1094/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 26/10/2005 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2998/2005 μη οριστική και 5200/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4614/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/6/2010 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1094/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα την 9.5.2004 και περί ώρα 20.00', επί της παλαιάς Εθνικής οδού Αθηνών - Θηβών, προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του μη διαδίκου Α. Λ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε, ως συνεπιβάτης η ενάγουσα - νυν αναιρεσείουσα, η οποία τραυματίσθηκε σοβαρά εκ του ατυχήματος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1094 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1094/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Καυκούλα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Βρεττό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 26/10/2005 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2998/2005 μη οριστική και 5200/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 4614/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/6/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 18/2/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή, κατά τους πρώτο και τρίτο και κατά το μέρος του από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγους και να απορριφθεί, κατά τους λοιπούς λόγους, η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4614/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα την 9.5.2004 και περί ώρα 20.00', επί της παλαιάς Εθνικής οδού Αθηνών - Θηβών, προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του μη διαδίκου Α. Λ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, στο οποίο επέβαινε, ως συνεπιβάτης η ενάγουσα - νυν αναιρεσείουσα, η οποία τραυματίσθηκε σοβαρά εκ του ατυχήματος.
Περαιτέρω, ως προς το ζήτημα του τραυματισμού της ενάγουσας και των εξ αυτού συνεπειών, για την κατάσταση της υγείας της, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Αμέσως μετά το ατύχημα η ηλικίας 26 ετών, ενάγουσα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο "Άγιος Παντελεήμων" του Πειραιώς, όπου διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα διαφύσεως δεξιού μηριαίου, συντριπτικό κάταγμα κνημιαίου πλατώ, αποσπαστικό κάταγμα πρόσθιας μεσογλήνιας ακάνθης, κάταγμα ηβοισχιακών κλάδων, κάταγμα αποφύσεων εγκαρσίων 02, Ο3 σπονδύλων και κάταγμα πλευρών.
Ακολούθως, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (ανάταξη) και παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι τις 5-6-2004. Σύμφωνα με την με ημερομηνία 18-11-2005 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του χειρουργού-ορθοπεδικού Μ. Α. [που διενεργήθηκε κατόπιν σχετικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου] η ενάγουσα, εξαιτίας του τραυματισμού της 1] έφερε ποσοστό πρόσκαιρης ολικής αναπηρίας 80% μέχρι τις 31-12-2004 και έκτοτε παρουσιάζει πρόσκαιρη-μερική αναπηρία 50%, 2] α] πρέπει να διορθωθεί χειρουργικά η αστάθεια του αριστερού γόνατος, β] πρέπει να αφαιρεθούν τα υλικά της οστεοσυνθέσεως των καταγμάτων του μηριαίου και του κνημιαίου κονδύλου [18-24 μήνες μετά το ατύχημα], με πιθανό χρόνο αποθεραπείας 2 μήνες μετεγχειρητικά, γ] η κακή θέση ενός οστικού τεμαχίου του κνημιαίου κονδύλου στο δεξιό γόνατο θα οδηγήσει πρώιμα σε μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα και σε ανάγκη ορθοπλαστικής χειρουργικής επεμβάσεως, 3] είναι δύσκολη μέχρι αδύνατη η εργασιακή απασχόληση της ενάγουσας σε δραστηριότητες που απαιτούν ορθοστασία, 4] η νεαρή ηλικία της αποτελεί εφόδιο για τη καλύτερη προσαρμογή σε άλλο κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμο επάγγελμα.
Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα των επτά μηνών από του τραυματισμού της, που ήταν ανίκανη προς εργασία, έχασε εισοδήματα, τα οποία κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εισέπραττε από την άσκηση του επαγγέλματος της [ως οικιακής βοηθού], που ανέρχονταν στο ποσό των [8 μήνες Χ 400 ευρώ μηνιαίως=] 3200 ευρώ.
Θα χάσει επίσης μελλοντικά [μετά την άσκηση της αγωγής], επί 12 μήνες το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως. Επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 7-11-2005 προσκομιζόμενη βεβαίωση του Δήμου Περάματος-Αττικής, η ενάγουσα κατέθεσε, την ίδια ημερομηνία, δικαιολογητικά για να εκδοθεί στο όνομά της άδεια διαμονής για παροχή υπηρεσιών.
Τα λοιπά αγωγικά κεφάλαια [για μελλοντική απώλεια εισοδημάτων μέχρι το έτος 2044] είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέστη λόγω του τραυματισμού της, μόνιμη και ισόβια αναπηρία, που επηρεάζει το επαγγελματικό και κοινωνικό της μέλλον.
Συνεπώς το κατ' άρθρο 931 Α.Κ αγωγικό κεφάλαιο είναι απορριπτέο, ως ουσιαστικά αβάσιμο". Και υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε απορριπτέο, ως αβάσιμο το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης, λόγω απώλειας μελλοντικών εισοδημάτων (άρθρ. 929 ΑΚ) για το χρονικό διάστημα μετά τους 20 μήνες από το ατύχημα και δη μέχρι του έτους 2044 και το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, με την αιτιολογία ότι "δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέστη, λόγω του τραυματισμού της, μόνιμη και ισόβια αναπηρία.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παρεβίασε μεν ευθέως τις ως άνω διατάξεις, παρεβίασε, όμως, αυτές εκ πλαγίου και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς ζήτημα, το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή, για την έκβαση της δίκης, σχετικά με το πρώτο από τα δύο ως άνω αγωγικά αιτήματα που αφορά στην αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων.
Και τούτο διότι δεν διευκρινίζεται και δεν καθίσταται σαφές ποίο είναι το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο καταλήγει το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της κατάστασης της υγείας της ενάγουσας, καθώς και της ικανότητά της αυτής προς εργασία και σε ποίο ποσοστό, για το χρονικό διάστημα μετά τους 20 μήνες από του ατυχήματος, δηλαδή δεν διευκρινίζεται εάν το Εφετείο υιοθετεί το συμπέρασμα της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία, όπως προαναφέρθηκε, έχει συμπεριλάβει στις αιτιολογίες της απόφασής του και σε θετική απάντηση, επίσης δεν διευκρινίζεται εάν, για το χρονικό διάστημα μετά τους 20 πρώτους μήνες από το ατύχημα είναι ικανή ή όχι και κατά ποίο ποσοστό, για την άσκηση της εργασίας, την οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές, μετερχόταν μέχρι το ένδικο ατύχημα (της οικιακής βοηθού).
Επίσης, δεν εξηγείται για ποιο λόγο, στην περίπτωση ταύτισης του συμπεράσματος του Εφετείου με εκείνο της ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ενώ δέχεται ότι "είναι δύσκολη μέχρι αδύνατη η εργασιακή απασχόληση της ενάγουσας σε δραστηριότητες που απαιτούν ορθοστασία (όπως της οικιακής βοηθού)", εν τούτοις, αμέσως στη συνέχεια και κατά τρόπο αντιφατικό καταλήγει ότι "η νεαρή ηλικία της αποτελεί εφόδιο για την καλύτερη προσαρμογή σε άλλο κοινωνικά και οικονομικά ισοδύναμο επάγγελμα", χωρίς, όμως, να αναφέρεται εάν η ενάγουσα διαθέτει τα εφόδια και τις γνώσεις για την άσκηση άλλων (και ποίων) συναφών επαγγελμάτων ή εάν, αντιθέτως, το μόνο προς τούτο εφόδιο είναι το νεαρό της ηλικίας της.
τέλος, δεν διευκρινίζεται η διάρκεια της εκτιθέμενης "πρόσκαιρης, μερικής αναπηρίας" της αναιρεσείουσας, καθώς και το χρονικό σημείο πλήρους αποκατάστασης της υγείας της.
Η ως άνω ανεπάρκεια, ασάφεια και αντίφαση των αιτιολογιών καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή ή μη των διατάξεων των άρθρων 914 και 929 Α.Κ., όπως βασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Αντίθετα, σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος για επιδίκαση αποζημίωσης κατά το άρθρο 931 ΑΚ, διέλαβε το Εφετείο πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, ουσιαστικού δικαίου. Και τούτο διότι η ανέλεγκτη παραδοχή ότι η εκ του ατυχήματος αναπηρία της αναιρεσείουσας ήταν πρόσκαιρη, συνεπάγεται χωρίς άλλη αιτιολογία τη μη εφαρμογή της διάταξης αυτής.
Κατά το αρθρ. 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμός πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών επί θανατώσεως τον βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής).
Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του, μη υπερβαίνουσα τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική, έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, διότι το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποίησης δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια, η οποία εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι δε ως άνω προσδιοριστικοί παράγοντες αποτελούν μέσα, με βάση τα οποία το δικαστήριο καταλήγει στον προσδιορισμό του ποσού και όχι στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ώστε εάν αυτοί δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια να τίθεται θέμα ανεπάρκειας αιτιολογίας (ΑΠ 6/2009, ΑΠ 1178/2009).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος (αρχή της αναλογικότητας), η ευθεία δε επίκλησή της, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον, κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 Α.Κ.
προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.ΑΠ 6/2009). Κατά συνέπεια, οι δεύτερος και έκτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου του άρθρου 932 Α.Κ. και 25 του Συντάγματος (αρχή της αναλογικότητας), εκ του ότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, το επιδικασθέν σ' αυτή, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της, εκ του τραυματισμού της, ηθικής βλάβης, ποσό των 25.000 ευρώ είναι δυσανάλογο με την έκταση της σωματικής βλάβης, που υπέστη και υπέρμετρα χαμηλό, σε σχέση με το επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσό, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, του οποίου οι αιτιάσεις αφορούν, επίσης, το ζήτημα της, κατά το άρθρο 932 ΑΚ επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 19 και 8 πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη, για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, ως προσδιοριστικό παράγοντα και "την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των εμπλακέντων στο τροχαίο φυσικών προσώπων", παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932, 297, 298 ΑΚ και έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, διότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του υπαιτίου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, παρότι αυτός δεν είναι διάδικος, ενώ δεν αναφέρεται στις αιτιολογίες ότι δεν έλαβε υπόψη την οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι μόνον εγγυητική.
Ο λόγος αυτός, ως προς όλα τα σκέλη, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης φράση "και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των εμπλακέντων στο τροχαίο φυσικών προσώπων", προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την κοινωνικοοικονομική κατάσταση της ενάγουσας, η οποία ήταν η μόνη διάδικος εκ των εμπλακέντων στο ατύχημα φυσικών προσώπων και όχι και εκείνη του μη διαδίκου υπαιτίου οδηγού, όπως, επίσης, προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψη την οικονομική κατάσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι μόνον εγγυητική.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά το αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης, εκ του άρθ. 929 ΑΚ (απώλεια εισοδήματος, για το πέραν των 20 μηνών από του ατυχήματος χρονικό διάστημα), να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4617/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζεις το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ