1095/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1095/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κληρονομιαία ακίνητη περιουσία του αποτελείται από το 1/12 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εκτάσεως 11.000 τ.μ., κειμένου στη θέση "...." ή "...." ή " ...." και εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., και από το 1/4 εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων στην αγωγή ένδεκα αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, που βρίσκονται στην επί των οδών ....
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1095 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1095/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γιαννατσή.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραμούζη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5391/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6108/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 12-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1786 παρ. 1 του ΑΚ η διαθήκη είναι ακυρώσιμη, αν ο διαθέτης παρέλειψε το μεριδούχο που υπήρχε κατά το θάνατό του και η ύπαρξή του κατά τη σύνταξη της διαθήκης δεν του ήταν γνωστή, ή που γεννήθηκε ή έγινε μεριδούχος μετά τη σύνταξή της. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής η διαθήκη είναι ακυρώσιμη και στην περίπτωση που ο διαθέτης παρέλειψε τον κατά το θάνατο αυτού υπάρχοντα μεριδούχο, γιατί κατά τη σύνταξη της διαθήκης είτε αγνοούσε την ύπαρξή του, είτε, μολονότι γνώριζε την ύπαρξή του, εν τούτοις από πλάνη περί το δίκαιο αγνοούσε την ιδιότητα αυτού ως μεριδούχου.
Θεσπίζεται, έτσι, με τη διάταξη αυτή ερμηνευτικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο εάν ο διαθέτης παρέλειψε τον κατά το θάνατό του μεριδούχο ακουσίως, δηλαδή αγνοώντας ή μη έχοντας υπόψη αυτόν ή την ιδιότητά του ως μεριδούχου, η διαθήκη θεωρείται ότι έγινε υπό την προϋπόθεση της ανυπαρξίας αυτού ή της ιδιότητάς του ως μεριδούχου, και κατά συνέπεια, αφού δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή καθίσταται ακυρώσιμη, διότι τεκμαίρεται ότι ο διαθέτης εάν γνώριζε την ύπαρξη του προσώπου του μεριδούχου ή την ιδιότητα αυτού ως μεριδούχου δεν θα συνέτασσε τη διαθήκη με το περιεχόμενο αυτό (Ολ.
ΑΠ 1014/1972). Επομένως ο μεριδούχος που ζητεί με αγωγή την ακύρωση της διαθήκης, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 1786 παρ.1 ΑΚ, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει, εκτός από την παράλειψή του στη διαθήκη, ότι ο διαθέτης κατά τη σύνταξη αυτής αγνοούσε είτε την ύπαρξη του προσώπου του, είτε την ιδιότητα αυτού ως μεριδούχου.
Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ.19 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Ακόμη, όταν στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν περισσότερες αιτιολογίες, που τίθενται η μία ως κύρια και οι άλλες ως επικουρικές, και αυτές αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν δημιουργείται ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναιρέσεως, γιατί το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται, όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία από αυτές και δη πρωτίστως στην κύρια αιτιολογία και επιβοηθητικώς στις λοιπές επικουρικές.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : Ο Χ1, γιός της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και σύζυγος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, απεβίωσε στις 6-12-2002 στην ...., σε ηλικία 44 ετών, συνεπεία πτώσεώς του στις 4-12-2002 στο έδαφος, και κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλειπε πλησιέστερους συγγενείς, εκτός από την εναγόμενη σύζυγό του, την ενάγουσα μητέρα του και τους αδελφούς του Ζ1 και Ζ2.
Η κληρονομιαία ακίνητη περιουσία του αποτελείται από το 1/12 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, εκτάσεως 11.000 τ.μ., κειμένου στη θέση "...." ή "...." ή " ...." και εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., και από το 1/4 εξ αδιαιρέτου των αναφερομένων στην αγωγή ένδεκα αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών, που βρίσκονται στην επί των οδών ....
και .... του Δήμου ... πολυώροφη οικοδομή, συνολικής αντικειμενικής αξίας (των μεριδίων του) 257.869 ευρώ. Ο ως άνω αποβιώσας στις 7-12-2000 συνέταξε ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία μετά το θάνατό του δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία, με το εξής περιεχόμενο: " Εγώ ο Χ1 έχοντας σώας τας φρένας αφήνω όλη την περιουσία μου κινητή και ακίνητη στη νόμιμη σύζυγό μου Ψ1.
Ημερομηνία: 7-12-2000. Χ1". Ακολουθεί η υπογραφή του διαθέτη και στη συνέχεια, με ιδιόχειρη γραφή αυτού, η φράση " σ' αγαπώ" και η μονογραφή του. Ο διαθέτης, που ήταν απόφοιτος της τέταρτης τάξης του τότε εξαταξίου γυμνασίου και απολύτως ικανός για δικαιοπραξία, διαχειριζόταν ο ίδιος τα περιουσιακά του στοιχεία και τις υποθέσεις του και αποζούσε, όχι από τη δραστηριότητα του εμπόρου, όπως ανακριβώς δήλωνε στις οικείες φορολογικές δηλώσεις του, ή από άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, αλλά από τα μισθώματα που εισέπραττε από την εκμίσθωση των ακινήτων του, καθώς και από τα σημαντικά χρηματικά ποσά που έλαβε σταδιακά από την πώληση ακινήτων του σε τρίτους.
Μεταξύ του διαθέτη και της ενάγουσας μητέρας του υπήρχε ιδιαίτερα στενός δεσμός και είχαν αναπτυχθεί αμοιβαίες σχέσεις αγάπης και στοργής, όπως επίσης ιδιαίτερα καλές σχέσεις, καθώς και αγάπη και στοργή, υπήρχαν μεταξύ αυτού και των αδελφών του, οι οποίοι ασκούσαν επιτυχώς ο μεν Ζ1 το επάγγελμα του εμπόρου, ο δε Ζ2 το επάγγελμα του αρχιτέκτονα μηχανικού.
Εδικότερα οι σχέσεις αγάπης μεταξύ του διαθέτη και της ενάγουσας μητέρας του ήταν ιδιαίτερα στενές. Αυτοί είχαν μεταξύ τους διαρκή επικοινωνία, συναντιόνταν πολλές φορές και συνέτρωγαν και όταν δεν συναντιόνταν εκείνος της τηλεφωνούσε δύο και τρείς φορές την ημέρα και της εκμυστηρευόταν τις πιο μύχιες σκέψεις του, στις δε δύσκολες στιγμές της ζωής του κατέφευγε σ' αυτήν, αναζητώντας τη στήριξή της.
Τόσο η ενάγουσα μητέρα του, όσο και τα δύο αδέλφια του είναι οικονομικά ευκατάστατοι, όπως ήταν και ο ίδιος. Αυτός (διαθέτης) είχε τελέσει με την εναγομένη στις 30-12-1983 θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Κατά την πρώτη μετά το γάμο τους δεκαετία οι συζυγικές σχέσεις τους υπήρξαν αρμονικές, στη συνέχεια όμως δημιουργήθηκαν μεταξύ τους τριβές και έτσι αποφάσισαν να λύσουν το γάμο τους με συναινετικό διαζύγιο.
Για το σκοπό αυτό κατέθεσαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο την από 19-5-1995 κοινή αίτηση εκδόσεως συναινετικού διαζυγίου, η δεύτερη συζήτηση της οποίας κατά τη δικάσιμο της 18-1-1996, για την οποία είχε προσδιοριστεί, ματαιώθηκε, διότι αυτοί επανασυνδέθηκαν και αποκατέστησαν τις συζυγικές σχέσεις τους, οι οποίες έκτοτε και μέχρι το θάνατο του διαθέτη συζύγου υπήρξαν αρμονικές.
Οι εν λόγω σύζυγοι διατηρούσαν δύο κατοικίες και συγκεκριμένα, μία μισθωμένη στη .... (μέχρι το έτος 1997 επί της οδού .... και στη συνέχεια επί της οδού .....), στην οποία διέμεναν μαζί συνήθως κατά τις εργάσιμες ημέρες τις εβδομάδας, και μία στην ...., επί της οδού ...., στην οποία διέμεναν συνήθως τα Σαββατοκύριακα.
Η επανασύνδεσή τους, μετά από τη μικρής διάρκειας διάστασή τους, ήταν συνέπεια της αγάπης που υπήρχε μεταξύ τους, η οποία και επισφράγισε οριστικά την έγγαμη συμβίωσή τους. Από το παραπάνω περιεχόμενο της διαθήκης του Χ1, που είναι λιτό και με χρήση νομικής φρασεολογίας, διαφαίνεται η έντονη και αδιαμφισβήτητη θέληση αυτού να αφήσει όλη του την περιουσία στην εναγόμενη σύζυγό του, λόγω της υπερβολικής αγάπης που έτρεφε γι' αυτήν, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την τεθείσα στο τέλος της διαθήκης φράση του "σ' αγαπώ".
Ο εν λόγω διαθέτης, κατά τη σύνταξη της διαθήκης, γνώριζε ότι η ενάγουσα μητέρα του ήταν νόμιμη μεριδούχος του, και παρόλα αυτά δεν κατέλειπε σ' αυτήν ούτε τη νόμιμη μοίρα της, γιατί επιθυμούσε να εξασφαλίσει μόνο τη σύζυγό του, αλλά και διότι η μητέρα του βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία και ήταν καλής οικονομικής κατάστασης, πράγμα που αυτός γνώριζε, αφού πολλές φορές εκείνη τον είχε βοηθήσει οικονομικώς.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι, σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω διαθέτης θα προέβαινε στη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης με το αυτό περιεχόμενο, γιατί ήθελε να μην αφήσει σε κανέναν άλλον, μεριδούχο ή μη, τα περιουσιακά του στοιχεία, παρά μόνο στην εναγόμενη σύζυγό του, αφού αυτή ήταν η πραγματική βούλησή του, που είχε διαμορφωθεί, παρά το γεγονός ότι είχε και άλλα αγαπημένα πρόσωπα και ιδίως τη μεριδούχο μητέρα του, στην οποία δε θέλησε να αφήσει κανένα περιουσιακό του στοιχείο, παρότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχε νόμιμο λόγο να της στερήσει τη νόμιμη μοίρα της.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι, εφόσον ο διαθέτης γνώριζε ότι η ενάγουσα μητέρα του τύγχανε νόμιμη μεριδούχος αυτού και παρά ταύτα παρέλειψε να την περιλάβει στη διαθήκη του ως κληρονόμο του, η διαθήκη αυτή δεν είναι ακυρωτέα, κατά το άρθρο 1786 ΑΚ, και ότι συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε κρίνει αντιθέτως και δεχθεί ως βάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας μεριδούχου περί ακυρώσεως της διαθήκης αυτής, έσφαλε.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για ακύρωση της παραπάνω διαθήκης, κατ' εφαρμογή της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 1786 παρ.1 του ΑΚ., ώστε να μη γεννάται αμφιβολία ότι ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο διαθέτης, όταν συνέταξε την επίμαχη διαθήκη του, γνώριζε την ιδιότητα της ενάγουσας μητέρας του ως νόμιμης μεριδούχου του, αλλά την παρέλειψε στη διαθήκη γιατί ήθελε να εξασφαλίσει αποκλειστικά και μόνο την εναγόμενη σύζυγό του, λόγω της υπερβολικής αγάπης που είχε γι' αυτήν, και κατά συνέπεια δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση άγνοια του διαθέτη περί της ιδιότητας της ενάγουσας ως μεριδούχου του, δηλαδή στοιχείο, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του ερμηνευτικού κανόνα που θεσπίζει η πιο πάνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1786 ΑΚ.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν διέλαβε σ' αυτήν αιτιολογίες, άλλως διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από τον ίδιο αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες με το να δεχθεί ότι ο διαθέτης γνώριζε την ιδιότητα αυτής ως μεριδούχου του και συγχρόνως ότι ο διαθέτης σε κάθε περίπτωση θα προχωρούσε στη σύνταξη της διαθήκης αυτής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, δηλαδή και αν ακόμη γνώριζε την ιδιότητά της αυτή, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται επαρκώς στην πρώτη κύρια αιτιολογία, της γνώσης δηλαδή από μέρους του διαθέτη της ιδιότητας της αναιρεσείουσας ως νόμιμης μεριδούχου του.
ΕΠΕΙΔΗ, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α΄ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τη μη προταθείσα από την αναιρεσίβλητη εναγομένη ένσταση από το άρθρο 1786 παρ.2 ΑΚ, ότι ο διαθέτης σε κάθε περίπτωση θα προχωρούσε στη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, δηλαδή έστω και αν γνώριζε την ιδιότητα της ενάγουσας μητέρας του ως νόμιμης μεριδούχου του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή η απόρριψη ως αβάσιμης της αγωγής της αναιρεσείουσας, στηρίζεται πρωτίστως στη, μη πληττόμενη αποτελεσματικώς με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κύρια αιτιολογία ότι η παράλειψη της ενάγουσας στη διαθήκη δεν οφείλεται σε άγνοια από μέρους του διαθέτη της ιδιότητας αυτής ως μεριδούχου, αλλά σε πρόθεση τούτου να εγκαταστήσει με τη διαθήκη του μοναδική κληρονόμο αυτού την εναγόμενη σύζυγό του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-9-2005 αίτηση αναιρέσεως της .... κατά της υπ' αριθμ. 6108/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 16 Μαϊου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ