Supreme Court dismisses appeal on rent termination rights, upholding lower court's application of Law 3853/2010 invalidating waiver agreements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four tenants against the First Instance Court of Athens regarding a rent termination dispute. The tenants argued that the lower court violated statutory provisions by accepting the landlord's right to terminate despite prior private waivers of that right. The court ruled that the specific law governing rent termination rights invalidates any agreement waiving such rights, rendering the waivers void and the termination lawful.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17(2), 17(4) of Law 3853/2010; Agreements waiving the right to terminate a lease due to dissatisfaction are void regardless of when concluded if the law applies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1094 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1094/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Π. Φ. του Ι., 3) Μ. Ζ. του Ν. και 4) Ε. Ζ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κοζανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "XEROX HELLAS ΑΕΕ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 27-3-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-5-2017 (αρ. εκθ. καταθ. 879/2017, 880/2017, 882/2017 και 885/2017) αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 23-6-2017 (αρ. εκθ. καταθ. 1436/2017, 1438/2017, 1440/2017 και 1441/2017) και από 22-9-2017 (αρ. εκθ. καταθ. 1960/2017, 1961/2017, 1963/2017 και 1964/2017) αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 565/2018 εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7228/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-1-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 21-1-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 649/59/31-1-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 7228/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευσή της (στις 31-12-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 7228/2020, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, με τις από 2-5-2017, όμοιου περιεχομένου, αγωγές της:
α) την με α\α\κ 879\2.5.2017 αγωγή κατά του εναγομένου - ήδη αναιρεσείοντος Γ. Φ., β) την με α\α\κ 880/2.5.2017 αγωγή κατά του εναγομένου - ήδη αναιρεσείοντος Π. Φ., γ) την με α\α\κ 885/3.5.2017 αγωγή κατά του εναγομένου - ήδη αναιρεσείοντος Μ. Ζ. και δ) την με α\α\κ 882/2.5.2017 αγωγή κατά της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας Ε. Ζ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει αυτοτελών, από 29.5.1991, συμβάσεων επαγγελματικής μισθώσεως μίσθωσε από τον κάθε εναγόμενο τις αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες πολυώροφου κτιρίου, που κείται στην Νέα Σμύρνη Αττικής, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως ενιαίο χώρο για την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι από τον εναγόμενο της πρώτης αγωγής και ήδη αναιρεσείοντα Γ. Φ. μίσθωσε τους 4ο και 5ο ορόφους του κτιρίου (οριζόντιες ιδιοκτησίες), της αποκλειστικής του κυριότητας, αντί μηνιαίου μισθώματος, αρχικώς, 2.619 ευρώ και, κατόπιν τροποποιήσεων, 2.222,22 ευρώ, καταβαλλόμενου την 1η εργάσιμη ημέρα κάθε τριμήνου, ότι από τον εναγόμενο της δεύτερης αγωγής και ήδη αναιρεσείοντα Π.
Φ. μίσθωσε τους 3ο και 6ο ορόφους του κτιρίου (οριζόντιες ιδιοκτησίες), της αποκλειστικής του κυριότητας, αντί μηνιαίου μισθώματος, αρχικώς, 2.641 ευρώ και, κατόπιν τροποποιήσεων, 2.222,22 ευρώ, καταβαλλόμενου την 1η εργάσιμη ημέρα κάθε τριμήνου, από τον εναγόμενο της τρίτης αγωγής και ήδη αναιρεσείοντα Μ. Ζ. μίσθωσε τον ισόγειο όροφο μετά δύο υπογείων και τον 7ο όροφο του κτιρίου (οριζόντιες ιδιοκτησίες), της αποκλειστικής του κυριότητας, αντί μηνιαίου μισθώματος, αρχικώς, 2.641 ευρώ και, κατόπιν τροποποιήσεων, 3.334,01 ευρώ, καταβαλλόμενού την 1η εργάσιμη ημέρα κάθε τριμήνου και από την εναγομένη της τέταρτης αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα Ε.
Ζ. μίσθωσε τους 1ο και 2ο ορόφους του κτιρίου (οριζόντιες ιδιοκτησίες), της αποκλειστικής της κυριότητας, αντί μηνιαίου μισθώματος, αρχικώς, 2.641 ευρώ και, κατόπιν τροποποιήσεων, 2.222,22 ευρώ, καταβαλλόμενου την 1η εργάσιμη ημέρα κάθε τριμήνου. Επίσης, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι η διάρκεια της κάθε μισθώσεως, αρχικώς, ορίσθηκε διετής και ότι αυτές παρατάθηκαν διαδοχικώς, συνεχώς, μέχρι την 31.8.2018, ότι στις 31.3.2017 προέβη σε έγγραφη καταγγελία μεταμέλειας, του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, των μισθώσεων αυτών, εκάστη των οποίων επιδόθηκε στον εναγόμενο που αυτή αφορούσε, στις 3.4.2017 και ότι κάθε μία από τις επίδικες μισθώσεις έληξε στις 3.7.2017.
Σε κάθε δε περίπτωση, τις κατήγγειλε με τις υπό κρίσιν αγωγές της. Ότι στις 30.7.2013 απέδωσε στον κάθε εναγόμενο (μισθωτή) το αντίστοιχο μίσθιο, απαλλαγμένο από φθορές και βλάβες, πέραν αυτών της συνήθους χρήσεως, ενώ οι ενσωματωμένες στο κάθε μίσθιο εγκαταστάσεις παρέμειναν προς όφελος του μισθίου, χωρίς καμία περαιτέρω υποχρέωση της ενάγουσας, σύμφωνα με σχετικό όρο των από 30.7.2013 αντίστοιχων τροποποιητικών συμφωνητικών της κάθε μισθώσεως.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε από τον εναγόμενο της κάθε αγωγής την επιστροφή της εγγυοδοσίας, που είχε καταβάλει για την πιστή τήρηση των όρων της κάθε μισθώσεως και, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ποσό που αντιστοιχεί σε φόρο, που βαρύνει τον εκμισθωτή, κατά τον Ν. 2238/1994, που συμφωνήθηκε ότι θα βαρύνει την μισθώτρια και ο οποίος φόρος καταργήθηκε από 1.1.2014 με τον Ν. 4172/2013.
Ειδικότερα, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος της πρώτης αγωγής να της καταβάλει ποσό 25.337,36 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 4.7.2017, ως επιστροφή εγγυοδοσίας και ποσό 2.799,99 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 28.4.2017, λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού, ο εναγόμενος της δεύτερης αγωγής να της καταβάλει ποσό 25.337,36 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 4.7.2017, ως επιστροφή εγγυοδοσίας και ποσό 2.799,99 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 28.4.2017, λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού, ο εναγόμενος της τρίτης αγωγής να της καταβάλει ποσό 38.006,04 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 4.7.2017, ως επιστροφή εγγυοδοσίας και ποσό 4.199,99 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 28.4.2017, λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού και η εναγομένη της τέταρτης αγωγής να της καταβάλει ποσό 25.337,36 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 4.7.2017, ως επιστροφή εγγυοδοσίας και ποσό 2.799,99 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 28.4.2017, λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Περαιτέρω, οι εναγόμενοι - ήδη αναιρεσείοντες, με τις από 23-6-2017, ομοίου περιεχομένου αγωγές τους, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, κατά της μισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, με την επωνυμία "HEROX HELLAS ΑΕΕ, ήτοι: την με α\α\κ 1436/27.6.2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Γ. Φ., την με α\α\κ 1438/27.6.2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Π.
Φ., την με α\α\κ 1441/27.6.2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Μ. Ζ. και την με α\α\κ 1440/27.6.2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας Ε. Ζ., ισχυρίσθηκαν τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά την σύναψη και το περιεχόμενο των συμβάσεων μισθώσεως, επιπλέον δε ο κάθε ενάγων ισχυρίσθηκε ότι με τα από 30.1.1998, 7.5.2001 και 26.6.2007, αυτοτελή για την κάθε μίσθωση, ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποιήσεως κάθε μίας αρχικής μισθώσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο με εκάστη αρχική, από 29.5.1991, μίσθωση, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη μισθώτρια εταιρεία παραιτήθηκε νομίμως από το, κατ' άρθρον 43 του Π.Δ. 34/1995, δικαίωμα καταγγελίας μεταμέλειας.
Ότι με τα από 30.7.2013 ομοίου περιεχομένου, αυτοτελή, τροποποιητικά των αρχικών μισθώσεων, ιδιωτικά συμφωνητικά μειώθηκε σημαντικά το μηνιαίο μίσθωμα της κάθε μισθώσεως, με δικαιοπρακτικό θεμέλιο της ως άνω δραστικής μειώσεως του μισθώματος, την ως άνω παραίτηση της μισθώτριας από το δικαίωμα πρόωρης καταγγελίας μεταμέλειας και την παραμονή της στα μίσθια μέχρι την παραταθείσα συμβατική λήξη (31.7.2018).
Ότι, παρά την παραίτηση από το εν λόγω δικαίωμα, η εναγομένη μισθώτρια με τις, από 31.3.2017, έγγραφες καταγγελίες μεταμέλειας του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, οι οποίες επιδόθηκαν σε καθένα των εναγόντων στις 3.4.2017, κατήγγειλε τις άνω μισθώσεις, γεγονός που ο ενάγων - εκμισθωτής της κάθε αγωγής αρνήθηκε εξ αρχής ως αντίθετο στα συμφωνηθέντα.
Ότι κάθε μία από τις μισθώσεις αυτές δεν λύθηκε με την άνω, από 31.3.2017, αντίστοιχη άκυρη καταγγελία της εναγόμενης μισθώτριας, αλλά με την, από 12.6.2017, έγκυρη καταγγελία των ως άνω μισθώσεων, στην οποία προέβη αυτοτελώς ο κάθε ενάγων - εκμισθωτής, για την μίσθωση που τον αφορούσε, για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο σε παράβαση ουσιώδους όρου των ως άνω συμβάσεων μισθώσεως (διάρκεια, παραίτηση της εναγόμενης από το δικαίωμα πρόωρης καταγγελίας του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995), που επιδόθηκαν στην εναγόμενη εταιρεία στις 16.6.2017.
Ότι, τελικώς, στις 24.7.2017 η εναγόμενη απέδωσε το αντίστοιχο μίσθιο στον κάθε ενάγοντα - εκμισθωτή, ο οποίος το παρέλαβε με επιφύλαξη. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο κάθε ενάγων ζήτησε, όπως τροποποιήθηκε το αίτημά του με τις πρωτόδικες προτάσεις του: α) να αναγνωρισθεί ότι οι, από 31.3.2017, έγγραφες καταγγελίες των μισθώσεων, στις οποίες προέβη η εναγομένη μισθώτρια, είναι άκυρες, β) ότι η από 12.6.2017 καταγγελία του κάθε ενάγοντος, για την μίσθωση που τον αφορά, είναι έγκυρη, γ) ότι η από την εναγομένη καταβληθείσα, για την κάθε μίσθωση, εγγύηση έχει καταπέσει υπέρ του κάθε ενάγοντος, λόγω παραβάσεως ουσιωδών όρων της συμβάσεως μισθώσεως (διάρκεια - παραίτηση από το δικαίωμα καταγγελίας μεταμέλειας), δ) ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες Γ.
Φ., Π. Φ. και Ε. Ζ. το ποσό των 28.888,86 ευρώ και στον Μ. Ζ. το ποσό των 43.342,13 ευρώ, για μη δεδουλευμένα μισθώματα των μηνών Ιουλίου 2017 μέχρι Ιουλίου 2018 (2.222,22 ευρώ X 13 μήνες και 3.334,01 X 13), με τον νόμιμο τόκο από 20.6.2017 (τριήμερο μετά την όχληση), άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, οι ως άνω εκμισθωτές και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου τις, από 22.9.2017, αγωγές τους κατά της ήδη αναιρεσίβλητης μισθώτριας, με τις οποίες ζητούσαν να τους καταβάλει αποζημίωση για αποκατάσταση από φθορές, βλάβες και μεταβολές που είχε επιφέρει η τελευταία στα μίσθια και αποζημίωση χρήσεως του χρονικού διαστήματος από 1 μέχρι 24 Ιουλίου 2017.
Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 565/2018 εν μέρει οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, με τις οριστικές διατάξεις της, απέρριψε τις ως άνω αγωγές της μισθώτριας, ήδη αναιρεσίβλητης, εταιρείας, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμες κατ' ουσίαν τις ως άνω, από 23.6.2017, αγωγές των αναιρεσειόντων εκμισθωτών, με τις οποίες αναγνωρίσθηκε ότι:
α) οι, από 31.3.2017, έγγραφες καταγγελίες της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης είναι άκυρες, β) ότι είναι έγκυρες οι, από 12.6.2017, έγγραφες καταγγελίες καθενός των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, γ) ότι η, καταβληθείσα από την ήδη αναιρεσίβλητη μισθώτρια εταιρεία, εγγύηση έχει καταπέσει υπέρ καθενός των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και ότι η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων Γ.
Φ., Π. Φ. και Ε. Ζ. το ποσό των 28.888,86 ευρώ και στον ενάγοντα Μ. Ζ. το ποσό των 43.342,13 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ ως προς τις, από 22.9.2017, με α\α\κ 1961/26.9.2017, 1964/26.9.2017, 1963/26.9.2017 και 1960/26.9.2017, αγωγές των ως άνω εκμισθωτών και ήδη αναιρεσειόντων κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, με τις οποίες αυτοί ζητούσαν αποζημίωση χρήσεως του διαστήματος από 1 μέχρι 24 Ιουλίου 2017 και αποζημίωση για φθορές, βλάβες και μεταβολές των μισθίων, η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έκανε δεκτό το πρώτο αίτημα της κάθε αγωγής και επιδίκασε στους ενάγοντες, ως αποζημίωση χρήσεως του διαστήματος από 1 μέχρι 24 Ιουλίου 2017, το ποσό των 2.581,17 ευρώ στον ενάγοντα Μ.
Ζ. και το ποσό των 1.720,43 ευρώ σε καθένα των λοιπών εναγόντων Γ. Φ., Π. Φ. και Ε. Ζ., με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά τα λοιπά, ως προς το αίτημα με το οποίο οι τελευταίοι ζήτησαν αποζημίωση λόγω φθορών κ.λπ. των μισθίων, διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ως προς τις οριστικές της διατάξεις η μισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εφέσεις και προσθέτους λόγους καθεμίας αυτών, εναντίον καθενός των εναγόντων εκμισθωτών, πλην της οριστικής διατάξεως που αφορά τις, από 22.9.2017, αγωγές με τις οποίες επιδικάσθηκε στον κάθε ενάγοντα - εκμισθωτή αποζημίωση χρήσεως του διαστήματος από 1 μέχρι 24 Ιουλίου 2017.
Επί των εφέσεων αυτών της ήδη αναιρεσίβλητης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 7228/2020, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές τυπικώς και κατ' ουσίαν οι εφέσεις της αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απορρίφθηκαν στο σύνολό τους οι με α\α/κ 1436/27.6.2017, 1438/27.6.2017, 1441/27.6.2017 και 1440/27.6.2017 αγωγές των εκμισθωτών και ήδη αναιρεσειόντων, ενώ, κατά τα λοιπά, ανεστάλη η εκδίκαση των εφέσεων, αναφορικώς με τις α/α/κ 879/2.5.2017, α/α/κ 880/2.5.2017, 885/3.5.2017 και α\α\κ 882/2.5.2017 αγωγές της εκκαλούσας μισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης επί των, από 22.9.2017, με α/α/κ 1961/26.9.2017, 1964/26.9.2017, 1963/26.9.2017 και 1960/26.9.207, αγωγών, τις οποίες άσκησαν ασκήσει οι ήδη αναιρεσείοντες κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 4/2014, Α.Π. 1289/2022). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή καλύπτονται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ. και αφορούν την αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, της αληθινής βουλήσεως των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψιν και τα συναλλακτικά ήθη, υφίσταται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά την μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
προς διακρίβωση του νοήματος αυτής (δηλώσεως βουλήσεως) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, είτε προσφεύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας με την προσφυγή στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες (Α.Π. 265/2023, Α.Π. 46/2023, Α.Π. 2053/2022, Α.Π. 1289/2022, Α.Π. 1041/2018), είτε προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και, ιδίως, στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και το πόρισμά του δεν είναι σύμφωνο με τις ως άνω αρχές (Ολ.
Α.Π. 7/2006, Α.Π. 265/2023, Α.Π. 65/2023, Α.Π. 46/2023, Α.Π. 2053/2022, Α.Π. 1289/2022, Α.Π. 603/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητώς ή εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι, παρά την διαπίστωση αυτή, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (Α.Π. 46/2023, Α.Π. 1289/2022, Α.Π. 1041/2018, Α.Π. 628/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 18/2008, Ολ. Α.Π. 15/2006, Α.Π. 314/2024). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 314/2024, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 2/2019, Α.Π. 708/2017).
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη (Α.Π. 314/2024, Α.Π. 1/2019, Α.Π. 977/2017, Α.Π. 680/2016).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι αν και εξ αρχής δέχθηκε ότι δεν έλαβε χώραν εκ μέρους της αναιρεσίβλητης παραίτηση από το δικαίωμα της καταγγελίας του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995 στα τελευταία, από 31-8-2011 και 30-7-2013, καταρτισθέντα μεταξύ τους ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, ήτοι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία, ως προς το σημείο αυτό είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως και ερμηνείας, εν τούτοις, εσφαλμένως στην συνέχεια προέβη σε ερμηνεία των συμβάσεων αυτών, ως προς το ζήτημα της παραιτήσεως της αναιρεσίβλητης από το δικαίωμα καταγγελίας του παραπάνω άρθρου, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ενώ με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση της έλλειψη νομίμου βάσεως και δη ότι αυτή, με την προαναφερθείσα κρίση της, περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 7228/2020, αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενοι - ενάγοντες ήδη εφεσίβλητοι είναι, ο καθένας εξ αυτών, αποκλειστικός κύριος των παρακάτω αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών ενός πολυώροφου κτιρίου που κείται στην Αθήνα (στον ...) επί της ...
και οδού ..., αποτελούμενου από δύο υπόγεια, ισόγειο κατάστημα και επτά (7) πάνω από το ισόγειο ορόφους. Ειδικότερα, ο Μ. Ζ. είναι κύριος του ισογείου καταστήματος με τα δύο υπόγεια, καθώς και του 7ου πάνω από το ισόγειο ορόφου του κτιρίου, η Ε. Ζ. είναι κυρία του 1ου και 2ου ορόφου, ο Π. Φ. είναι κύριος του 3ου και 6ου ορόφου, και ο Γ.
Φ. είναι κύριος του 4ου και 5ου ορόφου. Στις 29.5.1991, μεταξύ αφενός της εκκαλούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "XEROX HELLAS ΑΕΕ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ", ως μισθώτριας, και αφετέρου καθενός των εφεσιβλήτων-εκμισθωτών καταρτίστηκαν τέσσερις ξεχωριστές έγγραφες συμβάσεις μίσθωσης, ήτοι 4 πανομοιότυπα μισθωτήρια, με την ίδια ημερομηνία και περιεχόμενο, ένα με κάθε ιδιοκτήτη - εκμισθωτή, με διαφορά μόνο ως προς την περιγραφή των μισθίων, του μηνιαίου μισθώματος και του αναλογούντος ποσού εγγυοδοσίας, δυνάμει των οποίων ο κάθε ένας εκ των ως άνω εφεσιβλήτων- ιδιοκτητών εκμίσθωσε στην εναγομένη τις δικές του ως άνω αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, προκειμένου να χρησιμοποιήσει αυτές η εκκαλούσα-μισθώτρια για εμπορική χρήση και ειδικότερα για την εγκατάσταση των γραφείων και αποθηκών της, προς άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, ενοποιώντας και χρησιμοποιώντας τις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες, ως ενιαίο ακίνητο.
Κατά τον χρόνο κατάρτισης των ως άνω μισθώσεων το κτίριο και ο περιβάλλον χώρος δεν είχαν πλήρως αποπερατωθεί, γι' αυτό η έναρξη των μισθώσεων ορίστηκε από 1η Αύγουστου 1991 και με το άρθρο 9 των άνω μισθωτηρίων ορίστηκε ότι η μισθώτρια θα έχει το δικαίωμα, πριν την έναρξη της μίσθωσης, να προβεί, σε συνεννόηση με τους κατασκευαστές και παράλληλα με τις εργασίες που θα εκτελούν αυτοί για την αποπεράτωση της οικοδομής, στην τοποθέτηση καλωδίων για τις εγκαταστάσεις της (fax, τηλέφωνο κλπ), διαχωριστικών χωρισμάτων και συστημάτων πυρασφάλειας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη δεύτερη παράγραφο των όρων 11 και 17 των εν λόγω συμφωνητικών.
Σύμφωνα δε με τον όρο 10 οι εκμισθωτές δεν υποχρεούνται σε καμία δαπάνη για συντήρηση και επισκευή οποιοσδήποτε μορφής ακόμα και αν οφείλεται στη συνήθη χρήση του μισθίου, δαπάνες διαρρύθμισης ή βελτίωσης του μισθίου και των κοινόχρηστων χώρων, γίνονται με μέριμνα της μισθώτριας, μόνο μετά από προηγούμενη έγκριση του εκμισθωτή και μάλιστα με επίβλεψή του και παραμένει μετά τη λήξη της μίσθωσης σε όφελος του μισθίου, ενώ η μισθώτρια δεν θα δικαιούται αποζημίωση, ρητά και ανεπιφύλακτα, παραιτούμενη από κάθε αξίωση από την αιτία αυτή.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 11, ορίζεται ότι η μισθώτρια δεν δικαιούται σε αφαίρεση των κατασκευών που έχει δημιουργήσει, εκτός αν το απαιτήσουν οι εκμισθωτές, οπότε η μισθώτρια θα επαναφέρει το μίσθιο στην πρότερη κατάσταση, με δαπάνες και φροντίδα της. Ορίστηκε, επίσης, ότι η μισθώτρια μπορεί να προβαίνει σε απολύτως αναγκαίες τεχνικές εργασίες, όταν απαιτούνται, συντήρησης, επέκτασης, ανανέωσης αντικατάστασης των εγκαταστάσεών της και ότι ως τέτοιες, εργασίες, ενδεικτικά, νοούνται ηλεκτρικές εργασίες με καλωδιώσεις, ξυλουργικές, υδραυλικές και άλλες παρόμοιες εργασίες.
Σύμφωνα με τον όρο 16 παράγραφος 2 η μισθώτρια βαρύνεται με την πληρωμή των κοινόχρηστων δαπανών που αναλογούν στο μίσθιο, καθώς επίσης και με την πληρωμή ολόκληρου του εκάστοτε ισχύοντος τέλους χαρτοσήμου της μίσθωσης και το τέλος ύδρευσης. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε αρχικά 6ετής, με έναρξη 1.8.1991 και λήξη 31.7.1997, και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε, αρχικά, για τον Γ.
Φ., εκμισθωτή των 4ου και 5ου ορόφων, τον Π. Φ., εκμισθωτή των 3ου και 6ου ορόφων, και την Ε. Ζ. εκμισθώτρια των 1ου και 2ου ορόφων στο ποσό των 2.641,23 ευρώ (900.000 δραχμές) για τις οριζόντιες ιδιοκτησίες εκάστου εξ αυτών, και για τον Μ. Ζ., εκμισθωτή του ισογείου καταστήματος με τα δύο υπόγεια, καθώς και του 7ου πάνω από το ισόγειο ορόφου, στο ποσό των 3.961,84 ευρώ (1.350.000 δραχμές).
Επίσης, συμφωνήθηκε αναπροσαρμογή των μισθωμάτων σε ποσοστό 15% ετησίως επί του μισθώματος που καταβαλλόταν τον αμέσως προηγούμενο χρόνο. Με τον όρο 4 ορίστηκε ότι η μισθώτρια προκατέβαλε στους εκμισθωτές τα αναφερόμενα στο κάθε μισθωτήριο ποσά, ως εγγύηση για την πιστή εκτέλεση των όρων του κάθε συμφωνητικού, επίσης συμφωνήθηκε ότι η εγγύηση αυτή θα αναπροσαρμόζεται κάθε χρόνο σε ποσοστό ίσο προς το ποσοστό αύξησης του μηνιαίου μισθώματος και ότι το ποσό της εγγύησης θα παραμένει στα χέρια των εκμισθωτών μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη της μίσθωσης και θα επιστραφεί άτοκα στη μισθώτρια εταιρεία, αφού αυτή έχει προβεί σε εξόφληση των λογαριασμών των κοινωφελών οργανισμών, όπως και κάθε άλλης δαπάνης που απορρέει από τη χρήση του μισθίου και έχει επισκευάσει όλες τις φθορές που έχει το μίσθιο, έστω κι αν προέρχονται από τη συνήθη χρήση του μισθίου και έχει προβεί στις αναγκαίες αποκαταστάσεις.
Ο όρος αυτός, με το ανωτέρω περιεχόμενο, αποτελεί συμφωνία για ποινική ρήτρα, η οποία καταπίπτει σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της μισθωτικής σύμβασης. Οι μισθώσεις αυτές συνεχίστηκαν μετά τη λήξη τους, με αυτοτελή, για την κάθε μίσθωση, διαδοχικά συμφωνητικά παρατάσεων που υπογράφονταν μεταξύ της μισθώτριας εταιρίας και καθενός των ως άνω εκμισθωτών.
Ειδικότερα: α) Με τα από 30.1.1998 (τέσσερα πανομοιότυπα) ιδιωτικά συμφωνητικά παρατάσεως των μισθώσεων, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν την παράταση της διάρκειας των αρχικών μισθώσεων των ως άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών για 4 έτη, δηλαδή από 1.8.1997 μέχρι 31.7.2001, με αύξηση του αντίστοιχου μισθώματος. Στον όρο 4 των συμφωνητικών αυτών ορίζεται ότι η μισθώτρια παραιτείται σε ολόκληρη τη διάρκεια της "συμφωνούμενης εδώ παράτασης", από το δικαίωμά της να καταγγείλει τις μισθώσεις αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995, και κατά τον όρο 5 ορίστηκε ότι "κατά τα λοιπά, παραμένουν σε ισχύ όλοι οι όροι που αναφέρονται και περιλαμβάνονται στο προαναφερόμενο συμφωνητικό μισθώσεως, με το οποίο το παρόν αποτελεί ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο", β) Με τα από 7.5.2001 (τέσσερα πανομοιότυπα) ιδιωτικά συμφωνητικά "παρατάσεως μισθώσεως", τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν την παράταση της διάρκειας των ως άνω μισθώσεων για 6 έτη, δηλαδή από 1.8.2001 μέχρι 31.7.2007, ενώ συμφωνήθηκε ότι το μίσθωμα δεν θα αναπροσαρμοστεί καθ' όλη τη διάρκεια της παράτασης.
Επιπλέον, στον όρο 4 των συμφωνητικών αυτών ορίστηκε ότι: "η μισθώτρια παραιτείται από το δικαίωμά της να καταγγείλει τη μίσθωση αυτή σύμφωνα με το άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995 για την πρώτη τετραετία της ανωτέρω παρατάσεως, δηλαδή μέχρι 31 Ιουλίου 2005. Μετά την παρέλευση του ανωτέρω χρόνου, η μισθώτρια δύναται να καταγγείλει τη μίσθωση, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995, με έγγραφη ειδοποίηση, τα αποτελέσματα δε της καταγγελίας θα επέρχονται μετά πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή.
Η μισθώτρια υποχρεούται στην περίπτωση αυτή να καταβάλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων (4) μηνών". Ενώ, κατά τον όρο 7 του ίδιου τροποποιητικού ορίστηκε ότι "Κατά τα λοιπά παραμένουν σε ισχύ όλοι οι όροι που αναφέρονται και περιλαμβάνονται στο προαναφερόμενο συμφωνητικό μισθώσεως, με το οποίο το παρόν αποτελεί ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο", γ) Με τα από 26.7.2007 (τέσσερα πανομοιότυπα) ιδιωτικά συμφωνητικά "παρατάσεως μισθώσεως", τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν την παράταση της διάρκειας των επίδικων μισθώσεων για 6 έτη, δηλαδή από 1.8.2007 μέχρι 31.7.2013, ενώ συμφωνήθηκε ότι το μίσθωμα δεν θα αναπροσαρμοστεί καθ' όλη τη διάρκεια της παράτασης.
Επιπλέον, στον όρο 4 των συμφωνητικών αυτών ορίστηκε ότι η μισθώτρια παραιτείται σε ολόκληρη τη διάρκεια της συμφωνούμενης εδώ παράτασης, από το δικαίωμά της να καταγγείλει τη μίσθωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΔ 34/1995 καθ' όλη τη διάρκεια της παρατάσεως, δηλαδή μέχρι 31 Ιουλίου 2013, και κατά τον όρο 7 του ίδιου τροποποιητικού ορίστηκε ότι "κατά τα λοιπά παραμένουν σε ισχύ όλοι οι όροι που αναφέρονται και περιλαμβάνονται στο προαναφερόμενο συμφωνητικό μισθώσεως, με το οποίο το παρόν αποτελεί ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο", δ) Με τα από 31.8.2011 ιδιωτικά συμφωνητικά τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν τη μείωση του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος, για τον Γ.
Φ. [4ος και 5ος όροφοι], τον Π. Φ. [3ος και 6ος όροφοι], και την Ε. Ζ. [1ος και 2ος όροφοι], από το μέχρι τότε καταβαλλόμενο ποσό των 6.334 ευρώ, στο ποσό των 4.591 ευρώ και για τον Μ. Ζ. [Ισόγειο κατάστημα με τα δύο υπόγεια, καθώς και 7ο πάνω από το ισόγειο όροφο] από το ποσό των 9.501 ευρώ στο ποσό των 6.461 ευρώ. Επιπλέον, στον όρο 2 των συμφωνητικών αυτών ορίστηκε ότι "Κατά τα λοιπά παραμένουν σε ισχύ όλοι οι όροι που αναφέρονται και περιλαμβάνονται στο από 29 Μαΐου 1991 συμφωνητικό μισθώσεως, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα προαναφερόμενα μεταγενέστερα ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία το παρόν αποτελεί ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο", ε) Με τα από 30.7.2013 (τέσσερα πανομοιότυπα) ιδιωτικά συμφωνητικά "παρατάσεως μισθώσεως", τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν την παράταση της διάρκειας των μισθώσεων για 5 έτη, δηλαδή από 1.8.2013 μέχρι 31.7.2018, Επίσης, με τα ίδια συμφωνητικά τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν (άρθρο 4) την περαιτέρω μείωση του καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθώματος, για τους Γ.
Φ. [4° και 5° όροφοι], Π. Φ. |3° και 6° όροφοι], και Ε. Ζ. [1° και 2° όροφοι], από το μέχρι τότε καταβαλλόμενο ποσό των 4.591 ευρώ, στο ποσό των 2.222,22 ευρώ μηνιαίος, και για τον Μ. Ζ. [Ισόγειο κατάστημα με τα δύο υπόγεια, καθώς και 7° πάνω από το ισόγειο όροφο] από το μέχρι τότε καταβαλλόμενο ποσό των 6.461 ευρώ στο ποσό των 3.334,01 ευρώ, για όλη τη διάρκεια της παράτασης, πλέον επιβαρύνσεων 6,6% (χαρτοσήμων κτλ).
Στο σχετικό όρο 3 των άνω συμφωνητικών ορίζεται ότι η άνω μείωση πραγματοποιείται κατόπιν εκτιμήσεως από τα μέρη των οικονομικών συνθηκών που διαμορφώθηκαν και ότι προς διευκόλυνση της μισθώτριας η καταβολή των μισθωμάτων θα γίνεται την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε τριμήνου. Στον όρο 5 συμφωνήθηκε ότι κατά τη λήξη της μίσθωσης η μισθώτρια θα αποδώσει το μίσθιο ελεύθερο και απαλλαγμένο από φθορές και βλάβες που δεν μπορούν να αποδοθούν στη μακροχρόνια συμφωνημένη και συνήθη χρήση που πραγματοποίησε η μισθώτρια.
Μετά τη λήξη ή λύση της μίσθωσης οι οποιεσδήποτε ενσωματωμένες στο μίσθιο τροποποιήσεις ή μεταρρυθμίσεις ή εγκαταστάσεις παραμένουν προς όφελος του μισθίου, χωρίς υποχρέωση της τελευταίας για οποιαδήποτε αποζημίωση της μισθώτριας. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι όροι της αρχικής συμβάσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η μισθώτρια εταιρία με την από 31.3.2017 έγγραφη καταγγελία μεταμέλειας του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995, η οποία επιδόθηκε στους εκμισθωτές στις 3.4.2017 κατήγγειλε τις ως άνω μισθώσεις με σκοπό τη λύση τους και την απόδοση των μισθίων μετά από τρίμηνο.
Οι εκμισθωτές με την από 12.4.2017 εξώδικη απάντησή τους, η οποία επιδόθηκε στη μισθώτρια στις 20.4.2017, αρνήθηκαν την άνω καταγγελία ως αντίθετη στις συμβάσεις των μισθώσεων, και την κάλεσαν να καταβάλει τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα τα οποία, εν συνεχεία, αυτή, όπως συνομολογείται, κατέβαλε. Στη συνέχεια, η μισθώτρια στις 24-07-2017 παρέδωσε στους εκμισθωτές τα κλειδιά των μισθίων, τα οποία αυτοί παρέλαβαν με κάθε επιφύλαξη.
Οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι η από 31.3.2017 έγγραφη εξώδικη καταγγελία της μισθώτριας του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995, που επιδόθηκε σε αυτούς (εκμισθωτές) στις 3.4.2017 είναι άκυρη και δεν παράγει αποτελέσματα, διότι όπως προκύπτει από τις μεταγενέστερες, της αρχικής σύμβασης, συμφωνίες μεταξύ των εκμισθωτών και της μισθώτριας, η παράταση του χρόνου των μισθώσεων, που κάθε φορά συμφωνείτο, τελούσε σε άμεση συνάρτηση με τις οικονομικές μεταξύ τους συμφωνίες για αυτό και κάθε φορά προβλεπόταν η άμεση ή έμμεση παραίτηση της μισθώτριας από το σχετικό δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης με το άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995.
Οι ισχυρισμοί αυτοί των εφεσιβλήτων τους οποίους προέβαλαν ως εναγόμενοι, αλλά και ως ενάγοντες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και τους οποίους επαναφέρουν, παραδεκτά, με τις προτάσεις τους του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, δεν ευσταθούν και είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, δεδομένου ότι στα τελευταία συμφωνητικά παράτασης των μισθώσεων ουδόλως περιλαμβάνεται όρος παραίτησης της μισθώτριας από το δικαίωμα της καταγγελίας των συμβάσεων με βάση το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995.
Περαιτέρω ούτε εμμέσως μπορεί να συναχθεί τέτοια παραίτηση, δεδομένου ότι η, σε προγενέστερες συμφωνίες παρατάσεων, πρόβλεψη για παραίτηση από το εν λόγω δικαίωμα, αφορούσε είτε το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα της εκάστοτε παράτασης, όπως στα συμφωνητικά παράτασης των ετών 1998 και 2007, (στα οποία η μισθώτρια παραιτήθηκε ρητά από το εν λόγω δικαίωμα για το χρονικό διάστημα της συμφωνημένης παράτασης και μόνο) είτε η παραίτηση αυτή δεν αφορούσε ολόκληρο το χρονικό διάστημα της συμφωνημένης παράτασης, (συμφωνητικά παράτασης του 2001, στα οποία η μισθώτρια παραιτήθηκε ρητά από το εν λόγω δικαίωμα για τα 4 από τα 6 έτη της συμφωνημένης παράτασης), συνεπώς η εκάστοτε παραίτηση της ενάγουσας - εκκαλούσας από το ένδικο δικαίωμα δεν μπορούσε να επεκταθεί σε χρόνο πέραν του συμφωνημένου χρόνου.
Γι' αυτό άλλωστε το λόγο ο όρος αυτός, όπως κάθε φορά συμφωνείτο, περιλαμβανόταν και στα μεταγενέστερα συμφωνητικά των παρατάσεων, η δε αναφορά του όρου αυτού στα μεταγενέστερα συμφωνητικά δεν ήταν μία απλή επανάληψη ούτε είχε έναν απλώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα, αλλά ήταν αναγκαίο περιεχόμενο των συμφωνητικών των παρατάσεων, προκειμένου ο όρος αυτός να έχει ισχύ.
Οι εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν υπήρξε παραίτηση της εκκαλούσας - ενάγουσας από το εν λόγω δικαίωμα, η άσκηση του δικαιώματος αυτού εκ μέρους της ενάγουσας είναι καταχρηστική, διότι η παράταση αυτή (του 2013), κατά την οποία συμφωνήθηκε συγχρόνως και δραστική μείωση του μισθώματος κατά 50% περίπου, στηρίχθηκε στη ρητή διαβεβαίωση της μισθώτριας ότι θα εξαντλούσε τη συμβατική διάρκεια της παράτασης και ότι αν δεν υπήρχε αυτή η διαβεβαίωση δεν θα δέχονταν την απαίτηση της μισθώτριας για τόσο μεγάλη μείωση του μισθώματος και ότι η τελευταία γνώριζε ότι αυτός ήταν ένας ουσιώδης όρος, το δικαιοπρακτικό θεμέλιο των εν λόγω συμβάσεων παράτασης και μείωσης του μισθώματος.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία και εξάρτηση του ύψους του μισθώματος με την, εκ μέρους της εκκαλούσας, παραίτηση από το δικαίωμα του άρθρου 43 του προεδρικού διατάγματος 1995. Είναι δε προφανές ότι αν οι συμβαλλόμενοι είχαν, πράγματι, καταλήξει σε συμφωνία σχετικά με τον όρο αυτό, όπως αβάσιμα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι, τότε, στην περίπτωση αυτή, ασφαλώς, θα τον είχαν συμπεριλάβει στα εν λόγω συμφωνητικά παράτασης, όπως έπρατταν στο παρελθόν, δεδομένου ότι σε όλες τις προγενέστερες παρατάσεις υπήρχε ο σχετικός όρος και δεν καθίσταται αντιληπτό για ποιο λόγο, αφού, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εφεσιβλήτων, υπήρξε σχετική συμφωνία, η οποία μάλιστα αποτέλεσε και το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της μείωσης του μισθώματος, δεν συμπεριλήφθηκε αυτή στα εν λόγω συμφωνητικά παράτασης.
Επομένως, η από 31/3/2017, εξώδικη καταγγελία της μισθώτριας σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 Π.Δ. 34/1995, που κοινοποιήθηκε στους εκμισθωτές στις 3.4.2017 ήταν καθ' όλα έγκυρη και νόμιμη και επέφερε τα έννομα αποτελέσματα της μετά την πάροδο τριμήνου από την επίδοσή της στους εφεσίβλητους εκμισθωτές, ήτοι τη λύση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, στις 4.7.2017....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η ενάγουσα - εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, με τα από 31-8-2011 και 30-7-2013 ιδιωτικά συμφωνητικά, που είχε καταρτίσει με τους ενάγοντες - εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες, δεν είχε παραιτηθεί του δικαιώματος της καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995, δέχθηκε ως νόμιμη την καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως εκ μέρους της με την από 31-3-2017 έγγραφη καταγγελία της και αφού εξαφάνισε την εκκκαλουμένη, υπ' αριθμ. 565/2018, απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμες τις από 27-6-2017 αγωγές των τελευταίων, με τις οποίες αυτοί υποστήριζαν ότι η αναιρεσίβλητη είχε παραιτηθεί του δικαιώματος της καταγγελίας μεταμελείας της μεταξύ τους συμβάσεως μισθώσεως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 43 του Π.Δ. 34/1995 και 173 και 200 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, ότι υπήρχε ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των προαναφερθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών και, συνακολούθως, ανάγκη ερμηνείας αυτών.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ότι, ενώ στα από 30-1-1998, 7-5-2001 και 26-7-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, η ήδη αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε ρητώς του δικαιώματός της να καταγγείλει την σύμβαση μισθώσεως με καταγγελία μεταμελείας εκ του του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, στα μεταγενέστερα, από 31-8-2011 και 30-7-2013, ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ των διαδίκων δεν προβλέφθηκε σχετικός όρος, οπότε η αναιρεσίβλητη νομίμως άσκησε το σχετικό δικαίωμά της.
Με την κρίση της αυτή δεν προσέφυγε στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., όπως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αλλά απλώς επεσήμανε το γεγονός ότι στα προαναφερθέντα τελευταία δύο ιδιωτικά συμφωνητικά δεν προβλέπονταν ο εν λόγω όρος, όπως προβλέπονταν στα αρχικά τρία ιδιωτικά συμφωνητικά.
Συνεπώς, ο αναιρετικός λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, αφού στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις κρίσιμες δηλώσεις βουλήσεως, όπως αποτυπώθηκαν στα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά, δεδομένου ότι από τις προεκτιθέμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε το σαφές περιεχόμενο των εν λόγω δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, όπως διατυπώθηκαν στα επίμαχα ιδιωτικά συμφωνητικά.
Σε κάθε περίπτωση οι διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, σχετικά με την, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ερμηνεία και το νόημα των συμφωνηθέντων όρων στα από 31-8-2011 και 30-7-2013 ιδιωτικά συμφωνητικά, αλλά και την αληθή βούληση των συμβληθέντων μερών, πλήττουν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, την επί της ουσίας αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ως προς το σαφές περιεχόμενο των όρων των εν λόγω ιδιωτικών συμφωνητικών και, συνακολούθως, ως προς την μη συνδρομή κενού ή ασάφειας και, επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτες.
Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, κατά τα ανωτέρω, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που δικαιολογούν την ως άνω έννοια της δηλώσεως βουλήσεως (με βάση τις αρχές της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών), οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., διότι, ενώ αρχικώς έκρινε ότι τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ των διαδίκων είναι πλήρη και σαφή και δεν έχουν ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, εν συνεχεία, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.
και τους εφάρμοσε εσφαλμένα, γιατί κατέληξε σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 3853/2010, ορίζεται ότι στις συμβάσεις που ρυθμίζονται από αυτό "1. Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε τα αποτελέσματα της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίηση της.
Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή, ως αποζημίωση, ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης. 2. Το δικαίωμα καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 (ΦΕΚ 30 Α), έχει ο μισθωτής, ακόμη κι αν έχει παραιτηθεί από αυτό σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995.
Καταγγελία που έχει ήδη ασκηθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ενώ ο μισθωτής είχε παραιτηθεί νόμιμα από αυτό το δικαίωμα, θεωρείται έγκυρη, τα δε αποτελέσματα της επέρχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, όχι όμως πριν τη δημοσίευση του νόμου. Ο μισθωτής υποχρεούται στην περίπτωση αυτή σε καταβολή αποζημίωσης ίση με το ποσόν ενός μισθώματος, όπως αυτό ανερχόταν τρεις μήνες πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας. 3. [...] 4.
Οι παράγραφοι 2 και 3 ισχύουν για καταγγελίες, που θα γίνουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012 και αφορούν μισθώσεις ακινήτων που έχουν συναφθεί πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου". Η προθεσμία της παρ. 4 του άρθρου 17 του Ν. 3853/10 (ΦΕΚ Α 90) παρατάθηκε μέχρι τη 31.12.2013, με το άρθρο 6 της από 18.12.2012 Π.Ν.Π., ΦΕΚ Α' 246/12.12.2012.
Ειδικότερα, λόγω της διαφαινόμενης οικονομικής κρίσης, όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά και παγκοσμίως, ο νομοθέτης προχώρησε σε τροποποιήσεις των διατάξεων, μεταξύ άλλων και της εμπορικής νομοθεσίας και δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3853/2010 (ΦΕΚ Α' 90/17.6.2010) τροποποιήθηκε το άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995, που ρύθμιζε το δικαίωμα καταγγελίας της εμπορικής μισθώσεως εκ μέρους του μισθωτή, λόγω μεταμέλειας, από το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, ο μισθωτής είχε παραιτηθεί με ρητή συμφωνία.
Με την τροποποίηση αυτή επήλθε σύντμηση, τόσο του χρόνου που πρέπει να έχει μεσολαβήσει από την έναρξη της μισθωτικής σχέσεως, προκειμένου να γεννηθεί το δικαίωμα καταγγελίας (ένα έτος αντί για δύο), όσο και του χρόνου, που πρέπει να μεσολαβήσει για την επέλευση των εννόμων αποτελεσμάτων της (τρεις μήνες αντί για έξι).
Επίσης, η οφειλόμενη στον εκμισθωτή αποζημίωση λόγω της καταγγελίας εκ μέρους του μισθωτή περιορίσθηκε στο ισόποσο ενός μηνιαίου μισθώματος, αντί του μέχρι τότε ισχύοντος των τεσσάρων. Ταυτοχρόνως, με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέφθηκε, ότι το, κατά τα ανωτέρω δικαίωμα καταγγελίας, αναγνωρίζεται υπέρ του μισθωτή, ακόμη και αν έχει παραιτηθεί από αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Π.Δ. 34/1995, δηλαδή με δήλωση ή συμφωνία μεταγενέστερη της καταρτίσεως της μισθώσεως (αφού παραίτηση ταυτόχρονη με την κατάρτιση της μισθώσεως είναι αυτοδικαίως άκυρη, της σχετικής διατάξεως αναγνωριζόμενης ως αναγκαστικού δικαίου).
Τέλος, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου 17 προβλέφθηκε, ότι τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, δηλαδή, η καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως εκ μέρους του μισθωτή, ισχύει για όσες καταγγελίες γίνουν μέχρι την 31.12.2012 (και μετά την ανωτέρω τροποποίηση μέχρι 31.12.2013) και αφορούν μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την δημοσίευση του Ν. 3853/2010.
Η επέμβαση αυτή του νομοθέτη σε γεγεννημένες έννομες σχέσεις αιτιολογήθηκε με την ανάγκη διευκολύνσεως της επαναδιαπραγματεύσεως των μισθώσεων στο πλαίσιο της νέας οικονομικής συγκυρίας, που έχει διαμορφωθεί (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 3853/2010). Περαιτέρω, σε σχέση προς τα δικαιώματα, τα οποία προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, ως παραίτηση νοείται και η συνομολόγηση όρου, ο οποίος διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, είτε τροποποιώντας τις προϋποθέσεις γενέσεως του σχετικού δικαιώματος, είτε επιμηκύνοντας την τρίμηνη αναβλητική προθεσμία, είτε συνομολογώντας ποσό αποζημιώσεως μεγαλύτερο του ενός μηνιαίου μισθώματος ή άλλη ποινή ή οικονομική επιβάρυνση του μισθωτή, που ασκεί το δικαίωμα της καταγγελίας λόγω μεταμελείας (Α.Π. 836/2021, Α.Π. 593/2017, Α.Π. 1013/2015, Α.Π. 213/2012).
Σύμφωνα, επομένως, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 17 του Ν. 3853/2010, σε μισθώσεις που είχαν συναφθεί πριν από την ισχύ του νόμου αυτού και η καταγγελία του άρθρου 43 του π.δ/τος λάβει χώρα μέχρι την 31.12.2013, συμφωνίες παραιτήσεως από το δικαίωμα της άνω καταγγελίας είναι άκυρες, ανεξαρτήτως αν συνάπτονται κατά την κατάρτιση της μισθώσεως ή σε μεταγενέστερο χρόνο (Α.Π. 836/2021, Α.Π. 593/2017).
Περαιτέρω, η προαναφερόμενη νέα ρύθμιση του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995 (που, ας σημειωθεί, δεν έχει εφαρμογή στις μισθώσεις, που καταρτίζονται μετά τις 28.02.2014, κατ' άρθρον 13 παρ. 1 και 2α του Ν. 4242/2014) ισχύει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ (άρθρ. 2 του Α.Κ.), άρα ισχύει από 17.06.2010 (Α.Π. 836/2021, Α.Π. 1151/2019, Α.Π. 357/2017).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη νομίμως άσκησε το δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως εκ του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, αν και είχε παραιτηθεί του δικαιώματός της αυτού με τα από 30-1-1998, 7-5-2001 και 26-6-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά, παραβίασε ευθέως την τελευταία αυτή διάταξη.
Ο αναιρετικός λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε ρητώς από το εν λόγω δικαίωμα μόνο με τα από 30-1-1998, 7-5-2001 και 26-6-2007 ιδιωτικά συμφωνητικά, ενώ στα μεταγενέστερα, από 31-8-2011 και 30-7-2013 δεν υπήρξε τέτοια πρόβλεψη, ώστε η κατά την 31-3-2017 καταγγελία μεταμελείας της να είναι άκυρη, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 43 του Ν.Δ. 34/1995.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 7228/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου.
Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ