Legislator Case Law & Legislation
1095/2017 AI generated

1095/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1095/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1095/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
registration of construction lien escrow deposit contract letter of indemnity company founder investment foundation credit insurance
AI generated
739/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
704/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1031/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4517/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5977/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1η Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 26 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1654/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/7/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3012/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8074/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/5/2007 αίτησή τους και τους από 17/7/2001 πρόσθετους λόγους.
822/2024
Με την από 16.07.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1095 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1095/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", εδρεύουσας στη ..., νομίμως εκπροσωπούμενης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Παπαλάμπρου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Τράπεζα της Ελλάδος", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", εδρεύουσας στην …, νομίμως εκπροσωπούμενης, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Θάνο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6205/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 1152/2015 Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-6-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1265, 1276, 1277, 1278, 1291,1292, 1294, 1323 αριθ. 2 ΑΚ, 29 και 41 και 56 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 993§1 εδ.β’ 706 και 724 Κ.Πολ.Δ., προκύπτουν τα ακόλουθα: α) η προσημείωση υποθήκης αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, πληρούμενη με την τελεσίδικη επιδίκαση της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, που ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης, με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, β) τίτλος για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης είναι η δικαστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής, ως προς την ασφαλιζόμενη χρηματική απαίτησης, γ) η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αποτελεί ένα από τα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία μπορούν να διαταχθούν από το δικαστήριο.

Παρέχεται δε στο δανειστή, ο οποίος δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαίτησής του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτέλεσης, πάντοτε, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, που ορίζει και το ασφαλιστέο ποσό. Στη σχετική, για τη λήψη του άνω ασφαλιστικού μέτρου δίκη αιτών είναι ο δανειστής και καθ’ ου η αίτηση ο οφειλέτης, ο οποίος πρέπει να έχει και την κυριότητα επί του ακινήτου, επί του οποίου θα εγγραφεί η προσημείωση.

Πλην όμως, υπάρχει η δυνατότητα παροχής άδειας εγγραφής προσημείωσης σε ακίνητο τρίτου, μη οφειλέτη, αν αυτός στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων ρητώς συναινεί προς τούτο. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος που παραχωρεί το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε δικό του ακίνητο προς εξασφάλιση αλλότριου χρέους, στη σχετική δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομιμοποιείται παθητικώς ως μη υπόχρεος διάδικος.

Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος ομολογεί τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αίτησης και αποδέχεται, στα πλαίσια της εξουσίας διάθεσης που διέπει και τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, την κατ’ αυτού σχετική αίτηση δ) η συναίνεση του τρίτου, στην εγγραφή προσημείωσης στο ακίνητο του, που δίδεται στα πλαίσια της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, δεν επάγεται και αυτοδίκαιη αλλοίωση των σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, υπό την έννοια ότι ο παραχωρών το δικαίωμα προς εγγραφή προσημείωσης τρίτος, με την παραχώρηση αυτή, δεν μεταβάλλεται και σε οφειλέτη του δανειστή, ώστε να ευθύνεται, όχι μόνο εμπραγμάτως, αλλά και ενοχικώς, με το σύνολο της περιουσίας του για την καταβολή του χρέους, προς εξασφάλιση του οποίου παραχωρήθηκε η προσημείωση, έστω μέχρι την αξία του ακινήτου, επί του οποίου αυτή εγγράφηκε, εκτός και αν ο παραχωρών εγγυήθηκε την καταβολή του χρέους ή με σύμβαση με το δανειστή αναδέχθηκε το αλλότριο χρέος, οπότε δεν έχει την ιδιότητα του "τρίτου", αφού είναι και ο ίδιος οφειλέτης.

Η υπό του τρίτου παρεχόμενη προσημείωση αναφέρεται, αποκλειστικά, στην παροχή εξουσίας προς τον υπέρ ου η παραχώρηση δανειστή να επισπεύσει και εναντίον του (τρίτου) αναγκαστική εκτέλεση, προς ικανοποίηση της απαίτησής του από τη δια του πλειστηριασμού αναγκαστική εκποίηση του ακινήτου του τρίτου, χωρίς η άνω παραχώρηση να καθιστά τον τελευταίο, κατά νομική ή λογική αναγκαιότητα, και υποκείμενο της ενοχικής σχέσης που ευθύνεται προσωπικά για την καταβολή του με την προσημείωση εξασφαλισθέντος χρέους.

Επέρχεται, δηλαδή, όπως και επί της παραχώρησης δικαιώματος εγγραφής υποθήκης από τρίτο, μη οφειλέτη, σε ακίνητο του, διάσπαση της ενοχικής από την εμπράγματη ευθύνη, η οποία περιορίζεται μόνο στην υποχρέωση του τρίτου να ανεχθεί τη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση επί του συγκεκριμένου ακινήτου, επί του οποίου εγγράφηκε η υποθήκη.

Εξάλλου, η προσημείωση υποθήκης είναι ασφαλιστικό μέτρο, με το οποίο δεσμεύεται ακίνητο (του οφειλέτη ή του συναινούντος τρίτου), για να εξασφαλιστεί με αναγκαστική εκτέλεση επ’ αυτού, η προνομιακή ικανοποίηση χρηματικής ή μετατρέψιμης σε χρήμα απαίτησης του δανειστή, όταν στο μέλλον εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, αποτελεί θεσμό και του ουσιαστικού δικαίου, ρυθμιζόμενο σαφώς από τα άρθρα 1274 έως 1280, 1323, 1330 ΑΚ, καθώς και από το άρθρο 1265 ΑΚ, που προβλέπει τη δυνατότητα παραχώρησης υποθήκης από τρίτο, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για την προσημείωση υποθήκης.

Ειδικότερα αυτή αποτελεί υποθήκη εξαρτημένη από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277, 1323 αριθ. 2 του ΑΚ.

Κατά δε το άρθρο 1323 ΑΚ απόσβεση της προσημείωσης επέρχεται και αν μέσα σε ενενήντα ημέρες από την τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση δεν τράπηκε σε υποθήκη. Για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη θα πρέπει η απαίτηση που ασφαλίζεται με την προσημείωση να είναι η ίδια με την απαίτηση που επιδικάζεται με την τελεσίδικη απόφαση στον προσημειούχο δανειστή, διαφορετικά υπάρχει ακυρότητα της υποθήκης στην οποία έχει τραπεί η προσημείωση.

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 29 παρ. 1-2 ΕισΝΚΠολΔ και 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη με βάση διαταγή πληρωμής θα πρέπει αυτή να αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου με την άπρακτη παρέλευση όχι μόνο της κατά το άρθρ. 632 παρ. 1 ΚΠολΔ 15νθήμερης προθεσμίας αλλά και της ύστερα από νέα επίδοση 10ήμερης προθεσμίας του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, μετά και την παρέλευση της οποίας αρχίζει να τρέχει η κατά το άρθρο 1323 παρ. 2 ΑΚ 90νθήμερη προθεσμία για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη (Ολ ΑΠ 6/1996, ΑΠ 119/2003).

Περαιτέρω η τριγωνική σχέση που δημιουργείται μεταξύ δανειστή, οφειλέτη και τράπεζας, με αφορμή την εγγυητική επιστολή που εκδίδει η τελευταία, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται, ελλείψει άλλων διατάξεων που ρυθμίζουν ειδικώς τη σχέση, από τις διατάξεις για την εγγύηση των άρθρων 847 επ.

ΑΚ. Η εγγυητική επιστολή έχει ως βάση, συνήθως, ορισμένη πιστωτική σύμβαση, που συνδέει την τράπεζα με τον πιστούχο οφειλέτη, η οποία αποτελεί και την αιτία της. Με την έκδοση όμως της εγγυητικής επιστολής ιδρύεται αυτοτελής ενοχή, ανεξάρτητη της αιτίας και πρωτογενής υποχρέωση της τράπεζας προς τον τρίτο δανειστή που απευθύνεται, η χρηματική οφειλή της οποίας προς τον τελευταίο τελεί υπό την αίρεση της κατάπτωσης.

Ειδικότερα, οι εγγυητικές επιστολές που εκδίδονται από τράπεζες, επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής των τελευταίων ετών (άρθρο 361 ΑΚ), χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του ποσού που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους.

Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"Με την υπ’ αριθ. .../5-3-1990 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αίγινας Μ. Ν. -Β., νομίμως μεταγραφείσα στα Βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας στον τόμο ..., η "... ... Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (στο εξής: "... ΑΕ"), της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση είναι από 2-10-1998 η εναγόμενη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...

ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", φέρεται να είχε αποκτήσει την κυριότητα ενός οικοπέδου 27.000 τμ στην Κοινότητα ... , μετά του επ’ αυτού κτιριακού συγκροτήματος, στο οποίο στεγάζονταν το ξενοδοχείο "...". Κατά τον ίδιο χρόνο η ... ΑΕ κίνησε τη διαδικασία πώλησης του ως άνω ακινήτου με πρόσκληση των ενδιαφερομένων για την υποβολή προσφορών αρχικά μέχρι 1-3-1991 και μετά με νεότερη ανακοίνωση μέχρι 27-11-1991 έναντι ελαχίστου τιμήματος εκ 600.000.000 δρχ.

Εντούτοις η ενάγουσα -εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", δραστηριοποιούμενη στις ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις, της οποίας βασικός μέτοχος κατά 95%, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της Κ. Λ. του Γ.(σημειωτέον ότι ο τελευταίος από την ίδρυση της ενάγουσας ΑΕ το 1988 μέχρι και σήμερα παραμένει Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής), πολύ νωρίτερα και δη με την από 6-6-1989 αίτηση προς την ...

ΑΕ ζήτησε να μισθώσει το ως άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα και παράλληλα εκδήλωσε το ενδιαφέρον να το αγοράσει, επικαλούμενη, μάλιστα, ότι το ως άνω ξενοδοχείο ήταν μισθωμένο στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", της οποίας μέτοχος κατά 50% ήταν ο Κ. Λ.. Το αυτό αίτημα επανέλαβε και με την από 10-10-1990 επιστολή της προσφέροντας 2.000.000 δολάρια ΗΠΑ, ενώ με την από 15-1-1991 επιστολή της βελτίωσε την προσφορά της σε 3.000.000 δολάρια ΗΠΑ.

Αρχικά η προσφορά της ενάγουσας ΑΕ αποκλείστηκε για τυπικούς λόγους και συγκεκριμένα επειδή δεν προσκόμισε τραπεζική επιταγή, οπότε και επανήλθε με νέο αίτημα με την από 11-3-1991 επιστολή της, προτιθέμενη να καλύψει τη διαφορά μεταξύ των 3.000.000 δολαρίων που προσέφερε και του τιμήματος εκ 600.000.000 δρχ. με δάνειο.

Όλες τις ανωτέρω επιστολές υπέγραφε ο Κ. Λ. με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας ΑΕ. Την 18-11-1991 ο Κ. Λ. με αίτηση του προς την ... ΑΕ, γραμμένη όμως σε επίσημο επιστολόχαρτο της ενάγουσας ΑΕ, ζήτησε να αγοράσει το ανωτέρω ξενοδοχείο έναντι 600.000.000 δρχ. Κατά το έτος 1992 ανταλλάχθηκαν μεταξύ της ...

ΑΕ και του Κ. Λ., ως νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας ΑΕ , πλείστες επιστολές με αντικείμενο την δανειοδότηση της τελευταίας από πιστωτικό ίδρυμα του εξωτερικού ώστε να προβεί στην αγορά του ως άνω ξενοδοχείου και παράλληλα να εξασφαλίσει εγγυητική επιστολή από την ... ΑΕ. Η τελευταία με την από 15-10-1992 επιστολή της ενημέρωσε την ενάγουσα ΑΕ ότι η προσφορά της κρίθηκε ως η καλύτερη και ότι αποφασίσθηκε η μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου σε αυτή έναντι 620.000.000 δρχ., στις δε 22-12-1992 εγκρίθηκε και η χρηματοδότηση του Κ.

Λ. από την ... Bank Ltd αποστέλλοντας η τελευταία και σχέδιο για την έκδοση εγγυητικής επιστολής από την ... ΑΕ. Μεσολάβησε στις 15-7-1992 και 18-11-1992 εκτίμηση της αξίας σε 450.000.000 δρχ. του ακινήτου της ενάγουσας ΑΕ, όπου στεγάζεται η επιχείρηση ξενοδοχείου ... και το οποίο θα δίνονταν για εμπράγματη εξασφάλιση τη ... ΑΕ από τη χορήγηση της εγγυητικής επιστολής.

Ακολούθως με το υπ’ αριθμόν ...-1-1993 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας ΑΕ αποφασίσθηκε ομόφωνα "η αγορά ξενοδοχειακού συγκροτήματος "..." που βρίσκεται νήσο Αίγινα γίνει επ’ ονόματι του κύριου μετόχου Λ. Κ. διότι εκτιμάται ως πιο πρόσφορο και συμφέρον δια την εταιρίαν", με το δε υπ’ αριθμόν ...-2-1993 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας ΑΕ αποφασίσθηκε ομόφωνα και εξουσιοδοτήθηκε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος "της εταιρίας Λ.

Κ. όπως συναινέσει στην εγγραφή ΥΠΟΘΗΚΗΣ-ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗΣ ενώπιον του Αρμοδίου Δικαστηρίου (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) επί του Ακινήτου ... ιδιοκτησίας της εταιρίας υπέρ της ... μέχρι του ποσού των (700.000.000) επτακοσίων εκατομμυρίων δρχ.," (αντιγράφεται, χωρίς να γίνει ορθογραφική διόρθωση, αυτολεξεί το χειρόγραφο πρακτικό).

Την 22-2-1993 η ... ΑΕ επιβεβαίωσε με επιστολή της την απόφασή της να πωλήσει το ξενοδοχείο "..." στην ενάγουσα ΑΕ. Η τελευταία ενημέρωσε την ... ΑΕ ότι η αγορά θα γινόταν τελικά στο όνομα του Κ. Λ. πρόταση που αποδέχθηκε η ... ΑΕ, δεδομένου ότι η πώληση, που βρισκόταν σε στάδιο προχωρημένων διαπραγματεύσεων, επρόκειτο τελικά να πραγματοποιηθεί, με τα κρίσιμα οικονομικά και νομικά δεδομένα της αμετάβλητα (τίμημα, χρόνος κατάρτισης πωλητηρίου συμβολαίου, εμπράγματες ασφάλειες).

Την, 23-2-1993 η ... ΑΕ κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων και δη εγγραφής προσημείωσης μέχρι του ποσού των 450.000.000 δρχ. σε βάρος ακινήτου της ενάγουσας ΑΕ, όπως περιγράφεται κατωτέρω, για την εξασφάλιση απαίτησής της από τη χορήγηση εγγυητικής επιστολής ποσού 3.250.000 δολαρίων ΗΠΑ πλέον τόκων, φόρων και λοιπών εξόδων, δηλαδή περίπου 705.477.500 δραχμών, δεδομένης της ισοτιμίας του χρόνου εκείνου (1 δολάριο ΗΠΑ= 217,073 δραχμές, άρα 3.250.000 Χ 217,073 = 705.477.500 δρχ.).

Κατά τη συζήτηση αυτής την 24-2-1993 η ενάγουσα ΑΕ εκπροσωπήθηκε από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Κ. Λ., δυνάμει του προρρηθέντος πρακτικού του ΔΣ (το οποίο και προσκόμισε σε επικυρωμένο αντίγραφο στην ... ΑΕ), ομολόγησε την απαίτηση και συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης, μέχρι του ποσού των 450.000.000 δραχμών, επί ενός οικοπέδου, εκτάσεως 693 τμ, μετά της επ’ αυτού πολυώροφης οικοδομής, αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο, ημιώροφο, τέσσερις τυπικούς ορόφους πάνω από το ισόγειο, δύο ορόφους σε εσοχή και δώμα, κειμένου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου ...

Αττικής, επί της Λεωφόρου ..., στο οποίο λειτουργούσε το ξενοδοχείο "...", ιδιοκτησίας της ενάγουσας ΑΕ. Την επόμενη ημέρα 25-2-1993 η ... ΑΕ ενέγραψε δυνάμει της ανωτέρω απόφασης προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου στον τόμο ... και ... των Βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ... και αμέσως μετά την 26-2-1993 η ...

ΑΕ εξέδωσε την υπ’ αριθμόν ... εγγυητική επιστολή ποσού 3.250.000 δολαρίων ΗΠΑ προς την ... BANK υπέρ του Κ. Λ., χωρίς τελικά αυτή να παραδοθεί στην αλλοδαπή τράπεζα. Και τούτο διότι τους επόμενους μήνες προτιμήθηκε από τον τελευταίο (Κ. Λ.) να χρηματοδοτηθεί από την Τράπεζα ..., καθόσον ο ίδιος ήταν υπήκοος ... και διευκολύνονταν στη δραχμοποίηση συναλλάγματος, η οποία (Τράπεζα ...) και ενημέρωσε σχετικά την ...

ΑΕ την 10-5-1993 για τη χορήγηση προς αυτήν της σχετικής εγγυητικής επιστολής. Την 16-6-1993 καταρτίσθηκε μεταξύ του Κ. Λ. και της Τράπεζας ... σύμβαση έντοκου δανείου ποσού 3.100.000 δολαρίων ΗΠΑ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τον δανειζόμενο για την αγορά από την ... ΑΕ του ξενοδοχείου ..., εξοφλητέο μέχρι 16-6-1994, η δε ανάληψη του δανείου θα γίνονταν μέχρι 30-6-1993, "υπό την προϋπόθεση ότι ο δανειζόμενος θα έχει προσκομίσει μέχρι την ημερομηνία αυτή εγγυητική επιστολή ποσού δολ.

ΗΠΑ 3.250.000 από την ... ΑΕ". Πράγματι την 17-6-1993 η ... ΑΕ εξέδωσε την υπ’ αριθμόν ... εγγυητική επιστολή προς την Τράπεζα ... υπέρ του Κ. Λ. ποσού 3.250.000 δολαρίων ΗΠΑ, σύμφωνα με το υπόδειγμα που της απέστειλε η τελευταία, στην οπίσθια σελίδα της οποίας (η οποία μάλιστα υπογράφεται και από τον Κ. Λ.) αναγράφεται ότι για ασφάλεια της τράπεζας εγγράφη προσημείωση υποθήκης στο ξενοδοχείο ...

με την υπ’ αριθμόν 2906/1993 απόφαση. Την εγγυητική αυτή επιστολή ο Κ. Λ. προσκόμισε στην Τράπεζα ... και έλαβε δάνειο ποσού 3.100.000 δολαρίων ΗΠΑ. Σημειωτέον ότι στην αλλαγή του εντολέως της εγγυητικής επιστολής (αντί της ενάγουσας ΑΕ, ο Κ. Λ.) η ... ΑΕ δεν πρόβαλε αντίρρηση, διότι η χορήγηση εγγυητικής επιστολής του ως άνω μεγέθους (3.250.000 δολαρίων ΗΠΑ) αποτελούσε για αυτήν επικερδή τραπεζική εργασία, αφού και μόνο η προμήθειά της ανέρχονταν σε 1,10% επί του ποσού (δηλαδή 8.338.640 δρχ.

όπως αναγράφεται στη χορηγηθείσα εγγυητική επιστολή). Στη συνέχεια, ο Κ. Λ. με την από 23-6-1993 αίτησή του προς την ... ΑΕ ζήτησε να καταβάλει το ποσό των 70.000.000 δρχ. από το συμφωνηθέν τίμημα των 620.000.000 δρχ., με πίστωση τεσσάρων ετών, αίτημα που έγινε δεκτό με την από 25-6-1993 απόφαση της "Επιτροπής Διαχειρίσεως Ακινήτων" της ...

ΑΕ υπό τον όρο να εγγραφεί υποθήκη για το ποσό των 110.000.000 δρχ. Στη Γενική Συνέλευση της 30-6-1993 της ενάγουσας ΑΕ, στην οποία παρίστατο ο Κ. Λ. και ο (ετεροθαλής αδελφός του) Κ. Ι. εκπροσωπούντες 371.446 μετοχές επί συνόλου 400.000 μετοχών, ο Κ. Λ. ενημέρωσε την ΓΣ ότι έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 450.000.000 δρχ.

υπέρ της ... ΑΕ επί ακινήτου της ενάγουσας για λήψη δανείου που θα χρησιμοποιηθεί για επέκταση των εργασιών της ενάγουσας ΑΕ (για αγορά ξενοδοχείου). Ακολούθως με το υπ’ αριθμόν ...29-7-1993 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Δ., νομίμως μεταγραφέν στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας στον τόμο ..., ο Κ.

Λ. απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου, που περιγράφηκε ανωτέρω και στέγαζε το ξενοδοχείο "...", αντί συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος ποσού 622.000.000 δραχμών (= 620.000.000 δραχμές για το ακίνητο και 2.000.000 δραχμές για τον κινητό εξοπλισμό), από το οποίο ποσό 572.000.000 δραχμών καταβλήθηκε άμεσα, προερχόμενο από δραχμοποίηση συναλλάγματος μέσω δανείου από την Τράπεζα ...

και ποσό 50.000.000 δραχμών πιστώθηκε, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο συμβόλαιο. Στη συνέχεια, προκειμένου να εξασφαλιστεί το σύνολο της απαίτησης της ... ΑΕ από την προρρηθείσα εγγυητική επιστολή των 3.250.000 δολαρίων ΗΠΑ (=705.477.500 δρχ.), πλέον τόκων και εξόδων, όπως ισχύει σε ανάλογες περιπτώσεις, συμφωνήθηκε να εγγραφεί και έτερη προσημείωση υποθήκης και δη επί του πωλούμενου ακινήτου, αφού το ποσό της επίδικης προσημείωσης που ενεγράφη στο ακίνητο της ενάγουσας ΑΕ ανερχόταν σε 450.000.000 δραχμές.

Με την υπ’ αριθ. 14.840/29-7-1993 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τη συναίνεση του παρασταθέντος αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση Κ. Λ., διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του πωληθέντος ακινήτου, όπου στεγάζονταν το ξενοδοχείο "..." μέχρι του ποσού των 700.000.000 δραχμών, προς εξασφάλιση της ως άνω απαίτησης της ...

ΑΕ κατά του Κ. Λ. από την εγγυητική επιστολή ποσού 3.250.000 δολαρίων ΗΠΑ. Την 3-8-1993 εγγράφηκε στα Βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας υπέρ της ... ΑΕ επί του πωληθέντος ακινήτου: α) δυνάμει της ανωτέρω απόφασης προσημείωση υποθήκης στον τόμο … και ... μέχρι του ποσού των 700.000.000 δρχ. και β) συναινετική υποθήκη μέχρι του ποσού των 80.000.000 δρχ.

Η ενάγουσα ΑΕ με την με αρ. κατ. ...-1-1994 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε την ανάκληση της ως άνω υπ’ αριθμόν 2906/1993 απόφασης, για το λόγο ότι δεν χορηγήθηκε σε αυτήν την ίδια εγγυητική επιστολή και, ως εκ τούτου, δεν υπήρχε απαίτηση, για την εξασφάλιση της οποίας διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης επί του ακινήτου της.

Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμόν 6869/18-4-1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την αιτιολογία "ότι η προσημείωση υποθήκης που διατάχθηκε με την πιο πάνω απόφαση, διατάχθηκε για να εξασφαλισθεί η πιο πάνω απαίτηση της καθής κατά του Κ. Λ.". Παράλληλα η ενάγουσα ΑΕ άσκησε και την με αρ.

κατ. .../22-2-1994 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι ουδεμία οφειλή της εξασφάλισε η ανωτέρω προσημείωση. Η εν λόγω αγωγή δεν συζητήθηκε μέχρι σήμερα, από το δικόγραφο δε αυτής, παραιτήθηκε η ενάγουσα AE με την κρινόμενη αγωγή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Κ. Λ. δεν κατέβαλε τις δόσεις του προαναφερθέντος δανείου που έλαβε από την Τράπεζα ... , οπότε η τελευταία ζήτησε από την ...

ΑΕ την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής. Πράγματι η ... ΑΕ κατέβαλε στην Τράπεζα ... την 28-3-1994 το ποσό των 11.262.250 δρχ και την 16-6-1994 το ποσό των 3.143.001,74 δολ. ΗΠΑ και συνολικά το ποσό των 788.432.290 δρχ. Στη συνέχεια η ... ΑΕ ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του Κ. Λ. για την απαίτησή της από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής , οπότε και εκδόθηκε σχετικά η υπ’ αριθμόν .../9-5-1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο Κ. Λ. άσκησε κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής την με αρ. κατ. 6897/24-7-1995 ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 του ΚΠολΔ, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 3870/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε αυτήν (ανακοπή) και στη συνέχεια (μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους του Κ. Λ.) η υπ’ αριθμόν 5438/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών , που απέρριψε την έφεση.

Έτσι η προρρηθείσα διαταγή πληρωμής κατέστη απρόσβλητη και τίτλος κατάλληλος για εγγραφή υποθήκης. Ακολούθως η εναγομένη τραπεζική εταιρία ζήτησε την τροπή της προσημείωσης ,που γράφηκε δυνάμει της υπ’ αριθμόν 2906/1993 απόφασης στο ακίνητο της ενάγουσας ΑΕ, σε υποθήκη με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής, επειδή, όμως, η Υποθηκοφύλακας ...

αρνήθηκε, εκδόθηκε σχετικά η υπ’ αριθμόν 5534/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Εκούσια Δικαιοδοσία) κατ’ άρθρο 791 του ΚΠολΔ (επί της αίτησης με αρ. κατ. .../24-12-1998), που διέταξε την τροπή αναδρομικά από την υποβολή της σχετικής αίτησης, δεχθέν ότι πρόκειται για προσημείωση σε ακίνητο τρίτου με τη συναίνεση του τελευταίου.

Η εν λόγω απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο, αλλά παράγει διαπλαστική ενέργεια που δεσμεύσει κάθε τρίτο, άρα και την ενάγουσα ΑΕ , η οποία θα μπορούσε να ασκήσει τριτανακοπή, πλην όμως δεν το έπραξε (βλ. Διον. Κονδύλη Το Δεδικασμένο εκδ. 1983 σελ. 48-49, Γεωρ. Διαμαντόπουλο Η Δίκη των Αντιρρήσεων ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή εκδ.2015 σελ. 357 αρ.516).

Στη συνέχεια τράπηκε η προσημείωση σε υποθήκη αναδρομικά από 15-10-1998 Παράλληλα η εναγομένη τραπεζική εταιρία με την από 28-12-2000 δήλωσή της στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα Πτωχεύσεων) ανήγγειλε την ως άνω απαίτησή της από τη διαταγή πληρωμής , που πλέον είχε ανέλθει σε 2.497.632.860 δρχ., στην πτώχευση του Κ.

Λ., που κηρύχθηκε με την υπ’ αρ. 1550/28-7-2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ως άνω ακίνητο (ξενοδοχείο ...), με την έναρξη ισχύος του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή ... την 10-11-2004 (απόφαση ΟΚΧΕ .../04.11.2004), καταχωρήθηκε ως γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., με δικαιούχο κυριότητας την ενάγουσα ΑΕ.

Στις πρώτες εγγραφές, λόγω παράλειψης της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας να δηλώσει την ως άνω προσημείωση και υποθήκη κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης, δεν καταχωρήθηκαν αυτές. Για το λόγο αυτό η εναγομένη κίνησε την προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ.4 του Ν.2264/1998 εξωδικαστική διαδικασία περί διόρθωσης των πρώτων εγγραφών με τις υπ’ αρ.

κατ. .../3-10-2006 αιτήσεις της ενώπιον του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου ... , οι οποίες κοινοποιήθηκαν στην ενάγουσα ΑΕ την 5-10-2006 (βλ. υπ’ αρ. .../5-10-2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ν. Π.), πλην όμως, η τελευταία ουδεμία εναντίωση προέβαλε εντός 10ημέρου, όπως προβλέπεται από το νόμο .

Κατόπιν τούτου ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου ... προέβη την 23-10-2006 σε οριστική καταχώρηση, στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου της προρρηθείσας προσημείωσης και της υποθήκης . Στο μεταξύ με την υπ’ αριθμόν 513/1997 απόφαση του Εφετείου κηρύχθηκε άκυρος ο πλειστηριασμός του περιγραφόμενου ακινήτου στην Αίγινα , όπου στεγάζονταν το ξενοδοχείο "..." και η κατακύρωση αυτού στην ...

ΑΕ, μετά από πολυετή δικαστικό αγώνα που ξεκίνησε με την από 20-7-1988 ανακοπή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Αίγινα Ξενοδοχειακαί επιχειρήσεις ΑΕ". Στη συνέχεια ο Κ. Λ. άσκησε τις με αρ κατ. .../2004 αγωγές κατά της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας, με τις οποίες, επικαλούμενος την απώλεια της κυριότητας του ως άνω ακινήτου στην Αίγινα επειδή η πωλήτρια ...

ΑΕ δεν είχε αποκτήσει αυτή λόγω ακύρωσης του πλειστηριασμού, ήγειρε αξιώσεις -αποζημίωσης ποσού 451.238.154 δρχ. για θετική και αποθετική ζημία, για επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος αγοράς εκ 572.000.000 δρχ., για καρπούς (τόκους από το δανεισμό του) ποσού 2.619.264.334 δρχ., για προμήθεια για την έκδοση της προρρηθείσης εγγυητικής επιστολής εκ 8.338.638 δρχ.

και 18.477.533 δρχ., πλέον 1.444.500 δρχ. για δικηγορική αμοιβή. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 1718/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή περί επιστροφής τιμήματος και απέρριψε τις λοιπές αξιώσεις και η 746/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την εξαφάνισε μόνο ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.

Ήδη από 16-7-2009 κατατέθηκε αναίρεση από τον Κ. Λ., η συζήτηση της οποίας εκκρεμεί ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ενόψει της εξέλιξης αυτής η εναγομένη τραπεζική εταιρία α) με την από 27-12-2005 επιταγή προς πληρωμή κάτωθι πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ’ αριθμόν .../1995 διαταγής πληρωμής, που επιδόθηκε στον Κ. Λ. την 28-12-2005, ζήτησε από τον τελευταίο να της καταβάλει το ποσό των 7.491.404,22 ευρώ νομιμοτόκως, β) με την από 8-3-2006 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον Κ.

Λ. την 10-3-2006, συμψήφισε μέρος της ανωτέρω απαίτησής της με ανταπαιτήσεις του τελευταίου με ημερομηνία συμψηφισμού την 8-5-1997 (ημέρα δημοσίευσης της 513/1997 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς) και του ζήτησε να της καταβάλει το υπόλοιπο εκ 5.753.470,49 ευρώ, γ) με την από 7-9-2009 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στον Κ. Λ.

την 8-9-2009 προέβη σε νέο συμψηφισμό των τόκων των εκατέρωθεν απαιτήσεων και του ζήτησε να της καταβάλει το υπόλοιπο εκ 6.608.423,40 ευρώ, δ) την 10-9-2009 κοινοποίησε τόσο στον Κ. Λ. , όσο και στην ενάγουσα ΑΕ υπό την ιδιότητα της παρέχουσας εμπράγματη ασφάλεια, αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της προρρηθείσης διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή του ανωτέρω ποσού εκ 6.608.423,40 ευρώ και ε) την 21-9-2009 επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στο προρρηθέν υποθηκευμένο ακίνητο της ενάγουσας ΑΕ και ορίστηκε ο πλειστηριασμός για την 18-9-2009 (βλ.

υπ’ αρ. 2309/21-9-2009 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Έ. και .../2009 περίληψη του ιδίου) . Κατά των ω άνω πράξεων εκτέλεσης η ενάγουσα ΑΕ κατέθεσε τις με αρ. κατ. 169877/10277/23-9-2009,

179640/10534/6-10-2009 και 193362/11029/19-10-2009 ανακοπές του άρθρου 933 ΚΠολΔ ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες, από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει εάν συζητήθηκαν μέχρι σήμερα. Εντούτοις συζητήθηκαν οι αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης, που κατέθεσε η ενάγουσα ΑΕ και εκδόθηκαν σχετικά οι υπ’ αριθμόν 9234/16-11-2009 και 9278/17-11-2009 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με τις οποίες διατάχθηκε η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, διότι με πανομοιότυπη αιτιολογία πιθανολογήθηκε η ακυρότητα της τροπής της ως άνω προσημείωσης σε υποθήκη, επειδή η απαίτηση που επιδικάσθηκε με την .../1995 διαταγή πληρωμής δεν ταυτίζεται με την απαίτηση που εξασφαλίσθηκε με την προσημείωση.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην άσκηση της ένδικης αγωγής. Κατόπιν όλων των ανωτέρω αναλυτικά παρατιθέμενων πραγματικών περιστατικών , αποδεικνύεται ότι η προσημείωση υποθήκης, που εγγράφηκε δυνάμει της υπ’ αρ. 2906/1993 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το ποσό των 450.000.000 δρχ., αφορούσε την εμπράγματη εν μέρει εξασφάλιση της ...

ΑΕ από την χορήγηση εγγυητικής επιστολής ποσού 3.250.000 δολαρίων ΗΠΑ (=705.477.500 δραχμών), που ενώ αρχικά συμφωνήθηκε ότι θα εκδίδονταν στο όνομα της ενάγουσας ΑΕ, κατόπιν δικής της αίτησης εκδόθηκε η με αριθμό .../ 17.6.1993 του ιδίου ποσού στο όνομα του Κ. Λ., βασικού μετόχου και νόμιμου εκπροσώπου της, προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος και δη τη χρηματοδότηση για την αγορά του ξενοδοχειακού συγκροτήματος "...".

Η εν λόγω αλλαγή δικαιούχου εγγυητικής επιστολής και κατά συνέπεια οφειλέτη της ... ΑΕ κατέστησε αυτοδικαίως την ως άνω προσημείωση ως εγγραφείσα σε ακίνητο τρίτου, που έχει το χαρακτήρα παροχής εμπράγματης ασφάλειας εκ μέρους της ανώνυμης εταιρίας προς τον Κ. Λ. , σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.

Περαιτέρω η τροπή της ως άνω προσημείωσης σε υποθήκη με βάση την υπ’ αριθμόν .../1995 διαταγή πληρωμής , που εκδόθηκε σε βάρος του ενοχικώς ευθυνόμενου έναντι της εναγομένης ΑΕ Κ. Λ., είναι καθ’ όλα νόμιμη, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον ταυτίζεται η ασφαλιζόμενη με την προσημείωση απαίτηση με την απαίτηση που επιδικάστηκε με την απρόσβλητη πλέον διαταγή πληρωμής".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, με την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της προαναφερόμενης υποθήκης, να διαταχθεί η εξάλειψή της από τα δημόσια βιβλία του Υποθηκοφυλακείου και του Κτηματολογικού Γραφείου, να αναγνωριστεί ότι αποσβέστηκε η προσημείωση υποθήκης, λόγω καταγγελίας, επειδή δεν της χορηγήθηκε η εγγυητική επιστολή και να διαταχθεί η εξάλειψη της προσημείωσης.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ( ...), της οποίας καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση είναι από το έτος 1998 η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα, κίνησε τη διαδικασία πώλησης, αντί ελαχίστου τιμήματος 600.000.000 δραχμών, του κτιριακού συγκροτήματος του ξενοδοχείου ...

μετά του οικοπέδου του, εμβαδού 27.000τ.μ., που βρίσκεται στην ..., του οποίου φερόταν ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα. Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιούνταν σε ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις, και της οποίας μέτοχος κατά ποσοστό 95%, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος είναι ο Κ.

Λ., εκδήλωσε το ενδιαφέρον να αγοράσει το πιο πάνω ξενοδοχείο, υποβάλλοντας διάφορες προσφορές προς την πωλήτρια ..., η οποία τελικά στις 15.10.1992 την ενημέρωσε εγγράφως ότι δέχθηκε την προσφορά της και ότι αποφασίστηκε η μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου στην ίδια (ενάγουσα), αντί ποσού 620.000.000δρχ. Ότι στη συνέχεια, στις 11.1.1993, το ΔΣ της ενάγουσας αποφάσισε ομόφωνα η αγορά του εν λόγω ξενοδοχείου να γίνει στο όνομα του Κ.

Λ., επειδή εκτιμήθηκε ότι αυτό ήταν πιο πρόσφορο και συμφέρον για την εταιρεία. Ότι επίσης αποφασίστηκε από το πιο πάνω ΔΣ, στις 10.2.1993, να εξουσιοδοτηθεί ο Κ. Λ. να συναινέσει ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας που βρίσκεται στην Αθήνα (...) υπέρ της ...

μέχρι του ποσού των 700.000.000δρχ. Ότι μετά την επιβεβαίωση, με επιστολή της ... στις 22.2.1993, της απόφασής της να πωλήσει το προαναφερόμενο ξενοδοχείο στην ενάγουσα, η τελευταία την ενημέρωσε ότι η αγορά δεν θα γινόταν τελικά στο όνομά της, αλλά στο όνομα του Κ. Λ., πρόταση που αποδέχθηκε η πωλήτρια. Ότι μετά από σχετική αίτηση της ..., με την 2906/24.2.1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε, με τη συναίνεση του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας Κ.

Λ., η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο προαναφερόμενο ακίνητο της τελευταίας, μέχρι του ποσού των 450.000.000 δραχμών, για την εξασφάλιση απαίτησης της ... από εγγυητική επιστολή ποσού 3.250.000 δολαρίων ΗΠΑ, πλέον τόκων, φόρων και λοιπών εξόδων που θα χορηγούσε, προκειμένου να υπάρξει δανειοδότηση του αγοραστή από αλλοδαπή τράπεζα για την αγορά του επίδικου ξενοδοχείου.

Ότι κατά το χρόνο έκδοσης της πιο πάνω δικαστικής απόφασης και της εγγραφής της προσημείωσης (25.2.1993) δεν είχε οριστεί το πρόσωπο υπέρ του οποίου θα εκδιδόταν η εν λόγω εγγυητική επιστολή, το οποίο τελικά συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι θα είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας Κ. Λ., αφού στο όνομα αυτού θα γινόταν και η αγορά του ξενοδοχείου.

Ότι κατόπιν τούτου η ... εξέδωσε, στις 17.6.1993, υπέρ του Κ. Λ. την ... εγγυητική επιστολή ποσού 3.250.000 δολαρίων ΗΠΑ προς την τράπεζα ..., από την οποία ο Κ. Λ. δανειοδοτήθηκε με το ποσό των 3.100.000 δολαρίων ΗΠΑ για την αγορά του πιο πάνω ξενοδοχείου, η οποία πραγματοποιήθηκε τελικά στις 29.7.1993. Ότι για την εξασφάλιση της συνολικής απαίτησης της ...

από την παραπάνω εγγυητική επιστολή διατάχθηκε στη συνέχεια, με την 14840/29.7.1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με τη συναίνεση του Κ. Λ., η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 700.000.000 δραχμών επί του πωληθέντος ξενοδοχείου. Ότι, εξαιτίας της μη καταβολής των δόσεων του ληφθέντος δανείου από τον Κ.

Λ. και της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής της ... προς την τράπεζα ... αυτή (...) της κατέβαλε το ποσό των 3.143.001,74 δολ. ΗΠΑ και συνολικά το ποσό των 788.432.290 δρχ. Ότι κατόπιν αυτού εκδόθηκε, με αίτηση της ..., η..../9.5.1995 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του Κ. Λ., η οποία κατέστη στη συνέχεια απρόσβλητη.

Ότι με την 5534/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε αναδρομικά από τις 15.10.1998, μετά από σχετική αίτηση της εναγόμενης τράπεζας, η τροπή της προσημείωσης, που είχε γραφτεί με την 2906/1993 απόφαση στο ακίνητο της ενάγουσας, σε υποθήκη, με βάση την παραπάνω απρόσβλητη διαταγή πληρωμής, με την παραδοχή ότι πρόκειται για προσημείωση σε ακίνητο τρίτου με τη συναίνεση του τελευταίου.

Ότι, τέλος, η τροπή της εν λόγω προσημείωσης σε υποθήκη έγινε νόμιμα, καθόσον η ασφαλιζόμενη με την προσημείωση υποθήκης απαίτηση της ... που διατάχθηκε με την 2906/1993 δικαστική απόφαση σε βάρος του ακινήτου της ενάγουσας, ως τρίτης, και προέρχεται από τη χορήγηση της εγγυητικής επιστολής ποσού 3.250.000δολ. ΗΠΑ, που εκδόθηκε από την ...

προς την τράπεζα ... και υπέρ του Κ. Λ., κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, ταυτίζεται με την απαίτηση της ... που επιδικάστηκε με την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 1274, 1276, 1277 και 1329 του ΑΚ, 29 παρ. 1 - 2 ΕισΝΚΠολΔ, 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και, συνεπώς, ο σχετικός πρώτος, κατά ένα μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο, υπό την επίκληση κατ’ εκτίμηση του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.β’ ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας, που επανέλαβε με το δεύτερο λόγο της έφεσης της, περί ακυρότητας της τροπής της πιο πάνω προσημείωσης σε υποθήκη, διότι:

α) δεν υπήρχε ταυτότητα των ένδικων απαιτήσεων β) ουδέποτε εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση σε βάρος της για την ασφαλιζόμενη με την προσημείωση απαίτηση της εναγομένης και γ) ουδέποτε συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης του Κ. Λ., είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες περί του αντιθέτου παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε (ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1434/2010).

Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση του άρθρου 559αρ.1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1265, 1266, 1277, 1291, 1292, 1294, 1323 αρ.2 ΑΚ,29,41 και 56 ΕισΝΚΠολΔ,706 και 724 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι "η αλλαγή δικαιούχου της εγγυητικής επιστολής...

κατέστησε αυτοδικαίως την προσημείωση ως εγγραφείσα σε ακίνητο τρίτου... υποκαθιστώντας την έλλειψη ρητής συναίνεσης αυτού", που στην προκείμενη περίπτωση αποτελούσε (η ρητή συναίνεση ως τρίτης) αναγκαίο στοιχείο για την εγγραφή προσημείωσης στο ακίνητο της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο Κ.

Λ., ενεργώντας ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσείουσας κατά τη συζήτηση της από 23.2.1993 αίτησης της ... ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 2906/1993 απόφαση αυτού, συναίνεσε κατόπιν σχετικής εξουσιοδότησης του ΔΣ της αναιρεσείουσας στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητο της, για την εξασφάλιση της απαίτησης της ...

από την προαναφερόμενη εγγυητική επιστολή που εξέδωσε αυτή προς την τράπεζα ... και υπέρ του Κ. Λ., με σκοπό τη δανειοδότησή του από την πιο πάνω τράπεζα, για την αγορά του ξενοδοχείου στην Αίγινα, η οποία θα γινόταν, όπως ήδη είχε αποφασίσει το ΔΣ της αναιρεσείουσας από τις 11.1.1993, όχι στο όνομά της, αλλά στο όνομα του Κ.

Λ., αλλαγή με την οποία συμφώνησε και η ... και γι’ αυτό εξέδωσε στη συνέχεια την επίμαχη εγγυητική επιστολή υπέρ του Κ. Λ., με αποτέλεσμα η προσημείωση υποθήκης που εγγράφηκε στο ακίνητο της αναιρεσείουσας, να φέρει το χαρακτήρα προσημείωσης σε ακίνητο τρίτου, αφού η ίδια γνώριζε κατά το χρόνο έκδοσης της πιο πάνω δικαστικής απόφασης ότι η εν λόγω προσημείωση θα αφορά την εξασφάλιση απαίτησης της ...

εναντίον του Κ. Λ..

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, κατά την έννοια του άρθρου 559αρ.19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559αρ. 19 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, με το να περιγράφει ατελώς και αντιφατικώς τα περιστατικά, αναφορικά με "τη μεταστροφή ως προς την αλλαγή του δικαιούχου της εγγυητικής επιστολής, το χρόνο και τον τρόπο εκδήλωσης αυτής". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας δεν αναφέρεται σε ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559αρ.19 ΚΠολΔ, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον δεύτερο, κατά το τέταρτο μέρος, λόγο αναίρεσης, με την επίκληση του άρθρου 559αρ. δ περ. β ‘ ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη, "στην υποθετική περίπτωση που θεώρησε είτε ότι η μεταστροφή της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα λίγο πριν από την έκδοση της εγγυητικής επιστολής είτε ότι η παραπάνω ενημέρωση της ... αποτελεί και αίτηση για έκδοση της εγγυητικής επιστολής υπέρ του Κ. Λ. και περί εγγραφής προσημείωσης στο ακίνητο της (αναιρεσείουσας)". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν στηρίχθηκε στις επικαλούμενες "υποθετικές" παραδοχές, προκειμένου να καταλήξει στην αποδεικτική του κρίση ως προς την έκδοση από την ... της εγγυητικής επιστολής ποσού 3.250.000 δολαρίων ΗΠΑ υπέρ του Κ. Λ., αλλά αντίθετα στηρίχθηκε, με βάση τις προ...θείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στη συμφωνία των διαδίκων ότι ο τελευταίος θα ήταν τελικά ο αγοραστής του ξενοδοχείου στην Αίγινα και ότι η έκδοση της εγγυητικής επιστολής θα γινόταν στο όνομά του, αφού αυτός θα έπρεπε να την προσκομίσει στη δανείστρια τράπεζα, προκειμένου να λάβει το δάνειο για την παραπάνω αγορά.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον ...1 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 14/2005).

Απαιτείται, επίσης, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά ένα μέρος, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον ...1 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την εγκυρότητα της τροπής της προαναφερόμενης προσημείωσης σε υποθήκη, με βάση την .../1995 διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος του Κ. Λ. "δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε ορθά όλα τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα της αναιρεσείουσας και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, εκ των οποίων προκύπτει ότι είναι άκυρη...η τροπή της προσημείωσης, που διατάχθηκε με την 2906/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε υποθήκη, αφού σε αυτή περιγράφεται διαφορετική απαίτηση ως ασφαλισθείσα από εκείνη που επιδικάζεται τελεσιδίκως με την ως άνω διαταγή πληρωμής".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια είναι τα συγκεκριμένα έγγραφα και ποιοι είναι οι μάρτυρες, των οποίων οι ένορκες καταθέσεις δεν λήφθηκαν υπόψη, ώστε να κριθεί αν από την παράλειψη αυτή του δικαστηρίου της ουσίας θα αποδεικνυόταν η βασιμότητα ή όχι του πιο πάνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας β) ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και γ) οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, στο διατακτικό.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β’ ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, με το να δεχθεί ότι "κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας εκδόθηκε η .../17.6.1993 εγγυητική επιστολή.....στο όνομα του Κ.

Λ., βασικού μετόχου και νόμιμου εκπροσώπου της προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος και δη τη χρηματοδότηση για την αγορά του ξενοδοχειακού συγκροτήματος ..., ενώ τέτοια αίτηση δεν διαπιστώθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι προσκομίστηκε με επίκληση από την αναιρεσίβλητη". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν διευκρινίζεται στο αναιρετήριο αν η προαναφερόμενη αίτηση ήταν προφορική ή έγγραφη, οπότε μόνο στην τελευταία περίπτωση αυτή υπάγεται στην έννοια του αποδεικτικού μέσου (εγγράφου) της διάταξης του άρθρου 559αρ.11περ.β’ ΚΠολΔ, ούτε προσδιορίζεται ποιος είναι ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό αυτό μέσο, καθώς και ποια θα ήταν η ουσιώδης επίδραση του εν λόγω ισχυρισμού στο διατακτικό της απόφασης.

Με τον τρίτο από το άρθρο 559αρ.8β’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα με την έφεση ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί απόσβεσης της προσημείωσης υποθήκης και της υποθήκης, εξαιτίας: α) της καταγγελίας της σύμβασης για την έκδοση εγγυητικής επιστολής από την ..., αφού αυτή αδράνησε και αρνήθηκε τελικά να εκδώσει και να χορηγήσει στην αναιρεσείουσα τέτοια επιστολή β) άλλως, της υπαναχώρησης από την εν λόγω σύμβαση της ..., χωρίς την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας γ) της μη γέννησης απαίτησης της πρώτης εναντίον της δεύτερης μέχρι σήμερα από την ενδεχόμενη κατάπτωση της παραπάνω εγγυητικής επιστολής, αφού αυτή ουδέποτε εκδόθηκε ούτε χορηγήθηκε στην αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ της ... και της αναιρεσείουσας σύμβαση για την έκδοση εγγυητικής επιστολής υπέρ της τελευταίας ούτε ότι αυτή υπήρξε οφειλέτρια της ...

από εγγυητική επιστολή, ώστε αυτή να έχει απαίτηση εναντίον της, αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι η εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης και η τροπή αυτής στη συνέχεια σε υποθήκη έγινε σε βάρος του ακινήτου της αναιρεσείουσας, ως τρίτης, για την εξασφάλιση της απαίτησης που έχει η αναιρεσίβλητη (καθολική διάδοχος της ...) εναντίον του Κ.

Λ., η οποία (απαίτηση) δεν έχει αποσβεστεί.

Το άρθρο 180 ΑΚ, που ορίζει ότι η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, έχει την έννοια ότι η άκυρη δικαιοπραξία δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματα που επιδιώκονταν με αυτή. Η ακυρότητα είναι κατά κανόνα απόλυτη, υπό την έννοια ότι δύναται να την επικαλεστεί όχι μόνο εκείνος που συνήψε τη μονομερή δικαιοπραξία ή τη σύμβαση, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος (ΟλΑΠ 18/2005).

Ειδικότερα στις ανώνυμες εταιρείες απόλυτη ακυρότητα επέρχεται από την παράβαση των διατάξεων του άρθρου 23 Α του ν. 2190/1920 (ορισμένες διατάξεις του οποίου αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 33 του ν. 3604/2007), τόσο ως προς τις αναφερόμενες στις εν λόγω διατάξεις απαγορευμένες συμβάσεις, όσο και ως προς εκείνες που υπόκεινται σε περιορισμούς, όταν δεν τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία ελέγχου από τη γενική συνέλευση.

Την ακυρότητα αυτή μπορούν να προτείνουν, η εταιρεία, οι μέτοχοι και οι εταιρικοί δανειστές, όχι όμως και οποιοσδήποτε τρίτος, μπορεί δε να προταθεί οποτεδήποτε, εκτός αν επήλθε αποδυνάμωση του σχετικού δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 25/1990). Περαιτέρω κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν την μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμα οι πράξεις του υπόχρεου και η από αυτόν δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ’ αρχή για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας την στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάσταχτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 7/2002). Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που επανέλαβε και με την έφεσή της, περί ακυρότητας της εμπράγματης ασφάλειας (προσημείωσης υποθήκης) που εγγράφηκε στο ακίνητο της για την εξασφάλιση της απαίτησης της ... εναντίον του προέδρου, και διευθύνοντος συμβούλου αυτής Κ.

Λ., ως αντιβαίνουσας στις διατάξεις του άρθρου 23 Α του ν. 2190/1920, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Υπό τυπική θεώρηση η παροχή εμπράγματης ασφάλειας εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 23Α του Ν.2190/1920 όπως ίσχυε κατά το χρόνο παροχής (1993). Εν τούτοις η επίκληση της συγκεκριμένης ακυρότητας (της θεμελιούμενης στο άρθρο 23Α του Ν.2190/1920) το πρώτον με την ένδικη αγωγή, δηλ. 17 χρόνια μετά την παροχή της εμπράγματης ασφάλειας, συνιστά καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος της ενάγουσας ΑΕ, κατ’ αποδοχή της σχετικής ένστασης της εναγομένης, διότι εκτός α) από τη δική της μακρόχρονη αδράνεια , παρά το ότι της δόθηκαν επανειλημμένως ευκαιρίες να την προτείνει (αίτηση ανάκλησης το 1994, τροπή σε υποθήκη με δικαστική απόφαση το 1998 και μη άσκηση τριτανακοπής, καταχώριση στις πρώτες εγγραφές των κτηματολογικών βιβλίων το 2006) και β) την αποκλειστική υπαιτιότητα της στην πρόκληση της επικαλούμενης αυτής ακυρότητας , που δημιούργησε στην εγγράψασα την προσημείωση ...

ΑΕ, καθώς και στη διάδοχο της -εναγομένη, την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί αυτό το δικαίωμα , θα επιφέρει ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στην τελευταία, διότι όχι μόνο θα μείνει χωρίς οιαδήποτε εξασφάλιση η απαίτησή της, που κατά την άσκηση της αγωγής ανέρχονταν ήδη σε 6.608.423,40 ευρώ, όπως περιορίσθηκε μετά από συμψηφισμό με απαιτήσεις του Κ.

Λ., αλλά επιπλέον χάνεται και κάθε πιθανότητα να ικανοποιηθεί, αφού ο οφειλέτης της Κ. Λ. έχει ήδη πτωχεύσει, ενώ παράλληλα η ως άνω αλλαγή οφειλέτη - όπως ήδη αναφέρθηκε- έγινε . προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος της ενάγουσας ΑΕ (σημειώνεται ότι, υπό τη σημερινή διατύπωση του άρθρου 23Α του Ν.2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν.3604/2007 η επίκληση του εταιρικού συμφέροντος αποκλείει την ακυρότητα της παροχής εμπράγματης ασφάλειας σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε μεν την ακυρότητα της εγγραφής της πιο πάνω προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο της αναιρεσείουσας για το λόγο που προεκτέθηκε, στη συνέχεια όμως απέρριψε τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό της, κατά παραδοχή της ένστασης της αναιρεσίβλητης ότι η πρόταση της πιο πάνω ακυρότητας, κάτω από τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν, είναι καταχρηστική.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής προβολής από την αναιρεσείουσα της ακυρότητας της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο της για παράβαση του άρθρου 23 Α του ν. 2190/1920.

Επομένως ο τέταρτος, κατά ένα μέρος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση που προβάλλεται με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559αρ.19 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, "ενώ δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη επί 15 έτη αδράνησε και ουδέποτε όχλησε την αναιρεσείουσα, προκειμένου να της καταβάλει όσα εδικαιούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις της εμπράγματης αγωγής εναντίον της, στη συνέχεια, με αντιφατική και ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι η επίκληση από την αναιρεσείουσα της πιο πάνω ακυρότητας είναι καταχρηστική διότι, μεταξύ άλλων, προκλήθηκε από την αποκλειστική υπαιτιότητά της, εξαιτίας της αδράνειάς της να την προβάλει εγκαίρως" πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε δεν υπάρχουν παραδοχές ότι η αναιρεσίβλητη αδράνησε να στραφεί εναντίον της αναιρεσείουσας με το να παραλείψει να ασκήσει εναντίον της την εμπράγματη αγωγή (δεδομένου ότι ήδη η ...

είχε εγγράψει την προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο της αναιρεσείουσας για την εξασφάλιση της απαίτησης της από την επίμαχη εγγυητική επιστολή) ούτε ότι συναρτάτο η όποια συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης με την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας να μην προβάλει εγκαίρως, και κάτω από τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν, την ακυρότητα της εγγραφής της πιο πάνω προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο της.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, κατά ένα μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.8περ.α’ ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, ότι δέχθηκε την παραπάνω από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσίβλητης, χωρίς αυτή να έχει επικαλεστεί με τις προτάσεις της στο Εφετείο τα περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η αποδεικτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την προαναφερόμενη καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των από 8.1.2015 έγγραφων προτάσεων της αναιρεσίβλητης-εφεσίβλητης στην κατ’ έφεση δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή για την αντίκρουση του πιο πάνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας-εκκαλούσας περί ακυρότητας της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης πρόβαλε την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, επικαλούμενη για τη θεμελίωσή της όλα τα περιστατικά που διαλαμβάνονται και έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αυτά εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη.

Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, επικαλέστηκε ότι: " α) εξαιτίας της μακροχρόνιας αδράνειας της αναιρεσείουσας από την εγγραφή της πιο πάνω προσημείωσης (1993) ή και από την απόρριψη της αίτησής της για ανάκληση της προσημείωσης (1994) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2010) να προβάλει το όποιο δικαίωμά της, επήλθε αποδυνάμωση αυτού, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η πεποίθηση στην αναιρεσίβλητη ότι δεν πρόκειται να το ασκήσει και ότι έτσι είναι ισχυρή η εμπράγματη ασφάλεια που επιβλήθηκε στο ακίνητο της (αναιρεσείουσας) β) η αλλαγή του δικαιούχου της εγγυητικής επιστολής έγινε αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος της αναιρεσείουσας, αφού η ίδια έκρινε με βάση το από 11.1.1993 πρακτικό του διοικητικού της συμβουλίου ότι ήταν πρόσφορο και συμφέρον να αγοραστεί το ξενοδοχείο, στο όνομα του σχεδόν αποκλειστικού μετόχου και προέδρου/διευθύνοντος συμβούλου της Κ.

Λ. γ) η ίδια (η αναιρεσίβλητη) θα υποστεί δυσμενείς και αφόρητες συνέπειες από την τυχόν παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, αφού έτσι θα απολεστεί η μοναδική εμπράγματη ασφάλεια που απόκτησε για την εξασφάλιση της απαίτησής της από τη χορήγηση της εγγυητικής επιστολής υπέρ του ενοχικώς ευθυνόμενου οφειλέτη της Κ.

Λ., δεδομένου ότι αυτός στερείται εμφανών περιουσιακών στοιχείων (μετά και την πτώχευση του), η δε οφειλή του προς την αναιρεσίβλητη υπερβαίνει το ποσό των 7.000.000 ευρώ, μετά και τον συμψηφισμό των αμοιβαίων ανταπαιτήσεών τους".

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης είναι εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και επανάκριση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έκτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: 1) της με αριθμό ... εγγυητικής επιστολής προς την τράπεζα ... υπέρ του Κ. Λ., ποσού 3.250.000 δολαρίων ΗΠΑ και της οπίσθιας όψης αυτής, στην οποία αναγράφεται ότι "για ασφάλεια της τράπεζας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης στο ξενοδοχείο ...

με την 2906/1993 απόφαση" και 2) της από 18.11.1991 προσφοράς του Κ. Λ., ατομικά, προς την αναιρεσίβλητη για αγορά του αναφερόμενου στην αρχή ξενοδοχειακού συγκροτήματος αντί ποσού 600.000.000 σε συνάλλαγμα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, το Εφετείο ορθώς τα ανέγνωσε, από την εκτίμηση όμως των εγγράφων αυτών, σε συνδυασμό και με τα άλλα αναφερόμενα (στην προσβαλλόμενη απόφαση) αποδεικτικά μέσα κατέληξε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον έκτο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγο αναίρεσης, κατ’ επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθ.8περ.β’ ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες νομοτύπως ισχυρισμούς της: 1) ότι η σημείωση που υπάρχει στην οπίσθια όψη της ...

εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε από την ... προς την τράπεζα ... υπέρ του Κ. Λ. περί εγγραφής προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο της αναιρεσείουσας, δυνάμει της 2906/1993 δικαστικής απόφασης, δεν μεταβάλλει ούτε επ...ίνει ή περιορίζει το διατακτικό της απόφασης αυτής, με την οποία εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης μόνο για την εκεί αναφερόμενη απαίτηση της ... 2) ότι η ανωτέρω σημείωση στην επίμαχη εγγυητική επιστολή δεν τέθηκε από την αναιρεσείουσα ή από τον Κ.

Λ. και δεν μπορεί να χρησιμεύσει σε οποιαδήποτε απόδειξη υπέρ της αναιρεσίβλητης 3) ότι η αναιρεσείουσα με μεταγενέστερο της 11.1.1993 πρακτικό του ΔΣ εξουσιοδότησε τον Κ. Λ. να εγγράψει προσημείωση υποθήκης υπέρ αυτής και όχι υπέρ του ιδίου ατομικά και 4) ότι η πώληση του ξενοδοχείου στον Κ. Λ. ατομικά έγινε, διότι η αναιρεσείουσα από υπαιτιότητα της ...

δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τη δανειοδότησή της από το εξωτερικό. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αιτιάσεις ως αβάσιμος, αφού όπως η ίδια η αναιρεσείουσα παραδέχεται στην αίτηση της (βλ. σελ. 53 του αναιρετηρίου) το Εφετείο απέρριψε (και άρα έλαβε υπόψη) τους πιο πάνω ισχυρισμούς.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19/6/2016 αίτηση για αναίρεση της 1152/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ