Legislator Case Law & Legislation
1095/2014 AI generated

1095/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1095/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1095/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Keywords

AI generated
application for enforcement - Decision instalment payment agreement satisfaction of claim european order for payment procedure objection to debt enforcement deferral of payment
AI generated
337/2015
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1886/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Χριστίνα Τζίμα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1016/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1343/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1694/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1095 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1095/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου τραπεζιτικής εταιρείας που φέρει την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλη .

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΣΩΤΗΡΙΑΔΗΣ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" που εδρεύει στα Σύβοτα Θεσπρωτίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ι. Σ. του Θ., 3. Σ. Ν. του Δ. και 4.Η. Σ. του Θ. κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Διονυσία Μουζάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 270/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2010 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 4-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν [Α.Π. 113/2012].

Εξ άλλου, με το άρθρο 30 Ν.2789/2000, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 Ν.2912/2001, ορίζονται στις παραγράφους 1,4,6 και 7 τα ακόλουθα: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε, ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31. 12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 21-12-2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ' ανατοκισμού. 4) Από της ισχύος του παρόντος νόμου τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται: α) Να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, β) Να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι τις 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31-12-2001... 6) Τα πιστωτικά ιδρύματα με τους περιορισμούς των παραγράφων 1 και 5 του παρόντος δύνανται να συμφωνούν με τους οφειλέτες τους όρους και τρόπο εξόφλησης των οφειλών που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2, 7) Από 1-1-2002 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή της συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα, με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, θα προσδιορίζει το οφειλόμενο κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ποσό της απαίτησης..." Ακολούθησε ο Ν.3259/2004, ο οποίος στις παραγράφους 1,2,3,4,8 και 12 του άρθρου 39 ορίζει τα ακόλουθα: "1.

Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31 η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3.Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω.

Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. 4.Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του Ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000,00 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000,00 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. "Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα ως άνω όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31.10.1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά".

Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31 η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31 η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο.

Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών, παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής.

Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης 8. Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος- 12.

Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως, τόσο τις προϋποθέσεις, όσο και το ύψος του ex lege επιτασσόμενου περιορισμού των οφειλών από τόκους, το οποίο (ύψος) προσδιορίζει μέσου απλού αριθμητικού υπολογισμού, χωρίς να προσαπαιτεί τη μεσολάβηση συμφωνίας των μερών ή δικαστικής αποφάσεως.

Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι οφειλέτες μπορούν, περαιτέρω, να συμφωνούν "τους όρους και τον τρόπο εξοφλήσεως των οφειλών" που ρυθμίζονται, όχι, επομένως, και την ύπαρξη ή το ύψος τους. Οι συμβαλλόμενοι μπορούν, βεβαίως, σε περίπτωση διαφωνίας, να προσφεύγουν στα δικαστήρια, η απαγγελλόμενη, όμως, επί της διαφοράς δικαστική κρίση απλώς αναγνωρίζει την αμέσως και αυτοδικαίως επερχόμενη από την εφαρμογή του νόμου έννομη συνέπεια.

Τέλος, προβλέπεται η αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως για ένα ορισμένο διάστημα, μετά την πάροδο του οποίου το πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την εκτέλεση, σε οποιοδήποτε στάδιο είχε αυτή καθηλωθεί, δηλώνοντας απλώς το ποσό της οφειλής, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.

Τούτων δοθέντων, ο νόμος ούτε την επιβαλλόμενη από το άρθρο 915 Κ.Πολ.Δ βεβαιότητα της απαιτήσεως θίγει, αφού δεν προσθέτει σ' αυτή αίρεση ή προθεσμία, ούτε καθιστά το περιεχόμενο της εκκρεμές ή αμφίβολο. Εξάλλου ούτε ανεκαθάριστη είναι κατά το άρθρο 916 ΚΠολΔ η απαίτηση, αφού το ύψος της προκύπτει από αυτόν και μόνο τον εκτελεστό τίτλο με την τέλεση ορισμένων αριθμητικών πράξεων.

Επομένως, επιτρέπεται η επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως από τράπεζα, εφόσον αυτή διαθέτει εκτελεστό τίτλο και μονομερώς εξειδικεύει το οφειλόμενο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και του άρθρου 39 Ν.3259/2004, ποσό της απαιτήσεως, χωρίς να αποκρούεται με τον ισχυρισμό ότι η απαίτηση δεν είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη λόγω της ex lege αναπροσαρμογής της, η οποία εν τω μεταξύ εχώρησε (Α.Π. 2240/2009, Α.Π. 2246/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, βάσιμη την ανακοπή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως την οποία επέσπευσε εις βάρος των η αναιρεσείουσα Τράπεζα με βάση εκτελεστόν τίτλο (διαταγή πληρωμής), μετά την μεσολαβήσασα αναπροσαρμογή της οφειλής σύμφωνα με τα άρθρα 30 Ν. 2789/2000 και 39Ν. 3259/2004 και τον εκ μέρους της επισπεύδουσας μονομερή επαναπροσδιορισμό του οφειλομένου ποσού.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με βάση την από 2/7/1999 αίτηση της εκκαλούσας - ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε." ως δανείστριας της υπ' αριθμ. 143/27-3-1997 συμβάσεως πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού μέχρι του ποσού των 6.000.000 δρχ., ή 17.608,22 ευρώ και 143/20-5-1998 αυξητικής της αρχικής πίστωσης στο ποσό των 10.000.000 δραχμών, ή 29.347 ευρώ που είχαν καταρτιστεί μεταξύ αυτής και της πιστούχου πρώτης εφεσίβλητης - ανακόπτουσας, με την πλήρη εγγύηση των δευτέρου έως πέμπτου των εφεσίβλητων - ανακοπτόντων, εκδόθηκε η 48/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, δυνάμει της οποίας διατάχθηκαν, άπαντες (πιστούχος και εγγυητές) εις ολόκληρον ο καθένας να καταβάλουν στην αιτούσα Τράπεζα το χρηματικό ποσό των 12.974.618 δραχμών ή 38.076,65 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, από 29-4-1999, όπως αυτός καθορίζεται δια της συμβάσεως και της υπ' αριθμόν 2393/15/30-7-1996 Π.Δ.Τ.Ε, πλέον τόκων υπερημερίας επί, των καθυστερούμενων τόκων, ανατοκιζομένων ανά τρίμηνο, ήτοι την 31 ην Μαρτίου, 30ην Ιουνίου, 30ην Σεπτεμβρίου και 31 ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μετά του αναλογούντος επί του συνολικού ποσού των τόκων ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε) προς 3%, μέχρις εξοφλήσεως, καθώς και 421.000 δραχμές για δικαστική δαπάνη εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.

Το ανωτέρω ποσό κεφαλαίου προέκυψε ως χρεωστικό υπόλοιπο, μετά το οριστικό κλείσιμο του τηρούμενου με βάση την αναφερόμενη σύμβαση υπ' αριθμ. 430-00-2040-001090 λογαριασμού εξυπηρέτηση της συμβάσεως, στις 29-4-1999. Μετά ταύτα οι εφεσίβλητοι - ανακόπτοντες, με την από 2-9- 2004 αίτηση τους, που επιδόθηκε στην καθ' ης στις 8-9-2004, ζήτησαν η οφειλή τους από την παραπάνω δανειακή σύμβαση να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 και να επαναπροσδιοριστεί το ύψος της συνολικής οφειλής με βάση τις προϋποθέσεις του νόμου αυτού.

Η εκκαλούσα - καθ' ης, με το από 11-11-2004 έγγραφο της που κοινοποίησε στους ανακόπτοντες στις 7-12-2004 αρνήθηκε την υπαγωγή της οφειλής τους στη ρύθμιση του παραπάνω νόμου και συγκεκριμένα τον ακριβέστερο καθορισμό των οφειλών των εφεσιβλήτων - ανακοπτόντων και τη ρύθμιση αυτών, σύμφωνα με το νόμο με βάση πλέον αναγνωριστική δικαστική απόφαση και όχι με μονομερή πράξη υπολογισμού της ίδιας της δανείστριας και έτσι κατέστησε την απαίτηση της αβέβαιη και μη εκκαθαρισμένη εξαρτώμενη από τη διαδικασία του επανακαθορισμού της, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στο σκεπτικό της παρούσας.

Το παραπάνω ενισχύεται από το γεγονός ότι η καθ' ης με το προαναφερόμενο ιδιωτικό έγγραφο προσδιόρισε μονομερώς το ύψος της οφειλής στο ποσό των 17950,59€, δηλαδή σύμφωνα με το υπόλοιπο ποι/ προέκυπτε από τα βιβλία της Τράπεζας και όχι με βάση τις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 39 Ν.3259/2004. Στη συνέχεια οι εφεσίβλητοι - ανακόπτοντες με την από 9-12-2004 εξώδικη δήλωση τους που επιδόθηκε στην εκκαλούσα - καθ' ης στις 14-12-2004, ζήτησαν απ' αυτή να προβεί στον ορθό υπολογισμό του συνολικού υπολοίπου της οφειλής τους, εφαρμόζοντας το άρθρο 39 του ν. 3259/2004.

Επί της αιτήσεως αυτής των ανακοπτόντων η καθ' ης δεν απάντησε, αλλά αντίθετα προέβη στη συνέχιση της εκτελεστικής διαδικασίας με την επίδοση σ' αυτούς στις 21-7-2005 της ανακοπτόμενης από 11-7-2005 επιταγής προς πληρωμής παρά πόδας, αντιγράφου πρώτου απογράφου εκτελεστού της προαναφερομένης διαταγής πληρωμής, με την οποία επιτάσσονται να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα εξής ποσά: 1) 17.950,59 ευρώ το οποίο (ποσό), αποτελεί το υπόλοιπο οφειλής, την 11-11-2001, σύμφωνα με τον από 11-11-2004 επαναπροσδιορισμό ύψους οφειλής και ο οποίος (επαναπροσδιορισμός) επιδόθηκε νόμιμα στους ανωτέρω, στις 6-12-2004 2) 100,00 ευρώ σύμμετρα για σύνταξη της πιο πάνω επιταγής και 3) 70,00 ευρώ σύμμετρα για επιδόσεις νομιμοτόκως από την επίδοση μέχρι την εξόφληση.

Επομένως, από άποψη αναγκαστικής εκτέλεσης η επισπεύδουσα (εκκαλούσα - καθής η ανακοπή) δεν μπορεί να επισπεύσει έγκυρη αναγκαστική εκτέλεση αν δεν προαποδείξει τη βεβαιότητα της εκτελούμεγης απαίτησης με έγγραφα και συγκεκριμένα με αναγνωριστική δικαστική απόφαση, όπως επιτάσσει το άρθρο 915 ΚΠολΔ και αν δεν συγκοινοποιήσει με την επιταγή της το έγγραφο αυτό (924 ΚΠολΔ).Άλλωστε, σύμφωνα τα παραπάνω, με τη μη υπαγωγή της οφειλής των ανακοπτόντων στη διαδικασία επανακαθορισμού του ν. 3259/2004, η Τράπεζα κατέστησε την απαίτησή της μη εκκαθαρισμένη και υπό όρο, με αποτέλεσμα η εκτέλεση που επιχειρείται από την καθ' ης, σε βάρος των ανακοπτόντων να είναι άκυρη, διότι ενεργήθηκε χωρίς να προαποδεικνύεται η βεβαιότητα της απαίτησης με τη συγκοινοποίηση εγγράφου (απόφασης) με την επιταγή και χωρίς να είναι εκκαθαρισμένη η απαίτησή της αυτή.

Εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ως βάσιμο και κατ' ουσία τον τρίτο λόγο της ανακοπής και κήρυξε άκυρη την από 11-7-2005 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας της ως άνω Διαταγής Πληρωμής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ...". Ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσειούσης Τραπέζης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή των αναιρεσιβλήτων κατά της εκτελέσεως.

Με την κρίση του όμως αυτήν το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον στηρίχθηκε σε ερμηνευτική εκδοχή η οποία- με βάση τα προεκτεθέντα- δεν είναι ορθή και έτσι εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 915, 916 Κ.Πολ.Δ., 30 Ν. 2789/2000 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 Ν. 2912/2001 και 39 Ν. 3259/2004.

Επομένως, ο σχετικός (μοναδικός) λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κερκύρας, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 129/2010 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26 Νοεμβρίου 2013.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ