Supreme Court annuls lower court judgment and orders restitution of funds paid under voided decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the second-instance judgment of the Athens Court of Appeal regarding a civil dispute. The appellant company voluntarily paid over 190,000 euros to the respondent based on the annulled decision before the Supreme Court reversed it. Consequently, the court ordered the respondent to return the full amount plus interest and awarded legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 57, 59, 914, 932 of the Civil Code; Articles 361, 362, 367 of the Code of Civil Procedure; Articles 926, 480-482 of the Civil Code: When a final judgment is annulled, the party who voluntarily performed obligations under it must be restored to the pre-performance status, and the other party must return the received funds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1095 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1.095/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ... κατοίκου ... 3...., κατοίκου ....,4. ..., κατοίκου ... 5....., κατοίκου ... 6...., κατοίκου.... 7....., κατοίκου ... και 8..... κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Στεφανάκη και Φλώρα Τριανταφύλλου.
Του αναιρεσιβλήτου: ... κατοίκου ...., ο οποίος παραστάθηκε α) αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του και ως δικηγόρος και β) μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Χριστόφορου Αργυρόπουλου και Δημητρίου Μανώλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Μαΐου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2725/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3979/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δέκατος έκτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος και οι πληρεξούσιοι αυτού την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361, 362 και 367 ΠΚ και 926, 480 - 482 ΑΚ, συνάγεται 'ότι όποιος προσβάλλεται παρανόμως από πρόθεση στην προσωπικότητά του και ειδικότερα προσβάλλεται στην τιμή και την υπόληψή του, είτε με δυσφημιστικούς (συκοφαντικούς ή απλούς) ισχυρισμούς είτε με εξυβριστική συμπεριφορά, έχει το δικαίωμα να ζητήσει, πλην άλλων, χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη του.
Αν η κατά τα ανωτέρω προσβολή της προσωπικότητας του επήλθε με πράξεις περισσοτέρων, οι οποίες, ενόψει των περιστάσεων, εμφανίζουν ενότητα, οφείλεται χρηματική ικανοποίηση, συγκεντρούμενη, ως εκ της ταυτότητας του σκοπού της, συνισταμένου στην ικανοποίηση του προσβληθέντος στην προσωπικότητα του για την ενιαία βλάβη, την οποία αυτός υπέστη, δηλαδή στην ικανοποίηση ενός και του αυτού συμφέροντος σε μία παροχή (ενιαίο χρηματικό ποσό), το οποίο ο προσβληθείς στην προσωπικότητα του μπορεί, κατ' επιλογήν του, να ζητήσει με αγωγή διαιρετώς ή εις ολόκληρον από τον καθένα από τους αντιδίκους του (ΑΠ 518/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τις περιστάσεις, τις οποίες, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε το Εφετείο, η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου επήλθε με τις αναφερόμενες στην αγωγή και δεκτές γενόμενες από αυτό, υπό στοιχεία, Α, Β, Γ και Δ πράξεις των εναγομένων, οι οποίες εμφανίζουν ενότητα, και ειδικώτερα επήλθε με δημοσιεύματα σε τρία συνεχόμενα φύλλα της εβδομαδιαίας εφημερίδος "ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ", που εκδίδεται από την πρώτη εναγομένη, στην ιδιοκτησία της οποίας ανήκει καταχώρηση του περιεχομένου τηλεοπτικής συνεντεύξεως, καθώς και με τα κείμενα των διαφημίσεων που προβλήθηκαν από τηλεοπτικούς σταθμούς, μη απέχοντα χρονικώς σημαντικά, είχαν, κατά τα ουσιώδη, το ίδιο περιεχόμενο και αφορούσαν την ίδια συμπεριφορά (υποτιθέμενη) του ενάγοντος.
Επομένως η εξ αυτών προκύψασα βλάβη της προσωπικότητας του ενάγοντος είναι ενιαία και οφείλεται γι' αυτήν ενιαία παροχή (χρηματική ικανοποίηση) ενόψει της ταυτότητας του σκοπού που επιδιώκεται με αυτή, για τον προσδιορισμό του ύψους της οποίας θα ληφθεί υπόψη και ο εξακολουθητικός χαρακτήρας της γενομένης προσβολής, εις τρόπον ώστε η χρηματική ικανοποίηση που θα επιδικασθεί να ανταποκρίνεται και στην ένταση και την απαξία της προσβολής.
Το Εφετείο, το οποίο σχημάτισε τέσσερις κατηγορίες πράξεων των εναγομένων και επιδίκασε χωριστή χρηματική ικανοποίηση για κάθε κατηγορία και συνολικώς το άθροισμα αυτών, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Κατά τη γνώμη όμως του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αφού δεν εδέχθη, ρητώς ή σιωπηρώς, ενότητα δόλου των αναιρεσειόντων, τουθόπερ αναγόμενο στα πράγματα, επαφίεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (πρβλ.
την παγία αρεοπαγιτική νομολογία α) ως προς το ζήτημα (της αναιρετικώς ανέλεγκτης) ουσιαστικής κρίσεως περί του ύψους της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης επί αδικοπραξίας, β) ως προς το ταυτόσημο ζήτημα της περί ενότητας ή μη δόλου (αναιρετικώς ανελέγκτης) κρίσεως του ουσιαστικού δικαστηρίου επί συρρεόντων ή εξακολουθούντων εγκλημάτων (ΑΠ 336/99, 5/97) και γ) ως προς το ομοειδές ζήτημα της (αναιρετικώς ανέλεγκτης) κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας περί της φυσικής ενότητας ή μη των πλειόνων παραβάσεων ......
υποχρέωσε σε παράλειψη ή ανοχή πράξεως οφειλέτη, κατ' άρθρο 947 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 635-637/76, 864/77, 881/80, 1395/08). Περαιτέρω το Εφετείο υποχρέωσε την εβδόμη από τους εναγομένους να καταβάλει στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση για όλες τις ως άνω κατηγορίες προσβολών (Α, Β. Γ. Δ), ενώ ο ενάγων ζήτησε εύλογη χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης για την υπό στοιχείο "Γ" κατηγορία αυτών (βλ.
σελ. 85 της αγωγής). Επομένως οι πρώτος και δέκατος έκτος λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 9 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή των λόγων αυτών αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθενται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο Άρειος Πάγος, για να διατάξει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρουμένη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη από τους αναιρεσείοντες, με αυτοτελές δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22.1.2009, προβάλλει παραδεκτώς ότι η ίδια, συμμορφούμενη προς την αναιρουμένη, ως άνω, υπ' αριθμό 3.979/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μετά από επιταγή κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου εκτελεστού αυτής και προς ολοσχερή εξόφληση της οφειλής της κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 190.757 ευρώ.
Ζητεί δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση, εκ μέρους της, της αναιρουμένης αποφάσεως και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της επιστρέψει το ποσό αυτό, και να της καταβάλει και ποσό 8.163 ευρώ, το οποίο κατέβαλε αυτή στη ΦΑΒΕ ..., ως παρακρατούμενο φόρο εισοδήματος από τόκους που κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο.
Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα άρθρα 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, 24 και 54 Ν.2238/1994. Από τα επικαλούμενα και προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, αποδεικνύεται ότι με την αναιρούμενη υπ' αριθμό 3979/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών υποχρεώθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα (εις ολόκληρον με τους λοιπούς) να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 150.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και ποσό 8.200 ευρώ για δικαστική δαπάνη.
Ο αναιρεσίβλητος επέδωσε στην αναιρεσείουσα την από 29.11.2007 επιταγή προς εκτέλεση. Η αναιρεσείουσα, συμμορφούμενη εκουσίως προς την αναιρουμένη απόφαση, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, για τις άνω αιτίες, ποσό 190.757 ευρώ, με την από 29.11.2007 δίγραμμη επιταγή, εκδόσεώς της, πληρωτέα από την τράπεζα ALPHA BANK, η οποία και πληρώθηκε σε αυτή στις 27.12.2007.
Περαιτέρω, η ίδια αναιρεσείουσα κατέβαλε στη ΦΑΒΕ ...στις 15.1.2008, ποσό 8.163 ευρώ, ως παρακρατούμενο φόρο 20% επί των τόκων που κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην πρώτη από τους αναιρεσείοντες το ποσό των 198.920 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως σε αυτόν της προκειμένης (αναιρετικής) αποφάσεως (άρ. 340 ΑΚ - ΑΠ 1662/2006, 1277/2008).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 3979/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρουμένης αποφάσεως.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην πρώτη από τις αναιρεσείουσες το ποσό των εκατόν ενενήντα οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι (198.920) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της προκειμένης αποφάσεως σε αυτόν.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ