Legislator Case Law & Legislation
1095/2008 AI generated

1095/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1095/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1095/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να εγνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Keywords

AI generated
deception regarding identity journalist source protection undercover investigation credible explanation status of intelligence operative threats against authorities
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1095 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1095/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ.Κ.Τεγόπουλος Εκδόσεις ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τεγόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μαντούβαλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4695/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7451/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-1-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 28-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 57 ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, δεν αποκλείεται, κατά το δε το άρθρο 59 ΠΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέτοιο προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσεις, κατά το άρθρο 920 ΑΚ όποιος, γνωρίζοντας, ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσεις, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνοίας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 361 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται, με το άρθρο 362 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, τιμωρείται και με το άρθρο 363 ΠΚ, αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται.

Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να εγνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχομένη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοσή της από άλλον γενομένης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίον αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, γενόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και την ευπρέπεια.

Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την διάταξη του άρθρου 361 ΠΚ (ΑΠ 1462/05, 387/05).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα ως προκύπτοντα κατά την ανέλεγκτη κρίση του εκ των αποδείξεων: Ο ενάγων υπηρετεί για πολλές δεκαετίες την δημοσιογραφία στην ημεδαπή και αλλοδαπή διακρινόμενος για τη δημοσιογραφική του εμπειρία και το ήθος του.

Τα τελευταία έτη είναι τακτικός αρθρογράφος στην ημερήσια αθηναϊκή εφημερίδα "....". Η πρώτη εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια της ημερήσιας εφημερίδας, πανελλήνιας κυκλοφορίας, με την επωνυμία ".......", ενώ ο δεύτερος εναγόμενος είναι δημοσιογράφος στην παραπάνω εφημερίδα έχοντας την επιμέλεια μόνιμης καθημερινής στήλης που φέρει τον τίτλο ".....", στην οποία σχολιάζει ελεύθερα και αδέσμευτα διάφορα πολιτικά - κυρίως - ζητήματα της επικαιρότητας και αναδημοσιεύει τόσο τίτλους διάφορων εφημερίδων όσο και γνώμες δημοσιογράφων ή άλλων προσώπων στις επιμέρους στήλες με τίτλο "εκ των έσω" και "επωνύμως".

Η τρίτη αρχικά εναγομένη, Γ1, δεν έχει επαγγελματική σχέση με την πρώτη εναγόμενη και είναι ιστορικός της τέχνης και αρχαιολόγος. Την 8.8.2003 η Γ1 κατέθεσε στη δίκη της τρομοκρατικής οργανώσεως "17 Νοέμβρη" ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως μάρτυρας υπερασπίσεως του Ζ1, κατηγορουμένου για συμμετοχή και άλλες αξιόποινες πράξεις στην παραπάνω οργάνωση.

Στην κατάθεσή της αυτή, σε ερωτήσεις των παραγόντων της δίκης, μεταξύ των άλλων, είχε αναφέρει ότι το πρόσωπο του Ζ1 το είχε ξεχάσει εντελώς και της το ενθύμισαν, πριν από τις συλλήψεις των μελών της πιο πάνω οργανώσεως, αα) μια παλιά της καθηγήτρια πέρυσι τον Μάϊο (2002) στο Παρίσι, ββ) ένας γνωστός δημοσιογράφος τον Ιούνιο του ίδιου έτους, τον οποίο η ίδια κατονόμασε, μετά από υπόμνηση του Προέδρου του Δικαστηρίου ως προς την υποχρέωσή της για αποκάλυψη των πηγών της.

Ο ενάγων, θεωρώντας ότι η Γ1 τον ενέπλεξε με την υπόθεση της εγχώριας τρομοκρατίας, στο φύλλο της .... της εφημερίδας "......" και στη στήλη του με την επωνυμία "......", προς αποκατάσταση των πραγμάτων (κατά τη δική του εκδοχή), δημοσίευσε με τον τίτλο "Μαρτυρίες και ψευδομαρτυρίες" το ακόλουθο άρθρο: "Η ΚΥΡΙΑ Γ1, ιστορικός της τέχνης, κάτοικος ......, με ενέπλεξε καταθέτοντας υπέρ του Ζ1, χθες, στον Κορυδαλλό.

Δεν θα αντιδρούσα, αν η αλήθεια δεν ήταν σημαντική για όποιον θα ήθελε να αξιολογήσει την αξιοπιστία μιας κατηγορίας μαρτύρων. 1. Πήγα στο Παρίσι στις 28 Ιουνίου (ημέρα Παρασκευή) του 2002 το απόγευμα. Είχα συνταξιδέψει από καλή σύμπτωση με δύο φίλους καθηγητές, τους κκ. .....η και Κ. ........ Η μοιραία για τη 17Ν βόμβα έσκασε στα χέρια του Ε1 την επομένη το βράδυ. 2.

Δεν πήγα να δω την κυρία Γ1 τον Ιούνιο, που ήμουν στην Αθήνα, αλλά αργότερα, τον Ιούλιο. Επιπλέον, αυτή θέλησε να συναντηθούμε για να μου κάνει "αποκαλύψεις" σχετικά με τη διοίκηση του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών. Δεν τις χρησιμοποίησα γιατί ήταν παθολογικά εγωκεντρικές, ατεκμηρίωτες και δεοντολογικά απαράδεκτες. 3.

Δύο πρόσωπα ήταν όντως για ένα διάστημα παρόντα στη συζήτηση. Δεν με συνόδευαν και δεν τα συνόδευα: επρόκειτο για τον σύζυγό της και τον γυιό της. Και για να φρεσκάρω τη μνήμη της ως προς τις ημερομηνίες που οδηγούν σε υποψίες για σκευωρίες: λίγες ημέρες μετά θα έφευγαν για την Ελλάδα. 4. Όπως ήταν λογικό, μιλήσαμε φιλικά και ιδιωτικά (τρομάρα μου:

καλά να πάθω, αφού συζητώ με τέτοιους ανθρώπους) για τα γεγονότα και βεβαίως για τον Ζ1 που είχα γνωρίσει παλιά και που αυτή γνώρισε πιο πρόσφατα και, αντίθετα με όσα ισχυρίστηκε στο δικαστήριο, θυμόταν πολύ καλά. Ανέφερα ότι πολλοί τον θεωρούσαν αρχηγό της 17Ν. Πολλοί γνώριζαν αυτές τις πληροφορίες. Ο Ζ1 με ενδιέφερε προσωπικά (και όχι επαγγελματικά) ως περίπτωση.

Αν ήταν τόσο βέβαιη για τα περί "συνωμοσίας", γιατί περίμενε την κατάθεσή της για να μιλήσει; Άσε που θα μπορούσε να τον ειδοποιήσει τον άνθρωπο για τα τεκταινόμενα! 5. Είναι γνωστό ότι δεν έχω κάνει "ρεπορτάζ" για τη 17Ν και ελπίζω να μη θεωρούμαι "βαποράκι" κάποιων που κατάλαβαν ορισμένοι ακροατές της κυρίας Γ1 για μένα και για μια σεβαστή και, σε αντίθεση με άλλους και άλλες, αυθεντική αγωνίστρια και καθηγήτρια Πανεπιστημίου που η "ιστορικός" ενέπλεξε με ανάλογα υπονοούμενα.

Αρθρογραφικές είναι από πολλά χρόνια οι παρεμβάσεις μου. Βεβαίως, θέλω να μαθαίνω όσο το δυνατόν περισσότερα: δεν γράφω "στον αέρα". Αρκούν αυτά ;". Στο υπ' αριθμ. ..... φύλλο της .... της εφημερίδας "....." στη σελίδα 56 καταχωρείται δημοσίευμα με τίτλο "Περί "μαρτύρων", "ψευδομαρτύρων" και τινών άλλων..." στη στήλη "......", που υπογράφει η Γ1, Αρχαιολόγος-Ιστορικός Τέχνης, μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Τεχνοκριτών και την υποσημείωση με αστερίσκο εκ μέρους της τελευταίας ότι "Στέλνω στην "Ε" αυτή την απάντηση γιατί το "....." αρνήθηκε να τη δημοσιεύσει".

Μεταξύ των άλλων, τα οποία αναγράφονται στην απάντηση της Γ1 στον ενάγοντα για το προαναφερόμενο άρθρο του, περιλαμβάνεται και το ακόλουθο απόσπασμα: "...Σημειώνω, επιπροσθέτως, ότι αν ο κ. Ψ1 είχε ποτέ παραβρεθεί στο δικαστήριο (όπου νομίζω δεν πάτησε ποτέ το πόδι του, όπως και πολλοί άλλοι έγκριτοι συνάδελφοί του) και σ' ό,τι με αφορά κατά την κατάθεσή μου, ή αν τουλάχιστον την είχε διαβάσει στα ανεπίσημα πρακτικά του Ιντερνέτ, παρ' όλη τη διαστρέβλωση που οι καταθέσεις υφίστανται συχνά, δεν θα είχε αποτολμήσει ίσως τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιεί για το πρόσωπό μου - και που ως είναι φυσικό σε τέτοιες περιπτώσεις επιστρέφουν στον γράψαντα.

Θα ήξερε π.χ. ότι αρνήθηκα τρεις φορές να αναφέρω το όνομα του "γνωστού δημοσιογράφου" ο οποίος με είχε ρωτήσει για τον Ζ1 το περασμένο καλοκαίρι - τέλη Ιουνίου ή, όπως βεβαιώνει (ή μάλλον δεν τολμά να διαψεύσει) ο ίδιος τις πρώτες μέρες του Ιούλη - πριν πάντως από τις "ομολογίες" του Ε1 (υπό τις συνθήκες που καλά γνωρίζουμε πλέον), οπωσδήποτε δε πριν από κάθε δημοσιοποίησή τους και την προβολή πλέον του Ζ1 σαν "αρχηγού" της 17Ν. [Μήπως το μένος του κ.

Ψ1 εναντίον μου οφείλεται στο φόβο μήπως το όνομά του συνδεθεί με τους Άγγλους πράκτορες που εκείνη την εποχή έψαχναν τον Ζ1, δεδομένου ότι, ας μην το ξεχνάμε, σε κάποια άρθρα του ειρωνεύεται αυτούς που προσπαθούσαν ν' αποφύγουν τη συνεργασία με "συμμαχικές υπηρεσίες";] Γεγονός παραμένει ότι, παρ' όλες τις πιέσεις προέδρου και εισαγγελέα ("έχετε ορκιστεί" κλπ.) δεν ήμουν εγώ αλλά ο δικηγόρος κ.

Ρ. που δήλωσε το όνομά του...". Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι στο φύλλο της ...... της εφημερίδας "...." ο ενάγων στη στήλη του "....." σε άρθρο του με τίτλο "Το ποδόσφαιρο, η νίκη, το μάθημα" και υπότιτλο "Η Εθνική Ελλάδος νίκησε γιατί το άξιζε. Το ήθελε, το πάλεψε και συνεπώς το μπόρεσε", εκτός των άλλων, ανέγραψε το ακόλουθο απόσπασμα, υπονοώντας την ως άνω στήλη του δεύτερου εναγομένου : "...Διαβάσαμε τα πιο προκλητικά σχόλια, τις πιο προκάτ απόψεις.

Θα σταθώ σε ένα από αυτά και όχι στον συνήθη οχετό φανατισμού μιας γνωστής "ποιητικής" στήλης που ως συνήθως ακόμα και με τον .... τα έβαλε...". Την επόμενη ημέρα, στο υπ' αριθμ. ... φύλλο της ..... της εφημερίδας "......" ο δεύτερος εναγόμενος στην ανωτέρω στήλη του, σε απάντηση στο παραπάνω άρθρο του ενάγοντος ανέφερε σε ένα από τα σχόλιά του με τίτλο "Δεινή δοκιμασία το κυβερνάν..." τα εξής : "...Βρίζει, πάλι τη στήλη ο Ψ1 (από το "....").

Ελεεινολογεί. Τιμητικό για τη στήλη. Και αρκούντως διασκεδαστικό...Πάντως, ο άνθρωπος που καθύβριζε τον αείμνηστο ......., και αυτός που "ρωτούσε" για τον Ζ1 στα Παρίσια - όταν το όνομα αυτό το ήξεραν μονάχα οι ασφαλίτες και οι Αμερικανοί - συνεχίζει να παραδίδει μαθήματα ήθους...". Ακολούθως η προσβαλλομένη δέχεται ότι αμφότερα τα δημοσιεύματα στα υπ' αριθ. ...

και .... φύλλα της εφημερίδος "...." διατρέχει ο σαφής υπαινιγμός ότι ο ενάγων είτε είναι πράκτορας ημεδαπών ή αλλοδαπών μυστικών υπηρεσιών είτε συνεργός τους. Ειδικότερα, το πρώτο δημοσίευμα στο υπ' αριθ. .... φύλλο της εφημερίδας "...." της .... στο επίμαχο απόσπασμα της απαντητικής επιστολής της Γ1 εμπεριέχει τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων συνδέεται με άγγλους πράκτορες μυστικών υπηρεσιών ή συνεργάζεται με τέτοιες υπηρεσίες, αφού μόνον πρόσωπα που υπηρετούσαν στις εν λόγω υπηρεσίες γνώριζαν ότι αυτές αναζητούσαν τον Ζ1, επιπλέον δε ο ενάγων ειρωνευόταν όσους επεδίωκαν να αποφύγουν τη συνεργασία με τις υπηρεσίες αυτές.

Ο ερωτηματικός τύπος και λόγος του επίμαχου αποσπάσματος είναι ρητορικός και δεν εκφράζει επιφύλαξη ή αμφιβολία, αλλά βεβαιότητα ως προς τα παρατιθέμενα γεγονότα, τούτο δε ενισχύεται και από τη χρήση της αιτιολογικής φράσεως "δεδομένου ότι" που καταδηλώνει βάσιμο και θετικό λόγο. Το δεύτερο δημοσίευμα στο υπ' αριθμ. ....

φύλλο της εφημερίδας "....." της ..... του δεύτερου εναγομένου υπονοεί σαφώς σύνδεσμο του ενάγοντος με "ασφαλίτες" και "Αμερικανούς", αφού τόσον οι τελευταίοι όσο και ο ενάγων γνώριζαν ή συσχέτιζαν τον Ζ1 με τη 17Ν. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε οποιαδήποτε σχέση, σύνδεσμος ή συνεργασία με οποιονδήποτε τρόπο του ενάγοντος με ημεδαπές ή αλλοδαπές διωκτικές ή μυστικές υπηρεσίες, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έχει μακρόχρονη θητεία (περίπου 40 έτη) στη δημοσιογραφία τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα, με συγγραφικό έργο, αντιστασιακό αγώνα (σε χαλεπούς καιρούς) κατά της δικτατορίας και διαρκή προσήλωση στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Το γεγονός ότι γνώριζε για τη σχέση του Ζ1 με τη 17Ν πριν τη σύλληψη του τελευταίου (η συζήτηση του ενάγοντος με τη Γ1 έγινε αρχές Ιουλίου του έτους 2002, μετά τη σύλληψη του Ε1), δεν συνεπάγεται ούτε υποδηλώνει συνεργασία ή σχέση του με ημεδαπές ή αλλοδαπές μυστικές υπηρεσίες, διότι: Από την άνοιξη του έτους 2002 είχε δημοσιοποιηθεί ότι οι διωκτικές αρχές αναζητούσαν ένα πρόσωπο με κεντρικό ρόλο στην υπόθεση της τρομοκρατίας, που είχε ταξιδεύσει στην Κούβα στο τέλος της δεκαετίας του 1960, ήταν εκείνη τη χρονική περίοδο στην αφάνεια, ήταν εξηντάρης με υψηλό ανάστημα και δεσμούς με το Παρίσι.

Τα στοιχεία αυτά και άλλα φωτογράφιζαν τον Ζ1 και ήταν γνωστά σε δημοσιογράφους και δημοσιογραφικά γραφεία, αλλά και σε ορισμένα πρόσωπα που ζούσαν στο Παρίσι (βλ. το από ..... δημοσίευμα της εφημερίδας "....." με τίτλο "Φωτογραφίζουν τον αρχηγό της 17Ν" καθώς και όσα βεβαίωσε ενόρκως ο δημοσιογράφος ........ την 12.5.2005 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών στην υπ' αριθμ. 8715/12.5.2005 ένορκη βεβαίωση, ο οποίος είχε ασχοληθεί με την υπόθεση της 17Ν).

Τα ανωτέρω (δηλαδή για την ανάμειξη του Ζ1 με τη 17Ν) επιρρωνύονται και από την κατάθεση της Γ1 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στη δίκη της 17Ν, στην οποία ανέφερε ότι "...τον κ. Ζ1 τον είχα ξεχάσει τελείως και μου τον θύμισε μια παλιά μου καθηγήτρια...πέρσι τον Μάϊο (έτος 2002) στο Παρίσι πριν από τις συλλήψεις, πριν από τα γεγονότα στην Ελλάδα" ((δηλαδή τον είχε αναφέρει πριν από τη σύλληψη των μελών της 17Ν και καθηγήτρια που ζούσε στο Παρίσι.

Επομένως, το όνομα του Ζ1 καθώς και ενδεχόμενη εμπλοκή του με τη 17Ν ήταν ήδη γνωστό, οπωσδήποτε από τον Μάϊο του έτους 2002, δηλαδή προτού ο ενάγων να ερωτήσει σχετικά τη Γ1, όχι μόνον σε ορισμένα άτομα που είχαν ζήσει στο Παρίσι, αλλά και στην πλειονότητα του δημοσιογραφικού κόσμου, που ενδιαφερόταν για το φαινόμενο της τρομοκρατίας (τουλάχιστον μετά το πιο πάνω δημοσίευμα της εφημερίδας ".....").

Επομένως, τα αναφερόμενα στα επίμαχα δημοσιεύματα, ότι ο ενάγων είναι πράκτορας ημεδαπών ή αλλοδαπών διωκτικών ή μυστικών υπηρεσιών ή συνεργάζεται με αυτές, ήσαν ψευδή και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ήταν δε πρόσφορα να βλάψουν και έβλαψαν χωρίς αμφιβολία την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος.

Η προσβολή δε αυτή ήταν εξαιρετικά βαριά, δοθέντος ότι των ανωτέρω δημοσιευμάτων έλαβε γνώση το Πανελλήνιο, αφού η εν λόγω εφημερίδα κυκλοφορεί καθημερινά σε όλη την Ελλάδα και έτσι το πιο πάνω περιστατικά διαλαμβανόμενα στα δημοσιεύματα διαδόθηκαν σε ευρύ κύκλο προσώπων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι συνάδελφοι του ενάγοντος καθώς και πρόσωπα του οικογενειακού, φιλικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος, με συνέπεια την αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του ενάγοντος, αλλά επιπλέον να δημιουργηθούν δυσμενείς παραστάσεις σ' αυτά σχετικά με την πολιτική ή ιδεολογική του εντιμότητα και καθαρότητα.

Τέλος το Εφετείο δέχθηκε ότι οι δύο συντάκτες των ανωτέρω δημοσιευμάτων, όχι μόνον γνώριζαν την αναλήθεια των δυσφημιστικών για τον ενάγοντα περιστατικών που περιέλαβαν σ' αυτό, αλλά γνώριζαν και ότι αυτά βλάπτουν την τιμή και την υπόληψή του, καθ' όσον α) είχαν γνώση της ανακρίβειας των ισχυρισμών τους, αφού δεν κατείχαν οποιοδήποτε γνήσιο έγγραφο, τεκμηριωμένη πληροφορία ή αξιόπιστη μαρτυρία περί όσων αποδίδουν στον ενάγοντα, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ενδιαφέρον του ενάγοντος για το πρόσωπο του Ζ1 πριν από την σύλληψή του δεν τον καθιστά πράκτορα ή συνεργάτη οποιωνδήποτε διωκτικών ή μυστικών υπηρεσιών, δοθέντος ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν ήδη γνωστό όπως προαναφέρθηκε και β) συνέταξαν τα δημοσιεύματα από βαρειά αμέλεια, χωρίς να ελέγξουν ή να διασταυρώσουν, το ακριβές ή ανακριβές του περιεχομένου τους.

Επομένως, με όσα συκοφαντικά διαλαμβάνονται στα επίμαχα δημοσιεύματα ο δεύτερος εναγόμενος και η πρώτη εναγομένη ιδιοκτήτρια της εφημερίδας, ως έχουσα αντικειμενικά ευθύνη, προσέβαλαν παρανόμως και υπαιτίως την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και την εν γένει προσωπικότητά του. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εκ της ανωτέρω σε βάρος του αδικοπραξίας (με τη μορφή της συκοφαντικής του δυσφημίσεως) εκ μέρους των αναιρεσειόντων - εναγομένων.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε καμμία από τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των προδιαλαμβανομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τα αναλυτικώς προεκτιθέμενα.

Δεν υπάρχει δε αντίφαση ως προς τις ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλομένης ως προς την γνώση των συντακτών των επίμαχων δημοσιευμάτων για την αναλήθεια των δυσφημιστικών για τον ενάγοντα περιστατικών που διέλαβαν σ' αυτά, καθόσον η πρώτη ως άνω αιτιολογία ήταν η κύρια στην οποία και στήριξε αυτοτελώς το διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση.

Η δεύτερη ως άνω επικουρική αιτιολογία, δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασης και ως εκ τούτου η μεταξύ τους αντίφαση δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, διότι, όπως προαναφέρθηκε το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες αλλά μόνο στη μία και εκ προκειμένου στην πρώτη (Α.Π. 481/2005, Α.Π. 308/1999).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι περί των αντιθέτων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστική και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για την υπόχρεο (Ολ ΑΠ 17/1995).

Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν ο δικαστής εφάρμοσε μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα δικαίου ή προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική της αληθινής (Ολ ΑΠ 36/1988). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη (ως μη νόμιμη) την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, που στηρίζεται στο γεγονός ότι ενόψει της προγενέστερης δια δημοσιευμάτων επιθετικής συμπεριφοράς του ενάγοντος κατά της Γ1 και του δευτέρου εναγομένου η έγερση αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως για τη δημοσίευση των απαντήσεών τους, τις οποίες έπρεπε να αναμένει σε ανάλογο ύφος συνιστά συμπεριφορά venire centre fautum proprium.

Το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως έχει διατυπωθεί δεν συνιστά παραβίαση της αρχής venire centre fautum proprium, αφού τα φερόμενα επιθετικά άρθρα του ενάγοντος δεν συνιστούν την έννοια ενέργειας του ενάγοντος αντίθετης προς προηγούμενη συμπεριφορά του, η οποία μπορεί να κριθεί ως καταχρηστική.

Αν όμως ήθελε θεωρηθεί ότι τα δύο άρθρα του ενάγοντος σχετικά με τα πρόσωπα των συντακτών των δύο επίμαχων δημοσιευμάτων (ως προς μεν το πρώτο με το άρθρο "Μαρτυρίες και Ψευδομαρτυρίες" ως προς το δεύτερο με το άρθρο "Το ποδόσφαιρο, η νίκη, το μάθημα") εμπεριείχαν χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που καταδείκνυαν καταφρόνηση προς το πρόσωπό τους, οι αποδιδόμενες από αυτούς ισχυρισμοί ως μέσον άμυνας ή ως δικαιολογημένη αγανάκτηση, στην περίπτωση αυτή υπερβαίνουν τα όρια της άμυνας και είναι δυσανάλογος προς τις τυχόν εξυβριστικές εκφράσεις του ενάγοντος, διότι αποτελούν συκοφαντικούς ισχυρισμούς εις βάρος του, οι οποίοι είναι σημαντικότεροι της αποδιδόμενης στον ενάγοντα εξυβρίσεως, με επακόλουθο να μη θεμελιώνεται καταχρηστικότητα στη συμπεριφορά του ενάγοντος. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την εφαρμοσθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον, υπό τα ως άνω προβληθέντα περιστατικά, η άσκηση του προβαλλομένου στην αγωγή δικαιώματος δεν παρίσταται καταχρηστική με την έννοια της διάταξης αυτής.

Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α-δ, Π.Κ. το άδικο των προβλεπομένων στα άρθρα 361 επ. ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ και δ). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΑΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57 - 59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιοποίνων πράξεων (με την επιφύλαξη όπως κατωτέρω της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντα από δημοσίευμα του τύπου προσώπου (ένσταση) λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Δικαιολογημένο ενδιαφέρον που πηγάζει από την συνταγματικά καταχωρημένη ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (άρθρο 14 παρ. 1, 2 του Συντάγματος και σχετικά και το άρθρο 10 παρ. 1 εδ.

α και β της ΕΣΔΑ) έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, για τη δημοσίευση και προβολή - δημοσιοποίηση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο. Γι' αυτό μπορούν να δημοσιευθούν ειδήσεις και σχόλια για την σχετική πληροφόρηση και ενημέρωση του κοινού και με οξεία ακόμη κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς.

Όμως ο άδικος χαρακτήρας του δημοσιεύματος ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις από τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής άλλου.

Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ενστάσεως (ΑΠ 1395/05, 825/02).

Εν προκειμένω, με τον 5ο λόγο αναιρέσεως, εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, που απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ περί απαλλαγής τους από κάθε ευθύνη, για το λόγο ότι τα επίμαχα δημοσιεύματα έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και εκ δημοσιογραφικού καθήκοντος, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άνω άρθρου (367 παρ. 1 Π.Κ.). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι κατά τα προαναφερθέντα η εν λόγω ένσταση δεν προτείνεται (και το άνω άρθρο δεν εφαρμόζεται) όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363-362 ΠΚ, όπως εν προκειμένω δέχθηκε το Εφετείο για τα επίμαχα δημοσιεύματα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-1-2007 αίτηση, της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ.Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε." και του Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθ. 7451/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ