Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of claim for land compensation damages due to planning weight.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed against the Thessaloniki Court of Appeal's decision dismissing a claim for compensation regarding land planning weight. The appellants argued that the respondent, who guaranteed the absence of such weight, was unjustly enriched by refusing to pay the 42,870.62 euros they had already spent. The Court found the lower court erred in interpreting the respondent's prior declaration as merely a confirmation of an existing debt rather than a new independent obligation, thus incorrectly rejecting the claim based on the principle of warranty liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 534, 535, 540, 543 of the Civil Code; A declaration made before a notary confirming a debt does not constitute an abstract promise or independent liability if it merely confirms the obligation arising from a prior contract, and the party guaranteeing the absence of a defect remains liable for compensation paid by the buyer.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1095 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1095/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Θ. Τ. του Η. και 2. Σ. συζ. Θ. Τ., το γένος Π. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Της αναιρεσιβλήτου: Κ. Σ. του Α., χας Χ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Φθενάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Οκτωβρίου 2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:19372/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 559/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29 Αυγούστου 2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός κατά τα δυο πρώτα μέρη του ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 559/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 559/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 2.9.2009 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 19372/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη από 7.10.2008 αγωγή τους. Με την αγωγή αυτή οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την ύπαρξη ρυμοτομικού βάρους στο ακίνητο που αγόρασαν από την αναιρεσίβλητη, ζήτησαν να υποχρεωθεί η αντίδικός τους, που υποσχέθηκε την ανυπαρξία τέτοιου βάρους και ρητά στη συνέχεια δήλωσε ότι θα κάλυπτε την όποια σχετική ζημία τους, να τους αποζημιώσει με το συνολικό ποσό των 42.870.62 ευρώ, που δαπάνησαν εξ αιτίας του ρυμοτομικού βάρους του ακινήτου τους, με συνέπεια μάλιστα η αντίδικός τους, η οποία απέφυγε την καταβολή του παραπάνω ποσού, να γίνει κατ' αυτό αδικαιολόγητα πλουσιώτερη σε βάρος της περιουσίας τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Κατά τις διατάξεις των άρθρ. 534, 535, 540 και 543 του ΑΚ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρ. 1§1 του ν. 3043/2002 και αφορούν, κατά το αναλογικά εφαρμοζόμενο άρθρ. 24 του ΕισΝΑΚ, πωλήσεις που καταρτίσθηκαν πριν από την 21.8.2002, οπότε κατά το άρθρ. 14 του ως άνω νόμου άρχισε αυτός να ισχύει, ο πωλητής ευθύνεται, αν το πράγμα που πουλήθηκε έχει πραγματικά ελαττώματα που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητά του ή δεν έχει τις συμφωνημένες ιδιότητες κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, δηλαδή κατά τον οριζόμενο στο άρθρ. 522 του ΑΚ χρόνο της παράδοσής του σ' αυτόν ή προκειμένου για ακίνητο κατά το χρόνο της τυχόν προηγούμενης μεταγραφής του, οπότε παρέχεται στον αγοραστή το δικαίωμα να απαιτήσει είτε την αναστροφή της πώλησης είτε τη μείωση του τιμήματος είτε αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, αν κατά τη σύναψη της πώλησης λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του πράγματος ή ο πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το ελάττωμα του πράγματος.
Σε κάθε περίπτωση οι σχετικές με την ευθύνη του πωλητή διατάξεις είναι ενδοτικού χαρακτήρα και μπορεί συνεπώς να συμφωνηθεί η επίταση της ευθύνης του, ώστε να ευθύνεται και για επουσιώδη πραγματικά ελαττώματα του πωλούμενου πράγματος. Πραγματικό ελάττωμα κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων συνιστά και το βάρος της ρυμοτομίας του ίδιου του πωλούμενου ακινήτου, αν από αυτό αναιρείται ή μειώνεται ουσιωδώς η αξία ή η χρησιμότητά του (ΑΠ 420/2001).
Εξ άλλου κατά το άρθρ. 6§§1, 2 και 3 του ν. 5269/1931 περί αδειών οικοδομής σε ρυμοτομούμενα ακίνητα, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 653/1977, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για την εφαρμογή σχεδίου πόλης υπόχρεοι για την καταβολή της αποζημίωσης είναι από κοινού ο Δήμος ή η Κοινότητα και οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, δηλαδή οι ιδιοκτήτες των ακινήτων που έχουν ή αποκτούν πρόσωπο στον κοινόχρηστο χώρο, αφού η αξία των ακινήτων αυτών αυξάνει με την εφαρμογή του σχεδίου πόλης, νοούνται δε ως τέτοιοι ιδιοκτήτες όσοι είναι κύριοι των ωφελούμενων ακινήτων κατά το χρόνο του δικαστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και όχι όσοι ήταν κύριοι κατά το χρόνο έκδοσης του εγκριτικού διατάγματος του πολεοδομικού σχεδίου ή κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού της οφειλόμενης αποζημίωσης, αφού κατά τους χρόνους εκείνους δεν υπήρχε ακόμη αντίστοιχη ωφέλεια για τους ιδιοκτήτες των ακινήτων (ΟλΑΠ 159/1969).
Συνεπώς εφόσον η αξία των ακινήτων αυτών αυξάνει, δεν αποτελεί πραγματικό ελάττωμα, που αναιρεί ή μειώνει την αξία τους, η οφειλόμενη για τη ρυμοτομία άλλου ακινήτου αποζημίωση (ΑΠ 166/2005) και οφείλει έτσι ο αγοραστής ακινήτου, που βαρύνεται με τέτοια αποζημίωση, η οποία ούτε νομικό ελάττωμα αποτελεί, αφού δεν εμποδίζει την μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, ούτε περιορίζει τις εξουσίες του αγοραστή που απορρέουν από την κυριότητα (ΑΠ 156/2011), να την καταβάλει στους δικαιούχους, χωρίς δικαίωμα αναζήτησης (αποζημίωσης) στη συνέχεια από τον πωλητή, εκτός αν αυτός υποσχέθηκε την καταβολή της ή γενικότερα υποσχέθηκε το πωλούμενο ακίνητο ελεύθερο από το έκτακτο αυτό βάρος, ένδειξη δε προς αυτή την κατεύθυνση ενδέχεται να αποτελεί το γεγονός ότι η λόγω της ρυμοτομίας ωφέλεια του πωλούμενου ακινήτου συνυπολογίσθηκε στο συμφωνημένο τίμημα.
Μπορεί δηλαδή να συμφωνηθεί κατά τη σύναψη της πώλησης ή και μεταγενέστερα ότι ο πωλητής θα ευθύνεται και για τα ρυμοτομικά βάρη του ακινήτου και μάλιστα ότι θα καταβάλει ο ίδιος την ως άνω αποζημίωση στους δικαιούχους, οπότε θα πρόκειται για υπόσχεση ελευθέρωσης κατά το άρθρ. 478 του ΑΚ (ΑΠ 824/2004), που ορίζει ότι αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής δεν αποκτά σε περίπτωση αμφιβολίας δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή.
Πρόκειται για αιτιώδη σύμβαση από την οποία απορρέει αυτοτελής ενοχή (ΑΠ 1230/2010), διακρινόμενη τόσο από την αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, που ρυθμίζουν τα άρθρ. 873 - 875 του ΑΚ, όσο και από τη σύμβαση, με την οποία απλώς επιβεβαιώνεται υπάρχον χρέος από ορισμένη αιτία. Η τελευταία αυτή σύμβαση, που είναι επιτρεπτή με βάση τη θεσπιζόμενη από το άρθρ. 361 του ΑΚ ελευθερία των συμβάσεων, καταρτίζεται ατύπως και δεν δημιουργεί νέα αυτοτελή ενοχή σε σχέση με την αρχική βασική ενοχή, αφού μ' αυτή τα μέρη αποσκοπούν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθρ. 352§2 ΚΠολΔ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθρ. 260 ΑΚ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272§2 του ΑΚ είτε γενικότερα στην αποσαφήνιση ή στη διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση (ΑΠ 523/2001, 1666/2003, 1432/2005, 304/ 2010).
Κατά κανόνα όμως με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα με την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρ. 421, 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (ΑΠ 843/2000, 779/2004, 232/2009, 237/2009, 962/2012).
Ο τύπος στην περίπτωση αυτή απαιτείται τόσο για τη δήλωση αναγνώρισης χρέους όσο και για την αποδοχή της, η οποία διαφορετικά μπορεί να είναι και σιωπηρή, συναγόμενη συμπερασματικά από την όλη συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου. Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη μ' αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ' αρχήν να είναι έγκυρη (άρθρ. 437 ΑΚ).
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Εξ άλλου ναι μεν κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια, όμως νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή ούτε η υπαγωγή μ' αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 25/2001, 488/2010).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι μ' αυτή οι αναιρσείοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να τους καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση, αλλιώς κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το συνολικό ποσό των 42.870,62 ευρώ, ισχυριζόμενοι ότι το ακίνητο (οικόπεδο), που ισομερώς με το υπ' αριθ. .../17.2.1997 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεώργιου Καραμάνου αγόρασαν από την αναιρεσίβλητη, βαρυνόταν με υποχρέωση αποζημίωσης για το ρυμοτομούμενο ακίνητο των Γ.
και Θ. Π., ως κληρονόμων του πατέρα τους Ι. Π., κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην υπ' αριθ. 6.179/31.7.1991 τελεσίδικη πράξη τακτοποίησης οικοπέδων και αναλογισμού αποζημίωσης της αρμόδιας Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και ότι μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 3033/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το ρυμοτομούμενο ακίνητο των ως άνω ιδιοκτητών, κατέβαλαν από κοινού σ' αυτούς, που αναγνωρίσθηκαν με τις υπ' αριθ. 5.242/2007 και 21.854/2008 αντίστοιχες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως δικαιούχοι της οφειλόμενης αποζημίωσης, συνολικό ποσό αποζημίωσης και δικαστικών εξόδων 41.465,73 ευρώ, ενώ επιπλέον δαπάνησαν και το ποσό των 1.404,89 ευρώ για δικαστικές ενέργειες κατά της αναιρεσίβλητης, αφού αυτή, μολονότι με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο υποσχέθηκε το πωλούμενο ακίνητό της ελεύθερο από κάθε χρέος ή βάρος και μάλιστα με την υπ' αριθ. .../ 3.7.1997 δήλωσή της στο συμβολαιογράφο Τρίπολης Σπυρίδωνα Βοττέα επιβεβαίωσε τη σχετική υποχρέωσή της και ρητά ανέλαβε να καταβάλει η ίδια την οφειλόμενη λόγω της ως άνω ρυμοτομίας αποζημίωση στους δικαιούχους αυτής, εντούτοις αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την αναληφθείσα υποχρέωσή της.
Ειδικότερα εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ότι στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο η αναιρεσίβλητη υποσχέθηκε το πωλούμενο ακίνητό της ελεύθερο από κάθε χρέος ή βάρος, παραλείφθηκε από παραδρομή να γίνει ειδική μνεία στην ως άνω πράξη τακτοποίησης οικοπέδων και αναλογισμού αποζημίωσης, παρόλο που η ύπαρξή της είχε συζητηθεί μεταξύ των διαδίκων κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεών τους για την κατάρτιση της επίδικης πώλησης και είχε ρητά συμφωνηθεί ότι το ακίνητο θα μεταβιβαζόταν ελεύθερο υποχρεώσεων από την πράξη αυτή και ότι για να καλυφθεί ακριβώς η παραπάνω παραδρομή η αναιρεσίβλητη εμφανίστηκε εκουσίως στο συμβολαιογράφο Τρίπολης Σπυρίδωνα Βοττέα και δήλωσε ότι σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο φερόμενο ως δικαιούχος αποζημίωσης θα στραφεί δικαστικώς εναντίον των αναιρεσειόντων διεκδικώντας αποζημίωση για ρυμοτομούμενο ακίνητό του, αναλαμβάνει να καταβάλει η ίδια την αποζημίωση που τυχόν θα επιδικασθεί, καθώς αναγνωρίζει ότι πρόκειται για υποχρέωσή της που απορρέει από την περιεχόμενη στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο υπόσχεσή της για μεταβίβαση του πωλούμενου ακινήτου της ελεύθερου από κάθε νομικό και πραγματικό ελάττωμα.
Σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτίθενται στην ένδικη αγωγή, η αναιρεσίβλητη, που υποσχέθηκε το πωλούμενο στους αναιρεσείοντες ακίνητό της ελεύθερο από κάθε βάρος ή χρέος, ανέλαβε ρητά μεν την ευθύνη για την ύπαρξη τέτοιων βαρών ή χρεών, χωρίς ωστόσο να γίνεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ειδική αναφορά στην αποζημίωση, με την οποία τα ακίνητό της βαρυνόταν για το ρυμοτομούμενο ακίνητο των κληρονόμων του Ι.
Π.. Προκειμένου έτσι να επιβεβαιωθεί η εγγυητική ευθύνη της και για το βάρος αυτό προέβη, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, που εκτιμάται με τον προσήκοντα τρόπο, στην ως άνω δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρίπολης Σπυρίδωνα Βοττέα, την οποία οι αναιρεσείοντες την αποδέχθηκαν εμπράκτως με την όλη στη συνέχεια συμπεριφορά τους.
Επομένως θεμελιώνεται, κατά τις σκέψεις που προηγήθηκαν, νόμιμη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στους αναιρεσείοντες το ποσό της αποζημίωσης, που κατέβαλαν αυτοί προηγουμένως στους Γ. και Θ. Π. για το ρυμοτομούμενο ακίνητό τους και μάλιστα είτε εκτιμηθεί η ως άνω δήλωση της αναιρεσίβλητης ως απλώς επιβεβαιωτική της εγγυητικής ευθύνης της από την επίδικη πώληση, όπως κατ' αρχήν θεωρούν με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσείοντες, είτε εκτιμηθεί αυτή ως αιτιώδης αναγνώριση χρέους, η οποία με την αποδοχή της από τους αναιρεσείοντες δημιούργησε νέα αυτοτελή υποχρέωση της αναιρεσίβλητης, όπως εκτιμάται ότι επικουρικά ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.
Ωστόσο με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η ένδικη αγωγή κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, απορριπτέα ως μη νόμιμη, με τις ακόλουθες ειδικότερα αιτιολογίες ως προς την κύρια βάση της: "Η κύρια βάση της αγωγής, η οποία στηρίζεται στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πώλησης ..., κρίνεται απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, καθόσον επιχειρούμενη η αγωγή κατά την παραπάνω βάση της να στηριχθεί στη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρ. 534 (πραγματικό ελάττωμα) και 543 (αποζημίωση) του ΑΚ, όπως αυτά ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρ. 1§1 του ν. 3043/2002, δεν βρίσκει νομικό έρεισμα, αφού, όπως αναφέρεται σ' αυτή, οι ενάγοντες κατέστησαν υπόχρεοι σε αποζημίωση της με αριθμό 9 όμορης με τη δική τους ιδιοκτησίας, λόγω του ότι η ιδιοκτησία τους, που αγόρασαν από την εναγομένη, με βάση την επικαλούμενη σύμβαση πώλησης, κρίθηκε, λόγω ρυμοτομίας, ως ωφελούμενη από την πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού, η οποία υπήρχε ήδη κατά το χρόνο της πώλησης.
Η ύπαρξη όμως της ρυμοτομίας στο πωληθέν ακίνητο, η οποία συνιστά πραγματικό ελάττωμα και η συνακόλουθη αξίωση για αποζημίωση προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος που αναιρεί ή μειώνει ουσιωδώς την αξία ή τη χρησιμότητα του πωληθέντος πράγματος ..., στοιχείο όμως που από τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, δεν συντρέχει στην περίπτωση που πρόκειται, αφού το ακίνητο των εναγόντων, το οποίο αγόρασαν από την εναγομένη, είχε ήδη καταστεί ωφελούμενο με τη ρυμοτόμηση της όμορης σε αυτό ιδιοκτησίας και για το λόγο αυτό, ως ωφελούμενη ιδιοκτησία της οποίας η αξία δεν απομειώθηκε από τη ρυμοτομία, αλλά αντίθετα μεγεθύνθηκε, επιβαρύνθηκε με την ανάλογη αποζημίωση.
Επομένως δεν υπάρχει στην περίπτωση που πρόκειται, πραγματικό ελάττωμα λόγω της ρυμοτομίας και δεν συντρέχει αξίωση των εναγόντων κατά της εναγόμενης δικαιοπαρόχου τους, αυτοί δε, ως ωφελούμενοι ιδιοκτήτες, που είχαν καταστεί κύριοι του ωφελούμενου ακινήτου κατά το χρόνο του δικαστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, είναι υπόχρεοι για την καταβολή της σχετικής αποζημίωσης, για την οποία δεν είναι αντίθετα υπόχρεη η εναγόμενη δικαιοπάροχός τους, η οποία ήταν κυρία αυτού (ωφελούμενου ακινήτου) κατά το χρόνο έκδοσης της επικαλούμενης πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης, καθόσον κατά το χρόνο αυτό δεν υπήρχε ωφέλεια αυτής ως ιδιοκτήτριας, αλλά απλή προσδοκία της, η οποία όμως δεν επιδρά στην αξία αυτού.
Η επικαλούμενη δε στην αγωγή με αριθμό .../3.7.1997 δήλωση της εναγομένης, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Τρίπολης Σπυρίδωνος Βοττέα, ερμηνευόμενη κατά τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, δεν αποτελεί αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, εφόσον τα μέρη δεν ήθελαν, κατά την αγωγή, να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, ούτε όμως αιτιώδη αναγνώριση με την έννοια της δημιουργίας νέας αυτοτελούς ενοχής ανεξάρτητης της αιτίας, αφού δεν γίνεται λόγος στην αγωγή για κατάρτιση τέτοιας σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, η δε ως άνω αναφορά έχει την έννοια της απλής επιβεβαίωσης της οφειλής από τη σύμβαση πώλησης, η οποία και παραμένει θεμέλιο της αξίωσης ως αρχική απαίτηση".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δεν δέχθηκε, όπως κατά τα προεκτεθέντα θα έπρεπε, ότι θεμελιώνεται, στο πλαίσιο της εγγυητικής κατ' αρχήν ευθύνης της αναιρεσίβλητης από την επίδικη πώληση, νόμιμη υποχρέωσή της να καταβάλει στους αναιρεσείοντες το ποσό της αποζημίωσης, που κατέβαλαν αυτοί προηγουμένως στους Γ.
και Θ. Π. για το ρυμοτομούμενο ακίνητό τους, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε αναφορικά με την κύρια βάση της ένδικης αγωγής και είναι αντίστοιχα βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά τα δεύτερο ειδικότερα μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραπάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς κατά το μέρος αυτό του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης πρέπει αυτή να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8α και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ακολούθως πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 65§1 του ν. 4139/2013. Η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη τους, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 559/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε, στη Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ