Legislator Case Law & Legislation
1095/2020 AI generated

1095/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1095/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1095/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική...4.Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζεται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης... 5.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1095 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1095/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ο. – Γ. Μ. του Σ. και 2) Χ. χας Σ.Μ., κατοίκων …, εκ των οποίων η 2η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γοργόλη και η 1η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γοργόλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Δ., κατοίκου … και 2) Σ. Κ. του Σ., εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κράγκαρη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Σ. Κ. του Σ. (2η) απεβίωσε στις 19-3-2018 και στη θέση της υπεισέρχεται ως καθολικός διάδοχος το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Χρονίως Πασχόντων Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ", που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, που συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2013 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας και συνεκδικάστηκε με την από 22-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, καθώς και με την από 6-2-2014 αγωγή της 1ης αναιρεσίβλητης και της ήδη αποβιωσάσης Σ. Κ. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1400/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2015 μη οριστική και 103/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 5-10-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η, από 5-10-2017 και με αριθμ.κατάθεσης 24/5-10-17 στο Εφετείο Κέρκυρας, αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.103/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ. Η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο, των προβαλλομένων λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΚΠολΔ όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με την παράγραφο 1 του Ν.2915/2001 "Συζήτηση θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.1, 4, 5 εδ.α και β και 6 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 28 Ν.3994/2011 και το άρθρο 9 του Ν.4055/2012 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατ' άρθρο 77 του ίδιου νόμου "1.

Ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική...4.Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζεται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης... 5.

Οι υποθέσεις εκφωνούνται με τη σειρά τους από το πινάκιο και συζητούνται αμέσως αυτές για τις οποίες δεν θα διεξαχθεί εμμάρτυρη απόδειξη. Αν πρόκειται να εξετασθούν μάρτυρες η συζήτηση μπορεί να διακόπτεται για την αμέσως επόμενη δικάσιμο της ίδιας σύνθεσης, κατά την οποία ολοκληρώνεται η συζήτηση... 6.

Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όπως και αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση: "1.

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης.

Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης. Εξέταση νέων μαρτύρων επιτρέπεται μόνο για την απόδειξη των ισχυρισμών του εδ. β της παρ. 2 του άρθρου 269... 3...Η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση δικαστών επί πολυμελών δικαστηρίων, εκτός αν τούτο είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο".

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 281 και 270 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη, κατ' άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, αντλούνται τα ακόλουθα συμπεράσματα: Η έκδοση προδικαστικής περί αποδείξεων αποφάσεως αποκλείεται, αφού από αυτές προβλέπεται, ότι η διεξαγωγή των αποδείξεων γίνεται ενώπιον του ακροατηρίου σε μία και μοναδική συζήτηση της υποθέσεως.

Μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, η δίκη περατώνεται με την εφάπαξ έκδοση αποφάσεως για όλα τα ζητήματα (νομικά και πραγματικά) της επίδικης διαφοράς. Το δικαστήριο αν, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κρίνει αναγκαίο, διατάσσει, πέραν άλλων, τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης με προφορική ανακοίνωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, προσδιορίζοντας συγχρόνως τον τόπο, το χρόνο, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης και την προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης, η διεξαγωγή της δε ολοκληρώνεται στο πλαίσιο της ίδιας ενιαίας συζήτησης.

Αν, όμως, η ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή νέας ή επανάληψη ή συμπλήρωσή της ήδη διενεργηθείσας ανακύψει, μετά τη συζήτηση, δηλαδή, κατά τη μελέτη της υποθέσεως από τον μονομελή δικαστή ή τον εισηγητή επί πολυμελούς δικαστηρίου ή κατά τη διάσκεψη, παραμένει πλέον μόνο η δυνατότητα της επανάληψης της συζήτησης, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, που ομοίως εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, και στην κατ' έφεση δίκη, προκειμένου το δικαστήριο να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν αναβάλλεται η συζήτηση της υπόθεσης, σε άλλη δικάσιμο, αλλά (αναβάλλεται) η έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου, καθώς η υπόθεση έχει ήδη συζητηθεί στο ακροατήριο και η (κάθε) επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης.

Κατά την επαναλαμβανόμενη δε συζήτηση, η υπόθεση εκδικάζεται, από τον ίδιο δικαστή και την ίδια σύνθεση δικαστών επί πολυμελών δικαστηρίων, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Και ναι μεν κατά τη διάταξη αυτή ορίζεται, ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, πλην, όμως, ενόψει του αποκλεισμού, με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, της δυνατότητας για έκδοση προδικαστικής περί αποδείξεων αποφάσεως, αλλά και από τη γενική διατύπωσή της, συνάγεται ότι περιλαμβάνονται όλες οι περιπτώσεις (βλ.

σχετ. ΟλΑΠ (Διοικ) 11/2014), όπως και όταν εμφανίζονται κενά ή ασάφειες από τις αποδείξεις σε συγκεκριμένο ζήτημα και το δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε ανενδοίαστο περί αυτού πόρισμα, ανεξάρτητα αν η άρση των αμφιβολιών του θα επέλθει με την προσαγωγή ήδη επικληθέντων ή και νέων αποδεικτικών μέσων. Ενισχυτικό επιχείρημα, άλλωστε, υπέρ της άποψης αυτής, ότι δηλαδή μπορεί να διαταχθεί επανάληψη της συζήτησης, που έχει κηρυχθεί περαιωμένη, για να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη ή νέα πραγματογνωμοσύνη, αποτελεί και το γεγονός ότι μετά την τροποποίηση της ίδιας, ως άνω, διάταξης, με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου, άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, ρητά, πλέον, ορίζεται σ' αυτή (παρ. 1) ότι "Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση ή όταν επιβάλλεται η διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης ή εξέτασης των διαδίκων στο ακροατήριο.

Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης...". Επομένως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως, του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όσον αφορά στην απαιτούμενη με αυτό σύνθεση του δικαστηρίου, υπάρχει και, όταν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, αναβάλλεται η έκδοση οριστικής αποφάσεώς του, για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή τη διάταξη νέας ή την επανάληψη ή τη συμπλήρωση αυτής (πραγματογνωμοσύνης).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 2 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων και αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση. Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση αυτού (ΑΠ 871/2011, ΑΠ 634/2010).

Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέληση του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ, του Οργανισμού των δικαστηρίων ή ειδικών νόμων για τη σύνθεσή του. Συναφώς, κατά το άρθρο 305 αρ. 1 ΚΠολΔ. το πρωτότυπο της απόφασης πρέπει να αναφέρει, μεταξύ άλλων, τη σύνθεση του δικαστηρίου.

Η απόδειξη δε της κακής σύνθεσης γίνεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά ενόσω δεν προσβάλλονται για πλαστότητα (ΑΠ 26/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση από την, κατ'άρθρο 561 παρ.2 επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Η ένδικη έφεση των εκκαλουσών (εναγομένων - εναγουσών) και ήδη αναιρεσειουσών κατά της υπ'αριθμ.1400/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας συζητήθηκε, αρχικά κατά τη δικάσιμο της 8-5-2015, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το δικαστήριο αυτό εξέδωσε την υπ'αριθμ.102/2015 απόφασή του, ανέβαλε την έκδοση αποφάσεώς επί της άνω εφέσεως, διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, διόρισε πραγματογνώμονα και έταξε σ'αυτόν τα θέματα της πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να περιλάβει και απαντήσει σ'αυτά στη σχετική έκθεση - γνωμοδότησή του.

Στη συνέχεια, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, επαναφέρθηκε η υπόθεση, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την από 5-8-2016 και με αυξ. αριθμ. Καταθ… κλήση των εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών. Ακολούθως, η ένδικη έφεση συζητήθηκε, εκ νέου, στο ίδιο δικαστήριο, στις 10-3-2017 και στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.103/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Ενώ όμως, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας κατά τις άνω επαναλαμβανόμενες συζητήσεις της ένδικης υπόθεσης, από τις οποίες κάθε μία είναι συνέχειά της προηγούμενης και όλες μαζί θεωρούνται μία συζήτηση, το Εφετείο έπρεπε να έχει την ίδια σύνθεση, κατά μεν τη συζήτηση της 8-5-2015, όπως προκύπτει από την 102/2015 απόφασή του συγκροτήθηκε από τον εφέτη, Ιωάννη Παπαϊωαννίδη, κατά δε τη συζήτηση στις 10-3-2017, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτήθηκε από άλλο δικαστή, την εφέτη Χαρίκλεια Παραπαγγίδου.

Έτσι, όμως, δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εξαιρετικός λόγος και συγκεκριμένα για ποιους λόγους φυσικούς ή νομικούς ήταν αδύνατο να εκδοθεί απόφαση από τον ίδιο Δικαστή, όπως θα έπρεπε. Επομένως ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει, γι'αυτό να γίνει δεκτός, και να αναιρεθεί στο σύνολό της, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης συνακόλουθα ως άνευ αντικειμένου, της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγω, που καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του άνω αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός, αφού η τυχόν παραδοχή τους θα οδηγούσε, στο ίδιο, με αυτόν αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ και να διαταχθεί η απόδοση στις αναιρεσείουσες, του παραβόλου που κατέβαλαν για την άσκηση της αναίρεσης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει κατά το σχετικό τους αίτημα να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ.103/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, παραπάνω Εφετείο.

Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες, του παραβόλου το οποίο κατέβαλαν για την άσκηση της αναίρεσης Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ