3-2012 απάντηση - αποδοχή της αναιρεσίβλητης και όχι στη σύμβαση μίσθωσης, δεδομένου ότι δεν υπήρχε σχετικός όρος σε αυτή (όπως άλλωστε δέχεται και η αναιρεσείουσα, βλ.
σελ. 54 του αναιρετηρίου), αναφορικά με την εξειδίκευση, την ποιότητα και το κόστος των εργασιών αποπεράτωσης (παρά μόνο ενδεικτική απαρίθμηση των εργασιών) και επομένως ούτε ως προς το ζήτημα αυτό, της εξειδίκευσης, της ποιότητας και του κόστους των εργασιών, ήταν αναγκαίο να ερμηνεύσει τη μισθωτική σύμβαση, αφού η γενομένη αυτή δεκτή από το Εφετείο, μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων ως προς την εξειδίκευση, την ποιότητα και το κόστος των εργασιών συντελέστηκε εκτός της σύμβασης και πηγάζει, όπως συνάγεται από τις παραδοχές του, απευθείας από την ανωτέρω από 8.3.2012 πρόσκληση - (πρόταση) της αναιρεσείουσας και στην από 24-3-2012 απάντηση - (αποδοχή) της αναιρεσίβλητης.
Συνακόλουθα, ούτε ως προς την τελευταία αυτή γενομένη δεκτή από το Εφετείο, συμφωνία των διαδίκων σχετικά με την εξειδίκευση, την ποιότητα και το κόστος των εργασιών, παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμα.
Επίσης, το Εφετείο, δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε οι ανωτέρω εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου να ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές των καταστημάτων της αναιρεσίβλητης για κατασκευή μικτού καταστήματος τροφίμων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο πρώτο σκέλος του εξεταζόμενου αναιρετικού λόγου.
Περαιτέρω, το Εφετείο κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 361 και 323 ΑΚ και με επάρκεια και σαφήνεια δέχεται, όπως συνάγεται από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως χρόνο απαίτησης της παροχής εκτέλεσης των εργασιών αποπεράτωσης του μισθίου, την 18-11-2014, οπότε έληξε η ταχθείσα από την αναιρεσίβλητη προθεσμία, με την από 18-7-2014 εξώδικη δήλωση - πρόσκλησή της, αποπεράτωσης των εργασιών.
Περαιτέρω, το Εφετείο με επάρκεια και σαφήνεια, λαμβάνοντας υπόψη την, κατά τις ανελέγκτες παραδοχές του, συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι οι ανωτέρω εργασίες αποπεράτωσης του μισθίου θα ανταποκρίνονταν στις προδιαγραφές των καταστημάτων της αναιρεσίβλητης για κατασκευή μικτού καταστήματος τροφίμων, όπως αυτές περιγράφονταν στα τεύχη Οδηγός Δόμησης, τεύχος Μελέτης - Εφαρμογής - Τεχνικές Προδιαγραφές, τεύχος Λεπτομερειών και τεύχος Περιγραφή Λειτουργίας Πλακάκια δαπέδου και τα παραρτήματά του, καθώς και τις ρητά αναφερόμενες προσφορές συγκεκριμένων κατασκευαστικών εταιρειών για τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό προς ανάδειξη αναδόχου προς εκτέλεση των ανωτέρω εργασιών, που και αυτές έγιναν με βάση τις προαναφερόμενες τεχνικές προδιαγραφές της αναιρεσείουσας, αλλά και τις προσκομισθείσες από τις διάδικες πλευρές τεχνικές εκθέσεις διπλωματούχων μηχανικών, προσδιόρισε το ύψος της ζημίας της αναιρεσίβλητης και το αντίστοιχο ποσό αποζημίωσής της, στο ποσό των 500.000 ευρώ.
Με όλες τις με προαναφερόμενες παραδοχές του, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Επομένως, ο κρινόμενος τέταρτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις του, απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στο ανωτέρω σκέλος του εξεταζόμενου τέταρτου αναιρετικού λόγου, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και επαρκές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη των προβληθέντων από αυτή ισχυρισμών, οι οποίοι δεν έγιναν δεκτοί από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που επικαλούνται και αποδεικνύουν οι διάδικοι, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος ή υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου.
Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής.
Επίσης, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής. Εξάλλου, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό αυτής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα.
Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή. Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς, ή εξειδικεύουν τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο νομικός χαρακτηρισμός, ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αίτιας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (Ολ ΑΠ 2/1994, ΑΠ 478/2021, ΑΠ 315/2021, ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1859/2011).
Εξάλλου, στις περιπτώσεις της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 560/2022, ΑΠ 668/2020, ΑΠ 467/2020, ΑΠ 1155/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 769/2017). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται, εκτός των άλλων, και σε απαράδεκτο που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διάταξης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη και ως εκ τούτου παραδεκτή, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) (ΑΠ 811/2021, ΑΠ 661/2020, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 18/2018). Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι απαραδέκτως δέχθηκε ότι θεραπεύτηκε η αοριστία της αγωγής με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης ως προς την περιγραφή των εργασιών αποπεράτωσης και τις επιμέρους δαπάνες, την οποία (αοριστία) είχε η ίδια (αναιρεσείουσα) προτείνει με τις πρωτόδικες προτάσεις της και με σχετικό λόγο της έφεσής της.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1394/2021 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, όσον αφορά τον πέμπτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, τα ακόλουθα: " Απορριπτέος, επίσης, τυγχάνει και ο πέμπτος λόγος της έφεσης της εναγόμενης, σύμφωνα με τον οποίο η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρονται λεπτομερώς σ' αυτήν οι βλάβες κατ' είδος και έκταση, οι αντίστοιχες ενέργειες που απαιτούνται για την αποκατάσταση τους, καθώς και τα αντίστοιχα επιμέρους ποσά που απαιτούνται για καθεμία επιμέρους εργασία αποκατάστασης κάθε βλάβης ή η δαπάνη για την αποκατάσταση της ζημίας.
Πλην όμως, όπως ήδη έχει αναφερθεί, με τις προτάσεις της, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ενάγουσα, προέβη σε παραδεκτή συμπλήρωση κατ' άρθρο 224 παρ. β του ΚΠολΔ της αγωγής της περιγράφοντας πλήρως τις εργασίες αποκατάστασης στο μίσθιο, τις οποίες παρέλειψε να διενεργήσει η εναγόμενη και για τις οποίες η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση, καθώς και τις επιμέρους δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση τους, οι οποίες εξειδικεύονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο κατ' είδος και ποσό, με προσδιορισμό του κόστους εκάστης κατ' αποκοπή".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και ορθά δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, δεχόμενο ότι παραδεκτά συμπληρώθηκε η αγωγή με τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης ως προς την περιγραφή των εργασιών αποπεράτωσης και τις επιμέρους δαπάνες και τούτο διότι τα ανωτέρω ανάγονται σε εξειδίκευση πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την ένδικη αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και συνιστούν ποσοτική αοριστία της αγωγής και ως εκ τούτου είναι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, δικονομικώς επιτρεπτή και παραδεκτή η με τις προτάσεις της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, στον πρώτο βαθμό, συμπλήρωση ως προς τα στοιχεία αυτά της ένδικης αγωγής της.
Επομένως, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου, απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 1 του Π.Δ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων περί εμπορικών μισθώσεων" κάθε διαφορά από τη μίσθωση που ρυθμίζεται από το παρόν διάταγμα υπάγεται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδικείου, ανάλογα με το ποσό του καταβαλλόμενου μισθώματος, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 14 παρ. 1 εδ. 6` και 16 αριθ. 1 του ΚΠολΔ.
Στην αρμοδιότητα των πιο πάνω δικαστηρίων υπάγονται και οι διαφορές από παρεπόμενες συμβάσεις της μίσθωσης. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι κάθε διαφορά από τη μίσθωση, που ρυθμίζεται από το Π.Δ. 34/1995, ήτοι από εμπορική μίσθωση και δη τόσο οι κυρίες, όσο και οι παρεπόμενες διαφορές, οι οποίες εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ανάλογα με το ποσό του καταβαλλόμενου μισθώματος, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 14 παρ. 1 εδ.
β` και 16 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., έστω και αν με την αγωγή διώκεται η καταβολή χρηματικού ποσού. Δηλαδή, το ύψος του καταβαλλόμενου μισθώματος αποτελεί το κριτήριο κατανομής της αρμοδιότητας για όλες τις άνω διαφορές, όπως ορίζει το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. β`, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που με την αγωγή ζητείται, όπως προαναφέρθηκε, η καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού.
Εξάλλου, ως μισθωτική διαφορά νοείται κάθε διαφορά που ως αναγκαία ιστορική αιτία έχει τη σύμβαση μίσθωσης. Είναι άσχετο όμως αν η διαφορά μετά την κατάρτισή της προέρχεται από την ομαλή ή ανώμαλη εξέλιξή της, με μόνη την προσθήκη ότι εδώ πρέπει ως αναγκαία ιστορική αιτία να έχει όχι απλώς μισθωτική σύμβαση, αλλά τέτοια προστατευόμενη από το Π.Δ 34/1995.
Με την παραπάνω έννοια μισθωτικές διαφορές είναι και οι διαφορές, οι οποίες αναφέρονται στην αποζημίωση του μισθωτή για οποιαδήποτε νόμιμη αιτία και ιδίως λόγω μη εκτέλεσης της κύριας σύμβασης μίσθωσης ή της παρεπόμενης αυτής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47...".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται, μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τη δική του υλική αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα. Επομένως, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης, που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει, εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην για την εκδίκαση της υπόθεσης (Ολ.ΑΠ 3/1991, ΑΠ 1410/2021, ΑΠ 558/2019, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 1289/2014, ΑΠ 638/2012).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ιδρύεται αν στο αναιρετήριο αναφέρονται ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 623/2015, ΑΠ 673/2013).
Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης (Ολ ΑΠ 12/2000, ΑΠ 164/2017, ΑΠ 204/2017). Η εκδίκαση δε της διαφοράς κατά την προσήκουσα διαδικασία δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 591 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον αριθμό 1 άρθρο τέταρτο του Ν.4335/2015, η οποία ορίζει ότι αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και διατάζει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία δικάζεται.
Συνεπώς η μη τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, ενώ μόνο αν λόγω λανθασμένης διαδικασίας και εφόσον η διαφορά υπάγεται στην καθ' ύλη αρμοδιότητα του δικάσαντος δικαστηρίου, δεν εφαρμόστηκε συγκεκριμένος δικονομικός κανόνας, που έπρεπε να εφαρμοστεί και ο οποίος, προδήλως, περιέχει ή ευνοϊκότερες για τον εναγόμενο ή αυστηρότερες για τον ενάγοντα διατάξεις, δημιουργουμένης έτσι δικονομικής παράβασης, μπορεί να ιδρυθεί κάποιος λόγος αναίρεσης υπό του περιοριστικώς απαριθμούμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 402/1981, ΑΠ 940/2020, ΑΠ 597/2020, ΑΠ 1355/2012, ΑΠ 1596/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, όσον αφορά τον έκτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, τα ακόλουθα: "Απορριπτέος, επίσης, τυγχάνει και ο έκτος λόγος της έφεσης της εναγόμενης, με τον οποίο διατείνεται ότι η κρινόμενη αγωγή θα έπρεπε να εκδικασθεί από το Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία καθώς, όπως ειπώθηκε, η ένδικη διαφορά είναι διαφορά από σύμβαση μίσθωσης, εκδικαζόμενη κατ' άρθρο 614 του ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ενώ, ως εκ του ύψους του μισθώματος, υπάγεται κατ' άρθρο 16 περ. 1 στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών".
Ήδη, με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ με την κρίση της ότι η αγωγή παραδεκτά εισήχθη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ενώ έπρεπε να κριθεί το Μονομελές Πρωτοδικείο καθ' ύλην αναρμόδιο και να παραπεμφθεί η εκδίκαση της αγωγής καθ'ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία και επικουρικά για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η ένδικη σύμβαση είναι μικτή, με στοιχεία μίσθωσης και έργου, τότε αρμόδιο είναι λόγω ποσού το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία, οπότε το Εφετείο που δέχθηκε ότι παραδεκτά εισήχθη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπέπεσε στην άνω πλημμέλεια, με την κρίση του δε αυτή η ίδια (αναιρεσείουσα) υπέστη δικονομική βλάβη, διότι στερήθηκε το φυσικό της δικαστή, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 8 εδαφ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 109 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται σε καθ' ύλην αναρμοδιότητα του δικαστηρίου (και όχι μόνο σε μη τήρηση της προσήκουσας διαδικασίας από το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο) αποδίδει, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του, στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλην όμως, κατά το μέρος του αυτό, είναι απορριπτέος πρωτίστως, ως απαράδεκτος, καθόσον η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ως προς τη δική του αρμοδιότητα, αλλά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός.
Περαιτέρω, κατά το μέρος που με τον ίδιο αυτό αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, λόγω μη τήρησης της προσήκουσας διαδικασίας, που κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ήταν η τακτική διαδικασία και όχι η διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με την οποία εκδικάστηκε η υπόθεση, ο λόγος αυτός είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον δεν γίνεται επίκληση από την αναιρεσείουσα, όσον αφορά την επικαλούμενη λανθασμένη διαδικασία ότι επήλθε βλάβη σε αυτή διότι δεν εφαρμόστηκε συγκεκριμένος δικονομικός κανόνας που έπρεπε να εφαρμοστεί και ο οποίος, προδήλως, περιέχει ή ευνοϊκότερες για την εναγόμενη ή αυστηρότερες για την ενάγουσα διατάξεις, δημιουργουμένης έτσι δικονομικής παράβασης.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, εφόσον το Εφετείο ορθά, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στον πρώτο αναιρετικό λόγο, απέδωσε στην επίμαχη σύμβαση το νομικό χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης [με την προεκτιθέμενη παρεπόμενη πρόσθετη συμβατική υποχρέωση της αναιρεσείουσας] και όχι έργου, ούτε μικτή και λαμβανομένου υπόψη του ύψους του συμφωνημένου μισθώματος, που υπερέβαινε το ποσό των 600 ευρώ, η εκδίκαση της ένδικης αγωγής υπαγόταν, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ήταν εκδικαστέα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα.
Με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 του ήδη ισχύοντος Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", που ισχύει και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση, σχετικά με τον προσδιορισμό της νόμιμης αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται ότι : 1) "Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, ως εξής: i.
Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής, όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ, ...", ενώ, με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: "Για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου είναι ίση με την αμοιβή της παρ. 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής".
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 178 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι : "1. Σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός", με τη διάταξη του άρθρου 189 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι : "Αποδίδονται μόνο τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα που ήταν απαραίτητα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και ιδίως:
α) τα τέλη χαρτοσήμου για την σύνταξη των αποφάσεων, των δικογράφων, των δικαστικών εκθεσεων και των άλλων εγγράφων της δίκης και για την ενέργεια των διαδικαστικών πράξεων, β) το τέλος δικαστικού ενσήμου, γ) η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων και των δικαστικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν, δ) τα ποσά που καταβάλλονται στους μάρτυρες για έξοδα και Αποζημίωση, καθώς και στους πραγματογνώμονες για έξοδα και αμοιβή, σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν, ε) τα ποσά που καταβλήθηκαν για την προσαγωγή άλλων αποδεικτικών μέσων, καθώς και τα έξοδα ταξιδιού και αλληλογραφίας που κατέβαλε ο διάδικος για να εμφανιστεί στη δίκη", με τη διάταξη του άρθρου 190 παρ. 1 και 3 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι : "1.
Για τον προσδιορισμό και την εκκαθάριση του ποσού των εξόδων που πρέπει να αποδοθούν, κάθε διάδικος πρέπει να επισυνάψει στη δικογραφία, έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, κατάλογο των εξόδων και να φέρει, έως το τέλος της συζήτησης, τις παρατηρήσεις του για τον κατάλογο εξόδων που έχει υποβάλει ο αντίδικός του... 3.
Για την εκκαθάριση των εξόδων αρκεί πιθανολόγηση" και τέλος με τη διάταξη του άρθρου 191 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι : "1. Όταν το δικαστήριο αποφασίζει οριστικά για ολόκληρη την κύρια ή την παρεμπίπτουσα δίκη ή για ένα μέρος της, πρέπει, εφόσον έχει υποβληθεί ο κατάλογος του άρθρου 190, να περιλάβει διάταξη στην απόφαση για την υποχρέωση της πληρωμής των εξόδων, καθορίζοντας και το ποσό τους. 2.
Αν δεν υποβληθεί ο κατάλογος εξόδων, το δικαστήριο προχωρεί στην εκκαθάρισή τους, αν έχει υποβληθεί αίτημα για την επιδίκασή τους". Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 του ήδη ισχύοντος Ν. 4194/2013 συνάγεται ότι μειώνονται οι ποσοστιαίοι συντελεστές υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής, κατ' αντίστροφη αναλογία προς την αύξηση της αξίας του αντικειμένου της δίκης (63 παρ. 1 περ. i στ.
α' - η' Κωδ. Δικ.) και διατηρείται ως σημείο αναφοράς, κατ' αρχήν, το ποσοστό 2%, ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, για τη σύνταξη του δικογράφου της κύριας αγωγής εφαρμοζομένου, όμως, αυτού μόνο επί του τμήματος του οικονομικού αντικειμένου της δίκης, το οποίο δεν υπερβαίνει τις 200.000 €. Για το υπερβάλλον αυτού ποσό η νόμιμη αμοιβή απομειώνεται σταδιακά και δη σε ποσοστό 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ και τελικά περιορίζεται σταδιακά μέχρι το 0,05% για το τμήμα της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, που υπερβαίνει τα 25.000.000 €.
Έτσι, με βάση τον ανωτέρω τρόπο υπολογισμού των ελαχίστων ορίων της δικηγορικής αμοιβής, ήτοι κατά φθίνουσα κλίμακα συντελεστών, οι οποίοι αντιστοιχούν σε, κατ' αντίστροφη αναλογία (αύξουσα κλίμακα) οριζόμενα, επιμέρους ποσοτικά τμήματα του συνόλου του αντικειμένου της δίκης, το σύνολο αυτής (αμοιβής) εξάγεται από το άθροισμα των επιμέρους, ποσών που αναλογούν σε κάθε, επιμέρους, τμήμα του συνόλου του αντικειμένου της (Ολ.
ΑΠ 8/2021). Περαιτέρω, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων, σαφώς συνάγεται ότι, στο διάδικο που νίκησε δεν αποδίδεται μόνο η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, αλλά και τα λοιπά έξοδα που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης (παραστάσεις, τέλη χαρτοσήμου, τέλος δικαστικού ενσήμου, επιδόσεις, αντίγραφα, κλπ), που ενδεικτικά απαριθμούνται στο άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 405/2022, ΑΠ 905/2011).
Εξάλλου, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε και η επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής, πάνω από τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί δικηγόρων κατώτατα όρια, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αλλά είναι συνέπεια της αρχής της ήττας και ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής νίκης και ήττας ή λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας της διάταξης που εφαρμόστηκε, κατά τα άρθρα 178 παρ. 1 και 179 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1358/2018, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 97/2018, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 613/2010).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ εκ του ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατωτέρου ορίου του Κώδικα Δικηγόρων ( ΑΠ 405/2022, ΑΠ 969/2020, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 77/2014, ΑΠ 613/2010). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, όσον αφορά τον έβδομο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο η τελευταία παραπονέθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης ότι την καταδίκασε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη υπέρογκη δικαστική δαπάνη, κατά παράβαση των σχετικών εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, τα ακόλουθα: "Με τον τελευταίο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα-εναγόμενη προσβάλλει τη διάταξη της εκκαλουμένης αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα, παραπονούμενη ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένως την καταδίκασε στην πληρωμή, των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, ύψους 20.000 ευρώ, το οποίο αφενός μεν είναι υπέρογκο, αφετέρου δε έπρεπε να είχε συμψηφίσει τα έξοδα κατ' άρθρο 179 εδ.
β' του ΚΠολΔ, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Ο λόγος αυτός της έφεσης, είναι παραδεκτός, αφού προσβάλλεται συγχρόνως και η ουσία της υπόθεσης (άρθρο 193 ΚΠολΔ), πλην όμως, κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον η επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, της οποίας η αγωγή έγινε μερικά δεκτή, ορθώς επιβλήθηκε σε βάρος της εναγόμενης, εφόσον ηττήθηκε αυτή και είχε υποβληθεί και σχετικό αίτημα εκ μέρους της ενάγουσας".
Ήδη, με τον πρόσθετο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αναιρετική πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1β , 68 παρ. 1 Ν. 4194/2013, 178, 189, 190 παρ. 3 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας το λόγο της έφεσής της, αναφορικά με τα δικαστικά έξοδα που της είχε επιβάλει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο προέβη στην κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε διάδικης πλευράς και την υποχρέωσε να καταβάλει στην εναγομένη - αναιρεσίβλητη για δικαστικά έξοδα το ποσό των 20.000 ευρώ, ενώ εάν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις, ήτοι κατά τη φθίνουσα κλίμακα των συντελεστών υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής, που τελούν σε συνάρτηση με αντίστοιχα ποσοτικά και κατ' αντίστροφη κλίμακα οριζόμενα, επιμέρους, τμήματα του συνόλου της αξίας του αντικειμένου της δίκης, επί των οποίων εφαρμόζεται ο κάθε ποσοστιαίος συντελεστής, αυτά ανέρχονται, κατ' ορθό υπολογισμό επί του οικονομικού αντικειμένου της δίκης, ύψους 500.000 ευρώ, στο ποσό των 17.000 ευρώ.
Ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος, καθόσον ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής νίκης και ήττας, κατά το άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά και για την οποία δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία, ενώ δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ εκ του ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατωτέρου ορίου του Κώδικα Δικηγόρων.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στο διάδικο που νίκησε εν μέρει δεν αποδίδεται μόνο η ανάλογη δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, αλλά και τα λοιπά ανάλογα έξοδα, που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και, ως εκ τούτου, αποδοτέα δικαστικά έξοδα στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη δεν ήταν μόνο η εκ ποσού 17.000 ευρώ δικηγορική αμοιβή, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά και τα ανάλογα λοιπά απαραίτητα για τη διεξαγωγή της δίκης έξοδα και ως εκ τούτου με την επιδίκαση του μεγαλύτερου ποσού των 20.000 ευρώ, δεν παραβιάστηκαν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, οι προαναφερόμενες διατάξεις.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος αυτής λόγος, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ της αναιρεσίβλητης ως διαδίκου που νίκησε στην παρούσα δίκη, γιατί το σχετικό αίτημα, που περιέχεται μόνο στις από 29-11-2022 προτάσεις της, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, εφόσον αυτές δεν υπογράφονται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γιαννατσή, ο οποίος την εκπροσώπησε στην παρούσα δίκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
και έχει προς τούτο πληρεξουσιότητα (βλ. το υπ'αριθμ. 20288/1-11-2022 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσταθίας Α. Ζούβελου), αλλά από τον δικηγόρο Γεώργιο Ψαράκη, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε και την εκπροσώπησε με οποιοδήποτε τρόπο στη δίκη, ούτε και προκύπτει ότι του έχει χορηγηθεί πληρεξουσιότητα από την αναιρεσίβλητη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Συνεκδικάζει την από 15-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../2021 αίτηση αναίρεσης και τον από 17-3-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης /2022 πρόσθετο λόγο αυτής κατά της υπ' αριθμ. 1394/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την αναίρεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ