Supreme Court dismisses appeal against first instance rejection of retrial request due to lack of new facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Larissa Court of Appeal's decision rejecting a retrial request. The appellant, a convicted father, argued that new evidence proved his innocence regarding his son's imprisonment, claiming he was mentally ill and not the company director during the relevant period. The court rejected these arguments, ruling that the appeal was inadmissible as it concerned procedural rather than substantive law and that the first instance judgment was sufficiently reasoned.
Legislator headnote
AI generatedArticles 465, 473, 474, 484, 525, 528, 529, 583 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a ruling rejecting a retrial request is inadmissible if it challenges only procedural provisions not listed in Article 484, and the request is dismissed if no new facts warrant a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1095 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1095/2006
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
ΣΤ΄ Ποιν.Τμήμα-σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευριπίδη Αντωνίου, Αντιπρόεδρο, Χρύσανθο Παπούλια και Ηρακλή Kωνσταντινίδη, Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ1 περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 234/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λαρίσης.
Το Συμβούλιο Εφετών Λαρίσης, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Αυγούστου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1539/2004.
΄Επειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημοσθένης Κορδοπάτης, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, με τη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Μαγκλάρα, με αριθμό πρωτ. 440/18-10-05, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Εισάγω, με τη σχετική δικογραφία, την από 16-8-2004 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ΄αριθμ. 234/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Λάρισας και εκθέτω τα εξής:
1. Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη η από 21-7-2004 αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη προς το συμφέρον του πατέρα του Χ2 κρατουμένου στο Ψυχιατρείο Φυλακών Κορυδαλλού, της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ΄αριθμ. 2066/2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία έχει καταδικασθεί για παράβαση του άρθρου 1 του ν.δ. 3424/1955 «περί ευθύνης των αγοραστών γεωργικών προϊόντων», όπως αντικ. από το άρθρο 8 του ν. 1409/1983 και 98 ΠΚ σε ποινή φυλακίσεως 4 ετών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ.
2. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς, σύμφωνα με τα άρθρα 465 παρ. 1, 473 παρ. 1, 474 παρ. 1, 484 παρ. 1 και 528 παρ. 1 εδ. γ΄ του ΚΠΔ, αφού α) ασκήθηκε στις 16-8-2004 με δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Εφετείου Λάρισας, για την οποία συντάχθηκε η υπ΄αριθμ. 11/16-8-2004 σχετική έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 26-8-2004 και β) διαλαμβάνονται σ΄αυτή οι αναιρετικοί λόγοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθ. 484 παρ. 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ανωτέρω άρθρο, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής «νέα γεγονότα ή αποδείξεις είναι εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και οι οποίες μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις συμπληρωματικές, διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, καταθέσεις νέων μαρτύρων, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις και πρακτικά, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (ΑΠ 557/2002, 783/2002 Ποιν Λογ 2002, 651 και 816 αντίστοιχα).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 528 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο, σε συνδυασμό με τα άρθρα 484 και 485 του ίδιου Κώδικα, κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, που εκδίδεται επί αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, επιτρέπεται αναίρεση στον Εισαγγελέα και τον αιτούντα για όλους τους περιοριστικά αναφερόμενους.
Τέλος, η απόφαση αυτή του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ΄αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας που υποβλήθηκε ενώπιον του Συμβουλίου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις, είτε από μόνα είτε σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, δεν καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε αδίκως για βαρύτερο έγκλημα, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας.
4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με δικές του σκέψεις και συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, προέκυψαν τα εξής:
Η υπ΄αριθμό 2066/8.4.2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα για την πράξη της υπερημερίας πληρωμής γεωργικών προϊόντων (βιομηχανικής τομάτας) από κοινού, κατ΄εξακολούθηση, τριάντα οκτώ (38) πωλητών παραγωγών, συνολικού ποσού 149.268.602 δραχμών. Ο κατηγορούμενος, υπέρ του οποίου η αίτηση επανάληψης διαδικασίας, Χ2 κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1.500 €), διότι, την 1.2.1999 (χρόνο τέλεσης του εγκλήματος), ήταν ουσιαστικώς διευθύνων της αγοράστριας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΜΑΒΙΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΩΝ».
Η υπ΄αριθμό 1055/8.10.2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, απέρριψε, ως ανυποστήρικτη, την έφεσή του, κατά της πιο πάνω καταδικαστικής απόφασης. Η εφετειακή απόφαση, απέρριψε το αίτημα αναβολής, που υπέβαλε δια του συνηγόρου του Αθανασίου Ψάλτη, δεχόμενη ότι, δε συντρέχει σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, γιατί ο κατηγορούμενος δεν πάσχει από σοβαρή ασθένεια, που να εμπόδιζε την εμφάνισή του στο δικαστήριο, εκτιμώντας το ιατρικό πιστοποιητικό του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών, που προσκόμισε ο κατηγορούμενος δι΄αντιπροσώπου, σύμφωνα με το οποίο πάσχει από καταθλιπτική συνδρομή, εξαιτίας της οποίας εισήχθη δύο φορές σε ιδιωτικό θεραπευτήριο και αδυνατεί να ασχοληθεί σε οποιαδήποτε εργασία και λαμβάνει συνεχώς φαρμακευτική αγωγή, αλλά και την αντίθετη κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας ...., που κατέθεσε ότι προσποιείται τον ασθενή «είναι αλεπού δεν μπορούμε να τον πιάσουμε, οι μεγαλοαπατεώνες βρίσκουν παραθυράκια».
Ακολούθως, η υπ΄αριθμό 438/24.2.2004 απόφαση του Αρείου Πάγου απέρριψε την αίτηση αναίρεσης, κατά της απόφασης, που απέρριψε την έφεσή του, ως ανυποστήρικτη.
Συνεπώς, η καταδικαστική απόφαση, κατέστη αμετάκλητη, όπως απαιτείται, για την υποβολή αίτησης επανάληψης της διαδικασίας. Καταρχήν, το επικαλούμενο νομικό σφάλμα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δηλαδή ότι δεν τηρήθηκε η ποινική προδικασία ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, δεν αποτελεί νόμιμο λόγο επανάληψης της διαδικασίας.
Από τους λοιπούς ισχυρισμούς του: α) ο ισχυρισμός του (αρνητικός της κατηγορίας), με τον οποίο ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε ότι υπήρξε ουσιαστικός διευθυντής της αγοράστριας ανώνυμης εταιρίας κατά το χρονικό διάστημα από 16.3.1998 έως 31.1.1999, που έγιναν οι αγορές των γεωργικών προϊόντων και ήταν καταβλητέο το τίμημα το αργότερο μέχρι την 31.1.1999, απορρίφθηκε με την παραδοχή ότι δεν έπασχε από βαριά ψυχική νόσο, ούτε απείχε από τη Διοίκηση της εταιρίας (ήταν μέτοχος της εταιρίας κατά 90%), ούτε αδυνατούσε να δει τι γίνεται ή να ελέγξει την εταιρία επί τέσσερα χρόνια, διότι δεν ήταν σε καταστολή, δεν αποτελεί νέο άγνωστο γεγονός, διότι υποβλήθηκε στο δικαστήριο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, που ήταν παρών και απορρίφθηκε από το δικαστήριο, ως αβάσιμος, β) οι προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις, δηλαδή η από 1.10.Οκτωβρίου 2001 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου ψυχιάτρου .....
του ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΥΓΕΙΑ» και το από ..... πιστοποιητικό του ψυχιατρικού νοσοκομείου Αττικής, περί της επικαλούμενης ψυχικής νόσου του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, που, δήθεν, τον καθιστούσε ανίκανο να ασκήσει ουσιαστική διοίκηση της αγοράστριας εταιρίας, δεν αποτελούν νέες αποδείξεις περί της επικαλούμενης ψυχικής νόσου του και της ανικανότητας για την ουσιαστική διοίκηση της αγοράστριας εταιρίας, διότι είχαν υποβληθεί ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου, εκτιμήθηκαν από αυτό και απορρίφθηκε ο σχετικός ισχυρισμός, γ) οι, από 21.7.2004, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ....
και .... ενώπιον του συμβολαιογράφου Λάρισας ....., το από ..... πιστοποιητικό του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, η υπ΄αριθμό ..... ιατροδικαστική έκθεση των ιατροδικαστών .... και ....., η υπ΄αριθμό 44929/1999 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ..... για υπεξαίρεση σε βάρος του κατηγορουμένου Χ2 και οι διάφορες μαρτυρίες τρίτων υπέρ αυτού περί καταθλιπτικής ψυχικής νόσου του κατηγορουμένου και της αδυναμίας του να ασκήσει ουσιαστική διοίκηση και να επιμεληθεί των υποθέσεών του, δεν αποτελούν νέες αποδείξεις, διότι για τέτοια περιστατικά ο κατηγορούμενος ήδη είχε υποβάλλει σχετικό ισχυρισμό, με ιατρικά πιστοποιητικά και μάρτυρες, ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου, που τον απέρριψε και ε) η υπ΄αριθμο 1411/11.12.2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, που κήρυξε ένοχο, ως φυσικό αυτουργό, το ....
και αθώο ηθικής αυτουργίας τον κατηγορούμενο Χ2 για την πράξη της υπερημερίας πληρωμής γεωργικών προϊόντων (βιομηχανικής τομάτας) της εταιρίας αυτής για την ίδια χρονική περίοδο, στη διαφορετική περιοχή Γιαννιτσών, δεχόμενο ότι έπασχε από ψυχική νόσο, δεν αποτελεί, ούτε αυτή, ούτε οι καταθέσεις των μαρτύρων νέα απόδειξη ότι ο Χ2 δεν ήταν ουσιαστικός διευθύνων της αγοράστριας εταιρίας στην επίδικη υπόθεση, διότι στην υπόθεση εκείνη περί της οποίας έκρινε η αθωωτική απόφαση είχε κατηγορηθεί για ηθική αυτουργία στην πράξη άλλου, που δεν αποκλείεται να μην διέπραξε.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν τα ως άνω εκτιμηθούν ως νέα γεγονότα και ως νέες αποδείξεις, δεν καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι είναι αθώος, διότι, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας, από προσωπική αντίληψη, αυτός ενήργησε τις αγορές με την ιδιότητα του εκπροσώπου της αγοράστριας εταιρίας, ασκούσε την ουσιαστική διοίκηση της εταιρίας και έδινε, από την έδρα της εταιρίας, εντολές οδηγίες για τις αγορές (ποσότητα, τίμημα, χρόνος πληρωμής, τρόπος εξόφλησης), στους ...., .....
και ..., όταν κατάρτιζαν τις συμφωνίες αγοράς, που εκείνοι ακολουθούσαν, μάλιστα δε όταν μετέβησαν στα γραφεία της εταιρίας αυτόν είδαν εκεί ως αφεντικό, οι δε υπάλληλοι της εταιρίας τους καθησύχαζαν λέγοντας ότι «τι σας νοιάζει, ο Χ2 είναι ο λεφτάς, θα σας πληρώσει». Επομένως, η αίτηση αυτή, θα απορριφθεί, ως αβάσιμη, όπως προτείνει και ο Εισαγγελέας με την πρότασή του στις ορθές σκέψεις της οποίας, κατά τα λοιπά, αναφέρεται και το παρόν Δικαστικό Συμβούλιο.
Το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής, που υπέβαλε ο αιτών, κατά το άρθρο 529 ΚΠΔ, είναι αβάσιμο, διότι δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, παρόλο που είναι αναγκαίο (Συμβ ΑΠ 548/00 ΠΧρ 50 988).
Συνεπώς, θα απορριφθεί το αίτημα αυτό, ως αβάσιμο, όπως προτείνει και ο Εισαγγελέας με την πρότασή του στις ορθές σκέψεις της οποίας, αναφέρεται, κατά τα λοιπά και το παρόν Δικαστικό Συμβούλιο.
5. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την απορριπτική κρίση του και συνεπώς είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ΄ ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως.
Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε, κατά τα εκτεθέντα, την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη και όχι ως μη νόμιμη και συνεπώς είναι αβάσιμοι οι, κατ΄ορθή εκτίμηση, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ΄ ΚΠΔ για υπέρβαση εξουσίας πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως.
Τέλος, το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτο, διότι τέτοιο δικαίωμα παρέχεται, σύμφωνα με το άρθρο 529 ΚΠΔ, μόνο στο Συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει κατ΄ουσίαν την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας και όχι στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, στην περίπτωση που εξετάζει την αίτηση αναιρέσεως κατά της απορριπτικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω: Να απορριφθεί η από 15-1-2004 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατά του υπ΄αριθμ. 234/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, καθώς και το αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ποινής. Και,Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα.-
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Χαράλαμπος Μαγκλάρας »
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις αναφερόμενες πέντε περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων και «αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα –άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε».
Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.
Τέτοιες νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές, ή και τροποποιητικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη κρίση, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υπόθεσης, επί της βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.
Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 528 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, μεταξύ των οποίων και η καταδίκη από το Τριμελές Εφετείο, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο).
Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη.
Τέλος, η απόφαση αυτή του Συμβουλίου Εφετών, που απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας που υποβλήθηκε ενώπιον του Συμβουλίου, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις, είτε από μόνα είτε σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, δεν καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε αδίκως για βαρύτερο έγκλημα, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: «Η υπ' αριθμό 2066/8-4-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, κήρυξε ένοχο τον αιτούντα για την πράξη της υπερημερίας πληρωμής γεωργικών προϊόντων (βιομηχανικής τομάτας) από κοινού, κατ' εξακολούθηση, τριάντα οκτώ (38) πωλητών παραγωγών, συνολικού ποσού 149.268.602 δραχμών.
Ο κατηγορούμενος, υπέρ του οποίου η αίτηση επανάληψης διαδικασίας, Χ2 κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1.500 €), διότι, την 1-2-1999 (χρόνο τέλεσης του εγκήματος0, ήταν ουσιαστικώς διευθύνων της αγοράστριας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΜΑΒΙΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΟΝΣΕΡΒΩΝ».
Η υπ' αριθμό 1055/8-10-2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, απέρριψε, ως ανυποστήρικτη, την έφεσή του, κατά της πιο πάνω καταδικαστικής απόφασης. Η εφετειακή απόφαση, απέρριψε το αίτημα αναβολής, που υπέβαλε δια του συνηγόρου του Αθανασίου Ψάλτη, δεχόμενη ότι, δε συντρέχει σημαντικό αίτιο αναβολής της δίκης, γιατί ο κατηγορούμενος δεν πάσχει από σοβαρή ασθένεια, που να εμπόδιζε την εμφάνισή του στο δικαστήριο, εκτιμώντας το ιατρικό πιστοποιητικό του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών, που προσκόμισε ο κατηγορούμενος δι' αντιπροσώπου, σύμφωνα με το οποίο πάσχει από καταθλιπτική συνδρομή, εξαιτίας της οποίας εισήχθη δύο φορές σε ιδιωτικό θεραπευτήριο και αδυνατεί να ασχοληθεί σε οποιαδήποτε εργασία και λαμβάνει συνεχώς φαρμακευτική αγωγή, αλλά και την αντίθετη κατάθεση της μάρτυρα κατηγορίας ..., που κατέθεσε ότι προσποιείται τον ασθενή «είναι αλεπού, δεν μπορούσε να τον πιάσουμε, οι μεγαλοαπατεώνες βρίσκουν παραθυράκια».
Ακολούθως, η υπ' αριθμό 438/24-2-2004 απόφαση του Αρείου Πάγου απέρριψε την αίτηση αναίρεσης, κατά της απόφασης, που απέρριψε την έφεσή του, ως ανυποστήρικτη.
Συνεπώς, η καταδικαστική απόφαση, κατέστη αμετάκλητη, όπως απαιτείται, για την υποβολή αίτησης επανάληψης της διαδικασίας. Καταρχήν, το επικαλούμενο νομικό σφάλμα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δηλαδή ότι δεν τηρήθηκε η ποινική προδικασία ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, δεν αποτελεί νόμιμο λόγο επανάληψης της διαδικασίας.
Από τους λοιπούς ισχυρισμούς του: α) ο ισχυρισμός του (αρνητικός της κατηγορίας), με τον οποίο ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε ότι υπήρξε ουσιαστικός διευθυντής της αγοράστριας ανώνυμης εταιρίας κατά το χρονικό διάστημα από 16-3-1998 έως 31-1-1999, που έγιναν οι αγορές των γεωργικών προϊόντων και ήταν καταβλητέο το τίμημα το αργότερο μέχρι την 31-1-1999, απορρίφτηκε με την παραδοχή ότι δεν έπασχε από βαριά ψυχική νόσο, ούτε απείχε από τη Διοίκηση της εταιρίας (ήταν μέτοχος της εταιρίας κατά 90%), ούτε αδυνατούσε να δει τι γίνεται ή να ελέγξει την εταιρία επί τέσσερα χρόνια, διότι δεν ήταν σε καταστολή, δεν αποτελεί νέο άγνωστο γεγονός, διότι υποβλήθηκε στο δικαστήριο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, που ήταν παρών και απορρίφτηκε από το δικαστήριο, ως αβάσιμος, β) οι προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις, δηλαδή η από 1.10.Οκτωβρίου 2001 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου ψυχιάτρου ....
του «ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΥΓΕΙΑ» και το από .... πιστοποιητικό του ψυχιατρικού νοσοκομείου Αττικής, περί της επικαλούμενης ψυχικής νόσου του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, που, δήθεν, τον καθιστούσε ανίκανο να ασκήσει ουσιαστική διοίκηση της αγοράστριας εταιρίας, δεν αποτελούν νέες αποδείξεις περί της επικαλούμενης ψυχικής νόσου του και της ανικανότητας για την ουσιαστική διοίκηση της αγοράστριας εταιρίας, διότι είχαν υποβληθεί ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου, εκτιμήθηκαν από αυτό και απορρίφτηκε ο σχετικός ισχυρισμός, γ) οι, από 21.7.2004, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ...
και ... ενώπιον του συμβολαιογράφου Λάρισας ...., το από ... πιστοποιητικό του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, η υπ' αριθμό..... ιατροδικαστική έκθεση των ιατροδικαστών .... και ..., η υπ' αριθμ. 44929/1999 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ..... για υπεξαίρεση σε βάρος του κατηγορουμένου Χ2 και οι διάφορες μαρτυρίες τρίτων υπέρ αυτού περί καταθλιπτικής ψυχικής νόσου του κατηγορουμένου και της αδυναμίας του να ασκήσει ουσιαστική διοίκηση και να επιμεληθεί των υποθέσεών του, δεν αποτελούν νέες αποδείξεις, διότι για τέτοια περιστατικά ο κατηγορούμενος ήδη είχε υποβάλλει σχετικό ισχυρισμό, με ιατρικά πιστοποιητικά και μάρτυρες, ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου, που τον απέρριψε και ε) η υπ' αριθμό 1411/11-12-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Γιαννιτσών, που κήρυξε ένοχο, ως φυσικό αυτουργό, τον ....
και αθώο ηθικής αυτουργίας τον κατηγορούμενο Χ2 για την πράξη της υπερημερίας πληρωμής γεωργικών προϊόντων (βιομηχανικής τομάτας) της εταιρίας αυτής για την ίδια χρονική περίοδο, στη διαφορετική περιοχή Γιαννιτσών, δεχόμενο ότι έπασχε από ψυχική νόσο, δεν αποτελεί, ούτε αυτή, ούτε οι καταθέσεις των μαρτύρων νέα απόδειξη ότι ο Χ2 δεν ήταν ουσιαστικός διευθύνων της αγοράστριας εταιρίας στην επίδικη υπόθεση, διότι στην υπόθεση εκείνη περί της οποίας έκρινε η αθωωτική απόφαση είχε κατηγορηθεί για ηθική αυτουργία στην πράξη άλλου, που δεν αποκλείεται να μην διέπραξε.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν τα ως άνω εκτιμηθούν ως νέα γεγονότα και ως νέες αποδείξεις, δεν καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι είναι αθώος, διότι, όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας, από προσωπική αντίληψη, αυτός ενήργησε τις αγορές με την ιδιότητα του εκπροσώπου της αγοράστριας εταιρίας, ασκούσε την ουσιαστική διοίκηση της εταιρίας και έδινε, από την έδρα της εταιρίας εντολές, οδηγίες για τις αγορές (ποσότητα τίμημα, χρόνος πληρωμής, τρόπος εξόφλησης, στους ...., ....
και ..... όταν κατάρτιζαν τις συμφωνίες αγοράς, που εκείνοι ακολουθούσαν, μάλιστα δε όταν μετέβησαν στα γραφεία της εταιρίας αυτόν είδαν εκεί ως αφεντικό, οι δε υπάλληλοι της εταιρίας τους καθησύχαζαν λέγοντας ότι «τι σας νοιάζει ο Χ2 είναι ο λεφτάς, θα σας πληρώσει». Επομένως, η αίτηση αυτή, θα απορριφτεί, ως αβάσιμη, όπως προτείνει και ο Εισαγγελέας με την πρότασή του στις ορθές σκέψεις της οποίας κατά τα λοιπά, αναφέρεται και το παρόν Δικαστικό Συμβούλιο.
Το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της ποινής, που υπέβαλε ο αιτών, κατά το άρθρο 529 ΚΠΔ, είναι αβάσιμο, διότι δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας, παρόλο που είναι αναγκαίο.
Συνεπώς, θα απορριφτεί το αίτημα αυτό, ως αβάσιμο, όπως προτείνει και ο Εισαγγελέας με την πρότασή του στις ορθές σκέψεις της οποίας, αναφέρεται, κατά τα λοιπά και το παρόν Δικαστικό Συμβούλιο.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική κρίση του, ειδικά δε αιτιολογεί γιατί δεν καθίσταται φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι είναι αθώος ο πατέρας του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας. Επομένως είναι αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων εκ του άρθρου 484 παρ. 1 εδ. δ', για έλλειψη αιτιολογίας τέταρτος λόγος αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ και ειδικότερα με τον πρώτο και τρίτο λόγο αναιρέσεως διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν θεώρησε τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία ως νέα και δεν τα αξιολόγησε ως τοιαύτα, συναφώς προς τον ισχυρισμό του πατέρα του αιτούντος την επανάληψη της διαδικασίας, ότι δεν ήταν κατά την περίοδο των ετών 1998-1999 ουσιαστικός διευθυντής της εταιρίας MABIRO AE διότι την ίδια περίοδο ήταν άρρωστος, πάσχων από βαρειά ψυχική νόσο ήδη από το έτος 1994 και με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως διότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν θεώρησε ως νέο στοιχείο την προσκόμιση του κατηγορητηρίου το οποίο κατά τον ισχυρισμό του πατέρα του αιτούντος ήταν άκυρο, διότι δεν περιελάμβανε αυτόν (πατέρα) μεταξύ των ατόμων που κατηγορούνταν για την συγκεκριμένη παράβαση, αλλά απερρίφθη αυτός ως μη υποβληθείς δικονομικώς νομότυπα, ανεξάρτητα από κάθε άλλο, είναι απαράδεκτοι διότι αφορούν εις παραβίαση δικονομικής –και όχι ουσιαστικής- ποινικής διατάξεως, μη τασσομένης μάλιστα επί ποινή ακυρότητος και δεν εμπίπτουν σε κανένα από τους εις το άρθρο 484 ΚΠΔ περιοριστικώς αναφερομένους λόγους αναιρέσεως και ως τέτοιοι είναι απορριπτέοι.
Οι ως άνω λόγοι καθό μέρος που πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Τέλος, το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναστολή εκτελέσεως της ποινής πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτο, διότι τέτοιο δικαίωμα παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο 529 ΚΠΔ, μόνο στο Συμβούλιο που είναι αρμόδιο να κρίνει κατ' ουσίαν την αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας και όχι στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, στην περίπτωση που εξετάζει την αίτηση αναιρέσεως κατά της απορριπτικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών.
Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 16 Αυγούστου 2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 234/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2006. Και,
Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 9 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ