1095/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1095/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (AΕΔ 1, 2/2012 πρβλ. και ΑΕΔ 9/2009, ως προς την διάταξη του άρθρου 48§3 του ν.δ. 496/1974 που προβλέπει διετή επίσης παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων ΝΠΔΔ κατ' αυτών).
Full text
Απόφαση 1095 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 1095/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Ν., κατοίκου ..., έως και 45) Χ. Δ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 7ου Χ. Κ. του Κ., 12ου Δ. Λ. του Ν. και 45ης Χ. Δ. του Χ. που δεν παραστάθηκαν, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αποστολόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Δ. Λ. του Ν. (12ος) απεβίωσε στις 4-1-2010 και κληρονομήθηκε από τους Χ. χα Δ. Λ., Β. Δ. Λ., Α. Δ. Λ., Ε. Δ. Λ. και Ν. Δ. Λ., ..., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από το τον ίδιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Πρωτοβάθμιου ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ", που εδρεύει στον Αγ. Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Καδδά - Κοντογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Λ. του Ν., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 591/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4267/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-12-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 23-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρ. 62 εδ. α' ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρ. 73 ΚΠολΔ αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρ. 35 ΑΚ). Εξ άλλου κατά το άρθρ. 313§1 εδ. δ' ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρ. 556 ΚΠολΔ.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (AΠ 1611/2011, ΑΠ 277/2010, ΑΠ 1641/2006 κ.α.).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 5-1-2011, με την σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της 3/2011 πράξης κατάθεσης, και από τον 12ο αναιρεσείοντα Δ. Λ., αντιδίκου του αναιρεσιβλήτου Δήμου κατά την δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη με την αναίρεση απόφαση. Κατά την συζήτηση αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου, αντί του προαναφερθέντος αναιρεσείοντος παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους οι: Χ. χα Δ. Λ., Β. Δ. Λ., Α. Δ. Λ., Ε. Δ. Λ. και Ν. Δ. Λ.. Οι ανωτέρω δήλωσαν, δια του πληρεξουσίου τους, ότι συνεχίζουν την δίκη στην θέση του ως άνω αρχικού, αποβιώσαντος ήδη, 12ου αναιρεσείοντος, ως κληρονόμοι του, ιδιότητα με την οποία παρίστανται και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Όμως, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα και ειδικότερα από την με αριθμ. πρωτ. 25/2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του αποβιώσαντος 12ου αναιρεσείοντος, ο αρχικός αυτός διάδικος απεβίωσε στις 4-1-2010, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς ως προς αυτόν η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, καθώς και από τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, που ορίζει ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος απ' αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, προκύπτει ότι αν στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι και τη συζήτηση επισπεύδουν μερικοί απ' αυτούς, οφείλουν οι επισπεύδοντες να κλητεύσουν σ' αυτή και τους υπόλοιπους, έστω και ομοδίκους τους (Oλ.ΑΠ 16/1997), οπότε ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση οι 7ος (Χ. Κ.) και 45η (Χ. Δ.) από τους αναιρεσείοντες, δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης, όταν αυτή εκφωνήθηκε στο ακροατήριο από τη σειρά του πινακίου της, αν και κλητεύθηκαν γι' αυτό νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, όπως προκύπτει από τα με αριθμούς 2929Γ/2-8-2011 και 2930Γ/2-8-2011 αποδεικτικά επίδοσης, αντίστοιχα, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες και οι διάδικοι αυτοί.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου", συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να χειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΑΕΔ 3, 4/2007).
Εξάλλου ο ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 247), ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 119 αυτού από 1-1-1996, ορίζει ως προς την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, επαναλαμβάνοντας, κατ' αρχήν, παρόμοιες ρυθμίσεις, που περιείχοντο στο ν.δ. 321/1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", στο άρθρο 86 παρ. 2 ότι "1. ... 2.
Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου... παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη". 3. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που ... ε) αφορά σε περιοδικές παροχές ... παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής".
Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος ορίζει στο άρθρο 90 ότι "1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2. ... 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Από την προπαρατεθείσα διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995, προκύπτει ότι οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και αν αυτές βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτού στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξ αιτίας παραλείψεως οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για την θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων, υπόκεινται σε διετή παραγραφή, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω Ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου, κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 91 εδ.
α' του αυτού Ν. 2362/1995 (AEΔ 32/2008). Η προβλεπομένη από τη διάταξη αυτή, του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, για τις ως άνω μισθολογικές αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 90 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, όσο και από τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 86 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων (χρέη προς το Δημόσιο), αλλά και από τον χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 του ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του μεγάλου ύψους των σχετικών απαιτήσεων συνολικά, που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των σχετικών διαφορών που ανακύπτουν με την άσκηση αγωγών κατά του Ελληνικού Δημοσίου από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό.
Έτσι ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί την θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας.
Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (AΕΔ 1, 2/2012 πρβλ. και ΑΕΔ 9/2009, ως προς την διάταξη του άρθρου 48§3 του ν.δ. 496/1974 που προβλέπει διετή επίσης παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων ΝΠΔΔ κατ' αυτών).
Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6§1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού αυτή εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύει τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων. Επίσης, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 90§3 ΚΔΛ δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος αυτές διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, (ενδεχομένως και με τη, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών), και όχι να θεσπίζει κανόνες, που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Άλλωστε από τη διάταξη της§2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που ορίζει ότι "Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων", προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτιθέμενα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου (ΑΕΔ 9/2009, ΑΠΟλ. 2/2011, Ολ.ΑΠ 31/2007, Ολ.ΑΠ 38/2005, 22/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 στοιχ. β' του ως άνω ν. 2362/1995, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής.
Εάν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης (Ολ.ΑΠ 29/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 του Ν.Δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" οι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων επί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενες στο Δημόσιο προνομίες ή θεσπισμένες ειδικές προστατευτικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Ο.Τ.Α., εφόσον οι τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο.
Επίσης, με το άρθρο 29 παρ. 4 του Ν. 3202/2003 προστέθηκε παράγραφος στο άρθρο 304 παρ. Ιβ' του Π.Δ. 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), με την οποία ορίζεται ότι για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου, ενώ καταργείται κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α.
Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται με το ίδιο περιεχόμενο στο άρθρο 276 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 (Νέος Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), που ισχύει από 1.1.2007 (βλ. και ΑΠ 1310/2009, AΠ 1405/2008). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι περί παραγραφής διατάξεις του κοινού δικαίου, εφόσον είναι ευνοϊκότερες, εφαρμόζονται υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως, ασχέτως δηλ.
της κατ` αρχήν ισχύος για τους οργανισμούς αυτούς της νομοθεσίας περί δημοσίου λογιστικού. Περαιτέρω η στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2362/1995 ένσταση παραγραφής των κατά του Δημοσίου (και των ΟΤΑ) αξιώσεων, κατά άρθρο το 94 εδ. τελευταίο του ίδιου νόμου, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια.
Η ρύθμιση αυτή είναι εναρμονισμένη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, "εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά". Με την εγκατάλειψη της εξέλιξης της δίκης και των νόμιμων κωλυμάτων αυτής στην ελεύθερη διάθεση των διαδίκων, επιδιώκεται η κατοχύρωση της ουδετερότητας του δικαστή και η αποτροπή δημιουργίας υποψίας ότι μεροληπτεί.
Η ως άνω όμως αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής από τα δικαστήρια, που ισχύει και υπέρ των Ο.Τ.Α., έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την προστασία της περιουσίας των Ο.Τ.Α. και της οικονομικής τους κατάστασης, στις οποίες συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εντεύθεν δε ευλόγως η πρόνοια του νομοθέτου του δεν καταλείπει την προστασία του Έλληνα πολίτη, στην επιμέλεια των οργάνων της διοικήσεως ή των ΟΤΑ για πρόταση της ενστάσεως παραγραφής. Έτσι, η εξαίρεση αυτή υπέρ των Ο.Τ.Α. δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Επίσης τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), 106 και 110 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να επιβάλει την αυτεπάγγελτη εξέταση από το δικαστήριο ισχυρισμών που είναι, σύμφωνα με διάταξη νόμου, καταλυτικοί της αξίωσης για την οποία ζητείται η έννομη προστασία από το δικαστήριο.
Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση και λήψη υπόψη της παραγραφής από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν στερεί τους αντιδίκους του Ν.Π.Δ.Δ. από τη δυνατότητα να προβάλλουν, καθ' υποφοράν, ενόψει του (εκ του νόμου) γνωστού σε αυτούς αυτεπαγγέλτου της λήψεως υπόψη της παραγραφής, όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της παραγραφής, εκ μόνης δε της αυτεπάγγελτης λήψεως υπόψη της παραγραφής στην προαναφερθείσα περίπτωση δεν μπορεί να νοηθεί έλλειψη αμεροληψίας του δικαστηρίου και επομένως παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης.
Ομοίως η αυτή η ως άνω διάταξη του άρθρου 94 του ν. 2362/1995 δεν είναι αντίθετη και προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας, αφού οι διατάξεις αυτές αναφέρονται στην κατάργηση περιουσιακών (και ενοχικών) δικαιωμάτων (ενδεχομένως και δια της επιβολής αναδρομικής παραγραφής αυτών), αλλ' όχι στο ζήτημα της αυτεπάγγελτης ή μη λήψης υπόψη της παραγραφής από το δικαστήριο.
Και τούτο διότι περιουσία κατά την άνω διάταξη αποτελεί το σύνολο των δεκτικών οικονομικής αποτιμήσεως εννόμων σχέσεων του προσώπου, τέτοια δε δεκτική αποτιμήσεως έννομο σχέση του δανειστού του Ν.Π.Δ.Δ. δεν αποτελεί, λογικώς, το κατ' ένσταση μόνο προβλητό της παραγραφής της απαιτήσεώς του. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 αυτού (Πρόσθετου Πρωτοκόλλου), προκύπτει ότι ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει Νόμους, αν κρίνει τούτο αναγκαίον, προς διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας των ΟΤΑ, κατά τα προεκτιθέμενα.
Τέλος, κατά το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τις αποφάσεις των ειρηνοδικείων και τις αποφάσεις των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως για το ότι το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης καθώς και αν κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την 591/2008 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου ΟΤΑ για την καταβολή της πρόσθετης παροχής του άρ. 14 του ν. 3016/2002, δεχόμενο ένσταση συμψηφισμού τακτικής παροχής που ελάμβαναν οι ενάγοντες για έξοδα κίνησης.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο έφεση των ήδη αναιρεσειόντων και τους προσθέτους λόγους αυτών κατά της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 4267/2010 απόφασή του ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, όμως ως προς το μέρος που αφορούσε την αναλογία της ειδικής μηνιαίας παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 στα επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής περί αδικοπραξίας των οργάνων του εναγομένου, έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμη.
Κατά τα λοιπά έκρινε νόμιμη την αγωγή και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την επίδικη παροχή επειδή λαμβάνουν έξοδα κίνησης που υπερκαλύπτουν την παροχή και συμψηφίζονται με αυτήν και απέρριψε για τον λόγο αυτό την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και αφού δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και ερευνώντας περαιτέρω κατ' ουσία την αγωγή, κατέληξε τελικά στην κρίση ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως προς τις αξιώσεις των εναγόντων που γεννήθηκαν πριν από την 1-12-2004, που έχουν παραγραφεί.
Ειδικότερα έκρινε ότι πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ως προς τους ενάγοντες των οποίων οι αξιώσεις τους έχουν ολοκληρωτικά παραγραφεί, δηλαδή ως προς τον 1ο (Α. Α.), 4η (Τ. Κ.), 7ο (Χ. Κ.), 10η (Κ. Σ.) και 45η (Χ. Δ.), που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και ότι πρέπει και να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς τους λοιπούς των εναγόντων (και ήδη αναιρεσειόντων) και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της απόφασης.
Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερεύνησε προηγουμένως αυτεπαγγέλτως ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγόντων - αναιρεσειόντων, οι οποίοι, όπως αναφέρεται στην απόφαση, "έχουν προσληφθεί από το εναγόμενο και εργάζονται στις διάφορες υπηρεσίες του (εργάτες, τεχνίτες, διοικητικοί υπάλληλοι κ.λπ.) με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται ως προς το μισθολόγιό τους στις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και όλων των νόμων που διαμόρφωσαν τη μισθολογική πολιτική του Δημοσίου για τον κλάδο τους και έχουν προσφέρει τις υπηρεσίες τους, ανάλογα με την ειδικότητά τους, από το έτος 2002 έως και το έτος 2006, διάστημα κατά το οποίο δεν ελάμβαναν από το εναγόμενο την ειδική μηνιαία παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 ...".
Επί του πιο ζητήματος της μερικής παραγραφής, που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τις αυτές κατά βάση νομικές σκέψεις που αναπτύχθηκαν πιο πάνω, έκρινε ότι ορισμένες αξιώσεις των εναγόντων - αναιρεσειόντων παραγράφηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, διότι παρήλθε διετία από της γενέσεώς τους, ενώ, όπως ειδικώς έκρινε, επί σχετικών ισχυρισμών των ήδη αναιρεσειόντων, η αυτεπάγγελτη αυτή έρευνα της διετούς παραγραφής από της γενέσεως των αξιώσεων αυτής, δεν είναι αντίθετη με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20, του Συντάγματος, 6, της Ε.Σ.Δ.Α.
και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη προστασία των δικαιωμάτων του. Ειδικότερα, όπως δέχθηκε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, "οι επίδικες παροχές των εναγόντων που ανάγονται σε χρονικό διάστημα προ της 1.12.2004 έχουν υποπέσει στην αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 94 του Ν. 2362/1995, λαμβανόμενη υπόψη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 (που ως εκ περισσού προτείνεται και από το εναγόμενο), η οποία (παραγραφή) αρχίζει από το χρόνο γέννησης της αξίωσης, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω, και διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και με τους τρόπους που ορίζονται στο άρθρο 93 του Ν. 2362/1995.
Προ της επίδοσης της αγωγής, που έλαβε χώρα στις 29.12.2006, όλοι οι ενάγοντες υπέβαλαν στον εναγόμενο αιτήσεις με τις οποίες ζητούσαν την πληρωμή της επίδικης παροχής, όλες δε οι αιτήσεις υποβλήθηκαν, από 30.11.2006 έως 8.12.2006, διακόπτοντας κατά τα χρονικά σημεία αυτά την παραγραφή όσων εκ των επίδικων αξιώσεων δεν είχαν ήδη υποπέσει σε παραγραφή.
Άλλα, προγενέστερα, διακοπτικά της παραγραφής γεγονότα δεν μεσολάβησαν ...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτές διετής παραγραφή των κατά των Ο.Τ.Α. αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λπ.
δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητος, ούτε προσκρούσει στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 53/1974. Ειδικότερα είναι αβάσιμες οι προβαλλόμενες με τους λόγους αυτούς αναίρεσης αιτιάσεις: Α) Ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1β, 25 παρ. 1, 28 παρ. 1 του Συντάγματος, των άρθρων 6, 13 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α., του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και των άρθρων 2 παρ. 3α και β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) δέχθηκε ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων για το προ της 1-12-2004 χρονικό διάστημα έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, που εφαρμόζεται στους ΟΤΑ.
Β) Ότι ως προς την αφετηρία έναρξης της παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσειόντων, έπρεπε να γίνει δεκτό από το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι συμπίπτει με το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο αυτές γεννήθηκαν και όχι με το χρόνο γέννησής τους, όπως το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1β, 25 παρ. 1, 28 παρ. 1 του Συντάγματος, των άρθρων 6, 13 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α., του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και των άρθρων 2 παρ. 3α και β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) και Γ) ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1β, 25 παρ. 1, 28 παρ. 1 του Συντάγματος, των άρθρων 6, 13 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α., του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και των άρθρων 2 παρ. 3α και β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997) αλλά και του αρθρ. 262 ΚΠολΔ, έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις για το πριν την 1-12-2004 χρονικό διάστημα έχουν παραγραφεί κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα της παραγραφής των αξιώσεων κατά Δημοσίου και ΝΠΔΔ, κατά το αρθρ. 94 του νόμου 2362/1995.
Συνεπώς είναι αβάσιμοι και οι τρεις λόγοι αναιρέσεως, όλοι από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που είχαν προτείνει παραδεκτώς οι αναιρεσείοντες και πρωτοδίκως. Εξάλλου στους αυτούς πιο πάνω λόγους αναιρέσεως διαλαμβάνονται και περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατά τις οποίες:
Α) Το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες και έχοντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της περί πενταετούς παραγραφής των αξιώσεών της και περί αντίθεσης της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 στις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος, της Ε.Σ.Δ.Α., του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ν. 2462/1997), και Β) Η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση παραγραφής του αναιρεσιβλήτου, άλλως εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη της τους προταθέντες από πλευράς τους ισχυρισμούς για απόρριψη της ένστασης παραγραφής του αντιδίκου ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας ελλείψει προσδιορισμού του χρονικού σημείου γενέσεως και παραγραφής των ένδικων αξιώσεων.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες και έχοντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πιο πάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και ότι παρά το νόμο, αφενός έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως την ένσταση παραγραφής των αξιώσεών τους, άλλως παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένσταση παραγραφής του αναιρεσιβλήτου, ως αόριστη, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, διότι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι για τέτοιες πλημμέλειες, δεν ιδρύονται από τις διατάξεις του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., που έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, εφόσον πρόκειται αναίρεση κατ' αποφάσεως Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Ειρηνοδικείου.
Τέλος, απορριπτέα ως αβάσιμη είναι και η αναφερόμενη στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτίαση για την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εφαρμοσθεί η προσκομιζόμενη απόφαση της ΕΣΔΑ (Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος). Τούτο δε διότι η "υποχρέωση συμμόρφωσης" του κράτους - διαδίκου (και όχι του Δικαστηρίου) προς την οριστική απόφαση του ΕΔΔΑ ταυτίζεται εννοιολογικώς με την έννομη συνέπεια του δεδικασμένου.
Η απόφαση, δηλαδή, παράγει δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων ως προς το αντικείμενο της προσφυγής επί του οποίου αποφάνθηκε το ΕΔΔΑ ( πρβλ ΑΕΔ 1, 2/2012, ΑΠ 818/2008). Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, εκτός από τον 12ο αναιρεσείοντα (Δ. Λ.), που απεβίωσε πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Δήμου, άρθρ. (176,183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 281§2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Κυρωτικός Ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-12-2010 αίτηση (αρ. καταθ. 3/2011) των Α. Α. κ.λπ. για αναίρεση της 4267/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, εκτός από τον 12ο (Δ. Λ.), στην πληρωμή των (μειωμένων) δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ