Legislator Case Law & Legislation
1095/2018 AI generated

1095/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1095/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2431/2005, 758/2010 μη οριστικές

Legislator headnote

AI generated

1095/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επί των εφέσεων αυτών, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, εξέδωσε τις 2431/2005 και 758/2010 μη οριστικές και την 1521/2012 οριστική, που στη συνέχεια κατέστη τελεσίδικη, αποφάσεις του, με την τελευταία των οποίων εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1095 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1095/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Αντωνιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2431/2005, 758/2010 μη οριστικές

και η 1521/2012 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 22/10/2012 αίτησή του και ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 27/8/2012 αίτησή του, επί των οποίων, κατόπιν συνεκδικάσεως τους, εκδόθηκε η 2208/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 1521/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 435/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/7/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής: Με την από 23-8-2001 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόμενος, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1989 - 1998, προέβη αυθαιρέτως σε αναλήψεις χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους 1.036.744.594 δραχμών, από τους αναφερόμενους στην αγωγή κοινούς αυτού και εκείνου τραπεζικούς λογαριασμούς, των οποίων ήσαν συνδικαιούχοι κατά το ήμισυ ο καθένας, ότι το ήμισυ του αναληφθέντος ποσού, ύψους 518.372.297 δραχμών, ανήκει στον ίδιο και ο εναγόμενος ουδέποτε του το απέδωσε, ζήτησε, να υποχρεωθεί ο τελευταίος, να του το αποδώσει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής, το ανωτέρω δικαστήριο εξέδωσε την 85/2003 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο, να καταβάλει στον ενάγοντα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 30.145,93 ευρώ. Κατ' αυτής της αποφάσεως, άσκησαν, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο ενάγων την από 30-9-2003 έφεση και τους από 20-3-2004 προσθέτους λόγους αυτής και ο εναγόμενος την από 30-9-2003 έφεση, ζητώντας, αμφότεροι, για τους αναφερόμενους σε αυτές λόγους, την εξαφάνιση της (εκκαλουμένης αποφάσεως), προκειμένου, κατά μεν το αίτημα του ενάγοντος, να γίνει δεκτή η αγωγή του και κατά το μέρος που απορρίφθηκε, κατά δε το αίτημα του εναγομένου να απορριφθεί η αγωγή και κατά το μέρος, που έγινε δεκτή.

Επί των εφέσεων αυτών, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, εξέδωσε τις 2431/2005 και 758/2010 μη οριστικές και την 1521/2012 οριστική, που στη συνέχεια κατέστη τελεσίδικη, αποφάσεις του, με την τελευταία των οποίων εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως αμφότεροι οι διάδικοι άσκησαν, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, τις από 27-8-2012 (ο εναγόμενος) και 22-10-2012 (ο ενάγων) αιτήσεις για αναίρεσή της. Ο Άρειος Πάγος (Α1 Πολιτικό Τμήμα) με την 2208/2014 απόφασή του απέρριψε την από 27-8-2012 αίτηση του εναγομένου, ενώ κατά παραδοχή των αναιρετικών λόγων από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, της από 22-10-2012 αιτήσεως του ενάγοντος, αναίρεσε την απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ανεπαρκή αιτιολογία, ως προς τα κεφάλαιά της, με τα οποία δέχθηκε, ότι τα αναληφθέντα, στις 16-5-1997, από τον εναγόμενο, από τον ...

κοινό των διαδίκων λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα, τρία επί μέρους ποσά (80.000.000 + 20.000.000 + 29.983.974), συνολικού ύψους 129.983.974 δραχμών, ήσαν αποκλειστικά του εναγομένου, χωρίς, παράλληλα, να δέχεται, ότι από τη μεταξύ των διαδίκων σχέση προέκυπτε δικαίωμά του τελευταίου επί ολοκλήρου του ποσού αυτού και, επίσης, χωρίς να δέχεται την ύπαρξη άλλης έννομης σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων αντιδίκων του κοινού λογαριασμού, που να αποκλείει το δικαίωμα του ενάγοντος προς αναγωγή ή την επέλευση άλλου νόμιμου γεγονότος που οδηγεί στην απόκτηση της κυριότητας των χρημάτων από τον εναγόμενο και συνακόλουθα να δικαιολογεί το δικαίωμα του επί ολοκλήρου αυτού του ποσού και παρέπεμψε την υπόθεση, μόνον ως προς τα κεφάλαια αυτά, για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω δικαστήριο (Εφετείο Θεσσαλονίκης), συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως.

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης, επιληφθέν της υποθέσεως, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την 435/2016 απόφασή του, με την οποία, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το αντίστοιχο μέρος της και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό, επίσης απέρριψε την αγωγή ως προς τούτο (μέρος της αυτό), ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, άσκησε την από 19-7-2016 κρινόμενη αίτησή του, με την οποία ζητεί την αναίρεσή της. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά το άρθρο 1 παρ/φοι 1 και 2 του ν.5368/1932, όπως αυτός αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 751/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.

Δ` στοιχ. α` ν.δ. 118/1973 "χρηματική κατάθεσις παρά Τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον, ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνει χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε είς είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι.

Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ. της 17.7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ` ονόματι του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (ολικώς ή μερικώς) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, αν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως καθ' ολοκληρίαν έναντι της Τράπεζας και ως προς τον άλλον, ήτοι τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος εκ του νόμου, αποκτά απαίτηση, έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το ήμισυ της καταθέσεως, εκτός αν από την μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν έκανε ανάληψη του ποσού, εξαίρεση, της οποίας το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως, έχει ο διάδικος ο οποίος προβάλλει περιστατικά θεμελιώνοντα το άνω εξαιρετικό δικαίωμά του (ΑΠ 1764/2017, 1462/2006).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, που αποτελεί "πράγμα" κατά την ανωτέρω έννοια, αποτελεί και η επίκληση από τον συνδικαιούχο κοινού τραπεζικού λογαριασμού, ότι από την μεταξύ των συνδικαιούχων εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού του λογαριασμού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν έκανε ανάληψη του ποσού, εξαίρεση, της οποίας, όπως προαναφέρεται, το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως, έχει ο διάδικος ο οποίος προβάλλει περιστατικά θεμελιώνοντα το άνω εξαιρετικό δικαίωμά του.

Στην κρινομένη υπόθεση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα και καθ' όσον αφορά τον εν προκειμένω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, τα εξής: ".....αποδείχθηκε ότι ενόψει των ως άνω κακών σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, αυτοί στις αρχές Δεκεμβρίου 1996 αποφάσισαν να διανείμουν μεταξύ τους ισομερώς ένα μεγάλο μέρος των κοινών τους καταθέσεων.

Συγκεκριμένα, στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην Αγροτική Τράπεζα υπήρχε κατάθεση ύψους 255.462.276 δραχμών. Οι ανωτέρω λοιπόν αποφάσισαν να διανείμουν ισομερώς μεταξύ τους από την ως άνω κατάθεση το ποσό των 255.000.000 δραχμών και να λάβουν τα χρήματα αυτά αμφότεροι ως πραγματοποιηθέντα κέρδη της εταιρείας τους που διανέμονταν προς τους εταίρους της.

Πράγματι, στις 6-12-1996 ο εναγόμενος προέβη σε δύο αναλήψεις από τον ως άνω λογαριασμό ποσών 127.500.000 δραχμών η καθεμία. Αμέσως μετά ο ίδιος, για το ποσό της μίας ανάληψης, ζήτησε από την Αγροτική Τράπεζα την έκδοση ισόποσης τραπεζικής επιταγής σε διαταγή του ενάγοντος και ακολούθως παρέδωσε την επιταγή αυτή, ποσού 127.500.000 δραχμών στον αδελφό του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, που ήταν πιο διαλλακτικός και ήλπιζε ότι οι σχέσεις του με τον αδελφό του θα εξομαλύνονταν στο μέλλον ως ένδειξη καλής θέλησης και εμπιστοσύνης προς τον ενάγοντα, συνέχισε να κάνει με το χρηματικό ποσό των 127.500.000 δραχμών, που του ανήκε, αυτό που έκανε επί σειρά δεκαετιών με τα χρήματα που περιέρχονταν σ' αυτόν κατά τα ανωτέρω, ήτοι να το επενδύει σε τραπεζικούς λογαριασμούς και τίτλους κοινούς με τον αδελφό του, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια.

Όμως, κατά τη μεταξύ τους σχέση και ενόψει της ως άνω διανομής, είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους ότι, το ανωτέρω ποσό και οι όποιες αποδόσεις του, ανεξαρτήτως της τυχόν καταθέσεώς του σε κοινούς λογαριασμούς ή επενδύσεώς του σε τίτλους στο όνομα αμφοτέρων, θα ανήκε στον εναγόμενο. Συγκεκριμένα, καταρχήν ο εναγόμενος στις 6-12-1996 επένδυσε το ποσό, που του ανήκε, των 127.500.000 δραχμών αγοράζοντας από κοινού στο δικό του όνομα και στο όνομα του αδελφού του μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων της ATE (ΑΤΕ αξιών διαχειρίσεως διαθεσίμων).

Μετά την πάροδο ενός μήνα και συγκεκριμένα στις 7-1-1997 το ανωτέρω ποσό της ρευστοποιήσεως των αμοιβαίων κεφαλαίων μαζί με την απόδοση, που είχε κατ' αυτό το χρονικό διάστημα, κατατέθηκε στον ως άνω κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην ΑΤΕ. Ακολούθως, ο εναγόμενος στις 9-1-1997 αγόρασε μερίδια των ίδιων αμοιβαίων κεφαλαίων της ΑΤΕ από κοινού στο δικό του όνομα και το όνομα του αδελφού του, αξίας 129.800.000 δρχ.

Στις 10-2-1997, κατατέθηκε το ανωτέρω ποσό της ρευστοποιήσεως των αμοιβαίων κεφαλαίων, μαζί με την απόδοσή του στον ως άνω κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην ΑΤΕ, ενώ στις 11-2-1997 ο εναγόμενος αγόρασε στο όνομα του ιδίου και του αδελφού του μερίδια των ίδιων αμοιβαίων κεφαλαίων της ΑΤΕ, αξίας 131.120.126 δρχ.. Μετά την πάροδο ενός μήνα, στις 11-3-1997 ακολούθησε κατάθεση του ως άνω ποσού της ρευστοποιήσεως των αμοιβαίων κεφαλαίων μαζί με την απόδοσή του στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό της ΑΤΕ των διαδίκων και στις 12-3-1997 ο εναγόμενος αγόρασε στο όνομά του και στο όνομα του αδελφού του μερίδια των ίδιων αμοιβαίων κεφαλαίων της, αξίας 132.200.000 δρχ.

Εν τέλει, στις 14-4-1997 ο εναγόμενος κατέθεσε το προϊόν της ρευστοποιήσεως των ως άνω αμοιβαίων κεφαλαίων μαζί με την απόδοσή τους, ήτοι συνολικό ποσό 133.464.701 δρχ. στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό τους της ΑΤΕ. Την επόμενη ημέρα 15-4-1997 ο εναγόμενος ανέλαβε από το λογαριασμό αυτό το ποσό των 133.000.000 δρχ. και αγόρασε μ' αυτό στο όνομά του και στο όνομα του αδελφού του μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων ...

της Εμπορικής Τράπεζας. Μετά την πάροδο ενός μήνα και συγκεκριμένα στις 15-5-1997 το προϊόν της ρευστοποιήσεως των ως άνω αμοιβαίων κεφαλαίων μαζί με την απόδοσή του κατατέθηκε στον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην Εμπορική Τράπεζα. Την επομένη 16-5-1997 ο εναγόμενος ανέλαβε από το λογαριασμό αυτό το ποσό των 100.000.000 δρχ.

συνολικά, ενώ στις 19-5-1997 ανέλαβε το ποσό των 29.983.974 δρχ.. Περαιτέρω, από την πρώτη ανάληψη ο εναγόμενος στις 16-5-1997 διέθεσε το ποσό των 80.000.000 δρχ. για την αγορά μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων ... εισοδήματος της Εμπορικής Τράπεζας στα ονόματα του ιδίου και του αδελφού του, ενώ με το υπόλοιπο ποσό των 20.000.000 δρχ.

στις 16-5-1997 αγόρασε στα ονόματα αμφοτέρων μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων "... δυναμικό" της Εμπορικής Τράπεζας. Η περαιτέρω πορεία των ανωτέρω έχει ως ακολούθως: 1) ο εναγόμενος στις 5-11-1997, αφού ρευστοποίησε τα ως άνω μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων ... εισοδήματος, αξίας 80.000.000 δρχ., αγόρασε αυθημερόν στα ονόματα του ιδίου και του αδελφού του μερίδια αξίας 80.000.000 δρχ.

των αμοιβαίων κεφαλαίων ... της Τράπεζας Μακεδονίας - Θράκης. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 10-12-1997 ρευστοποίησε τα μερίδια αυτά και το ποσό της εξαγοράς ύψους 80.882.192 δρχ. κατατέθηκε στον προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των διαδίκων, στην τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης. Το ποσό αυτό ο εναγόμενος ανέλαβε αυθημερόν και κατέθεσε στον κοινό λογαριασμό των διαδίκων με αριθμό ...

της Τράπεζας Αττικής. Εν τέλει, από το λογαριασμό αυτό ο εναγόμενος ανέλαβε στις 23-12-1997 το ποσό των 124.362.785 δρχ., ενώ στις 2-1-1998 επέστρεψε στο λογαριασμό αυτό το ποσό των 42.700.000 δρχ., 2) Στις 31-3-1998 ο εναγόμενος, αφού ρευστοποίησε τα ως άνω μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων "... δυναμικό" , που είχε αγοράσει αντί 20.000.000 δρχ., κατέθεσε το προϊόν των ρευστοποιήσεων με τις αποδόσεις, που προέκυψαν, συνολικού ποσού 20.463.677 δρχ.

στον ως άνω υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των διαδίκων. Εν τέλει, στις 21-4-1998 ο εναγόμενος προέβη στην ανάληψη του ποσού των 20.544.451 δρχ. από τον ως άνω λογαριασμό, 3) Με το ποσό των 29.983.974 δρχ., που ο εναγόμενος κατά τα προεκτεθέντα είχε αναλάβει στις 19-5-1997, αγόρασε από την Εμπορική Χρηματιστηριακή διάφορες τραπεζικές μετοχές στο όνομά του......

Όπως δε προαναφέρθηκε, παρά την ψυχρότητα που υπήρχε μεταξύ τους μετά τα μέσα του 1996, οι διάδικοι συνέχισαν την εμπορική τους συνεργασία και τις επαφές τους, γι' αυτό ο ενάγων γνώριζε για τις τοποθετήσεις που έκανε ο εναγόμενος του ποσού των 127.500.000 δρχ., το οποίο του ανήκε......... Ενόψει των ανωτέρω, είναι φανερό ότι, αφενός μεν το αρχικό ποσό των 127.500.000 δρχ., που περιήλθε στον εναγόμενο κατόπιν της ως άνω διανομής, ανήκε εξ ολοκλήρου σ' αυτόν, αφετέρου δε και ενόψει της ως άνω μεταξύ των διαδίκων σχέσεως, προέκυπτε δικαίωμα του εναγομένου επί ολόκληρων των επιμέρους ποσών του ως άνω κονδυλίου και των αποδόσεών τους, που διακινήθηκαν κατά τα ανωτέρω σε κοινούς λογαριασμούς και τίτλους μέχρι την τελική τους είσπραξη από τον εναγόμενο.".

Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που είχε απορρίψει την αγωγή του, ως προς το κεφάλαιο αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμη, με τη σκέψη ότι βάσει της, στηριζόμενης σε σχετική συμφωνία των διαδίκων, εσωτερικής σχέσεως, δικαιούχος ολοκλήρου του ποσού ήταν ο εναγόμενος.

Όμως το Εφετείο, με την παραδοχή της υπάρξεως συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, βάσει της οποίας τα ανωτέρω, μέσω του εν λόγω κοινού λογαριασμού τους, διακινηθέντα ποσά και οι αποδόσεις τους, ανήκαν μόνον στον αναλαβόντα, εξ ολοκλήρου, αυτά εναγόμενο - αναιρεσίβλητο, προς σχηματισμό της κρίσεώς του, ότι ο ενάγων δεν εδικαιούτο ούτε το ήμισυ των ανωτέρω ποσών του εν λόγω λογαριασμού, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του "πράγμα", που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και δη καλλυντικό του τεκμηρίου από τον άρθρο 493 Α και ισχυρισμό, το οποίο ο εναγόμενος ούτε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, με τις από 2-11-2002 προτάσεις του, είχε προβάλει, ούτε ως εφεσίβλητος, είχε επαναφέρει ενώπιον αυτού (του Εφετείου) με τις από, 22-4-2005, 27-11-2009, 8-2-2012 και 25-11-2015 προτάσεις του, όπως το περιεχόμενό τους επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 (α) ΚΠολΔ, όπως βασίμως, επομένως, αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως ο αναιρεσείων.

Επομένως, κατά παραδοχή, ως βασίμου, του πρώτου αυτού λόγου της αιτήσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, 570 παρ. 2 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής αποφάσεως για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της αποφάσεως στην ουσιαστική εκδίκαση της υποθέσεως, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και της ουσίας της υποθέσεως. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.

γ ΚΠολΔ υποχρεώσεως του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υποθέσεως κατ' ουσίαν μετά τη δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει, μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως, να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Συνεπώς, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται κατά το αναφερόμενο μέρος η απόφαση του δικαστηρίου που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης αποφάσεώς του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί κατά το μέρος αυτό από το τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Τέλος πρέπει, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 435/2016 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα.

Κρατεί επί της ουσίας την υπόθεση. Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υποθέσεως προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.-

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου