Supreme Court annuls appeal judgment for non-appearance and remands appeal for final rejection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the first-instance appeal judgment because the defendants failed to appear or be represented by counsel during the appeal hearing. The court held that the defendants were legally summoned but absent, necessitating a remand for the appeal to be heard as if all parties were present. Consequently, the appeal was rejected on the merits, and the defendants were ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1-5, 576 para. 1-3, 495 para. 4, 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or be represented during an appeal hearing despite proper summons, the court must proceed as if all parties were present, and the appeal is decided on the merits with the losing party bearing costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1094 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1094/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ν.Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.", που εδρεύει στην ……. και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ν. Κ. του Γ., 3) Ό. Κ. του Σ., κατοίκων ….. οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 225/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/10/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 2-10-2017 με αριθ. κατ. 29/6-10-2017 αίτησης αναίρεσης κατά της 133/2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οι αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα δικάσιμο, όπως αυτό προκύπτει από τις…..., αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καστοριάς Ν. Φ. Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 133/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε και κατ' ουσία την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά της 225/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά της... διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και ακολούθως, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε εν μέρει την προσβαλλόμενη με αυτήν ως άνω διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις (λόγους) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται καθολικά η υπόθεση, αλλά στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων της ανακοπής.
Οι λόγοι που προσδιορίζουν την έλλειψη είτε των διαδικαστικών (τυπικών) είτε των ουσιαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της ανακοπής ή, σύμφωνα με το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται στον αντίδικο.
Έτσι, μόνο το περιεχόμενο της ως άνω ανακοπής και των τυχόν πρόσθετων λόγων της, προσδιορίζει την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετεί δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 1298/2018, ΑΠ 1881/2014, ΑΠ 1943/2009), δεν επιτρέπεται, δε, συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις, ή την έφεση, τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αναίρεση (ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1313/2007, ΑΠ 339/2006).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 παρ. 1 εδ. α' και 2, 628 παρ. 1 στοιχ. α, 629 εδ. α', 632, παρ. 1 εδ. α' και 633 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη υπόθεση χρόνο, προκύπτει, ότι αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι το έγκυρο ή μη της έκδοσης της τελευταίας.
Συνεπώς, ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και αντικειμενικά ήταν αδύνατη η προβολή τους για το λόγο ότι τα περιστατικά που τις στηρίζουν συντελέστηκαν μετά την έκδοση αυτής. Άρα δεν είναι λογικώς δυνατόν να επιδρούν στο έγκυρο της έκδοσής της. Έτσι, τα επιγενόμενα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής περιστατικά, όπως η απόσβεση της απαίτησης εν όλω ή εν μέρει, με καταβολή του χρηματικού ποσού αυτής, μπορούν να προταθούν μόνο μέσω της κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της εκτέλεσης (ΑΠ 1371/2018, ΑΠ 1344/2017, ΑΠ 1366/2008). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 2001/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 2-4-2012 αίτηση της αναιρεσείουσας προς το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, εκδόθηκε η…. διαταγή πληρωμής αυτού, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σ' αυτήν, ως χρεωστικό υπόλοιπο της καταρτισθείσας σύμβασης πίστωσης με ανοικτό/αλληλόχρεο λογαριασμό, ποσό 296.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 22-5-2012 ανακοπή τους και στη συνέχεια, με το από 30-7-2013 αυτοτελές δικόγραφο, πρόσθετους λόγους ανακοπής. Με την 225/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, απορρίφθηκε η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής. Κατά της απορριπτικής απόφασης, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 17-7-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 133/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι της έφεσης, έγινε δεκτός ο έβδομος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το Εφετείο έκρινε ότι παραδεκτά το πρώτον ενώπιόν του, υποβλήθηκε ένσταση μερικής απόσβεσης της απαίτησης για την οποία είχε εκδοθεί η άνω διαταγή πληρωμής και συγκεκριμένα λόγω καταβολής από το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητή στην προαναφερόμενη σύμβαση, ποσού 182.960,35 ευρώ.
Ειδικότερα, από την παραδεκτά επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το λόγο αυτό της έφεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον έβδομο λόγο εφέσεως οι εκκαλούντες επικαλούνται το πρώτον στον παρόντα βαθμό, μερική εξόφληση της απαιτήσεως της εφεσίβλητης, κατά το ποσό των εκατόν ογδόντα δύο χιλιάδων, εννιακοσίων εξήντα και τριάντα πέντε λεπτών (182.960,35) ευρώ τα οποία κατέβαλε στην εφεσίβλητη δανείστρια το Ελληνικό Δημόσιο που απετέλεσε τον εγγυητή ποσοστού στη σύμβαση αυτή.
Ο λόγος αυτός παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό διότι τυγχάνει οψιγενής σε σχέση με την ανακοπή, δεδομένου ότι το Ελληνικό Δημόσιο φέρεται να κατέβαλε το ποσό στις 7-3-2013 ήτοι μετά την παρέλευση της προθεσμίας άσκησης της ενδίκου ανακοπής (15νθήμερο μετά την επίδοση της διαταγής που εγένετο στις ...
επισημείωση δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Καστοριάς Ν. Φ. επί του σώματος του αντιγράφου εξ απογράφου της διαταγής πληρωμής) (άρθρ. 527 παρ. 5 και 6 βλ. Πανταζόπουλου "Η ανακοπή", εκδ. 2001, σελ. 182). Είναι δε νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 417 ΑΚ (βλ. ΕφΑθ 201/1999 ΕΤΑΧΔ 2000.449, ΕφΑθ 3814/1996 ΔΕΕ 1997.300, Πανταζόπουλου, Ο.Π.
σελ. 98) και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Απ' όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται και τις ομολογίες που περιέχονται στις προτάσεις τους αποδεικνύεται ότι στις 7-3-2013 το Ελληνικό Δημόσιο ως εγγυητής της σύμβασης δανείου που συνήψαν οι διάδικοι, κατέβαλε το ποσό των 182.960,35 ευρώ, προς εξόφληση της απαιτήσεως, που το εισέπραξε η εφεσίβλητη δανείστρια Τράπεζα, όπως τούτο ομολογεί και στις προτάσεις που κατέθεσε νομότυπα και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (βλ.
σελ. 12, 13 προτάσεων)". Με την παραδοχή αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τον ως άνω λόγο της έφεσης και μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε ως βάσιμη εν μέρει την ανακοπή, λόγω της μερικής εξόφλησης της απαίτησης για την οποία είχε εκδοθεί η διαταγή πληρωμής και ακύρωσε κατά το καταβληθέν ποσό την προσβαλλόμενη με αυτήν διαταγή πληρωμής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για την οποία μέμφεται την απόφασή του η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης. Τούτο διότι, ενώ η προσβαλλόμενη με την ανακοπή 61/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς εκδόθηκε στις 4-4-2012, η δε καταβολή του χρηματικού ποσού από το Ελληνικό Δημόσιο στην αναιρεσείουσα Τράπεζα για τη μερική εξόφληση της απαίτησης από τη διαταγή πληρωμής, έγινε, κατά την παραδοχή του Εφετείου, στις 7-3-2013, ήτοι μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Συνεπώς ο αποσβεστικός λόγος της μερικής εξόφλησης της απαίτησης δεν υπήρχε κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο κρίνονται οι προϋποθέσεις εγκυρότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προρηθέντα, ο επιγενόμενος της έκδοσης της διαταγής πληρωμής λόγος, δεν μπορεί να προταθεί ως λόγος ακυρότητας της έκδοσης αυτής.
Κατ' ακολουθία, ο γενόμενος δεκτός λόγος της ανακοπής περί της μερικής εξόφλησης, ήταν απαράδεκτος, και το Εφετείο, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτό. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται σχετική, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, παραδεκτά προβαλλόμενος, καθόσον η αναιρεσείουσα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται, είχε προτείνει τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου του λόγου τούτου της ανακοπής των αναιρεσίβλητων με τις προτάσεις που υπέβαλε στο Εφετείο, για την και ανωτέρω εκτιθέμενη αιτία (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), παρεκτός του ότι το σφάλμα του Εφετείου προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 περ.
β' ΚΠολΔ), είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή αυτού του λόγου της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος τούτο, ήτοι κατά το μέρος που ακύρωσε εν μέρει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής επειδή καταβλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στην αναιρεσείουσα, για την ένδικη απαίτηση αυτής κατά των αναιρεσίβλητων, ποσό 182.960,35 ευρώ, αλλά και κατά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1846/2017, ΑΠ 1099/2017, ΑΠ 96/2016).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο, ενόψει και της ενεργείας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το εφετείο, στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί.
Ειδικότερα, μετά την αναίρεση της απόφασης, η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση (ΑΠ 43/2005, ΑΠ 137/2004). Το δικαστήριο της παραπομπής επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους αυτής που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία και μόνον επανακρίνεται (ΑΠ 1145/2005) εφόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής.
Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει του ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση είχαν απορριφθεί όλοι οι λοιποί, πλην του ως άνω έβδομου, λόγοι της έφεσης και δεν προσβλήθηκε η απόφαση αυτή για την απόρριψή τους, δημιουργείται δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα που αφορούν τους απορριφθέντες λόγους ακύρωσης της επίδικης διαταγής πληρωμής και δεν μπορούν πλέον αυτοί να ερευνηθούν εκ νέου από το δικαστήριο της παραπομπής.
Το Εφετείο θα δικάσει μόνο το κεφάλαιο του προταθέντος λόγου ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, περί της επιγενόμενης μερικής απόσβεσης της απαίτησης για την οποία είχε εκδοθεί αυτή, στο οποίο αφορά ο έβδομος λόγος της έφεσης, όχι, όμως, και τους λοιπούς απορριφθέντες λόγους της έφεσης των αναιρεσίβλητων.
Έτσι, υπολείπεται μόνο, μετά το απαράδεκτο και του προταθέντος ως άνω λόγου ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με την απόρριψη της έφεσης. Κατ' ακολουθία, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η έφεση, η οποία και πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, του δευτέρου και του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 133/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 17-7-2014 εφέσεως των αναιρεσίβλητων κατά της 225/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς.
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ για το δεύτερο και παρόντα βαθμούς δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου