Supreme Court dismisses appeal on public works contract acceptance, ruling automatic acceptance requires no contractor documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a regional water utility's decision to reject a contractor's claim for automatic acceptance of public works. The contractor argued that the contract required specific documentation for automatic acceptance, while the utility contended that statutory provisions did not mandate such documents. The court ruled that the governing laws and regulations do not require the contractor to submit specific documents for automatic acceptance, thereby validating the utility's rejection of the claim.
Legislator headnote
AI generatedArt. 11 para. 1 & 2 of Law 1418/1984; Art. 38 para. 4 of Decree 609/1985: Automatic acceptance of public works does not require the contractor to submit specific documents to the employer.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1094 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1094/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ - ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΒΟΛΟΥ" (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.), που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεάνθη Ρούσσο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τεχνικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Γεώργιο Γκιώνη που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Μπούζα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2013 προσφυγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η 36/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/6/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη..
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 και 2 Ν. 1418/1984 περί Δημοσίων Έργων, όπως η παρ. 2 αντ/κε με άρθρο 2 παρ. 17 Ν. 2229/1994 (το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση) "Μετά τη βεβαίωση περάτωσης των εργασιών το έργο παραλαμβάνεται προσωρινά και οριστικά. Με την προσωρινή παραλαβή ελέγχονται οι εργασίες ποσοτικά και ποιοτικά.
Η οριστική παραλαβή γίνεται μετά την προσωρινή και την πάροδο του χρόνου υποχρεωτικής από τον ανάδοχο συντήρησης ...." (παρ. 1). "Οι παραλαβές, προσωρινή και οριστική, γίνονται υποχρεωτικά μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες. Σε περίπτωση που οι προθεσμίες αυτές, που προσδιορίζονται με προεδρικό διάταγμα, περάσουν άπρακτες, οι παραλαβές θεωρούνται ότι συντελέστηκαν αυτοδικαίως και ύστερα από σχετική έγγραφη όχληση του αναδόχου και επιβάλλονται στα υπαίτια όργανα του φορέα κατασκευής του έργου οι προβλεπόμενες στην παρ. 8 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου πειθαρχικές ποινές.
Οι προθεσμίες αυτές αρχίζουν από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου και εφόσον υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση, όπως ειδικότερα ορίζεται με προεδρικό διάταγμα...." (παρ. 2). Σύμφωνα δε με το άρθρο 38 παρ. 4 του π.δ. 609/1985, που έχει εφαρμογή και στα έργα που εκτελούνται από τις Δημοτικές και Κοινοτικές Επιχειρήσεις (άρθρο 1 και 11 παρ.5 του π.δ.1711/1987) "Δύο μήνες το αργότερο μετά τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να υποβάλει στη Διευθύνουσα υπηρεσία τυχόν επιμέρους επιμετρήσεις που λείπουν και την "τελική επιμέτρηση", δηλαδή τελικό συνοπτικό πίνακα που ανακεφαλαιώνει τις ποσότητες όλων των τμηματικών επιμετρήσεων και των πρωτοκόλλων της παρ.3...
Η τελική επιμέτρηση υπογράφεται απ' τον ανάδοχο με την ένδειξη "όπως συντάχθηκε από τον ανάδοχο". Η Διευθύνουσα υπηρεσία έχει υποχρέωση να προβεί στον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή της και να κοινοποιήσει στον ανάδοχο την ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη επιμέτρηση. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 έχει εφαρμογή για την τελική επιμέτρηση".
Η ως άνω προθεσμία των δύο μηνών που τάσσεται στη Διευθύνουσα Υπηρεσία του φορέα κατασκευής του έργου για τον έλεγχο και την έγκριση ή μη της τελικής επιμέτρησης, δεν είναι ενδεικτική, αλλά αποκλειστική προθεσμία ενέργειας και η άπρακτη πάροδος αυτής συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έγκριση της τελικής επιμέτρησης, ως αυτή υπεβλήθη, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών της και καθιδρύει υποχρέωση του φορέα του έργου να καταβάλει στον ανάδοχο την αμοιβή που αντιστοιχεί στις εργασίες που περιλαμβάνονται στην τελική επιμέτρηση και δεν έχουν μέχρι τότε πληρωθεί.
Μετά τη ρητή ή αυτοδίκαιη (σιωπηρή) έγκριση της τελικής επιμέτρησης η Διευθύνουσα Υπηρεσία, όπως και επί της εμπρόθεσμης έγκρισης, είναι κατά χρόνο αναρμόδια να τη διορθώσει, επειδή μετέβαλε άποψη ως προς τις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν, αφού στην περίπτωση αυτή, λόγω της πιο πάνω ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, η οποία δεν προβλέπει δυνατότητα της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να επανέλθει και διορθώσει την τελική επιμέτρηση, ανακαλώντας με τον τρόπο αυτό την προηγούμενη ρητή ή σιωπηρή έγκριση της, δεν έχουν εφαρμογή ούτε οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου για την ανάκληση από τη διοίκηση πράξεών της για λόγους αναγόμενους στη νομιμότητά τους, οι οποίες, άλλωστε, προϋποθέτουν σχέση διοίκησης και διοικουμένου, η οποία δεν υφίσταται επί συμβάσεως εκτελέσεως έργου και πολύ περισσότερο επί συμβάσεως έργου στην οποία και οι δύο συμβαλλόμενοι είναι Ν.Π.Ι.Δ., όπως συμβαίνει εν προκειμένω, ούτε, επίσης, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για την ακύρωση δήλωσης λόγω ουσιώδης πλάνης του Αστικού Κώδικα.
Υπό την αντίθετη εκδοχή η Διευθύνουσα Υπηρεσία θα μπορεί και μετά το πέρας του κατασκευαστικού σταδίου, κατά το οποίο και μόνο εκτείνεται η αρμοδιότητά της, να επανέρχεται οποτεδήποτε και με μεταγενέστερο έλεγχο να ανακαλεί κάθε φορά την προηγούμενη αυτοδίκαιη έγκριση των επιμετρήσεων, πράγμα που δεν θέλησε ο νομοθέτης και δεν συμβάλλει στον επιδιωκόμενο με την παραπάνω διάταξη σκοπό (Ολ.
ΑΠ 8/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 52, του ιδίου π.δ/τος "....Αν οι εργασίες έχουν περατωθεί ο προϊστάμενος της Διευθύνουσας υπηρεσίας εκδίδει βεβαίωση για το χρόνο περάτωσης των εργασιών (βεβαίωση περάτωσης των εργασιών). Η βεβαίωση αυτή δεν αναπληρώνει την παραλαβή των έργων, η οποία διενεργείται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του διατάγματος, αυτού.
Την έκδοση της βεβαίωσης μπορεί να ζητήσει ο ανάδοχος και πριν από τη λήξη των προθεσμιών αν έχει περατώσει τα έργα" (παρ. 1). "Αν στις εργασίες που έχουν περατωθεί διαπιστωθούν επουσιώδεις μόνο ελλείψεις που δεν επηρεάζουν τη λειτουργικότητα του έργου, ο προϊστάμενος της Διευθύνουσας υπηρεσίας γνωστοποιεί με διαταγή του προς τον ανάδοχο τις ελλείψεις που έχουν επισημανθεί και τάσσει εύλογη προθεσμία για την αποκατάστασή τους.
Στην περίπτωση αυτή η βεβαίωση περάτωσης εκδίδεται μετά την εμπρόθεσμη αποκατάσταση των ελλείψεων και αναφέρει το χρόνο που περατώθηκε τo έργο χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος αποκατάστασης" (παρ.2). "Αν οι εργασίες δεν έχουν περατωθεί ή οι ελλείψεις που διαπιστώθηκαν δεν είναι επουσιώδεις ή αν δεν περατώθηκαν από τον ανάδοχο εμπρόθεσμα οι εργασίες αποκατάστασης επουσιωδών ελλείψεων σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, εφαρμόζονται, ανάλογα με την περίπτωση, οι διατάξεις των άρθρων 46 και 47" (παρ. 3).
Κατά το άρθρο 53 παρ. 4 του ως άνω π.δ/τος "Η προσωρινή παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε έξι μήνες από τη βεβαιωμένη περάτωση του έργου, εφόσον υποβληθεί απ' τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση του έργου μέσα σε δύο μήνες από την περάτωση. Αν η τελική επιμέτρηση υποβληθεί από τον ανάδοχο μεταγενέστερα, η πιο πάνω προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την υποβολή της τελικής επιμέτρησης.
Αν δεν υποβληθεί τελική επιμέτρηση από τον ανάδοχο η προθεσμία για τη διενέργεια της παραλαβής αρχίζει από την κοινοποίηση στον ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης που συντάχθηκε απ' την υπηρεσία. Αν η παραλαβή δεν διενεργηθεί ή το πρωτόκολλο δεν εγκριθεί μέσα στις πιο πάνω προθεσμίες η παραλαβή θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα μέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργειά της".
Κατά το άρθρο 54 παρ. 1 του ιδίου ως άνω π.δ/τος "Ο χρόνος εγγύησης, κατά τον οποίο ο ανάδοχος φέρει τον κίνδυνο του έργου και υποχρεούται στη συντήρηση του σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ 6 και άρθ. 11 παρ. 1 του ν. 1418/84 και μετά την πάροδο του οποίου ενεργείται η οριστική παραλαβή, ορίζεται γενικά σε δεκαπέντε μήνες.
Σε εντελώς ειδικές περιπτώσεις μπορεί με τη σύμβαση να ορίζεται μεγαλύτερος χρόνος εγγύησης ενδεχόμενα και με ιδιαίτερο αντάλλαγμα, όχι όμως μεγαλύτερος από τρία χρόνια ... Ο χρόνος εγγύησης αρχίζει από τη βεβαιωμένη περάτωση των εργασιών αν μέσα σε δύο μήνες απ' αυτή υποβληθεί από τον ανάδοχο η τελική επιμέτρηση άλλως από την ημερομηνία που υποβλήθηκε ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο συντάχθηκε η τελική επιμέτρηση".
Κατά δε το άρθρο 55 παρ. 1 και 2 του ιδίου ως άνω π.δ/τος 1. "Στην οριστική παραλαβή εφαρμόζονται οι διατάξεις για την προσωρινή παραλαβή των παρ. 1, 3 και 5 του άρθρου 53. Και 2. Η οριστική παραλαβή πρέπει να διενεργηθεί μέσα σε δύο μήνες από τότε που λήγει ο χρόνος εγγύησης σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο. Αν η οριστική παραλαβή δεν διενεργηθεί μέσα σ' αυτή την προθεσμία θεωρείται ότι έχει συντελεσθεί αυτοδίκαια τριάντα μέρες μετά την υποβολή από τον ανάδοχο σχετικής όχλησης για τη διενέργειά της.
Αν η προσωρινή παραλαβή δεν έχει διενεργηθεί μέχρι την οριστική παραλαβή, διενεργείται ταυτόχρονα προσωρινή και οριστική παραλαβή. Υπό το νομικό καθεστώς του π.δ. 609/1985 και του Ν. 1418/1984, πoυ διέπει την ένδικη σύμβαση, δεν προβλέπεται ως προϋπόθεση για την προσωρινή ή οριστική παραλαβή του έργου η υποβολή από τον ανάδοχο Φακέλου Ασφάλειας και Υγείας (Φ.Α.Υ.) όπως και Μητρώου του έργου, τα οποία προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 73 παρ. 2 και 7 και 75 παρ. 8 του νεότερου Ν. 3669/2008, σύμφωνα με τις οποίες απαραίτητο στοιχείο για την προσωρινή και οριστική παραλαβή κάθε δημόσιου έργου είναι η υποβολή του Μητρώου των έργων όπως και του Φακέλου Ασφάλειας και Υγείας (Φ.Α.Υ.).
Βέβαια, στο άρθρο 3 παρ. 3, 7 και 8 του π.δ 305/1996, ορίζεται ότι πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου ο εργολάβος ολόκληρου του έργου (και αν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου) μεριμνά για την εκπόνηση σχεδίου ασφάλειας και υγείας και για την κατάρτιση φακέλου ασφάλειας και υγείας (παρ. 3), ο οποίος (φάκελος ασφάλειας και υγείας) περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, και το μητρώο του έργου, δηλαδή τα σχέδια και την τεχνική περιγραφή του έργου (παρ. 3 και 7), και ότι το σχέδιο και ο φάκελος ασφάλειας και υγείας αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των δικαιολογητικών που υποβάλλονται για την έκδοση της οικοδομικής άδειας του έργου, στα δε δημόσια έργα και εφόσον δεν απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας, το σχέδιο και ο φάκελος ασφάλειας και υγείας αποτελούν τμήμα της τεχνικής μελέτης που υποβάλλεται για έγκριση (παρ. 8).
Όπως όμως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, ο φάκελος ασφάλειας και υγείας και το μητρώο του έργο ο αποτελούν απαραίτητα δικαιολογητικά για την έκδοση της οικοδομικής άδειας του έργου, ή αν δεν απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας, αποτελούν τμήμ της τεχνικής μελέτης που υποβάλλεται για έγκριση και όχι προϋποθέσεις για την προσωρινή ή οριστική παραλαβή του έργου (ΑΠ 2018-2020/2017).
Η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται από το ότι με την 433/19-21/9/2000 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων καθορίζεται ότι: "Καθιερώνουμε τον Φάκελλο Ασφαλείας και Υγείας (ΦΑΥ) που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 του ΠΔ 305/96 ως απαραίτητο στοιχείο για την προσωρινή (άρθ. 53 ΠΔ609/85) και την οριστική (αρθ.55 ΠΔ609/85) παραλαβή κάθε Δημοσίου Έργου, για το οποίο δεν έχει εκδοθεί βεβαίωση περάτωσης των εργασιών από τον προϊστάμενο της Διευθύνουσας υπηρεσίας (αρθ. 52 ΠΔ 609/85) μέχρι της δημοσιεύσεως της παρούσας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η επιτροπή παραλαβής του έργου επιβάλλεται να διαπιστώνει ότι για το παραλαμβανόμενο προσωρινά ή οριστικά έργο, έχει καταρτιστεί ΦΑΥ και ότι αυτός είναι ενημερωμένος σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 3 του ΠΔ 305/96. Η παραπάνω διαπίστωση θα αναγράφεται ρητά στο σχετικό Πρωτόκολλο Παραλαβής και η επιτροπή δεν θα προβαίνει στην παραλαβή εάν δεν υφίσταται ο ΦΑΥ, ή εάν αυτός δεν είναι αρκούντως ενημερωμένος.
Στο Πρωτόκολλο Οριστικής Παραλαβής θα αναφέρεται ακόμη ότι ο ΦΑΥ εφαρμόστηκε και ενημερώθηκε μετά την προσωρινή παραλαβή, ή ότι συμπληρώθηκε με τις εργασίες που εκτελέστηκαν σε εφαρμογή των παρατηρήσεων για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων", καθόσον η παραπάνω υπουργική απόφαση αναφέρεται σε παραλαβή (προσωρινή ή οριστική) του έργου από σχετικώς συσταθείσα επιτροπή (παραλαβής) η οποία και διαπιστώνει την ύπαρξη ή όχι φακέλου ασφάλειας και υγείας και δεν καταλαμβάνει και την περίπτωση της αυτοδίκαιης παραλαβής, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η οποία συντελείται λόγω παρόδου των προθεσμιών που τάσσει ο νόμος (ΑΠ 1275/2017).
Περαιτέρω κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών....". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, ΑΠ 4/2005), κατά δε αυτά του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέλος κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες. (ΑΠ 47/2006 1061/06).
Με τους (τρείς) λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από το αναιρεσείον ΝΠΙΔ οι, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 11 παρ.1, 2 ν.1418/1984, όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε με την παρ.1 του άρθρου 2 ν.2229/94, 52, 53 και 54 πδ 609/1985, έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την κατ'αυτού εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη προσφυγή της αναιρεσιβλήτου με την οποία η τελευταία ζήτησε την μετ'αναγνώριση αφενός της κατά την 16-4-2009 επελθούσης αυτοδικαίας προσωρινής και οριστικής παραλαβής του επιδίκου έργου και αφετέρου του συνόλου των μέχρι την 31-10-2007 εκτελεσθεισών ποσοτήτων εργασιών, ακυρότητα του μεταγενεστέρως των ως άνω ημεροχρονολογιών εκδοθείσης (την 17-5-2013) υπ'αριθμ.9Β αρνητικής πληρωμής της αναιρεσείουσας με την οποία αυτή προέβη σε περικοπή της αμοιβής της αναιρεσιβλήτου κατά το ποσό των 1.118.816,10 ευρώ λόγω αποκλίσεων της εργολαβίας αναφορικά με το κατά την 31.10.2007 διαπιστωθέν σύνολο των εκτελεσθεισών εργασιών" δεχθείσα, με ελλιπής και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού που αναφέρονται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου αφενός την αυτοδίκαιη συντέλεση της (προσωρινής και οριστικής) παραλαβής του έργου κατά την 16.4.2009 [η οποία μέχρι τώρα δεν έχει πραγματοποιηθεί] και αφετέρου την ακυρότητα του μεταγενεστέρως της παραπάνω ημεροχρονολογίας (16-4-2009) γενομένου ποσοτικού ελέγχου των εκτελεσθεισών εργασιών, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά επέβαλαν την αντίθετη κρίση και την απόρριψη της προσφυγής ως ουσιαστικά αβασίμου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ'εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα τα'ακόλουθα: "Η καθ'ης η προσφυγή (Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου) προκήρυξε δημόσιο ανοικτό μειοδοτικό διαγωνισμό για την ανάδειξη αναδόχου του έργου "...", συνολικού προϋπολογισμού € 13.000.000 (χωρίς Φ.Π.Α.
και αναθεώρηση). Το έργο αποτελούνταν από δύο τμήματα: Το τμήμα (Α), προϋπολογισμού € 10.500.000 (χωρίς Φ.Π.Α. και αναθεώρηση), που αφορούσε στην κατασκευή 153.063 μ. αγωγών και το τμήμα (Β), προϋπολογισμού € 2.500.000,00 (χωρίς Φ.Π.Α. και αναθεώρηση), που αφορούσε στην κατασκευή 37.867 μ. αγωγών. Ανάδοχος του έργου ανακηρύχθηκε νομίμως η προσφεύγουσα.
Έτσι, την 7-3-2005 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων το σχετικό εργολαβικό συμφωνητικό, με το οποίο ανατέθηκε στην προσφεύγουσα η εκτέλεση του ανωτέρω έργου ποσού € 8.969.537,88 (χωρίς Φ.Π.Α. και αναθεώρηση). Το έργο, το τεχνικό αντικείμενο του οποίου συνίστατο στην τοποθέτηση 190.930 μ. νέων αγωγών ύδρευσης από πολυαιθυλένιο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Βόλου και της Ν.
Ιωνίας για την επέκταση και βελτίωση του υφισταμένου δικτύου έπρεπε να ολοκληρωθεί έως τις 7-3-2007. Η εκτέλεση του έργου προχώρησε κανονικά και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα συμβατικά τεύχη, ολοκληρώθηκε δε στις 7-9-2007, διότι μεσολάβησε έγκριση παρατάσεως του χρόνου παραδόσεως μέχρι τις 7-9-2007 με την υπ' αριθ. 55/2007 απόφαση του Δ.Σ.
της καθ'ης, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. 4077/20-4-2007 απόφαση της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Ακολούθως, στις 14-9-2007 εκδόθηκε από τον προϊστάμενο της διευθύνουσας υπηρεσίας της καθ'ης η προβλεπόμενη από το άρθρ. 52§1 του Π.Δ. 609/1985 Βεβαίωση Περαίωσης Εργασιών, με την οποία βεβαιώνεται η εμπρόθεσμη και σύμφωνη με τους όρους της σύμβασης και τις οδηγίες της Υπηρεσίας ολοκλήρωση των εργασιών του έργου.
Κατά την διάρκεια του έργου συντάσσονταν από την προσφεύγουσα επιμέρους αναλυτικές επιμετρήσεις, οι οποίες υποβάλλονταν προς έλεγχο και έγκριση στη διευθύνουσα υπηρεσία της καθ'ης. Στις 29- 10-2007 η προσφεύγουσα υπέβαλε, με τα υπ' αρ. πρωτ. ΔΕΥΑΜΒ …1, …2, …..3, …4, …5/29-10-2007 έγγραφά της, όπως είχε υποχρέωση από το άρθρο 38 παρ. 4 του ΠΔ 609/1985, τις τελευταίες επιμέρους αναλυτικές επιμετρήσεις και στις 2-11-2007, υπέβαλε, με το υπ' αρ.
πρωτ. Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β. …2 έγγραφο της την από 31-10-2007 Τελική Επιμέτρηση και τον Τελικό Συνοπτικό Επιμετρητικό Πίνακα του Έργου. Η Τελική Επιμέτρηση, συντεταγμένη κατά το άρθρο 38 του ΠΔ 609/1985, περιλάμβανε αφενός τις εκτελεσμένες ποσότητες εργασιών που είχαν προηγουμένως περιληφθεί στις επιμέρους αναλυτικές επιμετρήσεις και είχαν οριστικοποιηθεί με την έγκριση (ρητή ή αυτοδίκαιη) των επιμετρήσεων αυτών, αφετέρου τις εκτελεσμένες ποσότητες εργασιών των από 29-10-2007 υποβληθέντων επιμέρους αναλυτικών επιμετρήσεων των εκτελεσμένων ποσοτήτων εργασιών.
Η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθ'ης άφησε και παρήλθε άπρακτη η τιθέμενη από τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 του π.δ. 609/1985 δίμηνη προθεσμία για τον έλεγχο και την κοινοποίηση της τυχόν διορθωμένης τελικής επιμετρήσεως στον ^ανάδοχο και έτσι απώλεσε την προθεσμία αυτή, η οποία σύμφωνα με τα προαναφερόμενα είναι, εν όψει της ανάγκης ταχείας περατώσεως των δημοσίων έργων, αποκλειστική Ολ.
ΑΠ 8/2014).
Συνεπώς, παρερχομένου του διμήνου από της υποβολής (2-11- 2007) της Τελικής Επιμετρήσεως στη Διευθύνουσα Υπηρεσία, χωρίς η τελευταία να έχει προβεί στον έλεγχο αυτής και την κοινοποίησή της (ελεγμένη και τυχόν διορθωμένη) στην ανάδοχο, η ανωτέρω Τελική Επιμέτρηση, θεωρείται αυτοδικαίως εγκεκριμένη, όπως υποβλήθηκε, η δε Διευθύνουσα Υπηρεσία δεν είχε πλέον (μετά την εκπνοή του διμήνου στις 3.1.2008) αρμοδιότητα να επιφέρει τροποποιήσεις σ' αυτήν.
Παρά ταύτα, όπως προέκυψε από 1) το έγγραφο με αρ. πρωτ. ΔΕΥΑΜΒ ….9/29-9-2008 της διευθύνουσας Υπηρεσίας, 2) το 2ο ΑΠΕ που είχε υποβάλει προς έγκριση στη διαχειριστική αρχή η ΔΕΥΑΜΒ και την αιτιολογική έκθεσή του, 3) δύο "Τελικές Επιμετρήσεις" και 4) ένα πίνακα αναθεωρήσεων, η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθής, παρότι είχε υποχρέωση, δεν είχε αποστείλει στη Διαχειριστική Αρχή την προαναφερόμενη - οριστικοποιημένη και αυτοδικαίως εγκεκριμένη- από 3-1-2008 Τελική Επιμέτρηση, αλλά δύο άλλες "Τελικές Επιμετρήσεις".
Η μία είχε συνταχθεί και υπογραφεί στις 29-9-2008 από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία ερήμην του αναδόχου και η άλλη αφορούσε αυθαίρετες και βλαπτικές -για την ανάδοχο - διορθώσεις, στις οποίες είχε προβεί επίσης μονομερώς ο επιβλέπων μηχανικός της καθ'ης στις 29-9-2008, δηλαδή 8 μήνες και 26 ημέρες μετά την αυτοδίκαιη έγκριση (3-1-2008) της προαναφερόμενης Τελικής Επιμέτρησης του έργου και την οριστικοποίηση των ποσοτήτων που περιλαμβάνονται σε αυτήν.
Τα έγγραφα αυτά ουδέποτε κοινοποιήθηκαν στην προσφεύγουσα. Με αυτά η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθ'ης εμφάνιζε τις ποσότητες των εργασιών που εκτελέστηκαν κατά πολύ μικρότερες από εκείνες που αναφέρονταν στην από 3-1-2008 εγκεκριμένη Τελική Επιμέτρηση του έργου. Όμως, εφόσον η δίμηνη προθεσμία από την υποβολή της Τελικής επιμέτρησης από την προσφεύγουσα παρήλθε άπρακτη στις 3-1-2008, η Διευθύνουσα Υπηρεσία της καθ'ης δεν είχε πλέον αρμοδιότητα να επιφέρει τροποποιήσεις σ' αυτήν και γι' αυτό παρά το νόμο προέβη στη σύνταξη των δύο ανωτέρω εγγράφων που ουσιαστικά συνιστούν βλαπτικές για την προσφεύγουσα περικοπές και τροποποιήσεις.
Τα ανωτέρω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 510/2011 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η προσφεύγουσα, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της αναιρέσεως που άσκησε κατ' αυτής η καθ'ης η προσφυγή, με την υπ' αριθμ. 8/2014 απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάνου.
Η καθ'ης, όμως, μολονότι το έργο περατώθηκε νόμιμα και εγκρίθηκε αυτοδικαίως η τελική επιμέτρηση, κατά προαναφερόμενα, εν τούτοις δεν προχώρησε στην προσωρινή Kay'' οριστική παραλαβή του έργου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα άρθρα 53, 54 και 55 του ΠΔ 609/1985, μετά τη βεβαίωση περαίωσης και την εμπρόθεσμη υποβολή (εντός διμήνου από την περαίωση του έργου) από την ανάδοχο της τελικής επιμέτρησης του έργου, εκκινούν, από το βεβαιωμένο χρόνο περαίωσης του έργου:
α) η εξάμηνη προθεσμία για την προσωρινή παραλαβή του έργου, β) η δεκαπεντάμηνη προθεσμία του χρόνου εγγύησης του έργου και γ) η προθεσμία για την οριστική παραλαβή του έργου (εντός δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου εγγύησης). Δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τις 7-9-2007 εκκίνησαν όλες οι προθεσμίες Οριστικής και Προσωρινής Παραλαβής.
Η καθ'ης όφειλε εντός εξαμήνου από τις 7-9-2007, δηλαδή έως τις 7-3-2008, αργότερο, να παραλάβει το έργο προσωρινά και να επιστρέψει το 60% των εγγυητικών επιστολών που είχε στα χέρια της. Όφειλε, επίσης, εντός διμήνου από την εκπνοή του δεκαπεντάμηνου χρόνου εγγύησης του έργου, να διενεργήσει την οριστική παραλαβή του έργου (να συστήσει δηλαδή επιτροπή παραλαβής, να συνταχθεί πρωτόκολλο παραλαβής και να εγκρίνει το Δ.Σ.
της καθ'ης το πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής του έργου). Ακολούθως, να επιστρέψει το υπόλοιπο μέρος των εγγυητικών επιστολών. Ο χρόνος εγγύησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα εξέπνευσε στις 7-12-2008 και συνεπώς, η οριστική παραλαβή του έργου, έπρεπε να διενεργηθεί το αργότερο έως τις 7-2-2009. Η καθ'ης, όμως, σε καμία ενέργεια δεν προέβη.
Έτσι στις 17-3-2009, η προσφεύγουσα υπέβαλε προς τη διευθύνουσα υπηρεσία της καθ'ης την υπ' αριθμ. Πρωτ. …8/2009 έγγραφη όχλησή της, με την οποία επισήμαινε στην καθ'ης τις διατάξεις του νόμου για την προσωρινή και οριστική παραλαβή, ζήτησε τη διενέργεια τους και όχλησε για την αυτοδίκαιη συντέλεσή της. Η τριακονθήμερη προθεσμία, εντός της οποίας μπορούσε η διευθύνουσα υπηρεσία να προβεί σε παραλαβή του έργου, παρήλθε στις 16-4-2009.
Στις 21-4-2009, η καθ'ης απέστειλε με φαξ το υπ' αριθμ. Πρωτ. …60/16- 4-2009 έγγραφο του διευθυντή τεχνικών υπηρεσιών, με το οποίο δήλωνε προς την προσφεύγουσα ότι απορρίπτεται το αίτημά της για παραλαβή του έργου. Κατά της παραπάνω εκπρόθεσμης και μη νόμιμης, κατά τα ανωτέρω πράξης της καθ'ης, η προσφεύγουσα άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την υπ' αριθμ.
Πρωτ. ….3/30-4-2009 ένστασή της, η οποία, όμως, απορρίφθηκε σιωπηρά από την καθ'ης. Στη συνέχεια η προσφεύγουσα άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την από 17-9-2009 αίτηση θεραπείας, η οποία επιδόθηκε στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ στις 23-9-2009 και κοινοποιήθηκε την ίδια ημέρα στο Δ.Σ. της καθ'ης, στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της καθ'ης και την ίδια την καθ'ης (ως κυρία του έργου - αντισυμβαλλόμενη), όπως τούτο προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως α) υπ' αριθμ.
…0Β/23-9-2009 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Μ., β) υπ' αριθμ. …8β/23-9-2009, ….0β/23-9-2009 και ….9β/23-9-2009 του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Βόλου Δημ. Νικολάου. Στη συνέχεια και σε εφαρμογή του άρθρου 57 παρ. 7 του ΠΔ 609/1985 η προσφεύγουσα επέδωσε με την από 30-9-2009 εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., αντίγραφο της πιο πάνω με αριθμό 5509β/23-9-2009 έκθεσης επίδοσης (βλ.
υπ' αριθμ. ….3β/1-10-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Μ.). Και η αίτηση αυτή θεραπείας απορρίφθηκε σιωπηρά (δεν απαντήθηκε). Ενόψει όλων των ανωτέρω η προσωρινή και οριστική παραλαβή έργου συντελέστηκε αυτοδικαίως στις 16-4-2009. Σημειώνεται ότι μόνες περιπτώσεις που η παραλαβή δεν συντελείται αυτοδικαίως, είναι στις περιπτώσεις που εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από της υποβολής της όχλησης, λάβει χώρα σύνταξη και έγκριση του πρωτοκόλλου παραλαβής, είτε εκδοθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 46 του ΠΔ 609/1985 Ειδική Διαταγή για την αποκατάσταση τυχόν ελαττωμάτων του έργου.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση καμία εκ των ανωτέρω ενεργειών δεν έλαβε χώρα ούτε εντός των τριάντα ημερών, αλλά ούτε και αργότερα, με αποτέλεσμα η παραλαβή να συντελεστεί αυτοδικαίως στις 16-4-2009. Η καθ'ης η προσφυγή ισχυρίσθηκε ότι στις 16-4-2009 ήτοι την τελευταία ημέρα εκπνοής της προαναφερόμενης τριακονθήμερης προθεσμίας απέστειλε με φαξ το με αριθμό 2760/16-4-2009 έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, με το οποίο εκδηλώνονταν η άρνηση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να συμπράξει στη διαδικασία παραλαβής (προσωρινής και οριστικής) του έργου.
Η αποστολή του φαξ, μολονότι επαναλήφθηκε δύο φορές την ίδια ημέρα (16-4-2009) και ώρα 11.53.03 και 12.02.08, εν τούτοις δεν περιήλθε στην προσφεύγουσα, διότι απορρίφθηκε το αίτημα για παραλαβή του φαξ, όπως η ίδια η καθ'ης συνομολογεί. Ο ισχυρισμός, όμως αυτός-της καθ'ης η προσφυγή ότι δηλαδή δεν συντελέστηκε αυτοδικαίως η παραλαβή του έργου διότι αυτή έστω και την τελευταία ημέρα της τριακονθήμερης προθεσμίας εκδήλωσε την άρνησή της να συμπράξει στην παραλαβή του έργου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν γιατί η άρνηση αυτή δεν περιήλθε στην προσφεύγουσα - ανάδοχο του έργου, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας, αλλά μετά την παρέλευση αυτής στις 21-4-2009, αφετέρου δε, σε κάθε περίπτωση, διότι η τυχόν, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας, άρνηση της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να παραλάβει το έργο, δεν εμποδίζει την αυτοδίκαιη παραλαβή του έργου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα αμέσως παραπάνω.
Τα ανωτέρω κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου από την υπ' αριθμ. 37/2014 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η προσφεύγουσα.
Συνεπώς, από τις προαναφερόμενες αποφάσεις, αλλά και από την υπ' αριθμ. 821/2010 αμετάκλητη απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, προκύπτουν με δύναμη δεδικασμένου: α) οι εκτελεσθείσες ποσότητες εργασιών του συνόλου του συγκεκριμένου έργου, β) η αυτοδίκαιη προσωρινή και οριστική παραλαβή όλου του έργου ήδη από τις 16-4-2009, γ) η νομιμότητα της τελικής επιμέτρησης και της σχετικής εγκρίσεώς της και δ) ο χρόνος περάτωσης του έργου.
Ενόψει των ανωτέρω η υπ'αριθμ. ….5/17-5-2013 πράξη της καθ'ης στερείται νομιμότητας και είναι άκυρη, αφού έλαβε χώρα σε χρόνο που είχε συντελεσθεί αυτοδίκαια η προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου, κατά τα προαναφερόμενα και η καθ'ης είχε απολέσει την (χρονική) αρμοδιότητα να προβεί στις 17-5-2013 στη λήψη απόφασης περί εκδόσεως της υπ'αριθμ. 9 Β αρνητικής εντολής πληρωμής της προσφεύγουσας, περικόπτοντας την αμοιβή της προσφεύγουσας κατά το ποσό των 1.008.816,10 ευρώ, την οποία απόφαση κοινοποίησε στην τελευταία στις 21-5-2013 αφού, όπως κρίθηκε αμετάκλητα με την Ολ.Α.Π 8/2014,η οποία απόφαση αφορά το επίδικο έργο, η πάροδος άπρακτης της οριζόμενης στο άρθρο 38 παρ. 4 του π.
δ/τος 609/1985 δίμηνης προθεσμίας προς έλεγχο και τυχόν διόρθωση από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία της υποβληθείσης, εμπροθέσμως, από την προσφεύγουσα-ανάδοχο του έργου τελικής επιμέτρησης, η οποία μάλιστα περιελάμβανε και εργασίες οι οποίες είχαν προηγουμένως εγκριθεί ρητώς ή αυτοδίκαια από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη έγκριση αυτής, την οποία δεν μπορούσε μετά ταύτα η Διευθύνουσα Υπηρεσία να ελέγξει και διορθώσει και εν γένει να ανασυντάξει, ώστε πολύ περισσότερο να μην δύναται η διευθύνουσα υπηρεσία της καθ' ης να προβεί σε περικοπή της αμοιβής της προσφεύγουσας.
5. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η κρινόμενη προσφυγή της προσφεύγουσας πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Πρέπει επομένως 1. Να αναγνωριστεί ότι ουδέν έννομο αποτέλεσμα επέφεραν α) η υπ'αριθμ. 275/2013 απόφαση του Δ.Σ της καθ'ης με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση της προσφεύγουσας , β) η τεκμαιρόμενη απόρριψη της από 31-7-2013 Αιτήσεως Θεραπείας της. 2.
Να αναγνωριστεί ότι ο υπ'αριθμ. …. Β αρνητικός λογαριασμός και η σχετική εντολή πληρωμής-επιστροφής ποσού Τ.008.816,10 ευρώ στερείται νομιμότητας και πρέπει να ακυρωθεί. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί της καθ'ης η προσφυγή: α) ότι δεν έχει συντελεστεί αυτοδικαίως η παραλαβή του έργου στις 21-4-2009, αλλά και ανεξάρτητα από την αυτοδίκαιη παραλαβή του έργου νομίμως αποφασίστηκε η συγκρότηση επιτροπής για τη διενέργεια "Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής" και νομίμως συντάχθηκε το από 29-3-2013 "Πρωτόκολλο Προσωρινής και Οριστικής Παραλαβής", με το οποίο διαπιστώθηκαν "εκτελεσμένες ποσότητες εργασιών", λιγότερες από εκείνες που είχαν διαπιστώσει, εγκρίνει και υπογράψει με αναλυτικές επιμετρήσεις και είχαν πληρώσει με σειρά λογαριασμών, ο επιβλέπων μηχανικός του έργου και ο Δ/ντής της Τεχνικής υπηρεσίας και προϊστάμενος της Δ/σας υπηρεσίας, ώστε• να υφίσταται δικαίωμα αυτής να περικόψει την εργολαβική αμοιβή της προσφεύγουσας, καθώς υφίσταται σχετική δυνατότητα αυτής, β) ότι η ανωτέρω διαπίστωση περί λιγότερων εκτελεσμένων ποσοτήτων εργασιών επιβεβαιώθηκε περίτρανα και εκ νέου και από τη συγκροτηθείσα Επιτροπή για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη ποσοτικών αποκλίσεων της εργολαβίας (ύδρευση Βόλου- Επέκταση και Βελτίωση Δικτύου Ύδρευσης", όπως οι ποσοτικές αυτές αποκλίσεις των εργασιών αποτυπώθηκαν στο υπ'αριθμ.
….8/13-6-2014 "Πρακτικό" από την εν λόγω Επιτροπή, γ) ότι δεν συντελέστηκε νομίμως η παραλαβή του έργου, καθόσον δεν υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα ο Φάκελος Ασφάλειας και Υγείας (Φ.Α.Υ), είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρθηκαν παραπάνω, κυρίως γιατί για τα ζητήματα αυτά υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από τις υπ' αριθμ. 821/2010 και 510/2011, αμετάκλητες αποφάσεις του παρόντος δικαστηρίου και την υπ' αριθμ. 37/2014 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος δικαστηρίου.
Ειδικότερα αναφορικά με τον ισχυρισμό της καθ'ης περί δυνατότητας πραγματοποίησης ακόμα και μετά την αυτοδίκαιη προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου, μεταγενέστερου ποσοτικού ελέγχου, πρέπει να αναφερθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βάσιμος, καθόσον ο νομοθέτης με το Ν. 4070/2012, αφού υιοθέτησε την πάγια νομολογία ότι η πάροδος άπρακτης της προθεσμίας προς έλεγχο και έγκριση των επιμετρήσεων και των λογαριασμών συνεπάγεται την αυτοδίκαιη έγκρισή τους, θέλοντας να περιορίσει τις συνέπειες της.
αυτοδίκαιης έγκρισης, παρέσχε ρητά στη Διευθύνουσα Υπηρεσία τη δυνατότητα να επανέλθει εντός ευλόγου χρόνου και επί μεν των επιμετρήσεων να ελέγξει αυτές σε επόμενο λογαριασμό, τους δε λογαριασμούς εντός τριών μηνών από την υποβολή ή επανυποβολή τους (άρθρα 186 παρ. 3 και 134 παρ. 3 του ν. 4070/2012). Τέτοια, όμως, δυνατότητα δεν παρέχεται υπό το νομικό καθεστώς του π.
δ. 609/1985, το οποίο διέπει την ένδικη σύμβαση, όπως κρίθηκε αμετακλήτως από την 8/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου σε πλήρη ολομέλεια.
Συνεπώς, δεν υφίσταται περαιτέρω δυνατότητα της καθ'ης να προβεί σε περικοπή της εργολαβικής αμοιβής της προσφεύγουσας". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τους από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αναιρετικούς λόγους πλημμέλειες, αφού μετ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων [του ν.1418/1984 (αρ.11 παρ.1, 2) και π.δ. 609/85 (άρθρα 52, 53 και 54)] έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη προσφυγή της αναιρεσιβλήτου δεχθείσα με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, κατά την εκ του απορρέοντος από τις υπ'αριθμ.510/2011 και 37/2014 αμετάκλητες αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας (λόγω απορρίψεως των κατ'αυτών ασκηθεισών αιτήσεων αναιρέσεως με τις 8/2014 και 1275/2017 αποφάσεις της Ολομέλειας και του Τμήματος αυτού του ΑΠ αντίστοιχα) που εκδόθηκαν μεταξύ των αυτών διαδίκων υπό την αυτήν ιδιότητα παρισταμένων επί της ιδίας [αναφορικά με τον χρόνο που έλαβε χώρα η αυτοδίκαιη οριστική και προσωρινή παραλαβή του έργου και την ποσότητα των εκτελεσθεισών εργασιών] δικαιολογητικής σχέσεως, η οποία αποτελεί και την προϋπόθεση της κρινομένης διαφοράς, της νομιμότητος δηλαδή της μεταγενέστερως εκδοθείσης αναφορικά "με διαπιστωθείσες αποκλίσεις των ποσοτήτων εργασιών της εργολαβίας" ως άνω υπ'αριθμ…..Β/17-5-2013 αρνητικής εντολής πληρωμής της αναιρεσείουσας δεδικασμένου δέσμευση:
α. ότι την 16-4-2009 συντελέστηκε αυτοδικαίως προσωρινή και οριστική παραλαβή του επιδίκου δημοσίου έργου και β)ότι το σύνολο των ποσοτήτων των εκτελεσθεισών εργασιών είναι αυτό που περιλαμβάνεται στις από την ανάδοχο - αναιρεσίβλητο υποβληθείσες μέχρι την 31-10-2007 στη διευθύνουσα υπηρεσία της αναιρεσείουσας σχετικές αναλυτικές καταστάσεις.
Η, αναφορικά με τα παραπάνω ζητήματα, ύπαρξη δεδικασμένου, καθιστούσε ανεπίτρεπτη την εσφαλμένως υποστηριζομένη από την αναιρεσείουσα, ως καλυπτόμενη απ'αυτό (δεδικασμένο) δέσμευση, αντίθετη κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως είτε αναφορικά με τον χρόνο (16-4-2009) που έλαβε χώρα η αυτοδίκαιη προσωρινή και οριστική παραλαβή του έργου είτε σχετικά με τις διαπιστωθείσες αποκκλίσεις των εκτελεσθεισών εργασιών, οι οποίες διαλαμβάνονται στην υπ'αριθ….8/17-3-2013 άρνητικη εντολή πληρωμής της αναιρεσείουσας αφού αυτό θα συνιστούσε διαφοροποίηση αφενός του χρόνου της αυτοδίκαιης προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου και αφετέρου του συνόλου των ποσοτήτων των εκτελεσθεισών εργασιών που διαλαμβάνονται στις μέχρι την 31-10-2007 υποβληθείσες από την αναιρεσίβλητο - ανάδοχο στην διευθύνουσα υπηρεσία της αναιρεσείουσας σχετικές αναλυτικές καταστάσεις, η οποία (διαφοροποίηση) όμως θα ήταν απαράδεκτη, ως αντικειμένη στην εκ του προαναφερθέντος δεδικασμένου δέσμευση κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη.
Η δια των ερευνομένων ως άνω λόγων περαιτέρω προβαλλομένη αιτίαση, σύμφωνα με την οποία εσφαλμένως η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι εχώρησε αυτοδίκαια (προσωρινή και οριστική) παραλαβή του ενδίκου έργου παρά τη μη υποβολή από την ανάδοχο - αναιρεσίβλητη του μητρώου του έργου και του φακέλου ασφαλείας και υγείας (Φ.Α.Υ), κρίνεται απορριπτέα, ανεξάρτητα από το απαράδεκτο που απορρέει από το προαναφερθέν, δεδικασμένο αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της αυτοδικαίως επελθούσης προσωρινής και οριστικής παραλαβής, ως νομικά αβάσιμος αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, υπό το διέπον την επίδικη σύμβαση δημοσίου έργου καθεστώς του π.δ.605/1985 και του ν.1418/1984 δεν προβλέπεται ως προϋπόθεση της αυτοδίκαιας οριστικής και προσωρινής παραλαβής δημοσίου έργου η εκ μέρους της αναδόχου (αναιρεσίβλητης) υποβολή στην κυρία του έργου (αναιρεσείουσα) των επικαλουμένων από την αναιρεσείουσα εγγράφων δικαιολογητικών τα οποία αντιθέτως απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 73 παρ.2, 7 και 75 και 8 ν.3669/2008 για τις από το νόμο αυτό διεπόμενες συμβάσεις, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η ένδικη (ΑΠ 2019 - 2020/17, ΑΠ 2018/2017).
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι α)η περαιτέρω δια του τρίτου των ως άνω λόγων προβαλλομένη από το αρθρ.559 αρ.19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση της εκ πλαγίου (ανεπαρκείς αιτιολογίες) παραβιάσεως των περί δεδικασμένου διατάξεων, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτος εφόσον οι φερόμενες ως παραβιασθείσες (περί δεδικασμένου) διατάξεις αποτελούν κανόνες του δικονομικού δικαίου, η παράβαση των οποίων δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο ως άνω (από το αρθρ.559 αρ.19 ΚΠολΔ) λόγο, ο οποίος προϋποθέτει παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1524/2007), και β)ότι η ως άνω αιτίαση δεν μπορεί να θεμελιώσει ούτε τον από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ λόγο ως ενδεής της επικλήσεως στο αναιρετήριο δικόγραφο των για την πληρότητα αυτής απαιτουμένων στοιχείων και ειδικότερα αφενός του ακριβούς περιεχομένου της αποφάσεως από την οποία απορρέει το δεδικασμένο με την αναφορά του αντικειμένου της προηγηθείσας δίκης και αφετέρου του λόγου μη συνδρομής περιπτώσεως καθιδρύσεως του επικαλουμένου δεδικασμένου, το οποίο, παρά ταύτα, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 945, 1328/2009, ΑΠ 509/2002).
Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων [και] ενόψει της μη υποβολής άλλου (κυρίου ή προσθέτου) αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το μέτρο των άρθρων 276 παρ.1 και 281 παρ.2 ν.3463/2006, απορριπτομένου περαιτέρω, ως μη νομίμου, του από την αναιρεσείουσα υποβαλλομένου αιτήματος περί αναβολής, κατ.αρθ.249 ΚΠολΔ, της επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως συζητήσεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας επί της, από 27-7-07, αγωγής αυτής κατά της αναιρεσιβλήτου περί επιστροφής, κατά της διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, των εισπραχθέντων από την τελευταία χρηματικών ποσών για μη εκτελεσθείσες εργασίες του ενδίκου έργου, καθόσον δεν συντρέχουν προς τούτο οι από την επικαλουμένη ως άνω διάταξη (249 ΚΠολΔ) απαιτούμενες για την (ουσιαστική) βασιμότητα του σχετικού αιτήματος προϋποθέσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 14-6-17 και με αριθμ.καταθ.13/2017] αίτηση αναιρέσεως της 36/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από χίλια τριακόσια πενήντα (1350) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ