Supreme Court partially allows appeal on compensation calculation but dismisses evidence review claims under Article 561.1 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision on expropriation compensation, remanding the case for further examination. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate evidence regarding land valuation and visual obstructions, while the respondent contended that evidence assessment is not subject to appellate review. The court rejected the argument that evidence evaluation could be re-examined, ruling that such matters fall under the exclusive jurisdiction of the first instance court as per Article 561.1 of the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561.1 and 590.3 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court cannot re-examine the evaluation of evidence by the first instance court, and partial remand is required when only specific parts of the decision are appealed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1094 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1094/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 2) Β. Μ. του Μ., κατοίκου ... 3) Α. Δ. του Λ., 4) Λ. Δ. του Α., 5) Π. Π. συζ. Γ., το γένος Α. Δ., 6) Π. Δ. του Α. και 7) Α. Δ. του Π., κατοίκων (3ου - 6ου) ..., εκ των οποίων οι 1ος, 3ος, 4ος, 5η και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Τσολάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2ος και 7ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ι. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Δ. του Λ., 3) Λ. Δ. του Α., 4) Π. Π. συζ. Γ., το γένος Α. Δ. και 5) Π. Δ. του Α., κατοίκων (2ου - 5ου) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Τσολάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης - καθ’ ης η κλήση: Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, ως καθολικής διαδόχου της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Περιφερειάρχη Νοτίου Αιγαίου, που κατοικοεδρεύει στην Ερμούπολη Σύρου, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αιγαίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2010 μη οριστική και 2...2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25-1-2012 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 59/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 14-4-2014 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες - καλούντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 6-2-2013 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ’ αριθμ. ... /16-5-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σύρου Α. Δ. προκύπτει ότι αυτή μετά από γραπτή παραγγελία του επισπεύδοντος την συζήτηση Ελευθερίου Τσολάκου, δικαστικού Πληρεξουσίου των παραδεκτώς κατ’ άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 πέντε (5) εκ των επτά (7) αναιρεσειόντων Μ. Ι., Δ. Α., Δ. Λ., Π. Π. και Δ. Π., αντίγραφο της από 14-4-2014 κλήσης με την από 12-5-2014 πράξη προσδιορισμού δικασίμου του Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος για την αρχή της παρούσας αναφερόμενη και κλήση να παραστεί σ’ αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 59/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε, για τους αναφερόμενους σ’ αυτή (απόφαση) λόγους, απαράδεκτη η συζήτηση της από 25-1-2012 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2...2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Επομένως εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αναίρεσης παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Εξάλλου κατά το άρθρο 13 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ΚΑΑΑ), τελ. Εδάφιο, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου (άρθρο 9 § 1 ν. 3193/2003)".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 877/2007 και 754/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου αναφορικά με την ένδικη απαλλοτρίωση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "...Με την υπ’ αριθμ. ...2006 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων, η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ...
και δημοσιευθεί στο με ημερομηνία 7-3-2007 φύλλο της ημερήσιας εφημερίδας "ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ", που εκδίδεται στο Νομό Κυκλάδων, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων και με δικές της δαπάνες, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διαπλάτυνση της επαρχιακής οδού ...
και από τις δύο πλευρές της (τμήμα ... μήκους 3.750 μ.) συνολικής έκτασης εμβαδού 17.736,53 τ.μ., η οποία βρίσκεται στην ανωτέρω περιοχή. Όλη η παραπάνω έκταση αποτυπώνεται με κλίμακα 1:500 στα υπ’ αριθμ. ... και ... κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, τα οποία έχει συντάξει ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Χ.
Μ. και έχει νομίμως θεωρήσει ο Διευθυντής Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων Ι. Α. την 25η Νοεμβρίου 2005. Μερικά των απαλλοτριούμενων ακινήτων βρίσκονται εντός του οικισμού ... ενώ τα υπόλοιπα βρίσκονται σε αγροτικές περιοχές εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμών και εμπίπτουν στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους.
Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων περιλαμβάνονται και τα παρακάτω ακίνητα των αιτούντων τα οποία βρίσκονται εντός των ορίων του οικισμού .... Ειδικότερα: α) το με αύξοντα αριθμό 114 του κτηματολογικού πίνακα συνιδιοκτησίας των δύο πρώτων αιτούντων το οποίο είχε εμβαδόν 927,20 τ.μ. Πριν από την απαλλοτρίωση το ως άνω ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση (άρθρο 1 παρ. 2 ΒΒ του π.δ. 24-5-1985).
Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα 148,47 τ.μ. εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, β) το με αριθμό 103 του κτηματολογικού πίνακα ακίνητο ιδιοκτησίας του τρίτου αιτούντος εμβαδού 546,95 τ.μ. Πριν από την απαλλοτρίωση το ανωτέρω ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.
Μετά την απαλλοτρίωση, με την οποία απαλλοτρίωση τμήμα 107,98 τ.μ. εξακολουθεί να παραμένει οικοδομήσιμο σύμφωνα με τους όρους δόμησης για τα εντός οικισμού οικόπεδα, γ) το με αριθμό 110 του κτηματολογικού πίνακα ακίνητο συνιδιοκτησίας του τρίτου και τέταρτου των αιτούντων, το οποίο είχε εμβαδόν 1309,00 τ.μ. Πριν από την απαλλοτρίωση το ως άνω ακίνητο ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.
Μετά την απαλλοτρίωση με την οποία απαλλοτριώνεται τμήμα 123,34 τ.μ., εξακολουθεί να παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Περαιτέρω από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι, μετά την απαλλοτρίωση των προαναφερθέντων εδαφικών τμημάτων των ακινήτων των αιτούντων, τα εναπομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των ακινήτων τους, καθίστανται άχρηστα ή υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αιτούντες αφού όπως προαναφέρθηκε αυτά εξακολουθούν να παραμένουν άρτια και οικοδομήσιμα κατά παρέκκλιση σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις.
Επομένως το αίτημά τους με το οποίο ζητούν να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ανωτέρω ακινήτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Με την ανωτέρω απόφαση με την οποία κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση των ακινήτων των αιτούντων, αυτοί ως παρόδιοι ιδιοκτήτες υποχρεώθηκαν ως ωφελούμενοι σε αυτοαποζημίωση εδαφικής εκτάσεως οι δύο πρώτοι 144,37 τ.μ., ο τρίτος 107,47 τ.μ.
και οι τρίτος και τέταρτος 123,34 τ.μ. Επομένως το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1, 3 του ν. 653/1977 τεκμήριο ωφελείας των ακινήτων, που βρίσκονται κατά μήκος της Ε.Ο. που διαπλατύνεται, μετά την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, είναι μαχητό.
Εν προκειμένω όμως το εν λόγω τεκμήριο, δεν ανετράπη καθόσον οι αιτούντες δεν προσκόμισαν κανένα αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να αποδεικνύεται, ότι τα εν λόγω ακίνητά τους, υπέστησαν συνεπεία εκτελέσεως του παραπάνω έργου, οποιαδήποτε ζημία ή δεν είχαν όφελος. Αντιθέτως αποδεικνύεται ότι πριν την εκτέλεση του έργου, σε πολλά σημεία υπήρχε υψομετρική διαφορά μεταξύ των απαλλοτριωθέντων τμημάτων των ακινήτων των αιτούντων και της εφαπτομένης αυτών επαρχιακής οδού, η οποία (υψομετρική διαφορά) εξαλείφθηκε μετά από επιχωμάτωση, και έτσι η νέα διαμορφωθείσα οδός βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τα ακίνητα των αιτούντων, τα οποία έχουν όλα πρόσωπο επί της οδού και πρόσβαση σ’ αυτή.
Επίσης έγινε ευθυγράμμιση της οδού επί της οποίας υπήρχαν πολλές καμπύλες, και συνακόλουθα τούτου υπήρχε μειωμένο οπτικό πεδίο, και έτσι οι αιτούντες ως παρόδιοι έχουν ασφαλέστερη είσοδο και έξοδο στα ακίνητά τους. Ακόμη, επί της διαπλατυνθείσης οδού δημιουργήθηκε πεζόδρομος και δενδροφύτευση τούτου ο οποίος εφάπτεται των ακινήτων των αιτούντων.
Και τέλος, όπως προαναφέρθηκε δεν περιορίζεται μετά την εκτέλεση του έργου, η ανοικοδόμηση και αξιοποίηση των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων των αιτούντων. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, οι αιτούντες ως παρόδιοι ιδιοκτήτες είναι ωφελούμενοι και συνεπώς υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση, των προαναφερθέντων τμημάτων των ακινήτων τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την διαπλάτυνση της εν λόγω οδού.
Άλλωστε και η επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, στις από 2-11-2009, επικαλούμενες και προσκομιζόμενες τρεις σχετικές εκθέσεις της, ομόφωνα αποφαίνεται ότι από την κατασκευή του προαναφερθέντος έργου, υφίσταται το τεκμήριο ωφελείας για τα ανωτέρω ακίνητα των αιτούντων. Επομένως το αίτημα των αιτούντων με το οποίο ζητούν να αναγνωρισθεί ότι δεν ισχύει το τεκμήριο ωφελείας, υπέρ των ακινήτων τους, και ότι δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Η αντικειμενική αξία των υπόψη ακινήτων, όπως αυτή προκύπτει από τα από 13-12-2007 και 13-4-2010 έντυπα προσδιορισμού τα οποία έχουν εκδοθεί από την Κτηματική Υπηρεσία Κυκλάδων, ανέρχεται συνολικά για το υπ’ αριθμ. ... ακίνητο σε 48.852,78 ευρώ, για το υπ’ αριθμ. ... σε 48.858,18 ευρώ και για το υπ’ αριθμ. 110 Κ.Π. σε 45.256,52 ευρώ.
Εκτίμηση της αξίας των ως άνω απαλλοτριουμένων ακινήτων δεν έγινε από την προβλεπόμενη κατά το άρθρο 15 του Ν. 2882/2001 επιτροπή, διότι κατά τις παραγράφους του εν λόγω άρθρου, εκτίμηση για τα ακίνητα που εμπίπτουν στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους όπως στην προκειμένη περίπτωση παραλείπεται (παρ. 6 άρθρ. 15 Ν. 2882/2001).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου ενώπιον του οποίου οι αιτούντες δεν εξέτασαν μάρτυρες, ούτε και προσκόμισαν κάποια άλλα συγκριτικά στοιχεία σχετικά με την αξία παρακειμένων και ομοειδών ακινήτων (άρθρ. 13 παρ. 1 Ν. 2882/2001), συνεκδικάζον την από 21-12-2007 αίτηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κυκλάδων και τις ανταιτήσεις των παρισταμένων στη δίκη καθών η αίτηση και κύριες παρεμβάσεις τρίτων που παρενέβησαν στη δίκη, με την υπ’ αριθμ. 11/2008 απόφασή του καθόρισε μεταξύ άλλων, προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για το υπ’ αριθμ. ...
ακίνητο σε 70 ευρώ το τ.μ., για το υπ’ αριθμ. ... ακίνητο σε 60 ευρώ το τ.μ. και για το υπ’ αριθμ. ... ακίνητο σε 80 ευρώ το τ.μ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το αγωγικό κεφάλαιο του καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως των επίδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων παραβίασε εκ πλαγίου τις προμνημονευόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ανεπάρκεια αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της πραγματικής αξίας των εν λόγω απαλλοτριωθέντων ακινήτων, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω εφαρμοσθεισών διατάξεων.
Ειδικότερα δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή τα επαρκή στοιχεία, τα οποία οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης παραθέτοντας αναλυτικά και συγκριτικά στοιχεία, που τέθηκαν υπόψη του και αναφέροντας λεπτομερώς ποια εξ’ αυτών θεωρεί πρόσφορα που να δικαιολογούν την απόκλιση της προσδιορισθείσας από αυτά αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία τους αλλά και τον νόμιμο λόγο, για τον οποίο η οριστική αποζημίωση αυτών προσδιορίζεται για το με α/α ...
σε 70 ευρώ ανά τ.μ και για το με α/α ... σε 60 ευρώ ανά τ.μ και για το με α/α ... σε 80 ευρώ, παρά το γεγονός ότι ενώ μνημονεύει μεταξύ των ληφθέντων υπόψη του εγγράφων και το με αριθμό πρωτ. .../21-8-2008 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν. Κυκλάδων με θέμα την εκτίμηση απαλλοτριωμένων ακινήτων, σύμφωνα με το οποίο η αξία του με αριθμό α/α ...
ακινήτου προσδιορίζεται συνολικά σε 48.858,18 (και επομένως ανά τ.μ. σε 351,60 ευρώ), του με α/α ΚΠ 110 προσδιορίζεται συνολικά σε 45.256,52 ευρώ (και επομένως ανά τ.μ. σε 366,92 ευρώ) και του με α/α ... προσδιορίζεται συνολικά σε 48.852,78 ευρώ (και επομένως ανά τ.μ. σε 329,94 ευρώ).
Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και γι’ αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος, κατ’ ορθότερο χαρακτηρισμό, κατά ένα μέρος αφορά την αιτίαση του αριθ. 19 και όχι εκείνη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά δε το άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζητήσεως (23-6-2011) των ενδίκων αιτήσεων ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο κατά το μέρος του πρώτου σκέλους αυτού, λόγο αναίρεσης αποδίδεται, κατά το αγωγικό κεφάλαιο περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των επίδικων απαλλοτριωμένων ακινήτων, η πλημμέλεια η προβλεπόμενη από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ένεκα ανεπαρκούς αιτιολογίας εκ του ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται η μείωση της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων μετά την απαλλοτρίωση λόγω μειώσεως του συντελεστή δόμησης σ’ αυτά, η μείωση της εμπορικής τους αξίας, η μείωση της προσόδου εκ του λόγου ότι ειδικά για το με α/α ...
ακίνητο καταστρέφονται 15 χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων στο λειτουργούν στο εν λόγω ακίνητο Ξενοδοχείο και ότι ως προς το με α/α ΚΠ 110 ακίνητο το εναπομείναν τμήμα δύναται να διαιρεθεί σε τρία (3) αντί των τεσσάρων (4) άρτιων και οικοδομήσιμων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τον νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι ανωτέρω δε αιτιάσεις συνιστούν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς.
Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αποδίδεται με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης και πρέπει ο λόγος αυτός ως προς το ως άνω τμήμα ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία.
Με το από τους αριθ. 1 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερο τμήμα του δεύτερου λόγου αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά το μέρος που αφορά τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδος του επικείμενου βοηθητικού χώρου επιφάνειας 6 τ.μ. του με α/α ... ακινήτου ότι δηλαδή αντί των 6 τ.μ. το Εφετείο προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδος 6 κ.β. Από το περιεχόμενο, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η επιφάνεια του εν λόγω επικειμένου στο αιτιολογικό της απόφασης ορθώς αναφέρεται σε 6 τ.μ. και από προφανή παραδρομή αναφέρεται στο διατακτικό σε 6 κ.β. με αποτέλεσμα να μην υφίσταται παραμόρφωση του με αριθμό .../ 5-5-2008 εγγράφου της ΔΤΥΝΚ. και κατά συνέπεια η εν λόγω αιτίαση είναι αβάσιμη. Αναφορικά δε με το ύψος της οριστικής τιμής μονάδος σε 30 ευρώ ο λόγος κατά το ανωτέρω τμήμα είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του αριθ. 9 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται μόνον εκείνη, που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1892/ 2009). Εξάλλου αυτοτελής είναι η αίτηση προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το λεπτομερώς περιγραφόμενο εναπομείναν τμήμα ακινήτου, το οποίο μετά την απαλλοτρίωση καθίσταται άχρηστο (ΑΠ 1966/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο τμήμα του δευτέρου λόγου αλλά και τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ ορθότερο χαρακτηρισμό, η πλημμέλεια του αριθ. 9 και όχι εκείνη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο άφησε αδίκαστο αίτημα της αίτησης των αναιρεσειόντων για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομείναντος βοηθητικού κτιρίου, εκτάσεως 8 μ2 το οποίο μετά την απαλλοτρίωση των 6 μ2 καθίσταται άχρηστο. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ τα ακόλουθα για τον ως άνω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: Με την από 2-9-2008 αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης τόσο του εδάφους όσο και των επικειμένων απαλλοτριωμένων ακινήτων. Από το ιστορικό, αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν αποφάνθηκε και άφησε αδίκαστο το αίτημα της ένδικης αίτησης για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης του εκτάσεως 8 μ2 εναπομείναντος βοηθητικού κτιρίου, του με α/α ... ακινήτου το οποίο μετά την απαλλοτρίωση των 6 μ2 καθίσταται άχρηστο. Επομένως ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναίρεσης κρίνεται βάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτός.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το Δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την από τους αριθ. 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επίκληση πλημμελειών με το υπόλοιπο τμήμα του πρώτου λόγου αναίρεσης καθώς και τμήμα του τετάρτου λόγου αναίρεσης παραπονούνται ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης τα ακόλουθα παραδεκτώς και νομίμως επικαλεσθέντα προσκομισθέντα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης έγγραφα: α) τα φύλλα προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων και το με αριθμό πρωτ. .../21-8-2008 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Κυκλάδων, β) τα κτηματολογικά διαγράμματα, και τοπογραφικά διαγράμματα, κάθε ακινήτου, γ) τις εκθέσεις της εκτιμητικής Επιτροπής και την ένορκη βεβαίωση του Διευθυντού των Τεχνικών Υπηρεσιών της Ν.Α Κυκλάδων.
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ’ αυτή μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από την βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο αντίθετος κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/ 1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Κατά την παράγραφο 3 δε του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγ. 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".
Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού (παρ. 1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (που μετά την επικύρωση της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ’ άρθρον 28 παρ. 1 του Συντάγματος) και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω, μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εισήγετο προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στην νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ.ΑΠ 10/2004).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α’ ) είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (παρ. 1).
Στην προκειμένη περίπτωση αναφορικά δε με την μη ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας των αιτούντων ως παρόδιων ιδιοκτητών και μη σε υπόχρεων για αυτοαποζημίωση το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του δεν παραβίασε ευθέως αλλά ούτε και εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση του κεφαλαίου αυτού της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την μη ανατροπή του μαχητού πλέον τεκμηρίου ωφέλειας, διότι με την διαπλάτυνση και την επιχωμάτωση της εν λόγω επαρχιακής οδού ... εξαλείφθηκε η υφιστάμενη σε πολλά σημεία των επίδικων ακινήτων υψομετρική διαφορά και τα ακίνητα των αιτούντων απέκτησαν πρόσωπο και πρόσβαση σ’ αυτή, αυξήθηκε το οπτικό πεδίο των ακινήτων των αιτούντων με την ευθυγράμμιση της εν λόγω οδού, με την δημιουργία δε πεζοδρόμου και την δενδροφύτευση οι αιτούντες ως παρόδιοι έχουν ασφαλέστερη είσοδο και έξοδο στα ακίνητά τους.
Επιπρόσθετα και η Επιτροπή του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 στις από 2-11-2009 τρείς εκθέσεις της ομόφωνα εισηγήθηκε ότι οι συγκεκριμένες ιδιοκτησίες ωφελούνται από την εκτέλεση των έργων της ένδικης απαλλοτρίωσης. Επομένως ο τέταρτος λόγος κατά το οικείο τμήμα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον πέμπτο από τους αριθ. 10, 11, 12 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις ακόλουθες αιτιάσεις: "...ότι δέχτηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι σε πολλά σημεία πριν την εκτέλεση του έργου υπήρχε υψομετρική διαφορά μεταξύ των απαλλοτριωθέντων τμημάτων των ακινήτων των αιτούντων και της εφαπτομένης αυτών επαρχιακής οδού, η οποία (υψομετρική διαφορά) εξαλείφθηκε μετά από επιχωμάτωση και επίσης ότι έγινε ευθυγράμμιση της οδού επί της οποίας υπήρχαν πολλές καμπύλες και συνακόλουθα τούτων υπήρχε μειωμένο οπτικό πεδίο και ακόμη ότι επί της διαπλατυνθείσης οδού δημιουργήθηκε πεζόδρομος και δενδροφύτευση τούτου, ο οποίος εφάπτεται των ακινήτων τούτων και τέλος δεν περιορίζεται, μετά την εκτέλεση του έργου η ανοικοδόμηση και αξιοποίηση των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων των αιτούντων.
Όπως δέχεται και η προσβαλλομένη απόφαση τα επίδικα ακίνητα κείνται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του οικισμού .... Όπως φαίνεται από τα κτηματολογικά διαγράμματα επί του τμήματος της επαρχιακής οδού, που διαπλατύνεται, του εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του παραπάνω οικισμού δεν υπάρχουν υψομετρικές διαφορές και πολύ περισσότερο δεν έγινε ευθυγράμμιση, αφού δεν υπάρχει καμιά καμπύλη, άλλωστε σε περίπτωση ευθυγράμμισης για την αποφυγή καμπυλών αφενός μεν και ότι περαιτέρω δεν προσδιορίζεται επακριβώς σε ποια σημεία (ένα κατά την αντιδικία) υπάρχει υψομετρική διαφορά και σε ποια καμπύλες και ποια των απαλλοτριωμένων ακινήτων εφάπτονται αυτών.
Δεν προσδιορίζεται επακριβώς ποια των επιδίκων ακινήτων είχαν μειωμένο οπτικό πεδίο, όταν μάλιστα, όπως φαίνεται από τα κτηματολογικά διαγράμματα δεν υπάρχουν καμπύλες. Δεν προσδιορίζεται επακριβώς ποια των επιδίκων ακινήτων δεν είχαν ασφαλή είσοδο - έξοδο στη διαπλατυνόμενη οδό, όταν υπάρχει διαμορφωμένο σχέδιο οικισμού με την στο τμήμα αυτό επαρχιακή οδό πλήρως διαμορφωμένη με οδόστρωμα και πεζοδρόμιο.
Εσφαλμένα δέχεται δημιουργία πεζοδρόμου, αφού σε μια τέτοια περίπτωση θα είχαμε διακοπή της κυκλοφορίας των οχημάτων στο τμήμα του πεζοδρόμου. Δεν αιτιολογεί πλήρως γιατί ο περιορισμός της ανοικοδόμησης και αξιοποίησης των εναπομεινάντων τμημάτων δεν συνιστά ζημία...".
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, υπό την επίκληση των επί μέρους αιτιάσεων, στην πραγματικότητα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) (ΑΠ 2061/2007) και επομένως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Τέλος μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης για πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με το αγωγικό κεφάλαιο του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αιτούντων παρέλκει η εξέταση του έκτου λόγου αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μερικώς κατά το μέρος που αφορά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδος των με την υπ’ αριθμ. ...2006 απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Κυκλάδων απαλλοτριωθέντων ακινήτων με α/α ... και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης του εκτάσεως 8 μ2 εναπομείναντος κτίσματος στο με α/α ... ακίνητο, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές (άρθρο 590 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς την υπ’ αριθμ. 285/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Αυγούστου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ