1094/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑνώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ι. Β. – Π. Τ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ» (… ΑΕΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΟΜΑΔΑ ΜΕΛΕΤΩΝ & ΕΠΙΒΛΕΨΕΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ» – «Ο.Μ.Ε.Τ.Ε. Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
Legislator headnote
AI generated1094/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ» (Τ.Ε.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αγγελική Σκουτέρη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1094 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1094/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου – Στρατουδάκη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών:
1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ι. Β. – Π. Τ. & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ» (… ΑΕΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΟΜΑΔΑ ΜΕΛΕΤΩΝ & ΕΠΙΒΛΕΨΕΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ» – «Ο.Μ.Ε.Τ.Ε. Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΕΑΜ Μ – Η ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
4) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΕΤΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΟΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΕΤΩΝ – ΤΕΤΡΑΣ Η/Μ Α.Ε.Μ.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούντων ατομικώς και ως η ανάδοχος σύμπραξη γραφείων μελετών «... ΑΕΜ – Ο.Μ.Ε.Τ.Ε. Α.Ε. – ΤΕΑΜ Μ – Η ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ Α.Ε. – ΤΕΤΡΑΣ Η/Μ Α.Ε.Μ.» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Άννα Χασάπη και Παναγιώτη Χασάπη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΙΟΝΙΩΝ ΝΗΣΩΝ» που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Φώτιο Κρεμμύδα, Βάγια Παναγιωτόπουλο και Ευτέρπη Μπογδάνου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,
2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ» (Τ.Ε.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αγγελική Σκουτέρη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14.10.2014, 30.04.2015 και 13.05.2015 ανακοπές του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάστηκαν με τις από 10.03.2017 (6) πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσειουσών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1247/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 8/4/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 1/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων και απέρριψε, πλην άλλων, την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της υπ’ αρθμ. 1247/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που είχε δεχθεί τις από 30.04.2015 και από 13.05.2015 ανακοπές του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου, το οποίο ενεργούσε ως υποκατάστατο των αναιρεσειουσών, ως δικαιούχων αμοιβών για την εκπόνηση και παράδοση (εν συμπράξει) μελετών του Λυρικού Θεάτρου Κέρκυρας, δυνάμει της από 04.08.2005 σύμβασης έργου, υπέρ του οποίου αυτές (αναιρεσείουσες) είχαν παρέμβει προσθέτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και είχε ακυρώσει την από 04.04.2015 επιταγή προς πληρωμή, που είχε συνταχθεί κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου α' εκτελεστού τίτλου της από 335/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που είχε εκδοθεί με αίτηση του δεύτερου αναιρεσίβλητου υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του κατά της εταιρείας με την επωνυμία «Αναπτυξιακή Επιχείρηση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας ΑΕ», καθώς και την από 08.05.2015 δήλωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και συγκεκριμένα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.» και την επισπευδόμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως υπό του δευτέρου αναιρεσίβλητου κατά του πρώτου.
Η αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προσθέτως υπέρ του καθ’ού οι ανακοπές και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου παρεμβαίνουσες και εκκαλούσες, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), μόνον όμως κατά το μέρος, που απευθύνεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου, ανακόπτοντος και εφεσίβλητου, αντιδίκου των αναιρεσειουσών, που νίκησε. Αντίθετα, κατά το μέρος, που απευθύνεται κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου υπέρ του οποίου είχαν παρέμβει προσθέτως οι αναιρεσείουσες είναι απαράδεκτη, διότι ελλείπει το έννομον συμφέρον, εφόσον δεν επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη ή αιτιολογία υπέρ του ομοδίκου τους, δευτέρου αναιρεσίβλητου, η οποία τις βλάπτει (ΑΠ 1167/2010, ΑΠ 1552/2010).
[II] Κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 15 και 18 του Ν. 2218/1994 «Ίδρυση νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, τροποποίηση διατάξεων για την πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση και την περιφέρεια και άλλες διατάξεις»:
«(1) οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις μπορούν να συνιστούν ιδρύματα, λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και επιχειρήσεις. Μπορούν επίσης να μετέχουν σε επιχειρήσεις.
[...]
(5) Οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις μπορούν να συνιστούν δικές τους επιχειρήσεις ή να μετέχουν σε επιχειρήσεις που συνιστούν μαζί με άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις που ήδη υπάρχουν:
α) για την εκτέλεση έργων που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού, καθώς και την οικονομική εκμετάλλευση των έργων αυτών,
β) για την παραγωγή αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού,
γ) για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που έχουν σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων.
(6) Δύο ή περισσότερες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις μπορούν να συνιστούν κοινές επιχειρήσεις και να συμμετέχουν σε υφιστάμενες όμοιες επιχειρήσεις.
(7) Η σύσταση αμιγούς επιχείρησης από νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ή η συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση γίνεται μετά από πλήρη οικονομοτεχνική μελέτη και απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αποτελεί το καταστατικό της επιχείρησης και σε περίπτωση σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων μεταγραπτέο τίτλο στο υποθηκοφυλακείο.
(8) Στην απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου για τη σύσταση αμιγούς επιχείρησης αναφέρονται η επωνυμία, ο σκοπός, η διάρκεια και η έδρα της επιχείρησης, η διοίκηση, το κεφάλαιο, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο κατά την κρίση του νομαρχιακού συμβουλίου.
(9) Οι παραπάνω επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από αυτό το νόμο.
(10) Η ευθύνη της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, που συνιστά ή συμμετέχει σε αμιγή επιχείρηση, περιορίζεται στο ποσό της συμμετοχής της στο κεφάλαιο της επιχείρησης.
(11) Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, ρυθμίζονται τα σχετικά με την διοίκηση των αμιγών νομαρχιακών ή διανομαρχιακών επιχειρήσεων των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, τα όργανα των επιχειρήσεων αυτών, τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία τους, την εκλογή και τον ορισμό αυτών, την οικονομική διοίκηση, τη διαχείριση και τον έλεγχο αυτής, την ταμιακή υπηρεσία, τις αποσβέσεις, την οργάνωση και την εποπτεία, τους κανονισμούς, το προσωπικό, τα έργα, τις μελέτες, τις προμήθειες, τη διάθεση των εσόδων, τη λύση και εκκαθάριση αυτών, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
Οι διατάξεις του ΠΔ 520/1988 (ΦΕΚ 236 Α), εφαρμόζονται αναλόγως και στις αμιγείς επιχειρήσεις των Ν.Α. (12) Η σύσταση ή η συμμετοχή σε επιχείρηση που δεν είναι αμιγής, της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης γίνεται ύστερα από πλήρη οικονομοτεχνική μελέτη, με απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.
Με την ίδια απόφαση καθορίζονται η επωνυμία, ο σκοπός, η διάρκεια και η έδρα της επιχείρησης, τα περιουσιακά στοιχεία που εισφέρονται, το ποσό συμμετοχής στο κεφάλαιο της επιχείρησης και η εκπροσώπηση της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης στα όργανα της επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις αυτής της παραγράφου λειτουργούν με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας ή της εταιρείας μικτής οικονομίας ή της αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.
[…]
(15) Οι νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις μπορούν να συνιστούν: α) ανώνυμες εταιρείες του άρθρου 274 παρ. 1α του ΠΔ 323/1989 και β) επιχειρήσεις του άρθρου 274 παρ. 1β του ΠΔ 323/1989 «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας» ή να συμμετέχουν σ’ αυτές.
[…]
(18) Για τις επιχειρήσεις των παρ. 6, 7, 13, 14, 15 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και οι διατάξεις των άρθρων 28 και 274 παρ. 2, 5, 6, 7 και 8 του ΠΔ 323/1989, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που αφορά τις επιχειρήσεις των ΟΤΑ».
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 274 παρ. 1α του ΠΔ 323/1989 «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, εκτός από τις αμιγείς δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης θεωρούνται και οι α) ανώνυμες εταιρίες που συνιστώνται μόνον από φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης και στις οποίες μπορούν να συμμετάσχουν και φορείς του δημόσιου τομέα, με κοινές μετοχές που αντιπροσωπεύουν αθροιστικά μέχρι το είκοσι στα εκατό του κεφαλαίου, β) επιχειρήσεις στις οποίες φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης διατηρούν πάντοτε κοινές μετοχές ή μερίδια που αντιπροσωπεύουν αθροιστικά το τριάντα πέντε στα εκατό του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου και μαζί με συνεταιρισμούς διατηρούν πάντα την πλειοψηφία των μετοχών ή μεριδίων».
Στη συνέχεια με το Π.Δ. 30/1996 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο νόμου με τον τίτλο «Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης» οι ισχύουσες διατάξεις για τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τους νόμους 2218/1994 και 2240/1994.
Κατά το άρθρο 76 του ως άνω Π.Δ. «η σύσταση αμιγούς επιχείρησης από Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ή η συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση γίνεται μετά από πλήρη οικονομοτεχνική μελέτη και απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αποτελεί το καταστατικό της επιχείρησης και σε περίπτωση σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων, μεταγραπτέο τίτλο στο υποθηκοφυλακείο.
Στην απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου για τη σύσταση αμιγούς επιχείρησης αναφέρονται η επωνυμία, ο σκοπός, η διάρκεια και η έδρα της επιχείρησης, η διοίκηση, το κεφάλαιο, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο κατά την κρίση του νομαρχιακού συμβουλίου. Οι παραπάνω επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από αυτό το νόμο.
Η ευθύνη της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης που συνιστά ή συμμετέχει σε αμιγή επιχείρηση περιορίζεται στο ποσό της συμμετοχής της στο κεφάλαιο της επιχείρησης. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, ρυθμίζονται τα σχετικά με τη διοίκηση των αμιγών νομαρχιακών επιχειρήσεων των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, τα όργανα των επιχειρήσεων αυτών, τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία τους, την εκλογή και τον ορισμό αυτών, την οικονομική διοίκηση, τη διαχείριση και τον έλεγχο αυτής, την ταμιακή υπηρεσία, τις αποσβέσεις, την οργάνωση και την εποπτεία, τους κανονισμούς, το προσωπικό, τη διάθεση των εσόδων, τη λύση και εκκαθάριση αυτών».
Εξάλλου, κατά το άρθρο 77 του ίδιου ως άνω ΠΔ «η σύσταση ή η συμμετοχή σε επιχείρηση που δεν είναι αμιγής, της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, γίνεται ύστερα από πλήρη οικονομοτεχνική μελέτη, με απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται η επωνυμία, ο σκοπός, η διάρκεια και η έδρα της επιχείρησης, τα περιουσιακά στοιχεία που εισφέρονται, το ποσό συμμετοχής στο κεφάλαιο της επιχείρησης και η εκπροσώπηση της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης στα όργανα της επιχείρησης. Οι επιχειρήσεις αυτής της παραγράφου λειτουργούν με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας ή της εταιρίας μικτής οικονομίας ή της αστικής εταιρίας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα».
Περαιτέρω, με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 76 του ΠΔ 30/1996 εκδόθηκε το ΠΔ 331/1996 «Αμιγείς Νομαρχιακές Επιχειρήσεις από Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις»:
Στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται ότι «το ΔΣ αποτελείται από πέντε έως έντεκα μέλη, τα οποία ορίζονται από το νομαρχιακό συμβούλιο»•
Στο άρθρο 6 ότι «1. Το διοικητικό συμβούλιο στέλνει όλες τις αποφάσεις του, το αργότερο εντός δέκα ημερών από την έκδοσή τους στη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ή στο νομαρχιακό διαμέρισμα στην οποία ανήκει η επιχείρηση ή που συμμετέχει στην επιχείρηση για ενημέρωση των οργάνων τους.
2. Οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης εγκρίνονται από το νομαρχιακό συμβούλιο, αν αφορούν:
α) Την ψήφιση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και τις μεταβολές του.
β) Την αγορά ή εκποίηση ακινήτων ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα. Δεν απαιτείται έγκριση αν πρόκειται για αγορά και πώληση ακινήτων από επιχειρήσεις οικιστικής δραστηριότητας.
γ) Τη διάθεση των καθαρών κερδών, σύμφωνα με το άρθρο 10.
δ) Τα επενδυτικά προγράμματα της επιχείρησης.
3. Το νομαρχιακό συμβούλιο εγκρίνει τον ισολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων. Επίσης, μπορεί να αποφασίζει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού ελέγχου από τα πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11.
4. Η έγκριση των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου επιχείρησης από το νομαρχιακό συμβούλιο, γίνεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός από τότε που θα του κοινοποιηθούν, οι αποφάσεις αυτές. Αν περάσει η προθεσμία αυτή χωρίς να έχει εκδοθεί απόφαση του νομαρχιακού συμβουλίου, θεωρείται ότι η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης έχει εγκριθεί» •
Και στο άρθρο 15 ότι «1. Οι επιχειρήσεις διαλύονται: α) με τη συμπλήρωση του χρόνου για τον οποίο είχαν συσταθεί, εφόσον δεν έχει παραταθεί. β) σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης και γ) σε κάθε άλλη περίπτωση που προβλέπεται από τη συστατική πράξη. Η διάλυση γίνεται με τον ίδιο τρόπο και διαδικασία που συστήθηκε η επιχείρηση.
2. Τη διάλυση της επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση. Εκτός από την περίπτωση της πτώχευσης, η εκκαθάριση γίνεται από εκκαθαριστές που ορίζονται από το νομαρχιακό συμβούλιο, αν η πράξη σύστασης της επιχείρησης δεν προβλέπει τον ορισμό ειδικών εκκαθαριστών.
3. Με τον ορισμό των εκκαθαριστών παύει αυτοδικαίως η εξουσία των μελών του διοικητικού συμβουλίου και τις αρμοδιότητές του ασκούν οι εκκαθαριστές, εκτός από τις αρμοδιότητές του διοικητικού συμβουλίου που θα κρατήσει το ίδιο το νομαρχιακό συμβούλιο. Επίσης, με τον ορισμό των εκκαθαριστών παύει αυτοδικαίως η εξουσία των ελεγκτών. Οι διοριζόμενοι εκκαθαριστές οφείλουν, μόλις αναλάβουν τα καθήκοντά τους, να ενεργήσουν απογραφή της περιουσίας της επιχείρησης.
4. Στην εκκαθάριση διεκπεραιώνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις, εισπράττονται οι απαιτήσεις, ρευστοποιείται η περιουσία και πληρώνονται τα χρέη της επιχείρησης. Τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία που απομένουν περιέχονται στη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ή στο νομαρχιακό διαμέρισμα που έχει συστήσει την επιχείρηση. Οι λογαριασμοί της εκκαθάρισης εγκρίνονται από το νομαρχιακό συμβούλιο, το οποίο επίσης αποφασίζει για την απαλλαγή των εκκαθαριστών, από κάθε ευθύνη».
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 198 του Ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης – Πρόγραμμα Καλλικράτης»: «οι περιφέρειες που συνιστώνται με τον παρόντα νόμο υπεισέρχονται αυτοδικαίως από την έναρξη της λειτουργίας τους, σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των καταργούμενων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και νομαρχιακών διαμερισμάτων, ως προς τις επιχειρήσεις αυτών. Σε αυτά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις περιλαμβάνονται, μέχρι τη λήξη τους, και οι συμβάσεις μίσθωσης έργου, καθώς και οι συμβάσεις εργασίας αορίστου και ορισμένου χρόνου» •
Κατά δε το άρθρο 199 παρ. 1 και 2 «από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών, υφιστάμενες αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και διαμερισμάτων που καταργούνται, λύονται και τίθενται σε εκκαθάριση. Η εκπλήρωση των σκοπών των επιχειρήσεων που λύονται γίνεται είτε από επιχειρήσεις στις οποίες μετέχει η περιφέρεια είτε από την ίδια την περιφέρεια με αντίστοιχη αναδοχή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους. Για τη λύση των ανωτέρω επιχειρήσεων η σχετική απόφαση του περιφερειακού συμβουλίου λαμβάνεται εντός εξαμήνου από την εγκατάσταση των νέων περιφερειακών αρχών. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζεται η διαδικασία λύσεως και εκκαθαρίσεως των επιχειρήσεων και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια».
Στη συνέχεια, με την παραπάνω εξουσιοδοτική διάταξη εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 54706/30-12-2011 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ 3325/Β/20-12-2011) με τίτλο «Λύση και εκκαθάριση των αμιγών νομαρχιακών επιχειρήσεων ή διαμερισμάτων», στο άρθρο 1 της οποίας ορίζεται ότι «1. Οι αμιγείς νομαρχιακές επιχειρήσεις λύονται με απόφαση του οικείου περιφερειακού συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
2. Τη λύση της επιχείρησης ακολουθεί η εκκαθάριση αυτής. Μετά την εκκαθάριση της επιχείρησης, όσα περιουσιακά στοιχεία απομένουν περιέρχονται στην οικεία περιφέρεια» •
Στο άρθρο 2 ότι «1. Η εκκαθάριση γίνεται από δύο (2) ορκωτούς ελεγκτές που ορίζονται από το περιφερειακό συμβούλιο. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται και η αμοιβή τους [...]»•
και στο άρθρο 4 ότι «Η εκκαθάριση δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τρία έτη από την ημερομηνία έναρξης της. Για τη συνέχιση της εκκαθάρισης πέραν της τριετίας απαιτείται αιτιολογημένη απόφαση του οικείου περιφερειακού συμβουλίου και σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται να υπερβεί την πενταετία».
Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών»: «η ανώνυμη εταιρεία είναι κεφαλαιουχική εταιρεία με νομική προσωπικότητα, για τα χρέη της οποίας ευθύνεται μόνον η ίδια με την περιουσία της».
Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως δευτέρου βαθμού (νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις), με βάση τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2218/1994 και των άρθρων 76 και 77 του, κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθέντος, ΠΔ 30/1996 είχαν τη δυνατότητα να ιδρύουν ή να μετέχουν σε επιχειρήσεις, που συνιστούν μαζί με άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις που ήδη υπάρχουν: (α) για την εκτέλεση έργων που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού, καθώς και την οικονομική εκμετάλλευση των έργων αυτών, (β) για την παραγωγή αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών που έχουν σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού και (γ) για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που έχουν σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων.
Συγκεκριμένα είχαν τη δυνατότητα να ιδρύουν ή να συμμετέχουν σε δύο βασικές κατηγορίες νομαρχιακών επιχειρήσεων, τις αμιγείς νομαρχιακές επιχειρήσεις και τις μη αμιγείς. Οι αμιγείς επιχειρήσεις, αποτελούσαν ιδιότυπα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, στα οποία δεν ίσχυε το οργανωτικό και λειτουργικό πρότυπο της εταιρικής νομοθεσίας και τελούσαν υπό τον άμεσο έλεγχο και την εποπτεία της οικείας νομαρχιακής αυτοδιοικήσεως, ενώ αντίθετα οι μη αμιγείς νομαρχιακές επιχειρήσεις, διέπονταν κατά βάση από τις κοινές διατάξεις της εταιρικής νομοθεσίας και λειτουργούσαν υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας ή αστικής εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ή της εταιρείας μικτής οικονομίας.
Από την έναρξη λειτουργίας των περιφερειών και την κατάργηση των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, ο νόμος ορίζει ότι οι υφιστάμενες αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων λύνονται αυτοδικαίως, με απόφαση του οικείου περιφερειακού συμβουλίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε και τίθενται σε εκκαθάριση, οι δε περιφέρειες, είτε οι ίδιες είτε δια των επιχειρήσεων στις οποίες μετέχουν, αναλαμβάνουν την εκπλήρωση των σκοπών τους με αντίστοιχη αναδοχή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους.
Αντίθετα οι μη αμιγείς επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν, όπως έχει προαναφερθεί, διαφορετικής φύσεως επιχειρησιακά μορφώματα, δεν λύονται υποχρεωτικώς, ούτε οι περιφέρειες υπεισέρχονται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις αυτών, αλλά, εφόσον αποφασισθεί η λύση τους, ακολουθείται η συνήθης διαδικασία εκκαθαρίσεως, στην οποία η υπό εκκαθάριση επιχείρηση εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές της και όχι από την περιφέρεια και ευθύνεται η ίδια η επιχείρηση για τις έναντι τρίτων υποχρεώσεις της.
Άλλωστε, ενόψει ότι η ευθύνη των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, που συνιστούσαν ή συμμετείχαν, είτε σε αμιγή είτε σε μη αμιγή επιχείρηση, περιοριζόταν στη συμμετοχή τους μόνο στο κεφάλαιο της επιχειρήσεως, χωρίς περαιτέρω ευθύνη έναντι τρίτων και οι συνιστώμενες περιφέρειες, που διαδέχονται τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, δεν δικαιολογείται να ευθύνονται για τις υποχρεώσεις των νομαρχιακών επιχειρήσεων, εκτός και αν ορίζεται ρητά στο νόμο, όπως τούτο ορίστηκε στο άρθρο 199 του Ν. 3852/2010, για τις αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων (ΑΠ 199/2019).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 10/2011, ΑΠ 191/2013).
Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 1333/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο (α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, (β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό, (γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και (δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008).
[III] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα:
« |[...] δυνάμει του υπ’ αριθ. …/29-12-1995 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ανδρονίκης Μπακάλη – Σπανού, μεταξύ της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Κέρκυρας και του τέως Δήμου Θιναλίων συστήθηκε με τη μορφή ανωνύμου εταιρείας, η «ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΤΗΣ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «Α.Ε.Ν.Α.Κ.
Α.Ε.», η οποία, σύμφωνα με το καταστατικό της και δη με το άρθρο 1 παρ. 3 αυτού διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ.1, 12, 15α και 18 του Ν. 2218/1994, σε συνδυασμό με το άρθρο 274 παρ. 1α, 2, 5, 6, 7 και 8 του ΠΔ 323/1989 και τις εν γένει διατάξεις των άρθρων του ΚΝ 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, οι διατάξεις του οποίου ρητώς θα εφαρμόζονται για κάθε θέμα, που δεν προβλέπεται ρητώς από το καταστατικό.
Στο άρθρο 3 περιγράφονται οι σκοποί της εταιρείας, ενώ κατά το άρθρο 7, το μετοχικό κεφάλαιο ορίσθηκε σε 10.000.000 δραχμές, διαιρούμενο σε 10.000 μετοχές, αξίας 1.000 δραχμών η καθεμία, το οποίο κάλυψε με την καταβολή μετρητών, αφενός μεν η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας (7.000.000 δραχμές αντί 7.000 μετοχών), αφετέρου δε ο Δήμος Θιναλίων ( 3.000.000 δραχμές αντί 3.000 μετοχών).
Σύμφωνα με το άρθρο 8, συμφωνήθηκε το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας να καλυφθεί και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, σε ποσοστό 92,56% από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας και σε ποσοστό 7,44% από το Δήμο Θιναλίων. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του ανωτέρω καταστατικού, το Δ.Σ. της εταιρείας ορίζεται σε εννεαμελές, έξι μέλη του εκλέγονται από τη Γ.
Σ., δύο μέλη του ορίζονται από το Δήμο Θιναλίων, ενώ το ένα είναι εκπρόσωπος των εργαζομένων. Στο άρθρο 25 καθορίζονται οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, ενώ στα άρθρα 36 επ. ορίζονται τα σχετικά με τη λύση και εκκαθάριση της εταιρείας. Η ως άνω εταιρεία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών στις 25 Δεκεμβρίου 1995, με αριθμό μητρώου 34861/92/Β/95/40, περίληψη δε του ως άνω καταστατικού της δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 630/8-2-1996 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ.
Στις 13 Ιουλίου 2012 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών το από 17.11.2011 πρακτικό της Έκτακτης Αυτόκλητης Γενικής Συνελεύσεως των Μετόχων της εταιρείας, με το οποίο αποφασίστηκε η λύση της και η θέση της σε εκκαθάριση, ορισθέντων με το ίδιο πρακτικό των εκκαθαριστών και οριζομένης ημερομηνίας ενάρξεως της εκκαθαρίσεως την 1η Νοεμβρίου 2011, δημοσιευθέντος του εν λόγω πρακτικού στο υπ’ αριθ. 8337/8-8-2012 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ, χωρίς να προκύπτει ότι οι εργασίες της εκκαθαρίσεως έχουν ολοκληρωθεί.
Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία το Δικαστήριο κρίνει, ότι η εταιρεία με την επωνυμία «Α.Ε.Ν.Α.Κ. Α.Ε.» έχει όλα τα στοιχεία της μη αμιγούς επιχειρήσεως και όχι της αμιγούς, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες λαμβανομένων υπόψη του τρόπου ιδρύσεώς της, λειτουργίας της και πέρατος αυτής.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του καταστατικού, δυνάμει του οποίου ιδρύθηκε η ως άνω εταιρεία, στις οποίες γίνεται σαφής και ρητή αναφορά, ως προς τη λειτουργία της, μόνον των διατάξεων του Ν. 2218/1994 (άρθρ. 21 παρ. 1, 12, 15α και 18) και των διατάξεων του ΚΝ 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, χωρίς να προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2218/1994, που αφορούν τη λειτουργία των αμιγών νομαρχιακών επιχειρήσεων (άρθρ. 21 παρ. 7, 8, 9, 10 και 11), συνάγεται αβιάστως το συμπέρασμα, ότι η πρόθεση της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Κέρκυρας ήταν να ιδρύσει μη αμιγή επιχείρηση, με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, αφού οι τεθείσες διατάξεις παραπέμπουν σαφώς και αποκλειστικώς σε λειτουργία μη αμιγούς επιχειρήσεως.
Ενισχυτικό τούτου είναι το γεγονός ότι η εταιρεία ιδρύθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ενώ το καταστατικό μιας αμιγούς επιχειρήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2218/1994 και του μεταγενέστερου ΠΔ 30/1996 (Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως) ήταν αποτέλεσμα αποφάσεως του Νομαρχιακού Συμβουλίου, η οποία λαμβάνονταν με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του και δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, πράγμα το οποίο δεν συνέβη εν προκειμένω.
Πλέον αυτών, η λειτουργία της παραπάνω εταιρείας, σύμφωνα με το καταστατικό της, προβλέπονταν κατά τρόπο, που προσιδιάζει σε μη αμιγή επιχείρηση. Συγκεκριμένα, οι έξι από τις εννέα θέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της ήταν αιρετές, με εκλογή από τη Γενική Συνέλευση, ενώ με ορισμό προβλέπονταν η επιλογή δύο μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της από τον μετέχοντα στην ίδρυσή της, τότε Δήμο Θιναλίων και όχι από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας, εν αντιθέσει με το ΠΔ 331/1996, που αφορά τη σύσταση και τη λειτουργία των αμιγών νομαρχιακών και διανομαρχιακών επιχειρήσεων, το οποίο προέβλεπε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο αμιγών επιχειρήσεων ορίζεται από το Νομαρχιακό Συμβούλιο (άρθρ. 2 παρ. 1).
Επιπλέον, ενώ σύμφωνα με το ως άνω ΠΔ 331/1996 και στο άρθρο 6 αυτού προβλέπεται η αποστολή των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου μιας αμιγούς επιχειρήσεως στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, για ενημέρωση και έγκριση, αν αφορούν συγκεκριμένα ζητήματα, εν τούτοις, στο καταστατικό της προαναφερθείσας εταιρείας τέτοια πρόβλεψη δεν υπάρχει.
Τέλος, διαφορετική αντιμετώπιση μεταξύ αμιγούς και μη αμιγούς επιχειρήσεως υπάρχει και όσον αφορά τη λύση και την εκκαθάριση της «Α.Ε.Ν.Α.Κ. Α. Ε.». Και τούτο, διότι στο καταστατικό της δεν υπάρχει πρόβλεψη για ορισμό εκκαθαριστών από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, κατά τους όρους του άρθρου 15 παρ. 2 του ΠΔ 331/1996, που αναφέρεται στην εκκαθάριση αμιγούς επιχειρήσεως, ενώ και αν ακόμα υποτεθεί ότι η ως άνω διάταξη επιτρέπει στο καταστατικό την πρόβλεψη ειδικών εκκαθαριστών, σε κανένα σημείο του καταστατικού της «Α.Ε.Ν.Α.Κ.
Α.Ε.» δεν προβλέπεται η συμμετοχή με οποιονδήποτε τρόπο της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως. Όπως προαναφέρθηκε, η απόφαση για τη λύση της ελήφθη από την Έκτακτη Αυτόκλητη Γενική Συνέλευση αυτής και όχι κατά τους όρους του Ν. 3852/2010 και της υπ' αριθ. 54706/30-12-2011 αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που ρυθμίζουν την υποχρεωτική λύση των αμιγών επιχειρήσεων, με απόφαση του οικείου περιφερειακού συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως [...]|».
[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε, ότι η εταιρεία με την επωνυμία «Αναπτυξιακή Επιχείρηση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας» (ΑΕΝΑΚ ΑΕ), κατά της οποίας οι αναιρεσείουσες έχουν αξιώσεις από αμοιβές για την εκπόνηση και παράδοση (εν συμπράξει) μελετών του Λυρικού Θεάτρου Κέρκυρας, δυνάμει της από 04.08.2005 σύμβασης έργου, έχει τα χαρακτηριστικά της μη αμιγούς επιχειρήσεως της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Κέρκυρας και ότι εντεύθεν δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις των άρθρων 198 και 199 του Ν. 3852/2010 και της ΥΑ 54706/30-12-2011 και το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Περιφέρεια Ιονίων Νήσων», που διαδέχτηκε τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας, δεν κατέστη καθολικός διάδοχος της τελευταίας και δεν υπεισήλθε στις υποχρεώσεις της άνω εταιρείας και κατ’ επέκταση και στις κατ' αυτής ως άνω αξιώσεις των αναιρεσειουσών, απέρριψε την έφεσή τους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια και, μετά παραδοχή των από 30.04.2015 και από 13.05.2015 ανακοπών του πρώτου αναιρεσίβλητου, κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου, το οποίο ενεργούσε ως υποκατάστατο των αναιρεσειουσών, υπέρ του οποίου αυτές (αναιρεσείουσες) είχαν παρέμβει προσθέτως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είχε ακυρώσει την από 04.04.2015 επιταγή προς πληρωμή, που είχε συνταχθεί κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου α’ εκτελεστού τίτλου της από 335/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, που είχε εκδοθεί με αίτηση του δεύτερου αναιρεσίβλητου κατά της άνω εταιρείας «ΑΕΝΑΚ ΑΕ», καθώς και την από 08.05.2015 δήλωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου και συγκεκριμένα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.» και την επισπευδόμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως υπό του δευτέρου αναιρεσίβλητου κατά του πρώτου.
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 15 και 18 του Ν 2218/1994, του άρθρου 274 παρ. 1 του ΠΔ 323/1989, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 2190/1920, των άρθρων 198 και 199 του Ν 3852/2010 και των αντίστοιχων της ΥΑ 54706/2011, διότι τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό αυτών σε σχέση με το χαρακτηρισμό της εταιρείας με την επωνυμία «Αναπτυξιακή Επιχείρηση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας» (ΑΕΝΑΚ ΑΕ) ως μη αμιγούς και εντεύθεν δικαιολογούν την έλλειψη ευθύνης, για τις ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειουσών, του πρώτου αναιρεσίβλητου, που διαδέχτηκε τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας.
Ειδικότερα, το Εφετείο στήριξε την άνω κρίση του, ότι, δηλαδή, η επιχείρηση αυτή έχει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της μη αμιγούς και όχι της αμιγούς νομαρχιακής επιχειρήσεως, στον τρόπο ιδρύσεως, λειτουργίας και πέρατος αυτής, καθόσον, κατά το καταστατικό της, είχε συσταθεί από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας και το Δήμο Θιναλίων, υπό τον τύπο της ανώνυμης εταιρείας, λειτουργούσε υπό τους κανόνες αυτής, καθώς και εκείνων του Ν. 2218/1994, που διέπουν τις μη αμιγείς επιχειρήσεις και η λύση της και η θέση της σε εκκαθάριση, οριζόταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών.
Προς τούτο δέχτηκε, ότι στις διατάξεις του καταστατικού της (άρθρ. 1 παρ. 3) γίνεται ρητή και σαφής αναφορά μόνο στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1, 12, 15α και 18 του Ν. 2218/1994, που διέπουν τη λειτουργία των μη αμιγών επιχειρήσεων, καθώς και σ' αυτές του Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, χωρίς να προβλέπεται η εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2218/1994, που αφορούν τη λειτουργία των αμιγών νομαρχιακών επιχειρήσεων (άρθρ. 21 παρ. 7, 8, 9, 10 και 11).
Επιπλέον δέχτηκε, ότι η εταιρεία αυτή συστήθηκε μεταξύ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας και του τέως Δήμου Θιναλίων με το υπ’ αριθ. …/29-12-1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ανδρονίκης Μπακάλη – Σπανού υπό τη μορφή ανωνύμου εταιρείας και περίληψη του καταστατικού αυτού δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθ. 630/8-2-1996 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ, ενώ το καταστατικό μιας αμιγούς επιχειρήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2218/1994, καθώς και του μεταγενέστερου ΠΔ 30/1996 (Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης), καταρτίζεται μετά από απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Επίσης δέχτηκε, ότι η λειτουργία της, κατά τις διατάξεις του καταστατικού της (άρθρ. 23), προβλεπόταν κατά τρόπο, που προσιδιάζει σε μη αμιγή νομαρχιακή επιχείρηση, δεδομένου ότι οι έξι από τις εννέα θέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της ήταν αιρετές, με εκλογή από τη Γενική Συνέλευση και με ορισμό προβλεπόταν η επιλογή δύο μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της από τον μετέχοντα στην ίδρυσή της Δήμο Θιναλίων και όχι από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας, ενώ στο άρθρο 2 του ΠΔ 331/1996, (που, σημειώνεται, ότι εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 76 του ΠΔ 30/1996, που κωδικοποίησε τη νομοθεσία για τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις του Ν. 2218/1994), προβλέπεται ότι το ΔΣ των αμιγών επιχειρήσεων ορίζεται από το Νομαρχιακό Συμβούλιο και περαιτέρω, ενώ στο άρθρο 6 του ίδιου ΠΔ προβλέπεται η αποστολή των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου μιας αμιγούς επιχείρησης στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, για ενημέρωση και έγκριση, αν αφορούν συγκεκριμένα ζητήματα, στο καταστατικό της άνω εταιρείας δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη.
Και τέλος δέχτηκε, ότι στο καταστατικό της, όπου προβλέπονται τα σχετικά με τη λύση και εκκαθάριση αυτής (άρθρ. 36) δεν υπάρχει πρόβλεψη για τον ορισμό εκκαθαριστών από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, κατά τους όρους του άρθρου 15 παρ. 2 του ΠΔ 331/1996, που αναφέρεται στην εκκαθάριση αμιγούς επιχειρήσεως και ότι η απόφαση για τη λύση της λήφθηκε από την έκτακτη αυτόκλητη γενική συνέλευση των μετόχων της με το από 17.11.2011 πρακτικό της, που δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθ.
…/8-8-2-12 ΦΕΚ ΑΕ και ΕΠΕ, με το οποίο ορίσθηκαν και οι εκκαθαριστές της και όχι κατά τους όρους του Ν. 3852/2010 και της υπ’ αριθ. …/30-12-2011 απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που ρυθμίζουν την υποχρεωτική λύση των αμιγών επιχειρήσεων με απόφαση του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, ότι το Εφετείο, αντί να αναζητήσει στις άνω διατάξεις, συνδυαστικά ερμηνευόμενες, τα αντικειμενικά κριτήρια χαρακτηρισμού μιας επιχειρήσεως ΟΤΑ ως αμιγούς ή μη και στη συνέχεια, εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στην επίδικη εταιρεία, να διαγνώσει αν αυτή φέρει ή όχι τα χαρακτηριστικά του ενός ή του άλλου είδους επιχειρήσεως, κατέληξε, ότι η ιδρυθείσα επιχείρηση ήταν μη αμιγής, αφού όμως χρησιμοποίησε ως κριτήριο αυτού του χαρακτηρισμού την πρόθεση των ιδρυτών της να ιδρύσουν μη αμιγή επιχείρηση, που δεν προβλεπόταν στις άνω διατάξεις και υιοθέτησε τον ορισμό, που είχαν δεχθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο με τις υπ’ αριθ. 160/2011, 51/2011, 306/2007 και 32/2008 Πράξεις του και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την υπ’ αριθ. 373/2012 γνωμοδότησή του, σύμφωνα με τον οποίο οι μεν αμιγείς νομαρχιακές επιχειρήσεις είναι ιδιότυπα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οι δε μη αμιγείς διέπονται κατά βάση από τις διατάξεις της εταιρικής νομοθεσίας και λειτουργούν υπό τη μορφή και της ανώνυμης εταιρείας, ενώ από το άρθρο 21 παρ. 9 του Ν. 2218/1994, που ορίζει ότι οι αμιγείς επιχειρήσεις « [...] αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο», δεν προκύπτει η νομική μορφή, που μπορεί να έχει μια αμιγής επιχείρηση και συνεπώς δεν αποκλείεται η σύσταση της και ως ανωνύμου εταιρείας, δεδομένου ότι η νομική μορφή της ΑΕ υποχρεωτικά περιλαμβάνεται στην έννοια γένους του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και επομένως, αντί να κρίνει ότι η ιδρυθείσα νομαρχιακή επιχείρηση είναι αμιγής επιχείρηση ΟΤΑ και ως τέτοια παράνομα δεν προχώρησε στη δημοσίευση της αποφάσεως του νομαρχιακού συμβουλίου περί συστάσεώς της στο ΦΕΚ ή παράνομα δεν προχώρησε στη δημοσίευση στο ΦΕΚ της αποφάσεως λύσεώς της, έκρινε ότι επειδή δεν προχώρησε στη δημοσίευση της αποφάσεως συστάσεώς της στο ΦΕΚ ή επειδή η απόφαση για τη λύση της ελήφθη από την έκτακτη αυτόκλητη γενική συνέλευση και όχι με απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ, είναι μη αμιγής επιχείρηση, είναι αβάσιμες.
Και τούτο, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι η άνω νομαρχιακή επιχείρηση ήταν μη αμιγής, χρησιμοποιώντας προς τούτο κριτήρια, τα οποία συνήγαγε από τις προαναφερόμενες διατάξεις, τα οποία στη συνέχεια υπήγαγε στις ρυθμίσεις του καταστατικού της και συγκεκριμένα, διότι στο καταστατικό της γίνεται σαφής και ρητή αναφορά, ότι συστήθηκε από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας και το Δήμο Θιναλίων, ως ανώνυμη εταιρεία και ότι διέπεται ως προς τη λειτουργία της μόνον από τις διατάξεις του Ν. 2218/1994, που αφορούν τη λειτουργία μη αμιγούς νομαρχιακής επιχειρήσεως, καθώς και τις διατάξεις του Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών.
Η παραπομπή δε της προσβαλλόμενης στην υπ’ αριθ. 373/2012 σχετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που είχε δεχθεί τα ίδια, δεν στοιχειοθετεί τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, δεδομένου, ότι η παραπομπή αυτή έγινε προς ενίσχυση της άνω κρίσης του ως προς την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων σε σχέση με την ιδιότητα της άνω επιχείρησης ως μη αμιγούς.
Με την αναφορά, εξάλλου, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι «πρόθεση της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Κέρκυρας ήταν να ιδρύσει μη αμιγή επιχείρηση με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας» δεν χρησιμοποίησε για τον χαρακτηρισμό αυτό κριτήριο μη προβλεπόμενο από το νόμο και δεν ανήγαγε την πρόθεση των ιδρυτών σε τέτοιο κριτήριο, δεδομένου ότι η αναφορά αυτή έγινε με την έννοια της επιλογής εκ μέρους των ιδρυτών της ίδρυσης μη αμιγούς νομαρχιακής επιχειρήσεως, με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, με βάση τις τότε προβλέψεις των σχετικών διατάξεων του Ν. 2218/1994 και του ΠΔ 30/1996 περί αμιγούς και μη αμιγούς νομαρχιακής επιχειρήσεως, όπως έχουν αναφερθεί στη μείζονα σκέψη.
Ούτε, τέλος, μπορεί να συναχθεί από το ότι το άρθρο 21 παρ. 9 του Ν. 2218/1994 ορίζει ότι οι αμιγείς επιχειρήσεις « [...] αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο», ότι δεν προκύπτει η νομική μορφή, που μπορεί να έχει μια αμιγής επιχείρηση και συνεπώς δεν αποκλείεται η σύσταση της ως ανωνύμου εταιρείας, δεδομένου ότι εάν ο νομοθέτης ήθελε και οι επιχειρήσεις αυτές, που συστήνονται ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, να λειτουργούν υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας θα το όριζε ρητά, όπως έκανε για τη σύσταση των μη αμιγών επιχειρήσεων των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, πράγμα που δεν ήταν δυνατόν, με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα, καθόσον οι αμιγείς επιχειρήσεις των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, που ιδρύονταν με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, εξυπηρετούσαν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, τελούσαν υπό τον άμεσο έλεγχο και την εποπτεία της οικείας νομαρχιακής αυτοδιοίκησης και η σύστασή τους ως ανωνύμων εταιρειών δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τους σκοπούς αυτούς.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.
[V] Περαιτέρω, από τις ίδιες παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στερείται αιτιολογίας σε σχέση με την κρίση ότι η ιδρυθείσα νομαρχιακή επιχείρηση είναι μη αμιγής, διότι οι αναφορές για την αιτιολόγηση στην απουσία ρυθμίσεων στο καταστατικό της, που να ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις, που όρισαν για τις αμιγείς επιχειρήσεις οι διατάξεις των ΠΔ 30/1996 και 331/1996 (αρθρ. 2, 6 και 15), αλλά και εκείνες του Ν. 3852/2010 και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ' αριθ.
ΥΑ 54706/30-12-2011, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν τον μη αμιγή χαρακτήρα αυτής, αφού αυτή συστήθηκε πριν από τη θέση σε ισχύ των άνω προϋποθέσεων και ήταν αδύνατον να περιληφθούν στο καταστατικό της και επομένως δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη προς συναγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, όσον αφορά στις προϋποθέσεις, που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 2 και 6 του ΠΔ 30/1996 και 15 του ΠΔ 331/1996, διότι το Εφετείο υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2218/1994 περί μη αμιγών επιχειρήσεων (άρθρ. 21 παρ. 1, 12, 15α ,18) και του Ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, που στη συνέχεια με τα άνω ΠΔ έγινε απλώς κωδικοποίηση των προγενέστερων αυτών διατάξεων, σχετικά με τη λειτουργία, λύση και εκκαθάριση των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και των ιδρυομένων από αυτές επιχειρήσεων, σε κάθε δε περίπτωση, μετά την ισχύ των άνω ΠΔ, δεν περιλήφθηκαν, με τροποποίηση, στο καταστατικό της άνω επιχειρήσεως οι προβλεπόμενες από αυτά ρυθμίσεις, σχετικά με τις αμιγείς επιχειρήσεις (ορισμός του ΔΣ από το Νομαρχιακό Συμβούλιο, αποστολή αποφάσεων του ΔΣ στη Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση για ενημέρωση και έγκριση και ορισμός εκκαθαριστών από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση), εάν είχε επιλεγεί από τους ιδρυτές της επίμαχης νομαρχιακής επιχείρησης, αυτή να ιδρυθεί ως αμιγής, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, και επομένως το Εφετείο δεχόμενο, ότι οι αναφερόμενες στο καταστατικό της ρυθμίσεις, σε σχέση με τη λειτουργία, τη λύση και την εκκαθάριση αυτής, προσιδιάζουν σε μη αμιγή επιχείρηση, δεν περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Περαιτέρω και οι αιτιάσεις, που αναφέρονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η απόφαση για τη λύση λήφθηκε από την έκτακτη αυτόκλητη γενική συνέλευση της ένδικης επιχείρησης και όχι με τις προϋποθέσεις του Ν. 3852/2010 και της ΥΑ 54706/2011, ήτοι με απόφαση του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι αβάσιμες, διότι οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι Περιφέρειες υπεισέρχονται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των υφισταμένων αμιγών επιχειρήσεων και όχι των μη αμιγών, όπως δέχτηκε το Εφετείο, ότι ήταν η ένδικη επιχείρηση.
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται «πράγματα» κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Τέλος δεν αποτελούν «πράγματα» με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του αριθμό 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2019/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τα εξής στοιχεία και αποδεικτικά μέσα:
(α) την με αριθ. 11/25-6-2011 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου του πρώτου αναιρεσίβλητου (Περιφέρεια Ιονίων Νήσων) περί θέσεως της «ΑΕΝΑΚ ΑΕ» σε εκκαθάριση με ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης αυτής από την 01.11.2011,
(β) την 109-10/2014 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου περί εγκρίσεως από το πρώτο αναιρεσίβλητο του απολογισμού των εκκαθαριστών και
(γ) την 100-11/2015 απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, την οποία είχε επικαλεσθεί το ίδιο το πρώτο αναιρεσίβλητο και με την οποία ορίστηκαν ορκωτοί λογιστές για τη λύση και εκκαθάριση της «ΑΕΝΑΚ ΑΕ», με αποτέλεσμα να κρίνει πως η ίδρυση και λειτουργία της ένδικης νομαρχιακής επιχείρησης («ΑΕΝΑΚ ΑΕ») προσιδιάζει σε μη αμιγή επιχείρηση, ενώ αντίθετα από αυτά προέκυπτε έντονη ανάμιξη του πρώτου αναιρεσίβλητου (Περιφέρεια Ιονίων Νήσων) στη λύση και την εκκαθάριση της «ΑΕΝΑΚ ΑΕ» και εντεύθεν αντίθετη πρόθεση της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και ήδη Περιφέρειας Ιονίων Νήσων κατά τη λειτουργία της «ΑΕΝΑΚ ΑΕ» από εκείνη που κρίθηκε, ότι αποτυπώθηκε στο καταστατικό της και επιπλέον η προσβαλλόμενη απόφαση για να δεχθεί, ότι η επιχείρηση «ΑΕΝΑΚ ΑΕ» συνεστήθη ως μη αμιγής επιχείρηση ΟΤΑ, στηρίχθηκε μόνο σε ένα μέρος των περιστατικών που τέθηκαν υπόψη του και αγνόησε τους ισχυρισμούς τους, πως, αν πρόθεση των μετόχων ήταν η επιχείρηση αυτή να ιδρυθεί και να λειτουργήσει ως ανώνυμη εταιρεία, επί της οποίας δεν θα ασκείται κανείς έλεγχος από την τέως Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κέρκυρας, τότε το γεγονός, ότι η ίδια η επιχείρηση υπέβαλε το σχέδιο της σύμβασης, που αφορά στον ανοιχτό διαγωνισμό για την ανάθεση της εκπόνησης της μελέτης του Λυρικού Θεάτρου Κερκύρας για έλεγχο νομιμότητας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και το Ελεγκτικό Συνέδριο με την 8/2005 πράξη του έκρινε πως η «ΑΕΝΑΚ ΑΕ», όπως προκύπτει από το καταστατικό της, όπως ισχύει μετά την τελευταία τροποποίησή του (26.02.2004), είναι δημόσια επιχείρηση, προφανώς καταδεικνύει αντιθέτου περιεχομένου πρόθεση της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και ήδη Περιφέρειας Ιονίων Νήσων κατά τη λειτουργία της «ΑΕΝΑΚ ΑΕ» από αυτή που κρίθηκε, ότι αποτυπώθηκε στο καταστατικό της.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των αναφερομένων εγγράφων, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, προέκυπτε η ανάμιξη του πρώτου αναιρεσίβλητου (Περιφέρειας Ιονίων Νήσων) στη λύση και εκκαθάριση της «ΑΕΝΑΚ ΑΕ» και εντεύθεν η πρόθεση του κυρίου ιδρυτή και μετόχου της «ΑΕΝΑΚ ΑΕ» να ιδρύσει όχι μη αμιγή, αλλά αμιγή επιχείρηση ΟΤΑ, είναι αβάσιμος, διότι η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Κατά τα λοιπά οι ως άνω ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών δεν συνιστούν «πράγμα» κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα υπέρ των απόψεών τους, τα οποία το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με τις αντίθετες παραδοχές του. Ο ίδιος λόγος από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αόριστος, διότι δεν περιέχει τις απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις και ιδίως δεν αναφέρεται εάν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και ποιές, καθώς και ποιές είναι οι σχετικές ουσιαστικές διατάξεις, οι οποίες φέρεται ότι παραβιάσθηκαν.
[VII] Τέλος, οι αναιρεσείουσες με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους, με τον οποίο παραπονούνταν για απαράδεκτη μεταβολή εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου της ιστορικής βάσεως των ανακοπών του με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται, ότι, ενώ το πρώτο αναιρεσίβλητο (Περιφέρεια Ιονίων Νήσων) διατύπωσε στις ανακοπές του τον ισχυρισμό ότι δεν διαδέχθηκε καθολικώς την «ΑΕΝΑΚ ΑΕ», επειδή η τελευταία είναι μη αμιγής επιχείρηση ΟΤΑ, ως ανώνυμη εταιρεία με περισσότερους του ενός μετόχους, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφενός διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι μια αναπτυξιακή εταιρεία υπό μορφή ανωνύμου εταιρείας, ανεξαρτήτως του αριθμού των μετόχων της, αποκλείεται να είναι αμιγής επιχείρηση ΟΤΑ, μιας και η εταιρική μορφή της ΑΕ επιφυλάχθηκε από τις κείμενες διατάξεις μόνο για τις μη αμιγείς επιχειρήσεις, οι δε αμιγείς προβλεπόταν να είναι μόνο ΝΠΙΔ και όχι ΑΕ και αφετέρου επικαλέστηκε, το πρώτον, πραγματικό γεγονός, ελλείπον από τις ανακοπές της, εκείνο της βουλήσεως της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως να συστήσει μη αμιγή επιχείρηση, μεταβάλλοντας έτσι απαράδεκτα την ιστορική βάση των ανακοπών, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού σε αυτή τη νέα βάση στήριξε η πληττόμενη απόφαση την κρίση της, ότι η πρόθεση της τότε Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως ήταν να ιδρύσει μη αμιγή επιχείρηση, η οποία μάλιστα έλαβε τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, ενώ, αν είχε ληφθεί υπόψη ο ως άνω λόγος της εφέσεώς τους, θα είχε οδηγήσει στην απόρριψη των σχετικών λόγων των ανακοπών της.
Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των προτάσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ουδεμία μεταβολή της ιστορικής βάσεως των ανακοπών προκύπτει, αντίθετα σ’ αυτές εκτίθεται, όπως και στις ανακοπές, ότι η «ΑΕΝΑΚ ΑΕ» δεν είναι αμιγής επιχείρηση ΟΤΑ, αλλά ΑΕ με πάνω από έναν μετόχους, στην οποία ισχύουν τα περί ανωνύμων εταιρειών, αφού κατά ρητή πρόβλεψη του καταστατικού της συστάθηκε ως ΑΕ, μη αμιγής νομαρχιακή επιχείρηση, διεπόμενη από το άρθρο 21 παρ. 12, 15α και 18 του Ν. 2218/1994 και από τις διατάξεις του Ν. 2190/1920 περί ΑΕ.
Επομένως, ο παραπάνω έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τον άνω λόγο της εφέσεώς τους ισχυρισμό των αναιρεσειουσών, περί απαράδεκτης μεταβολής των βάσεων των ανακοπών του πρώτου αναιρεσίβλητου, δεν στοιχειοθετείται, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, ήταν αβάσιμος και εντεύθεν μη ουσιώδης για την έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο « [...] αν υποληφθεί ότι εξέτασε τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε σιωπηρά, προχώρησε στην απόρριψη αυτή του λόγου έφεσης, χωρίς να διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη ποιά περιστατικά επικαλέστηκε και απέδειξε η αντίδικος, που να τεκμηριώνουν ότι δεν επήλθε αυτή η μεταβολή ή, ότι και αν επήλθε δεν επιφέρει το αποτέλεσμα, που επικαλεστήκαμε με αποτέλεσμα οι ελλείψεις αυτές να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 224 και 585 παρ. 1 ΚΠολΔ, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε», είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ο από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου λόγος δίδεται μόνον επί παραβάσεως κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι επί κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις των άρθρων 224 και 585 παρ. 1 ΚΠολΔ.
[VIII] Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ όλων των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08.04.2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 1/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης
αποχωρησάσης
από την Υπηρεσία,
ο αρχαιότερος της
συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος
του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ