1094/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1094/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87§§1 και 2, 93§4 και 120§2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Full text
Απόφαση 1094 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 1094/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ", που εδρεύει στον Αγ. Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Καδδά - Κοντογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ., έως και 40) Ε. Ε., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του 8ου των αναιρεσιβλήτων Δ. Λ. που δεν παραστάθηκε, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αποστολόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Δ. Λ. του Ν. απεβίωσε στις 4-1-2010 και κληρονομήθηκε από τους Χ. χα Δ. Λ., Β. Δ. Λ., Α. Δ. Λ., Ε. Δ. Λ. και Ν. Δ. Λ., ..., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από το τον ίδιο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, του ήδη αποβιώσαντος Δ. Λ. και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 591/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4267/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-10-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 23-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 παρ. 1 περ. δ' ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα που κατ' άρθρο 573 παρ. 1 αυτού εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως που ασκείται κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, ν' απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεως είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και ν' απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 31/2009, Ολ.ΑΠ 27/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε στις 5-10-2010 με την σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της 156/2010 πράξης κατάθεσης, απευθύνεται και κατά του αναιρεσιβλήτου Δ. Λ., ως αντιδίκου του αναιρεσείοντος Δήμου κατά την δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση. Κατά την συζήτηση αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου, αντί του προαναφερθέντος αναιρεσιβλήτου παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους οι:
Χ. χα Δ. Λ., Β. Δ. Λ., Α. Δ. Λ., Ε. Δ. Λ. και Ν. Δ. Λ.. Οι ανωτέρω δήλωσαν, δια του πληρεξουσίου τους, ότι συνεχίζουν την δίκη στην θέση του ως άνω αρχικού αναιρεσιβλήτου, που πέθανε, στις 4-1-2010, ως κληρονόμοι του, ιδιότητα με την οποία παρίστανται και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ο πιο πάνω αρχικός διάδικος απεβίωσε πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και άφησε πλησιέστερους συγγενείς του τις πιο πάνω αναφερόμενες, οι οποίες είναι πράγματι και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, γεγονός το οποίο, άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε.
Ειδικότερα: Ο Δ. Λ. απεβίωσε στις 4-1-2010 και άφησε νόμιμους κληρονόμους του τη σύζυγό του Χ. και τα τέκνα του Β., Α., Ε. και Ν. Δ. Λ.. Η ιδιότητα αυτή προκύπτει από: α. την με αριθμ. πρωτ. 25/2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του αποβιώσαντος συγγενούς τους, β. το με αριθμ. πρωτ. 652/11-1-2010 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής, γ.
το με αρ. πρωτ. 52551/2011 πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του Πρωτοδικείου Αθηνών. Την επαχθείσα κληρονομία οι πιο πάνω κληρονόμοι αποδέχθηκαν με την .../19-7-2010 πράξη αποδοχής της συμ/φου Αθηνών Ευαγγελία Ντάρα. Οι προαναφερόμενες, με την πιο πάνω ιδιότητά τους, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 εδ.
α', 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ, επαναλαμβάνουν την, εξαιτίας του θανάτου του αρχικού αναιρεσιβλήτου, βιαίως διακοπείσα δίκη με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, γνωστοποιώντας ταυτόχρονα και το πιο πάνω διακοπτικό της δίκης γεγονός. Τούτο δε διότι από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων ήδη ως κληρονόμων του θανόντος ως άνω αναιρεσιβλήτου περί γνωστοποίησης στον αναιρεσείοντα Δήμο του θανάτου του ως άνω συγγενούς τους, κατά το προ της άσκησης της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, συνάγεται ότι ο αναιρεσείων Δήμος δεν είχε λάβει γνώση του γεγονότος αυτού με οποιονδήποτε τρόπο πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, η οποία, επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντος, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τις εμφανιζόμενες ως άνω κληρονόμους του.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του αρθ. 4§1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίας λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (Ολ.ΑΠ 3/2009).
Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα αρθρ. 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87§§1 και 2, 93§4 και 120§2 του Συντ., να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.
Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα έχει ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.
Αυτό δεν αντίκειται στο αρθρ. 80§1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη. Περαιτέρω, κατά το αρθ. 13§1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο αρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την§2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το αρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής "§1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.§2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.§3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.§4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...§6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1- 2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του αρθ. 14§2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της§1, δηλ.
της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του αρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές (71) κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.
Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των αρθ. 14 ν. 3016/2002 και 1 ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 € από 1-1-2002 και σε 176 € από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων, και αναφέρουν ως δικαιούμενους την παροχή αυτή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγησή της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ' αρθ. 1§13 ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στην βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχόμενων από την υπηρεσία.
Ενώ δηλ. η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του αρθ. 14 ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες στην συνέχεια υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι αυτοί δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.
Έτσι με την χορήγηση της παροχής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν με το αρθ. 28§4 ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1-1-2004 (αρθ. 56 του νόμου αυτού) το ως άνω αρθ. 14 ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του για την χορήγηση των ως άνω ειδικών παροχών, ορίσθηκε, όμως, με το αρθ. 24§2 του ανωτέρω ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του αρθ. 14 ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του αρθ. 12 ν. 3205/2003, ενώ και με το αρθ. 2§3 ν. 3336/2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά.
Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του αρθ. 14 ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.
Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από την 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.
Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος, την φύση και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας, είναι αυτή ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του αρθ. 14 ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες καταβαλλόμενες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας και αποτελούν αποζημίωση ή αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, οι οποίες, επομένως, δεν παρεμποδίζουν την γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής, όπως είναι και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων σε συγκεκριμένη κατηγορία αυτών, διότι τα επιδόματα αυτά (λ.χ επίδομα εξόδων κίνησης), χορηγήθηκαν για σκοπό άλλο από αυτόν της αύξησης των αποδοχών.
Έτσι, από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κ.λπ.) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας έναντι της συνήθους απασχόλησής τους εντός του νομίμου ωραρίου της εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι, όμως, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (αρθ. 8 του ν. 2470/1997 και στην συνέχεια του ν. 3205/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την 591/2008 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΟΤΑ για την καταβολή της πιο πάνω πρόσθετης παροχής του άρ. 14 του ν. 3016/2002, δεχόμενο ένσταση συμψηφισμού τακτικής παροχής που ελάμβαναν οι ενάγοντες. για έξοδα κίνησης.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και τους προσθέτους λόγους αυτών κατά της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 4267/2010 απόφασή του ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, όμως ως προς το μέρος που αφορούσε την αναλογία της ειδικής μηνιαίας παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 στα επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής περί αδικοπραξίας των οργάνων του εναγομένου, έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμη.
Κατά τα λοιπά και με βάση τις αυτές πιο πάνω σκέψεις έκρινε νόμιμη την αγωγή, διότι όπως δέχθηκε, "εφόσον εξέλιπε τελικά ο αρχικός λόγος χορήγησης της ειδικής παροχής του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 (ενίσχυση χαμηλόμισθων υπαλλήλων) και η καταβολή της μετατράπηκε σε γενικό κανόνα, που προσαυξάνει τον καταβαλλόμενο μισθό, η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων, και ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορηγήσεώς της (υπαγωγή τους στις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και του επακολουθήσαντος Ν. 3205/2003), οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, προς αποκατάσταση δε της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει η παροχή αυτή, να καταβληθεί και στους ενάγοντες, οι οποίοι, ως υπάλληλοι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του εναγομένου Δήμου, υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997".
Περαιτέρω δέχθηκε ότι "ο Ν. 3205/2003, παρά το γεγονός ότι με το άρθρο 28 παρ. 4 κατήργησε το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 και όλες τις δυνάμει αυτού εκδοθείσες Κ.Υ.Α., εντούτοις, με το άρθρο 24 παρ. 2 αυτού, διατήρησε την επίμαχη παροχή ως προσωπική διαφορά, κατά τρόπον ώστε να μην μειωθεί το εισόδημα των μισθωτών που τη λάμβαναν μέχρι την 31-12-2002, αλλά να διατηρείται η επίδικη παροχή και να μειώνεται ανάλογα με τις μισθολογικές αυξήσεις που θα ελάμβαναν αυτοί στο μέλλον.
Επιπλέον, υπάρχει νομοθετική ρύθμιση, η οποία εντάσσει τους ενάγοντες στις κατηγορίες υπαλλήλων που λαμβάνουν το εν λόγω επίδομα και αυτή είναι η διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, οι ρυθμίσεις του οποίου, βάσει της αρχής της ισότητας, καταλαμβάνουν και τους ενάγοντες, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας".
Επίσης έκρινε ότι "το γεγονός ότι οι ενάγοντες λάμβαναν ως έξοδα κινήσεως 176 ευρώ το 2001, 270 έως το 2003 και 325 € εφεξής, δεν εμποδίζει τη γέννηση της ένδικης αξίωσής τους, καθώς η εν λόγω παροχή είναι άρρηκτα συνδεμένη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας, συνιστά αποζημίωση που δεν υπόκειται σε φορολόγηση εισοδήματος, δεν αποτελεί μισθολογική παροχή και τυγχάνει απολύτως και καταφανώς ετεροειδής με την επίδικη, η οποία αποτελεί γενική μισθολογική προσαύξηση και απονέμεται συλλήβδην σε όλους τους υπαλλήλους χωρίς διάκριση χαμηλόμισθων και μη και, συνεπώς, είναι ανεπίδεκτη αλληλοκαλύψεως και συμψηφισμού κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 Ν. 3016/2002".
Με τις σκέψεις δε αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται την επίδικη παροχή επειδή λαμβάνουν έξοδα κίνησης που υπερκαλύπτουν την παροχή και συμψηφίζονται με αυτήν και απέρριψε για τον λόγο αυτό την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και αφού δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και ερευνώντας περαιτέρω κατ' ουσία την αγωγή, δέχθηκε ότι "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες έχουν προσληφθεί από το εναγόμενο και εργάζονται στις διάφορες υπηρεσίες του (εργάτες, τεχνίτες, διοικητικοί υπάλληλοι κ.λπ.) με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και υπάγονται ως προς το μισθολόγιό τους στις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και όλων των νόμων που διαμόρφωσαν τη μισθολογική πολιτική του Δημοσίου για τον κλάδο τους.
Έχουν προσφέρει τις υπηρεσίες τους, ανάλογα με την ειδικότητά τους, από το έτος 2002 έως και το έτος 2006, διάστημα κατά το οποίο δεν ελάμβαναν από το εναγόμενο την ειδική μηνιαία παροχή του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002. Πλην όμως οι επίδικες παροχές των εναγόντων που ανάγονται σε χρονικό διάστημα προ της 1.12.2004 έχουν υποπέσει στην αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 94 του Ν. 2362/1995, λαμβανόμενη υπόψη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 ...", κατέληξε δε τελικά στην κρίση ότι πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ως προς τους ενάγοντες που οι αξιώσεις τους έχουν ολοκληρωτικά παραγραφεί, δηλαδή ως προς τον 1ο (Α.
Α.), 4η (Τ. Κ.), 7ο (Χ. Κ.), 10η (Κ. Σ.) και 45η (Χ. Δ.), που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και ότι πρέπει και να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς τους λοιπούς των εναγόντων (και ήδη αναιρεσίβλητους) και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα ποσά που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της απόφασης.
Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και οι τέσσερις λόγοι αναίρεσης, όλοι από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις. Ειδικότερα, ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 14 του ν. 3016/2002.
κατέληξε εσφαλμένα στην κρίση ότι οι αντίδικοι του αναιρεσείοντος δικαιούνται την ένδικη παροχή, ενώ αυτοί "δεν ανέφεραν στην αγωγή τους ρητά αν ελάμβαναν επιδόματα και σε ποιο ποσό ανήρχοντο αυτά προκειμένου να κριθεί εάν υπερβαίνουν ή όχι το επίδικο ποσό των 176 € μηνιαίως, αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα μοναδική προϋπόθεση χορήγησης της ένδικης παροχής είναι να μη λαμβάνουν κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή ...", ως λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος.
Τούτο δε αληθώς ο αναιρεσείων προβάλλει με την αιτίαση αυτή αοριστία της αγωγής, λόγω ελλείψεως εξειδικεύσεως με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ποσοτικής αοριστίας), η οποία ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτός των αναφερόμενων σ' αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το αυτό πιο πάνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, είτε ως λόγος από τον αρ. 1, είτε ως λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 281§2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Κυρωτικός Ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-10-2010 αίτηση (αρ. καταθ. 156/2010) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ", για αναίρεση της 4267/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στα (μειωμένα) δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ