Legislator Case Law & Legislation
1095/2010 AI generated

1095/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1095/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1171/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2478/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-23-3007 αίτηση και τους από 22-10-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, ανέγνωσε την από 16-11-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Legislator headnote

AI generated

1095/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή.

Keywords

AI generated
freedom of expression and information intellectual forgery credible identity pseudonym political propaganda declaration of false identity
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1095 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1095/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λιάννη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κανάκη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1171/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2478/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-23-3007 αίτηση και τους από 22-10-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, ανέγνωσε την από 16-11-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/1981 "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7ην μ.

μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατο την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας". Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, γεγονός το οποίο συμβαίνει και επί της τριακονθήμερης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.

Επομένως, αν η τελευταία (30η) πριν από τη δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της καταθέσεως και επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 33/96). Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο Πρόεδρος του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την από 3-6-2008 πράξη του, όρισε δικάσιμο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης την 23-11-2009, οι δε αναιρεσείοντες, την 22-10-2009, κατέθεσαν στο Γραμματέα του Αρείου Πάγου το με ίδια χρονολογία δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης.

Έτσι όμως, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, συμπίπτει με την ημέρα Σάββατο, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του έτους 2009. Επειδή όμως η επόμενη ημέρα είναι Κυριακή, η πιο πάνω 30νθήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει την μεθεπόμενη εργάσιμη ημέρα, δηλαδή στις 23-11-2009, που όμως είναι η ημέρα της αρχικώς ορισθείσας για τη συζήτηση της αναίρεσης δικασίμου.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι κατατέθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 ΠΚ, κατά την οποία όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξυβρίσεως, δυναμένης να συντελεσθεί και μέσω δημοσιεύματος σε έντυπο, που συνιστά συγχρόνως και αδικοπραξία κατά τις ΑΚ 57-59 και 914, απαιτείται να διατυπωθούν από τον δράστη προφορικά για κάποιον άλλον λέξεις ή φράσεις, που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου, είτε περιφρόνηση αυτού από τον δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργεια του προσβάλλει την τιμή του άλλου και, επιπλέον, αυτός ο "άλλος" (προσβαλλόμενος) είτε να αναφέρεται από τον δράστη ονομαστικά, είτε να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα του με τη μετάδοση στοιχείων επαρκών, κατ' αντικειμενική κρίση, για τον προσδιορισμό και την εξατομίκευσή του.

Εξάλλου, από τα άρθρα 57 εδ.α', 59 εδ.α' και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 362 και 367 ΠΚ, συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ.1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, και ειδικότερα προσβάλλεται στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα (αρθρ. 5 παρ.2) τιμή ή υπόληψη του, προσβάλλεται δε με δυσφήμηση ή εξύβριση, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή καινά μην επαναληφθεί στο μέλλον.

Το δε δικαστήριο μπορεί, επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον υπαίτιο προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί. Ο άδικος όμως χαρακτήρας τέτοιας προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση αίρεται σε περίπτωση που ο προσβολέας προβαίνει στις δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Τέτοιο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την προστατευόμενη από το Σύνταγμα (αρθρ. 14) και από την επικυρωμένη με το ΝΔ 53/1974 ΕΣΔΑ (άρθρο 10) ελευθερία του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που άμεσα συνδέονται με τη λειτουργία του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων σχετικά με τη συμπεριφορά φυσικών προσώπων, ιδίως δε εκείνων που ασκούν δημόσιο λειτούργημα, ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο ή, έστω, και άλλους.

Παρέπεται ότι τα ως ανωτέρω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος των ως άνω προσώπων ή ομάδων. Ωστόσο, η προαναφερόμενη άρση του άδικου χαρακτήρα της προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση ανατρέπεται, αν από τον τρόπο που έλαβαν χώρα οι δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός εκφράσεως καταφρονήσεως από τον προσβολέα προς εκείνον που προσβάλλεται.

Αυτή δε η ανατροπή της άρσεως του αδίκου συνεπάγεται, βέβαια, περιορισμό της ελευθερίας του τύπου αλλά ο περιορισμός αυτός συγκαταλέγεται σε εκείνους που προβλέπονται, άμεσα μεν στην ΕΣΔΑ (άρθρ. 10), έμμεσα δε πλην σαφώς στο Σύνταγμα (αρθρ. 14 και 15), ως επιτρεπτοί. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, σε περίπτωση δε που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών.

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή.

Αντίθετα, ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δε συνιστούν ανεπαρκή ή ασαφή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου που, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί ότι, από τη δημοσίευση του επίμαχου δημοσιεύματος ανώνυμου συντάκτη στην εφημερίδα ..., ιδιοκτησίας της πρώτης αναιρεσείουσας, εκδότης, διευθυντής και αρχισυντάκτης της οποίας ήσαν αντίστοιχα οι λοιποί αναιρεσείοντες, προέκυπτε σκοπός εξυβρίσεως του αναιρεσιβλήτου.

Για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι ιδρυτικό μέλος και έχει διατελέσει και πρόεδρος του σωματείου με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΩΜΑΝΙΚΟΥ (ΒΛΑΧΙΚΟΥ) ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ". Το σωματείο αυτό έχει συσταθεί νόμιμα και λειτουργεί από το έτος 1988 με έδρα την ...

και μάλιστα οι λαογραφικές του εκδηλώσεις έχουν επιχορηγηθεί και από το Υπουργείο Πολιτισμού. Την 1-7-1995 η "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ ΒΛΑΧΩΝ" οργάνωσε το 12ο "Πανελλήνιο Αντάμωμα Βλάχων" στη ..., όπου συμμετείχε και το ως άνω σωματείο. Κατά τη διάρκεια των σχετικών εκδηλώσεων ο ενάγων διένειμε φυλλάδιο στην αγγλική γλώσσα, στο οποίο αναφερόταν ότι στην Ελλάδα, πέρα από την επίσημη Ελληνική γλώσσα, ομιλούνται και άλλες πέντε λιγότερο διαδεδομένες γλώσσες και συγκεκριμένα η τουρκική στη Δυτική Θράκη και την περιοχή του Έβρου, η βουλγαρική στη Δυτική Θράκη και στις περιοχές των Πομάκων, η σλαβομακεδονική σε περιοχές της βόρειας Ελλάδας, η αρωμανική (βλάχικη) στις ορεινές περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Πίνδου και η αρβανίτικη σε περιοχές της Δυτικής Ελλάδας, της Στερεάς, της Πελοποννήσου και της Εύβοιας.

Μερικοί από τους παρευρισκομένους στις άνω εκδηλώσεις, θεωρήσαντες την ενέργεια αυτή του ενάγοντος ως προπαγάνδα που κατευθύνεται από ξένα κέντρα για να δημιουργήσει μειονοτικό πρόβλημα και να δημιουργήσει αναταραχή στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, αντέδρασαν δυναμικά και δημιουργήθηκε επεισόδιο.

Μάλιστα, ο παρευρισκόμενος βουλευτής Σερρών της Νέας Δημοκρατίας, Ξ, υπέβαλε αυθημερόν προφορική μήνυση κατά του ενάγοντος, ο οποίος πρωτοδίκως μέναμε μάρτυρα κατηγορίας τον εν λόγω βουλευτή, καταδικάστηκε (κατά πλειοψηφία) σε φυλάκιση 15 μηνών για διασπορά ψευδών ειδήσεων με την 11263/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια όμως αθωώθηκε τελεσίδικα με την 13149/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι τα πέντε γλωσσικά ιδιώματα ομιλούνται περιορισμένα σε μερικές περιοχές της χώρας και ότι η υπογράμμιση εκ μέρους του ενάγοντος, ότι μεταξύ αυτών ομιλείται σε περιοχές της Θεσσαλίας, Πίνδου και Ηπείρου και η μητρική του γλώσσα η βλάχικη (αρωμανική), δεν προκάλεσε ανησυχία στους πολίτες, ούτε αυτός είχε πρόθεση να δημιουργήσει στην Ελλάδα μειονοτικά προβλήματα.

Μετά την αθώωσή του, ενάγων άσκησε κατά του βουλευτή Ξ την από 19-11-2002 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στις 23-9-2004 και τελικά αναβλήθηκε για τις 25-1-2007, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος βουλευτής να του καταβάλει το ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Μια ημέρα πριν από την αρχική συζήτηση της αγωγής, δηλαδή στις 22-9-2004, στην ημερήσια εφημερίδα που εκδίδεται στην ... και κυκλοφορεί πανελληνίως, της οποίας ιδιοκτήτρια είναι η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, εκδότης ο δεύτερος εναγόμενος, διευθυντής σύνταξης ο τρίτος και αρχισυντάκτης ο τέταρτος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείοντες), στη στήλη με τίτλο "ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΑ Η ΚΟΥΖΙΝΑ

ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ" και με υπότιτλο "ΦΙΜΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ", δημοσιεύθηκε άρθρο-σχόλιο άγνωστου συντάκτη, στο οποίο αναγραφόταν επί λέξει: "Μετά τη δίωξη και τη δικαστική απόφαση εις βάρος βουλευτή να πληρώσει 30.000 ευρώ σε κάποιον δήθεν θιγόμενο, επειδή κατέθεσε με ερώτηση στη Βουλή δημοσιεύματα όλων των εφημερίδων, άλλος βουλευτής διώκεται επίσης.

Ιδού το ιστορικό: Κάποιος από τους συνήθεις πρακτορίσκους, φιλοσκοπιανούς κ.λπ., προπαγάνδιζε προκλητικά στην πανελλήνια συγκέντρωση των Βλάχων, για δήθεν μειονοτικές γλώσσες, πράγμα που εξόργισε τους ακροατές του. Ακολούθησε συμπλοκή, ο πρακτορίσκος συνελήφθη και καταδικάστηκε σε βαρύτατες ποινές.

Στο δικαστήριο κατέθεσε ως μάρτυρας εναντίον του και γνωστός βουλευτής μαζί με άλλους τέσσερις μάρτυρες. Ε, λοιπόν, ο πρακτορίσκος κατέθεσε αγωγή και μήνυση κατά του βουλευτή! Είναι απίστευτο, αλλά εκτός από τους δημοσιογράφους αρχίζει η φίμωση και των βουλευτών! Μήπως θα πρέπει να ενδιαφερθούν ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου;".

Εκτός από τμήμα της πρώτης πρότασης (Μετά τη δίωξη ... όλων των εφημερίδων), όλο το λοιπό δημοσίευμα, χωρίς να κατονομάζει ευθέως τον ενάγοντα, τον "φωτογράφιζε" σαφώς, όπως γινόταν ευχερώς αντιληπτό από όλους όσους γνώριζαν το περιστατικό της ως άνω συγκέντρωσης στη ..., είτε γιατί ήταν παρόντες, είτε εκ των υστέρων από σχετικά δημοσιεύματα.

Άλλωστε, το γεγονός αυτό υπήρξε αφορμή πολλών (θετικών ή αρνητικών) δημοσιευμάτων και σχολίων και εξαιτίας της ιδιότητας του μηνυτή ως βουλευτή. Την κρίση, ότι ευχερώς γινόταν αντιληπτό ότι το δημοσίευμα αναφερόταν στον ενάγοντα, ενισχύει και το γεγονός ότι σχόλιο της εφημερίδας ... στη στήλη ..., λίγες μέρες μετά το επίμαχο δημοσίευμα, αναφερόταν σ' αυτό με τα ονόματα του βουλευτή Ξ και του ενάγοντος.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ότι ορισμένα από τα γεγονότα που αναφέρονταν στο δημοσίευμα είναι αληθινά, ορισμένα άλλα ότι είναι μεν ψευδή αλλά δεν προέκυπτε με βεβαιότητα ότι οι εναγόμενοι τελούσαν σε γνώση της αναληθείας τους και προέβησαν στη δημοσίευση με σκοπό τη δυσφήμιση του ενάγοντος και ότι τα τελευταία, καθώς και οι εκφράσεις περί προκλητικής προπαγάνδας εκ μέρους του ενάγοντος και φίμωσης των βουλευτών που αναφέρονταν στο δημοσίευμα είναι μεν αιχμηρές και καυστικές για τον ενάγοντα, όμως από το σύνολο του δημοσιεύματος και το γεγονός ότι αυτό περιεχόταν σε παραπολιτική στήλη (όπου κυριαρχούν το καυστικό χιούμορ και η ελευθεριότητα), προέκυπτε ότι οι εναγόμενοι οδηγήθηκαν στην πράξη τους αυτή από δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την ελευθερία του τύπου και την πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού για ένα θέμα με έντονο ενδιαφέρον και ότι ενεργούσαν καλόπιστα έχοντας το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης μέσα στα πλαίσια του δημοσιογραφικού καθήκοντος, έστω και με τη χρήση οξείας φρασεολογίας.

Περαιτέρω, όμως, συνεχίζει το Εφετείο: Οι εκφράσεις όμως "φιλοσκοπιανός" και "πρακτορίσκος", η δεύτερη από τις οποίες επαναλαμβάνεται στο δημοσίευμα, οι οποίες και αποτελούν όχι γεγονότα αλλά χαρακτηρισμούς για τον ενάγοντα, προσδίδουν σαφώς στον δεύτερο έως και τέταρτο εναγομένους σκοπό εξύβρισης αυτού, πρόθεσή τους δηλαδή να μειώσουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ηθική και κοινωνική του αξία, εμφανίζοντας αυτόν ως εχθρό της Ελληνικής Πολιτείας.

Και τούτο γιατί οι χαρακτηρισμοί αυτοί υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την εκπλήρωση του δημοσιογραφικού τους καθήκοντος και την ενημέρωση του αναγνωστικού κοινού, αφού το καθήκον της πληροφόρησης θα μπορούσε σαφώς να επιτευχθεί και χωρίς τη χρήση των ιδιαίτερα δυσμενών αυτών χαρακτηρισμών, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν παρά την έλλειψη της αναγκαιότητάς τους για να μειώσουν τον ενάγοντα.

Συγκεκριμένα λοιπόν οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, γνωρίζοντας ως εκ των προαναφερθεισών τους ιδιοτήτων το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου πριν αυτό δημοσιευθεί στην εφημερίδα και ειδικότερα τους υβριστικούς, μειωτικούς και προσβλητικούς για την προσωπικότητα του ενάγοντα χαρακτηρισμούς, ενέκριναν και επέτρεψαν τη δημοσίευσή του, αποδεχόμενοι με τον τρόπο αυτό τους εν λόγω χαρακτηρισμούς και την εξ αυτών παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος.

Μάλιστα για το δημοσίευμα αυτό ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου και εξύβριση δια του τύπου. Με την 76484/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η πρώτη πράξη μετατράπηκε σε εξύβριση δια του τόπου και έπαυσε υφ' όρο η ποινική δίωξη σε βάρος τους κατ' άρθρο 31 του ν. 3346/2005.

Και καταλήγει το Εφετείο, "η πρώτη εναγομένη εταιρεία ευθύνεται αντικειμενικά για την αδικοπραξία των λοιπών, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 ως προς τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, αλλά και ως προστήσασα τον τέταρτο των εναγομένων, ο οποίος ετέλεσε την αδικοπραξία μέσα στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων που του ανατέθηκαν, ως προστηθείς απ' αυτήν".

Με βάση δε τις ως άνω παραδοχές και εκτιμήσεις, το Εφετείο έκρινε περαιτέρω ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της εξυβρίσεως του άρθρου 361 Π.Κ., που τελέσθηκε με όργανο τον τύπο, χωρίς να συντρέχει λόγος άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, σύμφωνα με το άρθρο 367 Π.Κ και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έκρινε ότι υπέστη από την αδικοπραξία αυτή, το ποσό των 10.000 ευρώ, απορρίπτοντας ακολούθως τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελαττώματος αιτιολογίας, αφού, με τις ανωτέρω παραδοχές, διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και τη μη εφαρμογή του άρθρου 367 ΠΚ.

Ειδικότερα, καμία αντίφαση δεν υπάρχει στην παραδοχή του ότι το δημοσίευμα δεν κατονόμαζε ευθέως τον αναιρεσίβλητο αλλά σαφώς "τον φωτογράφιζε", ενώ από τις παραδοχές του, ότι γινόταν ευχερώς αντιληπτό από όλους όσους γνώριζαν το περιστατικό της συγκέντρωσης στη ... είτε γιατί ήσαν παρόντες είτε εκ των υστέρων από σχετικά δημοσιεύματα ότι το επίμαχο δημοσίευμα αναφερόταν στον αναιρεσίβλητο, τον οποίο δεν κατονόμαζε μεν ευθέως αλλά σαφώς "τον φωτογράφιζε", σαφώς προκύπτει ο εξατομικευμένος προσδιορισμός των στοιχείων του αναιρεσιβλήτου.

Εξάλλου, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα του προσδιορισμού του προσώπου του αναιρεσιβλήτου, η αναφορά ότι "ο μέσος αναγνώστης μπορούσε μετά την ανάγνωση του δημοσιεύματος να αντιληφθεί από το περιεχόμενο του ότι αυτό αναφέρεται στο συγκεκριμένο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέοντες πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Ως πράγματα, η λήψη ή μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων.

Ο λόγος δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο, έκτο, όγδοο και ένατο λόγους του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο τις αιτιάσεις:

α) ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα και με λόγο εφέσεως ισχυρισμό τους, ότι για την αιτιολόγηση της αδικοπρακτικής ευθύνης τους έπρεπε να ερευνηθεί αν ο μέσος αναγνώστης μπορούσε να αντιληφθεί από το περιεχόμενο του δημοσιεύματος ότι αυτό αναφέρεται στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, β)ότι δεν αποφάνθηκε ολοκληρωτικά περί της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου προταθείσας πρωτοβαθμίως και επαναφερ-θείσης με λόγο εφέσεως ενστάσεώς τους, γ)ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη την προταθείσα από τον αναιρεσίβλητο, απαραδέκτως το πρώτον με την προσθήκη των πρωτοβαθμίων προτάσεών του, αντένσταση εκ του άρθρου 367 παρ. 2 του ΠΚ, περί υπάρξεως ειδικού σκοπού εξυβρίσεως και δ)δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοβαθμίως και επαναφερθέντα με λόγο εφέσεως ισχυρισμό τους περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του τετάρτου αναιρεσείοντος.

Οι λόγοι αυτοί είναι, ο μεν υπό στοιχείο α' απαράδεκτος, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, ο δε υπό στοιχείο δ' ομοίως, διότι συνιστά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό. Επίσης, ο υπό στοιχείο β' λόγος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εκ του ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο τους προταθείσης ενστάσεως, είναι αβάσιμος, διότι, τους προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη, από προφανή δε παραδρομή, ενδεχομένως και κατά την θεώρηση τους αποφάσεως, δεν περιελήφθη στην απόφαση ρητή αναφορά περί απορρίψεως του ισχυρισμού ως νόμω αβασίμου.

Τέλος, ο υπό στοιχείο γ' λόγος είναι αβάσιμος, διότι, πέραν του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός παραδεκτά προτάθηκε σύμφωνα με τους διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 3 και 269 ΚπολΔ με την προσθήκη των προτάσεων για την απόκρουση του προταθέντος με τους προτάσεις των αναιρεσειόντων ισχυρισμού τους εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, τους προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, η εν λόγω αντένσταση του αναιρεσιβλήτου εκ του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ περιλαμβανόταν καθ' υποφορά στην αγωγή του.

Προϋπόθεση για την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγου αναίρεσης (παραμόρφωση εγγράφου) είναι η ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος-λάθους "στην ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου. Αντίθετα, ο λόγος δεν ιδρύεται, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση, από το δικαστήριο τους ουσίας, του περιεχομένου του εγγράφου, τους συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο, το οποίο θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚπολΔ, οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στο Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος, διότι παρέλειψε να λάβει υπόψη το ουσιώδες τμήμα του περιεχομένου του, έχον κατά λέξη "ΦΙΜΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ", το οποίο εάν ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση ως τους την ουσιαστική βασιμότητα τους εκ του άρθρου 367 ΠΚ ενστάσεώς τους.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι τους προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται ρητή αναφορά σ' αυτή και του ανωτέρω υποτίτλου του δημοσιεύματος. Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚπολΔ, καταλογίζουν στο Εφετείο την πλημμέλεια τους εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου μόνου του ν. 1178/1981 με το να δεχθεί ότι ο τέταρτος εξ αυτών Χ4, αρχισυντάκτης τους εφημερίδας ..., ενέχεται αδικοπρακτικά κατά τους διατάξεις του ανωτέρω νόμου, καίτοι δεν συμπερι-λαμβάνεται στα ευθυνόμενα με τον νόμο αυτό πρόσωπα.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, διότι, τους προκύπτει από τους προεκτεθείσες παραδοχές τους προσβαλλόμενης αποφάσεως, η ευθύνη του αναιρεσείοντος αυτού, ως προστηθέντος από την πρώτη αναιρεσείουσα, θεμελιώνεται τους γενικές διατάξεις των άρθρων 57, 59,914,922 και 932 ΑΚ.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176,183 ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ" Α.Ε.", 2) Χ2, 3) Χ3 και 4) Χ4 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2478/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ