Legislator Case Law & Legislation
1095/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against second claim for violation of civil procedure and substantive law rules.

Case Number 1095/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the second claim of the plaintiff, finding the lower court erred in law. The plaintiff argued the court violated procedural rules regarding registration dates and substantive law provisions on security interests. Consequently, the appeal was accepted, the contested judgment was annulled regarding the second claim, and the case was remitted for a new substantive hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 325(2), 715, 721, 727, 1049 of the Civil Procedure Code and Article 175 of the Civil Code; The court must apply substantive law provisions when their conditions are met, and an appeal based on violation of these rules is admissible if the lower court incorrectly excluded their application.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Security Interest Real Property Appeal Admissibility Violation of Law Remittal for Hearing Substantive Law

Cited Legislation

AI generated
Article 325(2) of the Civil Procedure Code
Article 715 of the Civil Procedure Code
Article 721 of the Civil Procedure Code
Article 727 of the Civil Procedure Code
Article 1049 of the Civil Procedure Code
Article 175 of the Civil Code
Article 559(1) and (8) of the Civil Procedure Code
Article 495(3) of the Civil Procedure Code
Article 580(3) of the Civil Procedure Code
Article 581 of the Civil Procedure Code
Article 570(2) of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1095 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1095/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς, κατοικοεδρεύοντα στην Κηφισιά Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Η ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΠΑΛΑΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Ν. 2330/1995", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Η ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΠΑΛΑΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Ν. 2330/1995", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς, κατοικοεδρεύοντα στην Κηφισιά Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2001 αγωγή της υπό στοιχείο Α πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1424/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1503/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω υπό στοιχείο Α πρώτη ήδη αναιρεσίβλητη και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα, με την από 24/4/2007 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1791/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1503/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 929/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 11/11/2014 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 14/11/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 8/11/2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας ζήτησε την απόρριψη της από 11/11/2014 αιτήσεως, την παραδοχή της από 14/11/2014 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 11-11-2014 αίτηση του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος-εφεσιβλήτου, Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 929/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και η από 14-11-2014 αίτηση της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης, εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα Κρήτης (ν. 2330/1995)" για αναίρεση της ίδιας παραπάνω απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα το με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΤΩΝ ΑΝΩ ΑΙΤΗΣΕΩΝ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νόμιμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2861/29-5-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ. Μ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης από 11-11-2014 αίτησης αναίρεσης με την πράξη κατάθεσης και την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, για τη δικάσιμο της 20-11-2017, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 23-1-2018 βεβαίωσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου, με την οποία βεβαιώνεται ότι η συζήτηση της άνω αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3-12-2018, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο κατ' άρθρο 128 ΚΠολΔ,, με θυροκόλληση, λόγω απουσίας του από την κατοικία του, καθώς και των λοιπών προσώπων, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άνω άρθρου και παράδοση την ίδια ημέρα της θυροκόλλησης (29-5-2018) αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του αξιωματικού υπηρεσίας του αστυνομικού τμήματος της κατοικίας του, λόγω απουσίας του προϊσταμένου και ταχυδρόμηση ομοίως την ίδια ημέρα (29-5-2018) προς τον παραλήπτη έγγραφης ειδοποίησης για το θυροκολληθέν έγγραφο.

Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, εφόσον κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την παραπάνω ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία του δεύτερου αναιρεσίβλητου, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθ. 226 παρ. 4 εδ.

α', γ' και δ', 568 παρ. 4, 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 929/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του δευτέρου εφεσιβλήτου και ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, επί των εφέσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ. 1424/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1791/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, που είχε αναιρέσει την υπ' αριθ. 1503/2005 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία είχε απορριφθεί η έφεση της αναιρεσείουσας, ενώ είχε γίνει δεκτή η έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου και είχε απορριφθεί η αγωγή.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο Αθηνών απέρριψε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, αλλά και την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της προαναφερόμενης οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 12-11-2001 αγωγή της (αναιρεσείουσας) κατά των αναιρεσίβλητων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 56 4, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης, ενώ θα πρέπει το δικαστήριο, η απόφαση του οποίου προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης, να ήταν υποχρεωμένο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 3994/2011, αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, όταν αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή του ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτες.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι η ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ιστορούσε σ' αυτή, ότι ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) με χρήματα δικά της, που παρανόμως είχε ιδιοποιηθεί, έγινε κύριος, ύστερα από αγορά, δυνάμει του υπ' αριθ.

…/1982 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Μαυράκη, που μεταγράφηκε νομίμως, ενός ακινήτου, ότι με την υπ' αριθ. 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από σχετική αίτησή της και για την εξασφάλιση της κύριας απαίτησής της κατά του δεύτερου εναγομένου για τη μεταβίβαση σ' αυτήν από τον τελευταίο του παραπάνω ακινήτου, διατάχθηκε η δικαστική μεσεγγύηση του ακινήτου αυτού και μεσεγγυούχος διορίστηκε η ίδια, η οποία έκτοτε ανέλαβε τη συντήρηση και τακτική διαχείρισή του, προέβη σε ασφάλιση του, κατέβαλλε κοινόχρηστα, καθώς και φόρο εισοδήματος και φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας και υπέβαλλε προς τούτο τις κατά νόμο αναγκαίες φορολογικές δηλώσεις στη ΔΟΥ Κηφισιάς για λογαριασμό του δεύτερου εναγομένου και επιπλέον προέβη στις 19-12-2000 και στην εγγραφή της άνω απόφασης περί δικαστικής μεσεγγύησης στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας, με αποτέλεσμα να είναι γνωστό στο πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον), το γεγονός της επιβολής της δικαστικής μεσεγγύησης, ότι στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 1131/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, έγινε δεκτή σχετική αγωγή της, της οποίας είχε λάβει γνώση το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αφού την είχε επιδώσει στη ΔΟΥ Κηφισιάς, και με αυτή καταδικάστηκε ο δεύτερος εναγόμενος σε δήλωση βούλησης για τη μεταβίβαση σ' αυτήν της κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου και την απόδοση του σ' αυτήν, ότι στη συνέχεια το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, εκμεταλλευόμενο επιπλέον ότι αυτή δεν είχε υλοποιήσει την πιο πάνω υπ' αριθ. 1131/98 απόφαση, με σύνταξη σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της δήλωσης για μεταβίβαση της κυριότητας και μεταγραφής της, λόγω του ότι θεωρούσε, ότι για τη μεταβίβαση σ' αυτήν της κυριότητας του ακινήτου δεν ήταν απαραίτητη η καταβολή φόρου μεταβίβασης και η φορολογική ενημερότητα εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου, όπως αυτό απαιτούσε, προέβη στις 22-3-2001 για την ικανοποίηση απαίτησής του κατά του τελευταίου, σε αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου, παρόλον ότι αυτή είχε αποφασίσει να προβεί στην καταβολή του φόρου και την ίδια ημέρα (22-3-2001) είχε ζητήσει από τη ΔΟΥ Κηφισιάς να προβεί στον προσδιορισμό του για να προβεί στη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου.

Με βάση αυτά ζήτησε να αναγνωρισθεί α) ότι η διάθεση, που επήλθε με την αναγκαστική κατάσχεσή του αναφερομένου ακινήτου, που επιβλήθηκε από το πρώτο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, στις 22-3-2001 αποτελεί έναντί της πράξη άκυρη, λόγω της προηγούμενης θέσης υπ' αυτής του ακινήτου υπό δικαστική μεσεγγύηση, η οποία (μεσεγγύηση) ως συνέπεια έχει την απαγόρευση διάθεσης, β) ότι η συνέπεια του ουσιαστικού δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθ. 1131/1998 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ αυτής και του δευτέρου εναγομένου, περί καταδίκης του τελευταίου σε δήλωση βούλησης, δεσμεύει έναντι αυτής αυτόν (δεύτερο εναγόμενο), αλλά και το πρώτο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, επισπεύδοντας την εκτέλεση, ασκεί τα δικαιώματα του δεύτερου, καθώς και τον μέλλοντα να αναδειχθεί υπερθεματιστής από τον πλειστηριασμό, ως ειδικό διάδοχο αυτών και γ) άλλως, ότι, υπό τις άνω εκτιθέμενες περιστάσεις, το δικαίωμα κυριότητας επί του ακινήτου του καθού η εκτέλεση, δευτέρου εναγομένου, ασκούμενο από το επισπεύδον την εκτέλεση, πρώτο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, και του μέλλοντος να αναδειχθεί υπερθεματιστής από τον πλειστηριασμό και υποκείμενο σε όσους περιορισμούς θα υπέκειτο αν είχε ασκηθεί από τον ίδιο, τον καθού η εκτέλεση, κατέστη έναντι αυτής ανενεργό, επειδή η άσκηση του γίνεται κατά προφανή κατάχρηση δικαιώματος, υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Από το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα της αγωγής, καθίσταται σαφές, ότι πρόκειται περί ενοχικής αγωγής και δεν αφορά αναγνωριστική εμπράγματη, μικτή ή νομής, αγωγή ακινήτου, ώστε να απαιτείται, για το παραδεκτό της, η εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων, κατά την, ως άνω, διάταξη του άρθρου 220 ΚΠολΔ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν δέχτηκε το σχετικό λόγο της έφεσής του και δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη την ανωτέρω αγωγή, λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως εκτίθεται ανωτέρω, για το παραδεκτό της ενδίκου αγωγής, που έχει το χαρακτήρα της ενοχικής αγωγής, δεν απαιτείτο η εγγραφή της στα βιβλία διεκδικήσεων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 936 παρ. 1 εδ. α' και β' του ΚΠολΔ, τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του στο αντικείμενο αυτής, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως α) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται, σύμφωνα με το νόμο, την ακυρότητα της διάθεσης.

Εξάλλου, η κατά το άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, με ποινή ακυρότητας (ΑΚ 174), πράγμα που διακηρύσσεται ήδη και με το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται γενικώς και αδιακρίτως στην άσκηση κάθε δικαιώματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι ο τρίτος, ασκώντας ανακοπή με λόγο από τους αναφερόμενους στο άρθρο 936 ΚΠολΔ, για να αποκρούσει την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται και να διατηρήσει έτσι την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί υπέρ αυτού επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, μπορεί να επικαλεστεί ως λόγο της ανακοπής του, κάθε δικαίωμα (με την ευρεία έννοια του νόμου, που περιλαμβάνει οποιαδήποτε δυνατότητα, ευχέρεια ή εξουσία που παρέχεται από το νόμο), δυνάμει του οποίου αποκρούεται, ενόλω ή εν μέρει, το ουσιαστικό δικαίωμα του οφειλέτη επί του αντικειμένου της εκτέλεσης.

Επομένως, μπορεί να επικαλεστεί και το εκ του άρθρου 281 ΑΚ δικαίωμα, χωρίς να εμποδίζεται από το γεγονός, ότι η ανακοπή πλήττει και εκείνον που επισπεύδει την εκτέλεση και υπέρ του οποίου γίνεται αυτή, αφού ο τελευταίος ασκεί τα δικαιώματα του καθού η εκτέλεση (άρθρα 965 και 1005 Κ.Πολ.Δ) και γι' αυτό υπόκειται στους περιορισμούς στους οποίους θα υπέκειτο και ο καθού η εκτέλεση, αν ασκούσε το δικαίωμά του.

Αφού δε το ως άνω δικαίωμα του οφειλέτη καταστεί έτσι ανενεργές εκ του λόγου τούτου, η αναγκαστική εκτέλεση που στηρίζεται σ' αυτό, καθώς και η ικανοποίηση του δανειστή που επιδιώκει, και η οποία αποτελεί επίσης άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, αποβαίνει έναντι του τρίτου ανενεργής και συνεπώς, άκυρη (ΟλΑΠ 484/1984, ΑΠ 1306/2006).

Περαιτέρω, ενόψει του ότι με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1α του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) παρέχεται στον τρίτο δικαίωμα ανακοπής κατά της διοικητικής εκτέλεσης και μετά την περάτωσή της (άρθρο 74 παρ. 2 του ΚΕΔΕ) μόνο όταν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητάς του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης (κινητού ή ακινήτου) όχι δε και όταν συντρέχουν οι λοιπές περιστάσεις του άρθρου 936 ΚΠολΔ, ο τρίτος, προβάλλοντας άλλο (πλην της κυριότητας) δικαίωμά του επί του αντικειμένου της εκτέλεσης κατά του οφειλέτη (καθού η εκτέλεση) και έχοντας κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, έχει τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας όχι με ανακοπή, αλλά με αγωγή (ΑΠ 1791/2008, ΑΠ 1306/2006, ΑΠ 819/1998).

Περαιτέρω, το ζήτημα, αν είναι καταχρηστική η στηριζόμενη στο δικαίωμα του καθού η εκτέλεση οφειλέτη επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, αναγκαστική ή διοικητική κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ εκτέλεση, καθώς και η επιδιωκόμενη μ' αυτή πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή, πρέπει να αντιμετωπίζεται και με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου του δικαιώματος, ήτοι του καθού η εκτέλεση και συνακόλουθα σε βάρος του επισπεύδοντος δανειστή, από την παρακώλυση άσκησης από τον οφειλέτη του δικαιώματος (ΑΠ 1306/2006, ΑΠ 1402/1994).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, σε σχέση με το τρίτο αίτημα της αγωγής, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του δευτέρου εναγομένου, και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, ως κυρίου, και κατ' επέκταση του Ελληνικού Δημοσίου, πρώτου εναγομένου, και ήδη αναιρεσείοντος, ως επισπεύδοντος τη διοικητική εκτέλεση με την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης επί του ακινήτου, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο δεύτερος των εναγομένων (Γ. Κ.), που ήταν προϊστάμενος της Δ/σης Λογιστικού της τεθείσας ήδη υπό εκκαθάριση, εφεσίβλητης- ενάγουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταρείας...ιδιοποιήθηκε παράνομα από την περιουσία της... διάφορα χρηματικά ποσά...μεταξύ των ετών 1980-1981...Στις 9-2-1982...ο ανωτέρω εναγόμενος απέκτησε, κατά πλήρη κυριότητα, λόγω πωλήσεως, μία κατοικία...

Επειδή η αγορά του παραπάνω ακινήτου έγινε αποκλειστικά με τα διαθέσιμα της Τράπεζας..., τα οποία περιήλθαν σ' αυτόν με τις προαναφερόμενες παράνομες πράξεις σε βάρος της, αυτή άσκησε... την από 19-2-1992 αγωγή της κατά του δευτέρου των εναγομένων, με την οποία ζήτησε την καταδίκη του σε δήλωση βουλήσεως για την μεταβίβαση προς αυτήν της κυριότητας του παραπάνω ακινήτου και την απόδοσή του.

Η αγωγή έγινε δεκτή... με την υπ' αριθ. 1131/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου... Παράλληλα η ...ενάγουσα άσκησε... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για να τεθεί το επίδικο ακίνητο υπό δικαστική μεσεγγύηση, προκειμένου να εξασφαλιστεί η κύρια απαίτησή της...Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία τελικά μεταγράφηκε...στα βιβλία κατασχέσεων του κατά τόπον αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας στις 19-12-2000.

Η ενάγουσα, ως δικαστική μεσεγγυούχος, ανέλαβε το έργο της δικαστικής μεσεγγύησης, ασφάλισε το ακίνητο, κατέβαλε περιοδικώς τα κοινόχρηστα αυτού, προέβαινε σε δήλωση φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο για λογαριασμό του δευτέρου εναγομένου στη ΔΟΥ Κηφισιάς. Ενόψει όλων των αμέσως παραπάνω περιστατικών...προκύπτει ότι η ύπαρξη της μεσεγγυήσεως υπέρ της ενάγουσας Τράπεζας, καθώς και η ευδοκίμηση της αγωγής της κατά του ήδη δευτέρου εναγομένου για καταδίκη αυτού σε δήλωση βουλήσεως, ήταν γεγονότα γνωστά στο πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Μετά την έκδοση της άνω, ήδη αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου, η ενάγουσα προσπάθησε να υλοποιήσει το διατακτικό της για μεταβίβαση σ' αυτή της κυριότητας του ακινήτου. Ενόψει της σύνταξης της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής, εκ μέρους της, της πλασματικής δήλωσης του αντιδίκου της, ήλθε σε επαφή με τους αρμοδίους υπαλλήλους του Δημοσίου για τη ρύθμιση του ζητήματος της οφειλής ή μη φόρου μεταβιβάσεως και του ύψους αυτού, έχοντας την άποψη ότι τέτοιος φόρος δεν οφειλόταν...Η αρμοδία ΔΟΥ Κηφισιάς κωλυσιεργούσε να απαντήσει και τελικά η ενάγουσα αποφάσισε να καταβάλει ως φόρο μεταβιβάσεως οποιοδήποτε ποσό προσδιορισθεί.

Έτσι στις 22-3-2001 απευθύνθηκε πάλι στη ΔΟΥ Κηφισιάς, ζητώντας να της γνωστοποιηθεί ο ακριβής προσδιορισμός του εν λόγω φόρου. Η άνω ΔΟΥ ζήτησε προθεσμία για απάντηση και στις 26-3-2001 της ανακοίνωσε το οφειλόμενο ποσό, αλλά συγχρόνως, την ενημέρωσε και ότι το Δημόσιο επέβαλε στις 22-3-2001 αναγκαστική κατάσχεση, σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, στο προαναφερόμενο ακίνητο, για απαιτήσεις του κατά του μέχρι τότε κυρίου του ακινήτου Γ.

Κ....ενώ παράλληλα της κοινοποίησε και την υπ' αριθ. 7821/2001 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Λ.. Δηλαδή η ανωτέρω κωλυσιεργία και η αίτηση για δήθεν προθεσμία προς απάντηση από την ανωτέρω ΔΟΥ έγιναν για να προλάβει το Δημόσιο να επιβάλει αυτό προηγουμένως αναγκαστική κατάσχεση στο επίμαχο ακίνητο, πριν ολοκληρωθεί η μεταβίβασή του στην ενάγουσα.

Ακολούθως η ενάγουσα στις 29-3-2001 κατέβαλε...το φόρο μεταβιβάσεως, που προσδιορίσθηκε και, κατόπιν τούτου, καταρτίσθηκε η υπ' αριθ. …/…-3-2001 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών, Όλγας Φωτοπούλου, για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, που μεταγράφηκε νομότυπα...Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι το δικαίωμα του δευτέρου εναγομένου, ως κυρίου, προς διάθεση του επιδίκου κατασχεθέντος ακινήτου, μέσω του δανειστή του Ελληνικού Δημοσίου, που επέβαλε την προαναφερθείσα αναγκαστική κατάσχεση, ασκείται καταχρηστικά, καθόσον, από την προαναφερόμενη συμπεριφορά του τελευταίου που προηγήθηκε, καθώς και από την πραγματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, από τη θέση του ακινήτου σε μεσεγγύηση μέχρι και την κατάσχεσή του, η άσκηση του δικαιώματος αυτού καθίσταται μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και έτσι αντιβαίνει προφανώς στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη.

Δηλαδή, το δικαίωμα κυριότητας του δευτέρου εναγομένου επί του ακινήτου, δεν αποσβέσθηκε μεν, πλην, όμως, κατέστη ανενεργό από την ανωτέρω άποψη. Κατά συνέπεια δε και η αναγκαστική εκτέλεση που στηρίζεται σ' αυτό, καθώς και η ικανοποίηση της απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου-δανειστή, που επιδιώκεται με αυτή, αποβαίνει, έναντι της ενάγουσας, ανενεργός και, κατ' ακολουθίαν, άκυρη...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι η αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το παραπάνω τρίτο αίτημά της ήταν βάσιμη και απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που υποστήριζε τα αντίθετα και ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι όμως, που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι μόνα τα εκτιθέμενα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το Εφετείο, δεν αρκούν, μετά αξιολογική στάθμιση των αντιτιθεμένων συμφερόντων των διαδίκων και συγκεκριμένα του γεγονότος, ότι το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, επέσπευσε τη διοικητική εκτέλεση για την ικανοποίηση νόμιμης απαίτησής του κατά του δεύτερου εναγομένου, που ήταν κύριος μέχρι τότε του κατασχεθέντος ακινήτου, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η αναγκαστική κατάσχεση έγινε τρία περίπου έτη μετά την έκδοση της πιο πάνω υπ' αριθ. 1131/98 απόφασης του Εφετείου, για να καταστήσουν την εκποίηση, που έγινε με την πιο πάνω διοικητική εκτέλεση, καταχρηστική.

Κατ' ακολουθίαν, οι σχετικοί δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η άνω αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχτηκε, ότι το τρίτο αίτημα της αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης ήταν νόμιμο και βάσιμο και εντεύθεν απέρριψε την από 5-2-2004 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία υποστήριζε τα αντίθετα.

Β. ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΤΩΝ ΑΝΩ ΑΙΤΗΣΕΩΝ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νόμιμα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6821Ε/29-6-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Π. Ρ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης από 14-11-2014 αίτησης αναίρεσης με την πράξη κατάθεσης και την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, υπογραφόμενη από την πληρεξουσία αυτής δικηγόρο, Αικατερίνη Μητσιμπούνα, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο για τη δικάσιμο της 20-11-2017, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (3-12-2018), κατ' άρθρο 128 ΚΠολΔ, ήτοι με θυροκόλληση, λόγω απουσίας του από την κατοικία του, καθώς και των λοιπών προσώπων, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άνω άρθρου και παράδοση την ίδια ημέρα της θυροκόλλησης (29-6-2017) αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του αξιωματικού υπηρεσίας του αστυνομικού τμήματος της κατοικίας του, λόγω απουσίας του προϊσταμένου και ταχυδρόμηση την επόμενη της παράδοσης (30-6-2017) προς τον παραλήπτη έγγραφης ειδοποίησης για το θυροκολληθέν έγγραφο.

Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω, μετ' αναβολή δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, εφόσον κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο και δεν απαιτείται νέα κλήτευση για την μετ' αναβολή δικάσιμο, γιατί η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία του δεύτερου αναιρεσίβλητου, σαν να ήταν παρών (άρθ. 226 παρ. 4 εδ.

α', γ' και δ', 568 παρ. 4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 929/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του δευτέρου εφεσιβλήτου και ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, επί των εφέσεων της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά της υπ' αριθ. 1424/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1791/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, που είχε αναιρέσει την υπ' αριθ. 1503/2005 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία είχε απορριφθεί η έφεση της αναιρεσείουσας, ενώ είχε γίνει δεκτή η έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου και είχε απορριφθεί η αγωγή.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο Αθηνών απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, αλλά και την έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της προαναφερόμενης οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτό είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 12-11-2001 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 56 4, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 725 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης αν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή την κατοχή ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί μεσεγγύηση.

Υπό τον όρο δικαστική μεσεγγύηση νοείται η παράδοση σε κάποιον, καλούμενο μεσεγγυούχο, δυνάμει δικαστικής απόφασης, του εριζόμενου πράγματος, κινητού ή ακινήτου κλπ, για την εξασφάλιση των επ' αυτού δικαιωμάτων ενός ή περισσότερων προσώπων, τα οποία (δικαιώματα) αμφισβητούνται ή είναι αβέβαια, ο μεσεγγυούχος δε υποχρεούται να αποδώσει αυτούσιο το πράγμα, μόνο μετά από δικαστική απόφαση.

Έτσι η δικαστική μεσεγγύηση, που αντικατέστησε "τη συντηρητική κατάσχεση επί σκοπώ διεκδικήσεως" του προϊσχύσαντος δικαίου, διαφοροποιείται από το άλλο ασφαλιστικό μέτρο της συντηρητικής κατάσχεσης (άρθρα 707 επ. ΚΠολΔ), ως προς το ότι η μεν δικαστική μεσεγγύηση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση μη χρηματικών απαιτήσεων, δεσμεύει προσωρινά το πράγμα, προκειμένου να καταστεί δυνατή η μελλοντική άμεση αναγκαστική εκτέλεση για την παράδοση ή απόδοση αυτούσιου του δεσμευμένου πράγματος, η δε συντηρητική κατάσχεση, που διατάσσεται για την εξασφάλιση χρηματικών απαιτήσεων (άρθρα 723, 724 ΚΠολΔ), δεσμεύει προσωρινά το περιουσιακό αντικείμενο του οφειλέτη που κατασχέθηκε, προκειμένου να καταστεί δυνατή, μετά την τροπή της συντηρητικής κατάσχεσης σε αναγκαστική (άρθρο 722 παρ. 1 ΚΠολΔ), η μελλοντική έμμεση αναγκαστική εκτέλεση, για την ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης του δανειστή που την επέβαλε από το προϊόν του πλειστηριασμού.

Κατά το άρθρο 727 ΚΠολΔ, στη δικαστική μεσεγγύηση εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, και τα άρθρα 715 και 721 του ίδιου Κώδικα. Το πρώτο από αυτά ορίζει στην παρ. 1 εδ. α, ότι "απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση".

Επομένως, σύμφωνα με την πιο πάνω κατά παραπομπή νομοθέτηση, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που ζήτησε τη δικαστική μεσεγγύηση η διάθεση των μεσεγγυημένων πραγμάτων, από εκείνον σε βάρος του οποίου διατάχθηκε το ασφαλιστικό αυτό μέτρο. Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 715 παρ. 1 εδ.

α ΚΠολΔ, που είναι παρόμοια με τις διατάξεις των άρθρων 958 παρ. 1 και 997 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, η διάθεση είναι έννοια ευρύτερη της απαλλοτρίωσης και περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, σύσταση, επιβάρυνση και γενικώς νομική μεταβολή του πράγματος ή δικαιώματος που συντηρητικώς κατασχέθηκε ή τέθηκε υπό δικαστική μεσεγγύηση.

Και ναι μεν με δικαιοπρακτική διάθεση εξομοιώνεται και αυτή που πραγματοποιείται από το δανειστή με αναγκαστική κατάσχεση και πλειστηριασμό, όμως, από τη ρητή παραπομπή του άρθρου 727 ΚΠολΔ στο άρθρο 721 ίδιου Κώδικα, σαφώς προκύπτει, ότι αναγκαστική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί και σε αντικείμενα τα οποία έχουν ήδη τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση.

Έτσι, η δικαστική μεσεγγύηση ακινήτου δεν αποκλείει, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, την αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου αυτού και τις συνακόλουθες βέβαια πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, όπως την κατασχετήρια έκθεση, τον πλειστηριασμό του ακινήτου και την κατακύρωσή του, των οποίων έτσι το κύρος δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη της δικαστικής μεσεγγύησης και επομένως αυτές δεν μπορούν να προσβληθούν για ακυρότητα.

Βεβαίως, υπό την ερμηνευτική αυτή εκδοχή, δεν προστατεύεται επαρκώς ο δανειστής, ο οποίος, για την εξασφάλιση ενοχικής του απαίτησης για τη μεταβίβαση της κυριότητας πράγματος, έχει επιτύχει τη δικαστική μεσεγγύησή του. Όμως ο δανειστής αυτός προστατεύεται με το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης στο μέτρο της προστασίας που ο ίδιος ο νόμος παρέχει.

Επιτρέπει δηλαδή την αναγκαστική κατάσχεση του μεσεγγυημένου πράγματος και κατά τα λοιπά εμποδίζει τον ίδιο τον οφειλέτη να προβεί στη διάθεσή του. Εξάλλου, με τη δικαστική μεσεγγύηση δεν κτάται προνόμιο και συνεπώς ο δανειστής που έχει ενοχική απλώς αξίωση για την παράδοση ή απόδοση μεσεγγυημένου πράγματος, δεν μπορεί να βρίσκεται σε προνομιακή θέση έναντι άλλων δανειστών, οι οποίοι και αυτοί έχουν κατά του ίδιου οφειλέτη ποιοτικώς μεν διάφορες (χρηματικές) αλλά πάντως απαιτήσεις.

Και υπό το προγενέστερο δίκαιο είχαν ανακύψει σχετικοί προβληματισμοί ως προς το αν ήταν δυνατή η αναγκαστική κατάσχεση του πράγματος που ήδη προηγουμένως είχε συντηρητικώς κατασχεθεί. Παρά ταύτα ο νομοθέτης, εν γνώσει των προβληματισμών, με ρητές διατάξεις (άρθρα 721, 727 ΚΠολΔ), επέτρεψε την αναγκαστική κατάσχεση και σε αντικείμενα τα οποία έχουν ήδη κατασχεθεί συντηρητικώς, αλλά και σε αντικείμενα που ήδη έχουν τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση, με αυτονόητη βέβαια επίγνωση και της εντεύθεν συνέπειας να αχρηστευθεί ενδεχομένως για το δανειστή το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης, ύστερα από μία μεταγενέστερη αναγκαστική κατάσχεση του μεσεγγυημένου πράγματος, αφού, όπως έχει ήδη προεκτεθεί, μέλημά του (του νομοθέτη) ήταν, όχι να δημιουργήσει προνόμιο υπέρ εκείνου που ζήτησε το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης, αλλά να αποτρέψει την οικειοθελή περαιτέρω διάθεση του μεσεγγυημένου πράγματος από τον οφειλέτη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 936 παρ.1β ΚΠολΔ τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως α)... β) απαγόρευση διάθεσης που έχει ταχθεί υπέρ αυτού και συνεπάγεται σύμφωνα με το νόμο την ακυρότητα της διάθεσης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 175 και 176 ΑΚ, που ορίζουν, η πρώτη ότι η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει και το δεύτερο ότι αν την απαγόρευση του προηγούμενου άρθρου έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ό, τι και στην απαγόρευση από το νόμο, σαφώς προκύπτει, ότι ο τρίτος μπορεί να προσβάλει την αναγκαστική εκτέλεση, αν η απαγόρευση της διάθεσης του αντικειμένου της εκτέλεσης, που συνεπάγεται την ακυρότητα της διάθεσης, έχει ταχθεί υπέρ αυτού με διάταξη νόμου ή δικαστική απόφαση.

Αλλά, κατά τα προεκτιθέμενα, η δικαστική μεσεγγύηση δεν αποκλείει την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης και δεν επηρεάζει το κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, που ακολουθούν και επομένως δεν είναι κατά νόμο άκυρη η επισπευδόμενη εκτέλεση και οι πράξεις αυτής έναντι του δανειστή που είχε επιτύχει το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης (ΑΠ 1306/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) Τράπεζα με την ένδικη αγωγή της ιστορούσε, ότι ο δεύτερος εναγόμενος (και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) με χρήματα δικά της, που παρανόμως είχε ιδιοποιηθεί, έγινε κύριος, ύστερα από αγορά, δυνάμει του υπ' αριθ.

…/1982 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Μαυράκη, που μεταγράφηκε νομίμως, ενός ακινήτου, ότι με την υπ' αριθ. 1131/1998 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή σχετική αγωγή της και καταδικάστηκε ο δεύτερος εναγόμενος σε δήλωση βούλησης για τη μεταβίβαση σ' αυτήν της κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου και την απόδοσή του, ότι προηγουμένως με την υπ' αριθ. 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από σχετική αίτησή της, είχε διαταχθεί για την εξασφάλιση της κύριας απαίτησής της κατά του δεύτερου εναγομένου για τη μεταβίβαση και την απόδοση σ' αυτήν του παραπάνω ακινήτου, η δικαστική μεσεγγύηση αυτού και μεσεγγυούχος διορίστηκε η ίδια, ότι στη συνέχεια το πρώτο εναγόμενο (και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), Ελληνικό Δημόσιο και πριν αυτή υλοποιήσει την υπ' αριθ. 1131/1998 απόφαση, με σύνταξη σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της δήλωσης για μεταβίβαση της κυριότητας και μεταγραφής της, προέβη στις 22-3-2001 για την ικανοποίηση απαίτησής του κατά του δεύτερου εναγομένου, σε αναγκαστική κατάσχεση του άνω ακινήτου και ότι με το πρώτο αίτημα της αγωγής της ζήτησε να αναγνωριστεί ως άκυρη έναντι αυτής η διάθεση, που επήλθε ύστερα από αναγκαστική κατάσχεσή του αναφερομένου ακινήτου, την οποία επέβαλε στις 22-3-2001 το πρώτο εναγόμενο (και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο, ως δανειστής του δεύτερου εναγομένου (και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου), για το λόγο ότι αυτή ήδη από το έτος 1991, δυνάμει της 17492/1991 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχε επιτύχει να διαταχθεί σε βάρος του οφειλέτη, δεύτερου εναγομένου, επειδή είχε ενοχική αξίωση κατ' αυτού για τη μεταβίβαση στην ίδια του παραπάνω ακινήτου, το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησής του, που είχε ως συνέπεια την απαγόρευση υπέρ αυτής της διάθεσής του και συνακόλουθα την ακυρότητα της μεταβίβασης της κυριότητάς του, μέσω της προαναφερόμενης αναγκαστικής κατάσχεσής του.

Περαιτέρω δε το Εφετείο δέχτηκε, ότι η θέση του επιδίκου ακινήτου υπό δικαστική μεσεγγύηση δεν αποκλείει τη μετέπειτα επιβολή σ' αυτό αναγκαστικής κατάσχεσης και δεν καθιστά άκυρη την εξ αυτού του λόγου διάθεσή του με την επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση και τον περαιτέρω διενεργηθησόμενο αναγκαστικό πλειστηριασμό και εντεύθεν έκρινε την αγωγή, κατά το παραπάνω πρώτο αίτημά της, ως μη νόμιμη και αβάσιμο τον αντίστοιχο λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 715 παρ. 1, 721, 727, 936 παρ. 1 β' ΚΠολΔ, 176 ΑΚ. Επομένως, είναι αβάσιμος ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο.

Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠοΛΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14, ΑΠ 111/2012).

Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 919 αριθ. 1 ΚΠολΔ, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται, όταν πρόκειται για δικαστικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο, κατά δε το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ, το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που έγιναν διάδοχοι των διαδίκων όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της.

Από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων συνάγεται ότι στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής το δεδικασμένο ισχύει και η εκτελεστότητα υφίσταται έναντι του διαδόχου, είτε πρόκειται περί εμπραγμάτων είτε περί ενοχικών δικαιωμάτων. Η δέσμευση όμως αφορά το επίδικο δικαίωμα και μόνον εκείνου που διαδέχεται επ' αυτού το διάδικο.

Επομένως, αν έχει ασκηθεί ενοχική αγωγή, που έχει αντικείμενο τη μεταβίβαση της κυριότητας πράγματος, επίδικο είναι το προς τούτο ενοχικό δικαίωμα και όχι το ίδιο το πράγμα, δεσμεύεται δε ο διάδικος σ' αυτό το δικαίωμα και όχι ο αποκτών την κυριότητα του πράγματος από ένα των διαδίκων. Τέτοιας φύσης (ενοχικής) είναι και η από το άρθρο 949 ΚΠολΔ αγωγή, για την καταδίκη κάποιου σε δήλωση βούλησης.

Ακόμα δε και αν στην αγωγή αυτή σωρεύεται αίτημα για την εκπλήρωση της υπό κατάρτιση σύμβασης και συνακόλουθα η απόφαση περιέχει καταδίκη και σε παράδοση του πράγματος, το από την απόφαση αυτή δεδικασμένο δεν έχει ισχύ και εναντίον του τρίτου που απέκτησε το πράγμα κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας της από το άρθρο 949 ΚΠολΔ δίκης, διότι στην περίπτωση αυτήν ο τρίτος είναι ειδικός διάδοχος του οφειλέτη που νικήθηκε, αλλά μόνο ως προς το δικαίωμα κυριότητας στο ακίνητο, το οποίο όμως δεν ήταν επίδικο, αλλ' επίδικη ήταν η αξίωση του ενάγοντος κατά του εναγομένου για την καταδίκη του σε δήλωση βούλησης, ως προς την οποία ο τρίτος δεν είναι ειδικός διάδοχος.

Όμως, αν στην αγωγή για την καταδίκη σε δήλωση βούλησης είχε σωρευτεί, κατ' άρθρο 69 παρ. 1 περ. δ' και ε' ΚΠολΔ, και διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ) επεκτείνεται το δεδικασμένο της απόφασης και στον τρίτο, αφού τότε επίδικο καθίσταται το ίδιο το δικαίωμα της κυριότητας στο ακίνητο. Το ίδιο ισχύει και όταν ο δικαιούχος της κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ καταδίκης σε δήλωση βούλησης, είχε επιτύχει το ασφαλιστικό μέτρο της δικαστικής μεσεγγύησης του πράγματος, υπό την απαραίτητη και αυτονόητη όμως προϋπόθεση ότι κατά το χρόνο της διάθεσης, η απόφαση για τη θέση του πράγματος υπό δικαστική μεσεγγύηση είχε εγγραφεί στα βιβλία κατασχέσεων της περιφέρειας του τόπου, όπου βρίσκεται το ακίνητο.

Η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 721 και 715 παρ. 3 ΚΠολΔ, η τελευταία από τις οποίες ορίζει ότι στη συντηρητική κατάσχεση ακινήτου, συνακόλουθα και στη δικαστική μεσεγγύησή του, η ακυρότητα που αναφέρεται στην παρ. 1 (του άρθρου 715) ισχύει ως προς τους τρίτους μόνο αν, κατά το χρόνο της διάθεσης, είχε γίνει η εγγραφή της κατάσχεσης, επομένως και της δικαστικής μεσεγγύησης στο βιβλίο κατασχέσεων.

Το γεγονός ότι στο άρθρο 727 δεν περιλήφθηκε στις συμπληρωματικώς εφαρμοστέες διατάξεις και η διάταξη του άρθρου 714 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ρητώς ορίζεται η εγγραφή της συντηρητικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, δεν υποδηλώνει βούληση του νομοθέτη για διαφοροποίηση ως προς τη δικαστική μεσεγγύηση, ενόψει της ρητής και αδιάστικτης παραπομπής από το άρθρο 727 σε όλες τις διατάξεις του άρθρου 715 (ΑΠ 1306/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε σ' αυτή, ότι ο δεύτερος εναγόμενος (και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) με χρήματα δικά της, που παρανόμως είχε ιδιοποιηθεί, έγινε κύριος, ύστερα από αγορά, δυνάμει του υπ' αριθ.

…/1982 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Μαυράκη, που μεταγράφηκε νομίμως, ενός ακινήτου, ότι με την υπ' αριθ. 1131/1998 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή σχετική αγωγή της και καταδικάστηκε ο δεύτερος εναγόμενος σε δήλωση βούλησης για τη μεταβίβαση σ' αυτήν της κυριότητας του πιο πάνω ακινήτου και την απόδοσή του, ότι προηγουμένως με την υπ' αριθ. 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ύστερα από σχετική αίτησή της, είχε διαταχθεί για την εξασφάλιση της κύριας απαίτησής της κατά του δεύτερου εναγομένου για τη μεταβίβαση και την απόδοση σ' αυτήν του παραπάνω ακινήτου, η δικαστική μεσεγγύηση αυτού και μεσεγγυούχος διορίστηκε η ίδια, ότι η απόφαση περί δικαστικής μεσεγγύησης ενεγράφη στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας στον τόμο 1 και με αριθ. 201 στις 19-12-2000, ότι στη συνέχεια το πρώτο εναγόμενο (και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), Ελληνικό Δημόσιο και πριν αυτή υλοποιήσει την υπ' αριθ. 1131/1998 απόφαση, με σύνταξη σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της δήλωσης για μεταβίβαση της κυριότητας και μεταγραφής της, προέβη στις 22-3-2001 για την ικανοποίηση απαίτησής του κατά του δεύτερου εναγομένου, σε αναγκαστική κατάσχεσή του άνω ακινήτου.

Με βάση αυτά, ζήτησε, με το δεύτερο αίτημα της αγωγής της, να αναγνωρισθεί ότι η συνέπεια του ουσιαστικού δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθ. 1131/1998 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ αυτής και του δευτέρου εναγομένου, περί καταδίκης του τελευταίου σε δήλωση βούλησης, δεσμεύει έναντι αυτής αυτόν (δεύτερο εναγόμενο), αλλά και το πρώτο εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, επισπεύδοντας την εκτέλεση, ασκεί τα δικαιώματα του δεύτερου, καθώς και τον μέλλοντα να αναδειχθεί υπερθεματιστής από τον πλειστηριασμό, ως ειδικό διάδοχο αυτών.

Το Εφετείο απέρριψε το δεύτερο αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι " το υπέρ της ίδιας δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 1131/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν δέσμευε άνευ ετέρου και το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ τις νόμιμες προϋποθέσεις για μια τέτοια δέσμευση δεν τις είχε επικαλεστεί στην αγωγή της, δηλαδή δεν επικαλέστηκε ότι με την αγωγή για καταδίκη σε δήλωση βούλησης είχε σωρεύσει και διεκδικητική αγωγή για το επίδικο ακίνητο...ούτε ότι είχε μεταγράψει νομότυπα στα βιβλία κατασχέσεων του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου την απόφαση για τη δικαστική μεσεγγύηση του επιδίκου πριν από την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου".

Όμως, έχοντας το περιεχόμενο, που αναφέρθηκε παραπάνω, η αγωγή, σε σχέση με προαναφερόμενο δεύτερο αίτημά της, ήταν νόμιμη. Και τούτο, διότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ναι μεν δεν είχε επικαλεσθεί, ότι είχε σωρεύσει στην αγωγή για την καταδίκη σε δήλωση βούλησης, κατ' άρθρο 69 παρ. 1 περ. δ' και ε' ΚΠολΔ, και διεκδικητική αγωγή, ώστε να επεκτείνεται το δεδικασμένο της απόφασης και στο πρώτο αναιρεσίβλητο για το λόγο αυτό, είχε όμως επικαλεσθεί με αυτήν, ότι πριν την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης, στις 22-3-2001, είχε εγγραφεί στις 19-12-2000 στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας στον τόμο 1 και αριθ. 201 η υπ' αριθ. 17492/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε διαταχθεί με αίτησή της η δικαστική μεσεγγύηση του επιδίκου.

Επομένως, οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το άνω αίτημα της αγωγής, δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Κατά συνέπεια, κρίνοντας έτσι το Εφετείο, α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι δεν έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο στην αγωγή ισχυρισμό, ότι είχε εγγραφεί στις 19-12-2000, πριν, δηλαδή, από την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης, που έλαβε χώρα στις 22-3-2001, στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας στον τόμο 1 και στον αριθ. 201 η υπ' αριθ. 17492/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί δικαστικής μεσεγγύησης του επιδίκου ακινήτου και β) παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 325 αριθ. 2, 715, 721, 727, 1049 ΚΠολΔ και 175 ΑΚ, δεχόμενη ότι αυτές δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Συνεπώς, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 1 και (κατ' εκτίμηση) 8 του ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει η άνω αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχτηκε, ότι το δεύτερο αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας ήταν μη νόμιμο για τον παραπάνω λόγο, και, αντικαθιστώντας την αιτιολογία της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εντεύθεν απέρριψε την από 16-2-2004 έφεση της.

Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παράβολου που κατέθεσε αυτή για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης και την αναίρεση, κατά τα παραπάνω μέρη, της προσβαλλόμενης ως άνω υπ' αριθ. 929/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε μετ' αναίρεση της προηγούμενης υπ' αριθ. 1503/2005 απόφασής του, κατόπιν παραπομπής από τον Άρειο Πάγο με την υπ' αριθ. 1791/2008 απόφασή του, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί, κατά τα μέρη αυτά ως προς τα οποία αναιρέθηκε, από τον Άρειο Πάγο στην ουσία, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε νέα όμως προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, ώστε κατ' αυτή οι διάδικοι, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους (άρθρα 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (ΑΠ 14/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 11-11-2014 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου και την από 14-11-2014 αίτηση αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία " Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα Κρήτης (ν. 2330/1995)" κατά της υπ' αριθ. 929/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 929/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα μέρη που αναφέρονται στο αιτιολογικό.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση, κατά τα μέρη αυτά, σε νέα συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος εκ μέρους της αναιρεσείουσας παραβόλου σ' αυτή.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ