Legislator Case Law & Legislation
1094/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds regarding contradictory reasoning in land compensation. Appeal rejected for lack of clarity on legal rule violated.

Case Number 1094/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's land compensation decision. The appellant argued the lower court's reasoning was contradictory and insufficient regarding the land's value reduction. The court rejected this claim because the appeal failed to specify the exact legal rule violated or define the nature of the alleged contradiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible for vagueness if it fails to clearly state the violated legal rule and the specific contradiction in reasoning, as mere assertions of inconsistency without defining the rule or facts are insufficient.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds contradictory reasoning land compensation Code of Civil Procedure insufficient motivation appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 763/2020
Supreme Court Case 551/2020
Supreme Court Case 209/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1094 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1094/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Τίγκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-10-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 1/2008 -όπως αυτή διορθώθηκε με τις 53/2008 και 83/2008- απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 2-7-2008 αίτηση και την από 11-11-2010 διά των προτάσεων κύρια παρέμβαση - ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2011 εν μέρει οριστική και 194/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2015 αίτησή του και τους από 21-4-2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αικατερίνη Βλάχου διάβασε την από 31-8-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε 1) την παραδοχή α) του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, β) του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και γ) του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης της 194/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και 2) την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης και των λοιπών πρόσθετων λόγων για αναίρεση της ίδιας απόφασης και της 263/2011 εν μέρει οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η από 28-4-2015 (……./2015) αίτηση και οι από 21-4-2020 (../2020) πρόσθετοι λόγοι, για αναίρεση της 263/2011 εν μέρει οριστικής και της 194/30-4-2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, οι οποίες εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 18 επ. του ΚΑΑΑ (ν. 2881/2001), που πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους προδήλης συνάφειας (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 του ΚΠολΔ).

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου αυτού επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Αν δεν τηρηθούν και οι δύο αυτές προϋποθέσεις, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο της αναίρεσης και η επίδοση μέσα στην ίδια προθεσμία ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 1167/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, το από 21-4-2020 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21-4-2020 με αριθμό κατάθεσης ../21-4-2020, ήτοι τριάντα, (30) πλήρεις ημέρες πριν την αρχική δικάσιμο της 22-5-2020 αίτησης αναίρεσης, πλην όμως από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοσή του δικογράφου αυτού στο αναιρεσίβλητο, αφού ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αορίστως έκθεση επιδόσεως με το σημείωμά του, δεν προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως ούτε προσκομίζεται από το αναιρεσίβλητο αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων με σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για την επίδοσή του. Επομένως, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι ως απαράδεκτοι και να προχωρήσει η έρευνα του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και 22 παρ. 1 του ΚΑΑΑ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των προσβαλλόμενων αποφάσεων και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, με την από 2-7-2008 αίτησή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας κατά του αναιρεσιβλήτου, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της …../2006 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας (κατασκευή του έργου "Ε.Ο.

Λάρισας-Τρικάλων, Τμήμα από παράκαμψη Φαρκαδόνας") τμήμα ακινήτου του εμβαδού 2.328,94 τμ, με αριθμό κτηματολογικού καταλόγου 162, που βρίσκεται στο 8ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Τρικάλων-Λάρισας. Ότι το όλο ακίνητο, πριν την απαλλοτρίωση, είχε εμβαδόν 10.300 τμ, εφαπτόταν της Εθνικής Οδού και επ' αυτού o ίδιος διατηρούσε οργανωμένη επιχείρηση εξυπηρέτησης οχημάτων (πρατήριο υγρών καυσίμων, πλυντήριο, λιπαντήριο, χώρο στάθμευσης, εστιατόριο, καφετέρια, μίνι μάρκετ, παιδική χαρά), της οποίας η λειτουργία διακόπηκε εξαιτίας της απαλλοτρίωσης.

Με αυτό το ιστορικό ζήτησε, εκτός άλλων, τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για την απαλλοτρωθείσα ιδιοκτησία του (έδαφος και επικείμενα), ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απέμεινε και τις εγκαταστάσεις του και αποζημίωση ποσού 11.638.820 ευρώ για διαφυγόντα εισοδήματα των ετών 2007 έως και 2026 που απώλεσε και θα απωλέσει από την παύση λειτουργίας της επιχείρησής του.

Επί της αίτησης αυτής, η οποία συνεδικάστηκε με συναφή αίτηση του αναιρεσιβλήτου και αιτήσεις άλλων δικαιούχων, εκδόθηκαν α) η 263/2011 εν μέρει οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία η αίτηση του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων με την αιτιολογία ότι τα διαφυγόντα εισοδήματα δεν περιλαμβάνονται στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης (κατά τα λοιπά διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη) και β) η 194/2014 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία, σε σχέση με την ΑΚΠ 162 ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στο ποσό των 20 ευρώ ανά τμ, ιδιαίτερη αποζημίωση για μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος κατά ποσοστό 20% και αποζημίωση 388.720 ευρώ για μείωση της αξίας των συστατικών και εγκαταστάσεών του.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου.

Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο. Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευταίο του ν. 2882/ 2001 (ΚΑΑΑ) όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του ν. 3193/2003, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου λαμβάνεται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, νοείται η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου αλλά ως εκ της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν αυτό είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο.

Και αυτό γιατί η πλήρης αποζημίωση, όπως αυτή νοείται στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, περιλαμβάνει παν ό,τι απαιτείται για να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο (ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 326/2016).

Ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριούμενου ακινήτου, εάν αυτό είναι προσοδοφόρο, μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για απωλεσθείσες προσόδους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 2882/2001, μόνον για το χρονικό διάστημα από την κατάληψή του μέχρι την είσπραξη της προκατατεθείσας αποζημίωσης και εφόσον η καθυστέρηση στην είσπραξη δεν οφείλεται σε λόγους που ανάγονται στον ίδιο ή υπαιτιότητα τρίτου.

Τα διαφυγόντα κέρδη από την εκμετάλλευση του απαλλοτριούμενου ακινήτου και των εντός αυτού επικειμένων, δεν συμπεριλαμβάνονται, ως διακεκριμένο μέγεθος στην έννοια της πλήρους αποζημίωσης αλλά λαμβάνονται υπόψη, ως συνδεόμενη με το ακίνητο πρόσοδος κατά την εκτίμηση της αξίας του (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 478/2018, ΑΠ 71/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ, 20/2005, ΑΠ 96/2020).

Δεν αρκεί για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 465/2020).

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην πρώτη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, 263/2011 εν μέρει οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αίτησή του ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, απορρίπτοντας το πιο πάνω αίτημα του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμο, ουδόλως παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη σχετική νομική σκέψη, δεν αποκαθίσταται κάθε ζημία του ιδιοκτήτη που αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης, άρα ούτε και η ζημία από διαφυγόντα κέρδη λόγω παύσης της λειτουργίας της επιχείρησης που ασκούσε στο απαλλοτριούμενο ακίνητο.

Οι προερχόμενες από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου πρόσοδοι λαμβάνονται μεν υπόψη κατά τον καθορισμό της αξίας του, η απώλειά τους όμως δεν θεμελιώνει δικαίωμα αυτοτελούς αποζημίωσης αλλά μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του ΚΑΑΑ, οι οποίες, υπό τα εκτιθέμενα στην ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, η οποία παραδεκτά επισκοπείται, δεν συντρέχουν εν προκειμένω.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στη δεύτερη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, 194/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προαναφερόμενη απόφασή του, καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο ακίνητό του χωρίς να υπολογίσει στην τιμή αυτή την πρόσοδο του ακινήτου, συναρτώντας την πρόσοδο μόνον από τη συγκεκριμένη περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο, παραβιάζοντας έτσι ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 του του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ).

Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν παρατίθενται, έστω και ευσύνοπτα, οι κρίσιμες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης σε σχέση με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης αλλά γίνεται μόνον αναφορά ότι η οριστική τιμή μονάδας του απαλλοτριωμένου ακινήτου ορίστηκε σε 20 ευρώ ανά τμ και ότι δεν λήφθηκε υπόψη το κριτήριο της προσόδου, ενώ οι διαλαμβανόμενες ως παραδοχές αφορούν στη μείωση της αξίας του εδαφικού τμήματος που απομένει και στα συστατικά του και όχι στην απαλλοτριωθείσα έκταση.

Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην ίδια προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να μην επιδικάσει αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα από την παύση λειτουργίας της επιχείρησής του, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, γιατί το Εφετείο, κατά τα προεκτιθέμενα, απέρριψε το σχετικό κονδύλιο της ένδικης αίτησης του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμο με τη 263/2011 εν μέρει οριστική απόφασή του και έτσι δεν ασχολήθηκε εκ νέου με το ίδιο ζήτημα στο πλαίσιο έρευνας της ουσίας της όλης υπόθεσης και έκδοσης της 194/2014 οριστικής του απόφασης.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ 14/2010), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο αυτού, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τί συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο του αναιρεσείοντος (ΑΠ 763/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 209/2019).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη 194/2014 οριστική απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατική άλλως ανεπαρκή αιτιολογία, γιατί "ενώ δέχτηκε ότι λόγω της επεξεργασίας που έχει υποστεί το έδαφος δεν είναι δυνατή η αξιοποίησή του ως αγρού, εντούτοις έκρινε ότι η αξία του έχει μειωθεί σε ποσοστό 20%, κρίση η οποία έρχεται σε αντίφαση με την προηγούμενη παραδοχή της, άλλως στερείται επαρκούς αιτιολογίας, διότι έπρεπε να επικαλεστεί και να παραθέσει στο σκεπτικό της συγκεκριμένα και σαφή πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει πώς διαμόρφωσε την κρίση της αυτή".

Με αυτό το περιεχόμενο ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, γιατί δεν αναφέρεται ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα και ανεπάρκεια των αιτιολογιών, καθόσον η επικαλούμενη ως αντίφαση ότι το Εφετείο δέχεται το μεν ότι δεν είναι δυνατή η αξιοποίηση του εναπομείναντος ως αγρού το δε ότι η αξία του μειώθηκε σε 20% δεν συνιστά αντίφαση και ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε, κατά την κρίση του ανιαρεσείοντος, να διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλομένη.

Στην πραγματικότητα οι αποδιδόμενες στην εφετειακή απόφαση πλημμέλειες ανάγονται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του σαφώς εκτιθέμενου αποδεικτικού της πορίσματος που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται εις βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε, γιατί το αναιρεσίβλητο, το οποίο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, παραστάθηκε με δήλωση, δεν κατέθεσε προτάσεις και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 28-4-2015 (αριθμ. εκθ. καταθ…./2015) αίτηση και τους από 21-4-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/2020) πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 263/2011 εν μέρει οριστικής και της 194/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο

.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ