Supreme Court dismisses appeal against bank judgment for non-appearance and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a lower court judgment following the defendant's non-appearance and procedural irregularities. The appellant argued that the trial court distorted evidence and failed to consider specific witness statements, while the defendant did not appear or represent themselves. The court ruled that the lower court had properly considered all evidence, including the defendant's sworn testimony, and that the cited grounds for appeal were inadmissible or unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 559(20), 559(11γ) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the contested decision does not constitute a document under Article 559(20), and an appeal based on distortion of evidence fails if the lower court verified it considered all submitted evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1094 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1094/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Ιουλίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7253/2001, μη οριστική, 5066/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5231/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Ιουνίου 2009 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 9 Φεβρουαρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει, λόγω συνταξιοδοτήσεως, στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από το αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέρεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στην δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθ. 10026/28-5-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... αντίγραφο της από 20 Μαρτίου 2012 κλήσεως με την πάνω σ'αυτό πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση καθώς και της από 28 Ιουνίου 2009 αίτησης αναιρέσεως που φέρεται σε συζήτηση με την κλήση αυτή, επιδόθηκε με επίσπευση της αναιρεσείουσας νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν ο διάδικος αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστεθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με τον ζημιωθέντα τρίτο.
Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του και εξουσία αυτού επί του προστηθέντος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ.
και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση υπηρεσίας υπάρχει όταν η ζημιογόνα πράξη τελείται καθ' υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του προστηθέντος και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών του προστήσαντος, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνας πράξης και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα υφίσταται εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι αυτή η πράξη δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση και ο ζημιωθείς δεν γνώριζε την κατάχρηση ούτε όφειλε να τη γνωρίζει.
Είναι αδιάφορη η νομική σχέση που συνδέει τον προστήσαντα με τον προστηθέντα και αρκεί το γεγονός ότι ο τελευταίος, όταν αδικοπρακτούσε, τελούσε υπό τις οδηγίες και εντολές του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του χωρίς να είναι απαραίτητη και η διαρκής επίβλεψή του, υπό την αυτονόητη πάντως προϋπόθεση ότι ο προστηθείς ενεργούσε προς διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του προστήσαντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες .Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης που έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος διατηρεί εμπορική επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας παιχνιδιών και παραλλήλως συμμετέχει σε εταιρία αυτοκινήτων μικρών ταχυτήτων (CART), συνεργαζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα με την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε." δικαιοπάροχο της εναγομένης, η οποία κατέστη καθολική διάδοχος κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της πρώτης από τη δεύτερη, και της οποίας μεταγενέστερα τροποποιήθηκε η επωνυμία ως έχει σήμερα.
Στα πλαίσια της ανωτέρω συνεργασίας και μεταξύ άλλων τραπεζικών συναλλαγών με την δικαιοπάροχο της εναγόμενης, που κυμαίνονταν από 440.205 ΕΥΡΩ μέχρι 586.940 ΕΥΡΩ, διατηρούσε σε αυτή δύο τραπεζικούς λογαριασμούς, ήτοι τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό "CAPITAL" με συνδικαιούχο τη σύζυγο του L. H., ανοιγέντα στο υποκατάστημα της Ν.
Φιλαδέλφειας και τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχο τον συνεταίρο του M. W., ανοιγέντα στο κεντρικό κατάστημα επί της οδού ... αριθ. 5. Το έτος 1997 ο ενάγων κατόπιν ελέγχου των τραπεζικών βιβλιαρίων του, τον οποίο πραγματοποίησε όταν έμαθε από άλλους πελάτες της εναγόμενης ότι είχαν υπεξαιρεθεί χρήματα από το κεντρικό κατάστημα της ..., διαπίστωσε την ανάληψη ποσού 46.428,34 ΕΥΡΩ από τους προαναφερθέντες δυο τραπεζικούς λογαριασμούς και ειδικότερα ότι από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου έλλειπε το ποσό των 4.108,58 ΕΥΡΩ και από το λογαριασμό "CAPITAL" έλλειπε το συνολικό ποσό των 42.319,76 ΕΥΡΩ.
Συγκεκριμένα, πραγματοποιήθηκαν οι κάτωθι παράνομες αναλήψεις χρημάτων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με τον κωδικό 100, ήτοι με ενέργειες υπαλλήλων μέσα από το ίδιο κεντρικό κατάστημα της εναγόμενης: α) στις 25-5- 1995 έγινε ανάληψη ποσού 2.896,11 ΕΥΡΩ (986.849 δραχμές), β) στις 8-6-1995 έγινε ανάληψη ποσού 1.450,09 ΕΥΡΩ (494.117 δραχμές), γ) στις 28-7-1995 έγινε ανάληψη ποσού 1.033,3.5 ΕΥΡΩ (352.114 δραχμές), δ) στις 25-8-1995 έγινε ανάληψη ποσού 4.673,51 ΕΥΡΩ (5.000.000 δραχμές), ε) στις 5-10-1995 έγινε ανάληψη ποσού 1.723,78 ΕΥΡΩ (587.378 δραχμές), στ) στις 10-10-1995 έγινε ανάληψη ποσού 19.075,57 ΕΥΡΩ (6.500.000 δραχμές), ζ) στις 24-7-1995 έγινε ανάληψη ποσού 1.467,35 ΕΥΡΩ (500.000 δραχμές).
Όλες οι ανωτέρω αναλήψεις έγιναν από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό "CAPITAL". Περαιτέρω, στις 8-11- 1996 πραγματοποιήθηκε ανάληψη ποσού 4.108,58 ΕΥΡΩ (1.400.000 δραχμών) από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου. Ο ενάγων ζήτησε από τους υπαλλήλους της εναγόμενης να του επιδείξουν τα δελτία των οκτώ αναλήψεων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν χωρίς την έγκριση του κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 1995 μέχρι και τον Οκτώβριο του 1996.
Κατόπιν ελέγχου των υπογραφών επί των ανωτέρω παραστατικών της Τράπεζας, διαπιστώθηκε ότι είχαν τεθεί υπογραφές από τρίτο πρόσωπο, άγνωστο στους δικαιούχους των λογαριασμών, το οποίο ανέλαβε τα ανωτέρω ποσά χωρίς τη συναίνεση ή εντολή αυτών. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ενάγων ήρθε σε επικοινωνία με στελέχη της εναγόμενης, τα οποία του ανέφεραν ότι τα ανωτέρω ποσά είχε υπεξαιρέσει από τους λογαριασμούς του ο Διευθυντής του κεντρικού καταστήματος της εναγόμενης Π.
Π., ο οποίος είχε υπεξαιρέσει χρήματα και από άλλους πελάτες της εναγόμενης. Ο ενάγων ενεχείρισε στην εναγόμενη το από 7-5-1997 ενυπόγραφο σημείωμα του, με το οποίο έθεσε υπόψη της τις παράνομες αναλήψεις χρημάτων από τους λογαριασμούς του, προκειμένου αυτή να αποκαταστήσει την ζημία του, χωρίς όμως να λάβει απάντηση από την εναγόμενη, ακολούθως δε απέστειλε σε αυτή, στις 23-5-1997, την από 21-5-1997 εξώδικη διαμαρτυρία με πρόσκληση και δήλωση, με την οποία την καλούσε να καταβάλει εντός διημέρου από την επίδοση του εξωδίκου, νομιμότοκα από την ημερομηνία διάπραξης κάθε μιας εκ των πράξεων της πλαστογραφίας και υπεξαίρεσης.
Η εναγόμενη όμως δεν έχει μέχρι σήμερα καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 46.428,34 ΕΥΡΩ, που αντιστοιχεί στην ζημία του ενάγοντος από τις υπεξαιρέσεις. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Π. Π., ο οποίος υπεξήρεσε το ανωτέρω ποσό από τους λογαριασμούς του ενάγοντος, άσκησε χρέη Διευθυντού του κεντρικού καταστήματος στην Αθήνα από τον Ιανουάριο του 1995 μέχρι και το Μάιο του 1996 και στη συνέχεια χρέη αναπληρωτού Διευθυντού του ανωτέρω καταστήματος από το Μάιο του 1996 μέχρι τις 5-12-1996.
Κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, το ανωτέρω πρόσωπο, το οποίο δραστηριοποιούνταν διαρκώς εντός των καθηκόντων και των οδηγιών που του είχαν δοθεί από την εναγόμενη προκειμένου να εξυπηρετεί τα οικονομικά και επαγγελματικά συμφέροντα αυτής, εκμεταλλευόμενο την υπηρεσιακή του θέση ως Διευθυντή αρχικά και αναπληρωτή Διευθυντή αργότερα, προέβη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, στην υπεξαίρεση, πέραν των χρημάτων άλλων πελατών της εναγόμενης και των ανωτέρω ποσών από τους λογαριασμούς του ενάγοντος, κάμπτοντας τις αντιρρήσεις του ταμία και του προϊσταμένου της υπηρεσίας καταθέσεων και αποκτώντας πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς του ενάγοντος.
Η ανάπτυξη της ανωτέρω αξιόποινης δραστηριότητας του Π. Π., οφειλόταν στην έλλειψη ελέγχου από την εναγόμενη των συναλλαγών που πραγματοποιούνταν μέσω των ταμείων της, οι οποίες ήταν εντελώς παράτυπες και πέρα από την τραπεζική δεοντολογία και πρακτική. Περαιτέρω, δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπονται στο από 9-8-1994 Εγχειρίδιο Διαδικασιών Λειτουργίας και Συμφωνίας Ταμείων και οι σχετικές εγκύκλιες διατάξεις και οδηγίες, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατή η αποκάλυψη των παράνομων δραστηριοτήτων του προστηθέντος της εναγόμενης.
Τέλος, δεν υπήρχε παρακολούθηση και εποπτεία του λογαριασμού του ανωτέρω προσώπου, των μεταφορών ποσών από και προς τον λογαριασμό του καθώς και των εντύπων καταθέσεων και εντύπων αξίας, η οποία θα καθιστούσε δυνατή την παρεμπόδιση της ανωτέρω παράνομης δραστηριότητας ή τον περιορισμό της σε μεγάλο βαθμό.
Όλες οι ανωτέρω παραλείψεις της εναγόμενης παρατίθενται αναλυτικά στο υπ' αριθ. .../12-5-1997 εμπιστευτικό υπηρεσιακό σημείωμα των Επιθεωρητών αυτής προς τη Γενική Διεύθυνση της, το οποίο αφορά μεν παράνομες δραστηριότητες εις βάρος άλλων πελατών της εναγόμενης., φέρεται όμως το ανωτέρω πρόσωπο ως δράστης των αναφερομένων σε αυτό παράνομων δραστηριοτήτων και εκφράζονται υποψίες για ανάλογες δραστηριότητες αυτού ήδη από το 1992 (ήτοι προ πενταετίας από την τέλεση του ελέγχου).
Εξάλλου, το ανωτέρω πόρισμα καθιστά εμφανή τη δυσλειτουργία του συστήματος ελέγχου της εναγόμενης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατά παράβαση κανονισμών δραστηριότητα του υπαλλήλου, που συνίσταται στην κατόπιν προφορικής εντολής του ανάληψη χρημάτων από τον υπάλληλο.
Ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγόμενης, στηρίζεται στον αντίστοιχο ισχυρισμό που προέβαλε ο υπάλληλος κατά την ποινική διαδικασία, που ξεκίνησε κατόπιν υποβολής εγκλήσεων από παθόντες πελάτες της εναγόμενης μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, και ειδικότερα στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτού. Ο υπάλληλος όμως δεν επανέλαβε τον ανωτέρω ισχυρισμό στην απολογία του ενώπιον του Τριμελούς αλλά ούτε και ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, το οποίο δέχθηκε ότι ο (κατηγορούμενος) υπάλληλος τέλεσε τα αδικήματα της υπεξαίρεσης στην Υπηρεσία, της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της πλαστογραφίας με χρήση και τον κήρυξε ένοχο για τις ανωτέρω πράξεις.
Περαιτέρω, ουδείς εκ των μαρτύρων ανταποδείξεως κατέθεσε ότι γνωρίζει εξ ιδίας αντιλήψεως την παροχή προφορικών εντολών εκ μέρους του ενάγοντος προς τον υπάλληλο για ανάληψη χρημάτων. Εκ μόνου δε του γεγονότος ότι υπήρξε μεταξύ ενάγοντος και υπαλλήλου μακρόχρονη φιλία, όπως ομολογεί ο ενάγων στο από 7-5-1997 ενυπόγραφο σημείωμα του προς την εναγόμενη, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη προφορικών εντολών του ενάγοντος προς τον υπάλληλο για ανάληψη των ανωτέρω ποσών.
Εξάλλου, ούτε και ο υπάλληλος προσκόμισε, κατά την ποινική διαδικασία, παραστατικά που να αποδεικνύουν οικονομικές συναλλαγές ή οιαδήποτε άλλη τραπεζική συνεργασία μεταξύ αυτού και του ενάγοντος. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μπορούσε εγκαίρως να διαπιστώσει τις παράνομες αναλήψεις, δεδομένου ότι τηρούσε πολλούς λογαριασμούς στην εναγόμενη και διακινούσε μεγάλα ποσά μέσω αυτής για την επιχειρηματική του δραστηριότητα, επεδείκνυε δε απόλυτη εμπιστοσύνη σε αυτή, στα πλαίσια της μακροχρόνιας συνεργασίας τους, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν είχε παρουσιασθεί πρόβλημα.
Επίσης, ο ενάγων γνώριζε τη γενική λειτουργία του λογαριασμού "CAPITAL" καθώς και το βασικό χαρακτηριστικό του λογαριασμού αυτού, που ήταν η μεταφορά ποσών προς επένδυση, ήτοι η αφαίρεση τους από τον λογαριασμό καθώς και την αποτύπωση της κίνησης του λογαριασμού του στο τραπεζικό του βιβλιάριο, δεδομένης όμως της συνεχούς κινήσεως του λογαριασμού, η οποία γινόταν και από την ίδια την Τράπεζα, όπως προκύπτει και από την προσαγόμενη και επικαλούμενη από την εναγόμενη καρτέλα του λογαριασμού "CAPITAL" του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 24-7-1995 έως 29-2-1995 και από 3-1-1996 μέχρι 23-12-1996, στα πλαίσια της δοθείσας εξουσιοδότησης του ενάγοντος προς αυτήν για την επένδυση κεφαλαίων, δεν καθίστατο δυνατός ο ευχερής έλεγχος του λογαριασμού.
Εξάλλου, στους προαναφερθέντες λογαριασμούς του από τους οποίους έγιναν και οι παράνομες αναλήψεις, συνδικαιούχοι ήσαν στον πρώτο ("CAPITAL") η σύζυγος και στον δεύτερο (Ταμιευτηρίου) ο συνέταιρος του, τα οποία αποτελούσαν πρόσωπα της απολύτου εμπιστοσύνης του, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατή αλλά ούτε και απαραίτητη στη δεδομένη περίπτωση, η συνεχής γνώση εκ μέρους του της κίνησης των λογαριασμών του".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία επιδικάσθηκαν ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αναιρεσίβλητου τα ποσά των 46.428,34 και 5.800 ευρώ αντιστοίχως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 και 330 εδ.β' του ΑΚ με εσφαλμένη εφαρμογή τους ούτε τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ δια της μη εφαρμογής της καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα με σαφήνεια ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε ή ότι ώφειλε να γνωρίζει την κατά παράβαση των κανονισμών δραστηριότητα του υπαλλήλου, που συνίστανται στην κατόπιν προφορικής εντολής του ανάληψη χρημάτων από τον υπάλληλο, αποκρούεται η παραδοχή της σχετικής περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην προκληθείσα σ' αυτόν ζημία, ένστασης της εναγομένης.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατά το λοιπό μέρος ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος διότι οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, σε ελλείψεις σχετικές με την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και στην σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου, που όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 533/2007).
Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας ανάγεται στη εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών σχετικά με το αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο ενάγων την κατά παράβαση των κανονισμών δραστηριότητα του υπαλλήλου της εναγομένης και όχι την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι αποφάσεις και τα πρακτικά που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων και απολογίας κατηγορουμένων.
Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της .αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. υπό την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθ. 1388/2000 και 421/2000 αποφάσεων αντίστοιχα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών δια της μη αναγνώσεως των εις το λόγο τούτο αναφερομένων περικοπών των απολογιών του υπαλλήλου της εναγομένης Γ.Κ., τις οποίες αποφάσεις προσκόμισε μ' επίκληση η αναιρεσείουσα, είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι δεν πρόκειται για έγγραφα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά, μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την με επίκληση προσκομισθείσα από 26-6-1998 ένορκη κατάθεση του αναιρεσιβλήτου, ότι όλες οι αναλήψεις με τα τραπεζικά βιβλιάρια του έγιναν από τον ίδιο. Επομένως ο αντίθετος τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 11 γ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν μη υπαρχουσών άλλων αιτιάσεων κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιουνίου 2009 αίτηση της "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε" για αναίρεση της υπ'αριθ.5231/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ